Από τον Fauriel στον Herzfeld ή από την τελετή έναρξης στην τελετή λήξης

Όταν επέλεξα το θέμα της ομιλίας μου πριν από μερικούς μήνες δεν ήξερα ότι θα ήταν τόσο επίκαιρο, γιατί βέβαια δεν φανταζόμουν ότι η ΝΕΤ θα μετέδιδε ξανά με τόση ημερολογιακή ακρίβεια τους ολυμπιακούς αγώνες. Έτσι είδαμε και εφέτος πάλι κανονικά την τελετή λήξης στις 29 Αυγούστου, όπως αρμόζει άλλωστε σε μια θρησκευτική ή εθνική επέτειο, οπότε αναβιώνει το παρελθόν και ξαναγίνεται παρόν, εκμηδενίζοντας τον ιστορικό χρόνο.

Όσοι πάντως είδατε την τελετή έναρξης πέρσι ή εφέτος θα παρατηρήσατε ότι αυτό που την διακατείχε ήταν η διαχρονικότητα του ελληνισμού και του ελληνικού πολιτισμού από την αρχαιότητα έως τις μέρες μας με αποκορύφωμα  τη σκηνή των τυμπανιστών. Ο σύγχρονος τυμπανιστής μέσα στο ολυμπιακό στάδιο ήταν απόλυτα εναρμονισμένος με τον αρχαίο τυμπανιστή στο στάδιο της Ολυμπίας και όχι μόνο ακολουθούσε τον ρυθμό, αλλά βρισκόταν σε σχέση ιερού διαλόγου.

Στις 27 Μαΐου του 1989 ο ακροδεξιών θέσεων πολιτικός και διανοούμενος Enoch Powell έγραφε στον Independent αναφερόμενος στον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό:

«…ακούγεται μια φωνή που διαπερνά τους 25 αιώνες και απευθύνεται άμεσα, αλάνθαστα στα συναισθήματά μας και στις σκέψεις μας. Έρχεται με τη δύναμη, ακόμη και με τον τρόμο ενός υπερβατικού γεγονότος…» Νομίζω πως καλύτερα δεν θα μπορούσε να περιγραφεί η λειτουργία της διαχρονικότητας. Και όσοι επικαλούνται τη διαχρονικότητα επικαλούνται ένα μεταφυσικό φαινόμενο, ένα υπερβατικό γεγονός, που εκμηδενίζει τον ιστορικό χρόνο. Βρισκόμαστε πάντα στο παρόν. “Εμείς χτίσαμε παρθενώνες”.

Με συντομία θα αναφερθώ στην τελετή λήξης, η οποία δεν βασιζόταν στη διαχρονικότητα, αλλά αντίθετα στη συγχρονικότητα, παρά τις διαχρονικές πινελιές τσαρουχικής έμπνευσης. Η διαχρονικότητα εξιδανικεύει, ωραιοποιεί, διαγράφει μια λαμπρή πορεία, συγκαλύπτει ρωγμές και κενά, εξοβελίζει ενοχλητικά στοιχεία που νοθεύουν την αρτιότητα και το μεγαλείο ενός συνόλου, που αναλλοίωτο διαγράφει μια λαμπρή πορεία ανά τους αιώνες. Η συγχρονικότητα μπορεί, αν θέλει, να περιγράψει, να καταγράψει και να αναδείξει ρωγμές και προβλήματα. Και να τολμήσει τομές. Ακόμη και αν δεν είδατε την τελετή λήξης, ίσως να θυμόσαστε την αρνητική κριτική που ασκήθηκε, γιατί στην τελετή αυτή εμφανίστηκε και ένα Datsun με καρπούζια και τσιγγάνους, πράγμα που χάλαγε την εικόνα μας ως περιούσιου, διαχρονικού λαού.

Η ελληνική εκπαίδευση, με εξαίρεση τις θετικές επιστήμες και αυτές υπό όρους, προβάλλει και προάγει μόνο τη διαχρονικότητα. Θεμελιώδες κείμενο καταγραφής αυτής της διαχρονικότητας είναι η έκδοση των δημοτικών τραγουδιών το 1824 από τον Fauriel. Στα προλεγόμενα της έκδοσης ο Fauriel διαβεβαιώνει ότι οι κάτοικοι της Ελλάδας το 1824 ήταν γνήσιοι απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων και χαρτογραφεί τη συνέχεια των ελληνικών γραμμάτων. Μπορεί οι θεωρίες του Fauriel για το δημοτικό τραγούδι, τους αρματολούς και τους κλέφτες να μην υποστηρίζονται σήμερα από ευυπόληπτους ερευνητές, αλλά καταδυναστεύουν αμείωτα τις δύο σχολικές βαθμίδες και ολόκληρη την ελληνική κοινωνία.

