Η Γλώσσα που Περικλείει και η Γλώσσα που Αποκλείει

Ο τίτλος της ομιλίας μου η γλώσσα που περικλείει και η γλώσσα που αποκλείει είναι μετάφραση των αγγλικών όρων inclusive και exclusive language. Δεν ξέρω πόσο επιτυχή βρίσκετε την απόδοση αυτών των όρων στα Ελληνικά, αλλά, όπως λέγεται, «η μετάφραση είναι σαν την γυναίκα. Όταν είναι ωραία, είναι και άπιστη». Δεν ανέφερα πάντως αυτό το καταστάλαγμα σοφίας, για να συζητήσουμε και να αποφασίσουμε αν η μετάφραση που επιχείρησα είναι ωραία και άπιστη ή άσχημη και πιστή. Αντίθετα, και παρόλο που με ενδιαφέρει πολύ η γνώμη σας, αναφέρθηκα σε αυτό, για να επισημάνω ότι στη μετάφραση αποδίδεται γυναικεία υπόσταση, η οποία συμπυκνώνεται σε δύο βασικά χαρακτηριστικά, την ομορφιά και την απιστία. Η γυναίκα οφείλει να είναι ωραία, για να αρέσει στον άνδρα της, και επιπλέον πρέπει να του είναι πιστή. Θα μπορούσαμε όμως να πούμε ότι εντέλει το μόνο σταθερό χαρακτηριστικό της γυναίκας είναι η απιστία, η προδοσία, γιατί το αν θα είναι ωραία είναι ζήτημα τύχης. Αντίθετα είναι πάντα δυνάμει άπιστη, γιατί όταν είναι όμορφη έχει ευκαιρίες να είναι άπιστη, ενώ όταν είναι άσχημη λιγοστεύουν ή εκμηδενίζονται οι ευκαιρίες για απιστία, και άλλωστε μπορεί και να μην έχει καθόλου άνδρα, οπότε σε ποιον να είναι άπιστη;

Η απιστία, λοιπόν, προϋποθέτει γάμο, με έναν ετεροφυλικό σύντροφο, με έναν άνδρα. Η μετάφραση επομένως ως γυναίκα προδίδει τον κυρίαρχο, πρωταρχικό Λόγο, που είναι ο άνδρας, με τον οποίο συνεζεύχθη. Και αν δεν είναι γάμος ακριβώς, τότε είναι θεϊκή δημιουργία πρωτοπλάστων. Το αρχικό κείμενο, ο άνδρας, δημιουργήθηκε από πρωτογενή υλικά και είναι πρωτότυπο δημιούργημα, όπως ο Αδάμ. Η μετάφραση όμως προέρχεται από το αρχικό κείμενο και κατ’ αναλογία προς την Εύα, που δημιουργήθηκε από το πλευρό του Αδάμ, είναι άπιστη, προδίδει τον Αδάμ και τον οδηγεί στην πτώση, έξω από τον παράδεισο. Και όπως επιβεβαιώνει και ο Παύλος (προς Τιμόθεον 2.13-15) «Αδάμ γαρ πρώτος επλάσθη, είτα Εύα. Και Αδάμ ουκ ηπατήθη, η δε γυνή εξαπατηθείσα εν παραβάσει γέγονεν».

Προσπάθησα μέχρι τώρα να δείξω τις κυρίαρχες απόψεις γύρω από τον λόγο – άνδρα και τη μετάφραση – γυναίκα. Και ενδεχομένως θα μπορούσε κανείς / καμία να πει ότι ο συσχετισμός με τη γυναίκα δεν πρέπει να αποδίδεται μόνο στη μετάφραση, αλλά και στην ερμηνεία κάθε κειμένου, αφού ο τρόπος με τον οποίο καταλαβαίνουμε ένα κείμενο προϋποθέτει μια προσωπική μετάφραση, μια προσαρμογή στις προσωπικές μας αντιλήψεις, στην κοσμοθεωρία μας και τα βιώματά μας.