Δεν είναι πρόθεσή μου να καταδικάσω σήμερα ένα ρομαντικό κείμενο που εκδόθηκε το 1824, αλλά την ηθελημένη απήχηση που είχε και την εκμετάλλευση που τού γίνεται. Θα ασχοληθώ πολύ σύντομα με ένα του θέμα τους κλέφτες, τους οποίους, από ληστές, ανέδειξε σε υπερασπιστές της ελευθερίας με τη διαδικασία της διαχρονικής εξιδανίκευσης.

Γράφει, λοιπόν, ο Fauriel:

Ένα μεγάλο μέρος από τις ώρες της σχόλης που είχαν στα λημέρια τους, αφιερωνόταν σε διάφορες ασκήσεις, όλες χρήσιμες λίγο ή πολύ στον πόλεμο. Μια από τις πιο σπουδαίες  και από αυτές όπου διακρίνονταν πιο πολύ, ήταν το σημάδι. Είχαν κάτι τουφέκια τεράστια, με μεγάλο βεληνεκές,  που τα χρησιμοποιούσαν με μια ακρίβεια πάντοτε αξιόλογη, και συχνά εκπληκτική. Δεν ήταν σπάνιοι  ανάμεσά τους εκείνοι, που σε μια απόσταση διακοσίων βημάτων, μπορούσαν με σιγουριά να χτυπήσουν με τη σφαίρα ένα αβγό, κρεμασμένο με σπάγκο από ένα κλαδί. Άλλοι, πιο ικανοί ακόμα, μπορούσαν, από την ίδια απόσταση των διακοσίων βημάτων, να περάσουν μια σφαίρα από ένα δαχτυλίδι μόλις μεγαλύτερης διαμέτρου…

… Εκτός από αυτήν την κύρια άσκηση, οι κλέφτες είχαν κι άλλες στις οποίες διακρίνονταν εξίσου, και που θύμιζαν πολύ περισσότερο τις αρχαίες γυμναστικές ασκήσεις των Ελλήνων. Μία από τις  κυριότερες ήταν ο δίσκος · να ρίχνουν δηλαδή μία πέτρα όσο πιο μακριά μπορούσαν, και που καθώς απαιτούσε έναν ξεχωριστό συνδυασμό σωματικών δυνάμεων, ευλυγισίας και δεξιότητας, ήταν ό,τι χρειαζόταν για ν’ αναπτύσσει αυτές τις ικανότητες. Οι κλέφτες γυμνάζονταν επίσης πολύ και στο πήδημα, και λέγονται για τις δυνατότητές τους σ’ αυτό πράγματα θαυμάσια. Αναφέρω στο ιστορικό σημείωμα για τον Νικοτσάρα πως περνούσε με ένα του πήδημα εφτά άλογα, το ’να πλάι στ’ άλλο. ΄Εχω ακούσει να μνημονεύουν άλλους πιο εκπληκτικούς ακόμα, που πηδούσαν τρία κάρα γεμάτα αγκάθια, εφτά ως οχτώ πόδια ψηλά.» (Fauriel  σ. 42)

Ο Fauriel δεν είχε έρθει ποτέ στην Ελλάδα ο ίδιος, αλλά αυτό δεν τον εμπόδισε να δει τους άθλους των κλεφτών που περιγράφει, αλλά ούτε και ότι τα κατορθώματά τους τραγουδούσαν στις πόλεις και στα χωριά τυφλοί ραψωδοί όπως στην ομηρική εποχή.

« Οι τυφλοί συνηθίζουν, τόσο στη στεριανή Ελλάδα όσο και στα νησιά, να μαθαίνουν απέξω όσα περισσότερα τραγούδια μπορούν, κάθε λογής και κάθε εποχής. Μερικοί μαθαίνουν στο τέλος μια τεράστια ποσότητα, και όλοι ξέρουν άφθονα.  Με τον θησαυρό αυτόν στη μνήμη, περπατούν ολοένα, περιτρέχουν την Ελλάδα πάνω-κάτω από την άκρη του Μοριά ως την Κωνσταντινούπολη, από τις παραλίες του Αιγαίου, σ’ αυτές του Ιονίου. Πάνε από πόλη σε πόλη, από χωριό σε χωριό, και τραγουδούν στον κοσμάκη που μαζεύεται αμέσως γύρω τους, όπου κι αν φανούν, εκείνα τα τραγούδια που θεωρούν πως ταιριάζουν πιο πολύ  είτε στον τόπο είτε στην περίπτωση, και παίρνουν μια μικρή αμοιβή, που είναι  όλο το εισόδημά τους…