Από την άλλη θα μπορούσε κανείς να πει ότι αυτοί οι παραλληλισμοί για τη σχέση μετάφρασης – γυναίκας βασίζονται σε ένα ευφυολόγημα, σε ένα αστείο με το οποίο γελάμε. Γελάμε όμως ακριβώς επειδή το θεωρούμε εύστοχο και επειδή εντέλει συμφωνούμε. Αν το θεωρούσαμε άστοχο ή αν μας έθιγε, δεν θα γελούσαμε. Και άλλωστε θα μπορούσε να πει κανείς ότι οι απόψεις αυτές, αν και κυρίαρχες στην εποχή μας και στην κουλτούρα μας, έχουν παράδοση αιώνων, γιατί εκφράζουν θεμελιώδεις αντιλήψεις του Χριστιανισμού και του ανθρωπισμού. Και για τον Χριστιανισμό και για τον ανθρωπισμό κέντρο του σύμπαντος αποτελούν ο άνδρας και ο Λόγος, και μάλιστα με κοινά χαρακτηριστικά μεταξύ τους, κοινές ιδιότητες, έτσι που άνδρας και Λόγος να συμπίπτουν. Και οι δύο είναι πρωτογενείς, πρωτότυποι, αυθεντικοί, ολοκληρωμένοι και ουσιώδεις.

Αντίθετα η γυναίκα και η μετάφραση – ερμηνεία έχουν κάποια σχέση με τον άνδρα – λόγο, γιατί από μέρος του πλάσθηκαν, αλλά είναι δευτερογενείς, δεν είναι πρωτότυπες και ολοκληρωμένες και η ουσία που εμπεριέχουν, όταν εμπεριέχουν, δεν είναι δική τους, αλλά του άνδρα – Λόγου. Επιπλέον είναι άπιστες, προδίδουν και παρασύρουν και άλλους στην προδοσία. Και είναι καταδίκη για τον άνδρα – Λόγο ότι δεν μπορεί να πολλαπλασιασθεί, να διαιωνίσει το είδος του, παρά μόνο μέσω της γυναίκας – μετάφρασης – ερμηνείας.

Θα μπορούσε ενδεχομένως όμως να πει κανείς ότι αυτές οι απόψεις για τη γυναίκα, παρόλο που είναι κυρίαρχες, δεν εκφράζουν στην εποχή μας όλον τον κόσμο, υπάρχουν και άλλες απόψεις, αντίθετες, οι οποίες εκφράζονται κυρίως από το φεμινιστικό κίνημα. Βασικότατο όμως θέμα είναι ποιες από αυτές τις θέσεις και απόψεις απηχούν στη γλώσσα, πώς η ελληνική γλώσσα αρθρώνει τη γυναίκα και πώς αρθρώνεται από αυτήν. Για παράδειγμα, αν χρησιμοποιήσω τη φράση «όλοι μέσα σε αυτή την αίθουσα», μέσα σε αυτόν τον προσδιορισμό «όλοι» που είναι αρσενικού γένους θα ενταχθούν και οι άνδρες και οι γυναίκες αυτής της αίθουσας. Αντίθετα αν στην αίθουσα υπήρχαν 99 γυναίκες και ένας άνδρας και χρησιμοποιούσα τη φράση «όλες μέσα στην αίθουσα», τότε θα αναφερόμουνα στις 99 γυναίκες μόνο. Ο ένας και μοναδικός άντρας θα εξαιρείτο. Για να μην εξαιρεθεί θα έπρεπε να χρησιμοποιήσω προσδιορισμό αρσενικού γένους και να πω «όλοι μέσα στην αίθουσα» παρόλο που ο άνδρας θα ήταν ένας, ανάμεσα σε 99 γυναίκες.

Η φράση όμως αυτή «όλοι μέσα στην αίθουσα» είναι μια γλώσσα που δεν αρθρώνει τη γυναίκα, που την αποσιωπά και τη διαγράφει. Είναι μια γλώσσα που αποκλείει, που στη συγκεκριμένη περίπτωση αποκλείει τη γυναίκα ως μέλος της κοινωνίας. Ο προσδιορισμός θηλυκού γένους «όλες» χρησιμοποιείται για να αρθρώσει τις γυναίκες εκτός κοινωνίας και κοινωνικής δράσης. Απευθύνεται στις γυναίκες του περιθωρίου και της απομόνωσης, στο σπίτι, στο γυναικωνίτη, στο παρθεναγωγείο, στο μοναστήρι ή στην πτέρυγα του ψυχιατρείου.

Τις περισσότερες φορές αντιμετωπίζεται η γλώσσα, και ιδιαίτερα η ελληνική γλώσσα, ως ένα τέλειο δημιούργημα, ως η τελειότερη γλώσσα, που είναι ικανή να αποδώσει τα υψηλότερα νοήματα. Όμως πέραν της μεταφυσικής και φυλετικής διάστασης που θέλουν μερικοί να δίνουν στη γλώσσα, η γλώσσα είναι φορέας ιδεολογίας, συνισταμένη κοινωνικών αντιλήψεων, εκφράζει αλλά κυρίως δομεί την κοινωνία.

Ας πάρουμε για παράδειγμα τη βασική μορφή επικοινωνίας ανάμεσα στον άνδρα και τη γυναίκα, την ερωτική λειτουργία. Η ερωτική λειτουργία τονίζει το «εγώ» του άνδρα, γιατί τον τοποθετεί στο κέντρο της δράσης και της πρωτοβουλίας, όμως το κέντρο της ευχαρίστησης βρίσκεται στον εγκέφαλο, στη σκέψη και στη σκέψη η ερωτική λειτουργία μεταβάλλεται σε γλώσσα, σε κείμενο. Στη γλώσσα, λοιπόν, υπάρχει το περιώνυμο ρήμα, το οποίο εκφράζει την ερωτική σχέση ως μία πράξη, ως μια ενέργεια του άνδρα, η οποία διοχετεύεται στη γυναίκα. Ο άνδρας αποδίδεται ως υποκείμενο, ως ένα ναρκισσευόμενο «εγώ» που επιβεβαιώνει τη θέση του ως υποκειμένου, ως κεντρικού μέρους της κοινωνίας. Το υποκείμενο είναι στην ορθή ονομαστική πάντοτε. Και δεν είναι τυχαίο που η ονομαστική καλείται ορθή σε αντίθεση με τις πλάγιες πτώσεις. Ορθός εκτός από όρθιος σημαίνει συγχρόνως και σωστός, δίκαιος. Το όρθιο, λοιπόν, και σωστό, δίκαιο υποκείμενο ενεργεί και αυτή η ερωτική του δραστηριότητα διοχετεύεται, μεταβαίνει στη γυναίκα, στο αντικείμενο που βρίσκεται σε πλάγια πτώση. Δεν αρκεί δηλαδή να είναι απλώς σε πτώση, γιατί μόνο το υποκείμενο είναι όρθιο, χρειάζεται επιπλέον να προσδιορίσουμε ότι το αντικείμενο έχει πλαγιάσει.

Πιθανόν βέβαια κάποιος να αντιτάξει ότι σε μια άλλη περίπτωση, σε μια άλλη πρόταση ίσως να είναι η γυναίκα το υποκείμενο και ο άντρας το αντικείμενο. Σημασία έχει όμως και το ποιος βρίσκεται στο κέντρο της δράσης, γιατί αν πούμε «ο Πέτρος σούταρε και η μπάλα έπεσε στο μπαλκόνι της απέναντι πολυκατοικίας και έσπασε ένα τζάμι» γραμματικά το υποκείμενο στο ρήμα «έσπασε» είναι «η μπάλα». Όλοι όμως ξέρουμε ότι το τζάμι το έσπασε ο Πέτρος και όχι η μπάλα, αλλά η δομή του λόγου είναι και πάλι τέτοια, ώστε μάλλον να προκαλεί το θαυμασμό για το πόσο δυνατά σουτάρει ο Πέτρος και λιγότερο για να του επιρρίψει την ευθύνη. Και βέβαια αν ο άνδρας βρεθεί σε θέση αντικειμένου, δηλαδή στην πλάγια πτώση, και πούμε «ο Πέτρος νίκησε τον Γιάννη» ο Γιάννης έχασε την κατάληξη «ς» της ονομαστικής. Με λίγα λόγια υπέστη ένα βαθύτατο ακρωτηριασμό, ενώ η Μαρία, είτε είναι στην ονομαστική, είτε στην αιτιατική, θα παραμείνει Μαρία, δεν έχει τίποτε ώστε να κινδυνεύει να το χάσει.