… Αυτοί οι τυφλοί ραψωδοί είναι λοιπόν οι διηγηματογράφοι και οι ιστορικοί, όντας συνάμα και οι ποιητές του λαού, παρόμοιοι σ’ ετούτο  ολότελα με τους ραψωδούς της αρχαίας Ελλάδας.» (Fauriel  σ. 58, 9)

Σημαντικός διάδοχος του Fauriel στην κατασκευή της διαχρονικότητας του ελληνικού έθνους είναι ο Νικόλαος Πολίτης ο οποίος το 1871, ως φοιτητής του πανεπιστημίου παίρνει μέρος στον Ροδοκανάκειο διαγωνισμό και βραβεύεται. Άλλωστε ήταν και μοναδικός υποψήφιος. Στην αντίρρηση όμως των κριτών του διαγωνισμού γιατί χρησιμοποιεί τον τύπο κλέφτες αντί του ορθού κλέπται, αντιτάσσει τον ισχυρισμό ότι πρόκειται για διαφορετικές σημασίες, οι κλέφτες δεν είναι κλέπται, αλλά οι γενναίοι θεμελιωτές της ελληνικής ελευθερίας. (Herzfeld  1986, σ. 101)

Ας μετακινηθούμε τώρα προς τη συγχρονική μελέτη της κλοπής, ως καθιερωμένης και κοινωνικά αποδεκτής διαδικασίας, στα πλαίσια συγκεκριμένης κοινωνικής ομάδας και κουλτούρας.

Το 1985 εκδίδεται η μελέτη του καθηγητή πλέον της κοινωνικής ανθρωπολογίας στο Harvard Michael Herzfeld The Poetics of Manhood.  H κοινωνική ανθρωπολογία λειτουργεί πάντοτε συγχρονικά σε αντίθεση με τη λαογραφία που λειτουργεί διαχρονικά.

Ο Herzfeld μένει για μεγάλο χρονικό διάστημα σε ένα χωριό της ορεινής Κρήτης και μελετά τους πολύπλοκους τρόπους με τους οποίους αξιοποιείται η ζωοκλοπή για την ανάπτυξη της προσωπικότητας ενός άνδρα. Από την παιδική ηλικία βασική παράμετρος του ανδρισμού και της προσωπικής αυτοεκτίμησης ενός αρσενικού μέλους της κοινότητας είναι το πόσα ζώα έχει κλέψει, από ποιους και με ποιες διαδικασίες. Ο Herzfeld δεν καταδικάζει, γιατί δεν είναι η δουλειά του να το κάνει, αλλά και ούτε ωραιοποιεί την κατάσταση συνδέοντας την διαχρονικά με αντίστοιχες παραδόσεις γενναιότητας και ανδρισμού, παρά τις επιδιώξεις των ντόπιων. Αντίθετα και αυτές οι επιδιώξεις αποτελούν κομμάτι της συγχρονικής μελέτης.

Για παράδειγμα κάποιος κάτοικος του χωριού του διηγείται την εξής ιστορία, που σας παρουσιάζω παραφρασμένη: Όταν συλλάβανε τον Χριστό και τον έκλεισαν φυλακή πάει ένας Άγγλος και του λέει:

«Αγαπημένε μου Χριστέ, εγώ θα σε βγάλω από τη φυλακή»

«Πώς θα με βγάλεις;»

«Θα δώσω χρυσάφι και θα σε βγάλω από τη φυλακή».

«Να είσαι ευλογημένος και πάντα να έχεις χρυσάφι».

Μετά πάει ένας Ρώσος και του λέει:

«Θα φέρω ένα στρατό και θα σε βγάλω από τη φυλακή».

«Να είσαι ευλογημένος και πάντα να έχεις στρατό».

Τελευταίος πάει ο Έλληνας.

«Αγαπημένε μου Χριστέ, εγώ θα σε βγάλω από εδώ»

«Πώς θα με βγάλεις από εδώ;»

«Θα ανοίξω μια τρύπα στον τοίχο και θα σε κλέψω».

«Να είσαι ευλογημένος και πάντα να είσαι κλέφτης».