Ας επιστρέψουμε όμως στο περιώνυμο ρήμα και στη σύνταξή του. Ο όρος σύνταξη βέβαια είναι ένας στρατιωτικός όρος και δεν είναι τυχαίο το ότι χρησιμοποιείται ένας στρατιωτικός όρος, με αυτή τη διάσταση του ανδρισμού, για να ορίσει τις σχέσεις των προσώπων στη γλώσσα και κατ’ επέκταση στην κοινωνία. Η δομή αυτή: υποκείμενο στην ορθή ονομαστική, μεταβατικό ενεργητικό ρήμα και αντικείμενο σε πλάγια πτώση είναι καθοριστική. Το αντικείμενο βρίσκεται σε παθητική εξευτελιστική σχέση. Δεν είναι τυχαίο το ότι και ο ανθρωπισμός στη διπολική σχέση ενεργητικότητα / παθητικότητα έδωσε την κυρίαρχη θέση στην ενεργητικότητα και την ταύτισε με τους άνδρες, ενώ στην παθητικότητα έδωσε αρνητική αξία και την ταύτισε με την γυναίκα.

Οι πιο έντονες βρισιές είναι σεξουαλικού χαρακτήρα και χρησιμοποιούν το περιώνυμο ρήμα στην παθητική φωνή, ακριβώς για να τονίσουν την παθητικότητα και τον εξευτελισμό, ενώ οι ενεργητικοί δεν είναι απαραίτητο να δείχνουν ευχαρίστηση, αρκεί να δείχνουν επιβολή και εκδίκηση ή νίκη σε κάποιο ανταγωνισμό.

Βεβαίως κάποιοι θα υποστηρίξουν την άποψη ότι στην ερωτική λειτουργία τα πρόσωπα έχουν ισότιμη σχέση, δεν διακρίνονται για την ενεργητικότητα ή την παθητικότητά τους και μάλιστα με αξιολογικό χαρακτήρα και οδηγούνται σε αμοιβαία ευχαρίστηση. Όμως αυτή η ερωτική σχέση δε μπορεί να αποδοθεί από αυτό το ρήμα, η οποιοδήποτε μεταβατικό ρήμα, και από αυτή την σύνταξη. Αν αποδιδόταν, η προστακτική του περιώνυμου ρήματος δεν θα αποτελούσε βρισιά, αλλά ευχή. Κάθε φορά που χρησιμοποιείται το περιώνυμο ρήμα δίνεται και η ανάλογη διάσταση στην ερωτική λειτουργία και καθορίζονται με αυτόν τον τρόπο οι σχέσεις των ανθρώπων στην κοινωνία. Και ενώ στο παρελθόν η γλώσσα αντιμετωπιζόταν ως ένα εργαλείο με το οποίο εκφράζαμε τις σκέψεις μας και τις εμπειρίες μας, στη μεταστρουκτουραλιστική σκέψη η γλώσσα αντιμετωπίζεται ως μια δομική λειτουργία. Κατά τον Λακάν το ασυνείδητο δομείται στον άνθρωπο όπως η γλώσσα και συγχρόνως με τη γλώσσα, από τη στιγμή δηλαδή που το παιδί εισέρχεται στο Συμβολικό Πεδίο. Επιπλέον από τη στιγμή που θα δεχθούμε ότι η γλώσσα είναι φορέας ιδεολογίας είναι αδύνατο να εκφραζόμαστε σε αυτή τη γλώσσα, χωρίς να διαιωνίζουμε τη σύμφυτή της ιδεολογία.

Ενδεχομένως βέβαια κάποιος να αντιτάξει σε όσα λέω το βασικό επιχείρημα, το έχω ακούσει πολλές φορές, ότι οι γυναίκες αρθρώνουν την ελληνική γλώσσα και αρθρώνονται από αυτήν ισότιμα με τους άνδρες. Και τέλος πάντων όταν λέμε τη φράση «όλοι μέσα στην αίθουσα» εννοούμε «όλοι οι άνθρωποι μέσα στην αίθουσα» και ίσως μάλιστα το επιχείρημα να διανθισθεί με υψηλόσχημες αναφωνήσεις ότι η ελληνική γλώσσα είναι η μοναδική γλώσσα που δεν έχει μία λέξη για να προσδιορίσει και τον άνδρα και το ανθρώπινο είδος, αλλά το ανθρώπινο είδος αποδίδεται από τη λέξη άνθρωπος, η οποία εμπεριέχει και τον άνδρα και τη γυναίκα.