«Να από πού πήραμε την ευλογία να είμαστε κλέφτες εμείς οι Έλληνες» (Herzfeld 1985, σ. 41)

Βλέπουμε την εθνικιστική διαδικασία με την οποία οτιδήποτε, ακόμη και η εγκληματική ενέργεια μπορεί να αναχθεί σε εθνική αρετή. Και βέβαια συχνά γίνονται από τους Κρητικούς και διαχρονικές συνδέσεις, έτσι ώστε να προκύπτει η συνέχεια της λεβεντιάς.

Θα πρέπει όμως να εγκαταλείψουμε πλέον τα παραδείγματα των κλεφτών και ελπίζω να έδειξα έστω και υποτυπωδώς ότι η διαχρονικότητα, με τον τρόπο που λειτουργεί και με τους προκαθορισμένους στόχους της δεν είναι παρά μια κατασκευή, η οποία συσκοτίζει τη σκέψη και ενισχύει μόνο τις συναισθηματικές προσεγγίσεις. Όμως στην Ελλάδα η διαχρονικότητα αποτελεί αυταξία και λειτουργεί ως το μόνιμο καταφύγιο κάθε εθνικιστικής προσέγγισης.

Μπορεί μετά το β΄ παγκόσμιο πόλεμο να μη μιλάμε τόσο απροκάλυπτα για την καθαρότητα της ελληνικής φυλής και τη συνέχεια του αίματος, αλλά σαφώς κάνουμε κάτι ανάλογο. Η διαχρονικότητα λειτουργεί κατά κάποιο τρόπο, όπως και ένα γενεαλογικό δέντρο. Στο γενεαλογικό δέντρο παρατηρούμε τη συνέχεια του ονόματος του Πατέρα. Η μόνη καθοριστική παράμετρος είναι το όνομα. Και το όνομα λειτουργεί ως το σημαίνον με σημαινόμενο το αίμα. Η συνέχεια του ονόματος διασφαλίζει και τη συνέχεια του αίματος. Μπορεί να υπάρχουν απιστίες όπως και επιμειξίες με το αίμα της μητέρας. Αλλά το αίμα της μητέρας δεν αλλοιώνει τη συνέχεια του αίματος του Πατέρα, γιατί η συνέχεια του ονόματος είναι αυτή που καθορίζει και τη συνέχεια του αίματος. Όλα τα άλλα δεν αποτελούν παρά πρόσκαιρες θρομβώσεις στη συνέχεια του αίματος του Πατέρα.

Και στη συνέχεια του Ελληνισμού τα πράγματα λειτουργούν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Η συνέχεια του ονόματος, του γλωσσικού στοιχείου, αποτελεί εγγύηση για τη συνέχεια του αίματος. Η επιμονή στα αρχαία Ελληνικά αυτή τη συνέχεια του ονόματος διασφαλίζει και επομένως και τη συνέχεια του αίματος. Σε όλες τις έδρες γλωσσολογίας του κόσμου, πλην του Πανεπιστημίου Αθηνών, διδάσκεται ότι μια γλώσσα μαθαίνεται συγχρονικά και ότι επιτυγχάνεται απόλυτα η άριστη συγχρονική γνώση μιας γλώσσας. Το ελληνικό Υπουργείο Παιδείας όμως θεωρεί πως μόνο η διαχρονική γνώση της ελληνικής γλώσσας είναι εφικτή και αυξάνει τις ώρες διδασκαλίας των αρχαίων ελληνικών, για να μάθουν τα παιδιά καλύτερα νέα Ελληνικά.

Με όσα είπα δεν ισχυρίζομαι ότι δεν υπάρχουν διαχρονικά στοιχεία. Αυτό που λέω είναι ότι η διαχρονικότητα και η συνέχεια δεν αποτελούν αξίες ή ότι έχουν τόση αξία όση και ένα γενεαλογικό δέντρο.

Ότι πασχίζουμε δηλαδή, με άλλα λόγια, να αποδείξουμε ότι είμαστε γιοι του Λαΐου, του γιου του Λαβδάκου, του γιου του Πολυδώρου, του γιου του Κάδμου, του γιου του Αγήνορα, ενώ όλοι ανεξαιρέτως είμαστε παιδιά κι αδέλφια συγχρόνως του ίδιου τυφλού Οιδίποδα.

Βιβλιογραφία

Fauriel Claude, Ελληνικά Δημοτικά Τραγούδια, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 1999

Herzfeld Michael, The Poetics of Manhood, Princeton University Press 1985

Herzfeld Michael, Ours Once More. Folklore, Ideology and the Making of Modern Greece. Pella publishing company, New York,1986.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s