Σε άλλες συγκεντρώσεις στο παρελθόν έχω διαβάσει το εξής απόσπασμα: «Σήκωσε το ακουστικό πήρε έναν αριθμό και καθώς περίμενε να απαντήσουν από την άλλη γραμμή άφησε το βλέμμα του να πλανηθεί έξω από το παράθυρο. Πίσω από το άνοιγμα που άφηναν οι κουρτίνες είδε έναν άνθρωπο να στρίβει από την γωνία του δρόμου. Δεν απάντησε κανείς στο τηλέφωνο και κατέβασε το ακουστικό». Στη συνέχεια ζήτησα να φανταστούν αυτόν τον άνθρωπο που έστριβε από τη γωνία και να κάνουν μία σύντομη περιγραφή του. Σχεδόν σε ποσοστό εκατό τοις εκατό αντικείμενο της περιγραφής ήταν ένας άνδρας, λευκός, στην ακμή του, ντυμένος με κουστούμι ή με καμπαρντίνα και σε μερικές περιπτώσεις με αθλητική φόρμα, και με σύμβολα εξουσίας, όπως ομπρέλα ή χαρτοφύλακα. Κανείς δεν περιέγραψε έναν παπά, γιατί το αρχικό κείμενο θα έλεγε «είδε έναν παπά να στρίβει από τη γωνία του δρόμου», δε θα έλεγε «είδε έναν άνθρωπο». Ομοίως κανείς δεν περιέγραψε έναν ηλικιωμένο άνδρα σε αναπηρική πολυθρόνα, μία τυφλή με μπαστούνι, μια νύφη, μια Φιλιππινέζα, έναν Αλβανό, ένα μικρό παιδί με γλειφιτζούρι στο χέρι, έναν τρομοκράτη με μπαλακλάβα, μια νοικοκυρά με τσάντες που γύριζε από τη λαϊκή. Μα αν επρόκειτο για κάτι τέτοιο, το κείμενο θα το έλεγε, θα μας έλεγε είδε μια νοικοκυρά που επέστρεφε από τη λαϊκή φορτωμένη με τσάντες, είδε έναν τρομοκράτη με μπαλακλάβα. Όμως τίποτε από αυτά δεν υπήρχε στο κείμενο. Αντίθετα το κείμενο με πολύ μεγάλη σαφήνεια μας λέει ότι είδε έναν άνθρωπο. Και άνθρωπος ακριβώς θα πει: άνδρας, λευκός, στην ακμή της ηλικίας του, μεσοαστός, με εξουσία. Αυτόν τον άνθρωπο προϋποθέτει ο ανθρωπισμός και σε αυτόν βασίζεται.

Το πρόβλημα άλλωστε του ανθρωπισμού είναι ότι ισχυρίζεται πως μεριμνά για τον άνθρωπο ως είδος στα πλαίσια μιας οικουμενικότητας, ενώ βασικός του στόχος ήταν η επιβολή μιας κυρίαρχης ιδεολογίας, η οποία ενίσχυε την εξουσία του δυτικού, λευκού, χριστιανού, φιλελεύθερου, μεσοαστού άνδρα. Στο όνομα του ανθρωπισμού θεμελιώθηκε η ιδεολογία της αποικιοκρατίας, η οποία εκπολίτιζε απολίτιστους λαούς, τους αποδείκνυε ότι ήταν ανίκανοι να διακυβερνηθούν μόνοι τους, ότι ήταν εκφυλισμένοι απόγονοι λαμπρότερων απογόνων, ότι ήταν ανίκανοι να διαφυλάξουν τις αρχαιότητες της περιοχής τους, οι οποίες στη συνέχεια έπρεπε να μεταφερθούν στα μουσεία του Λονδίνου και του Παρισιού. Βασικά στοιχεία του ανθρωπισμού ήταν πάντα ο αποκλεισμός και η ομοιογένεια. Αποκλείονταν οι έγχρωμοι, οι μη χριστιανοί, οι γυναίκες, οι προλετάριοι, οι ομοφυλόφιλοι, οι λιποτάκτες, οι αναρχικοί και όλες γενικά οι μειονότητες και οι μειοψηφίες. Μετά από όλη αυτή την αφαίρεση απέμεναν οι λευκοί, υγιείς, χριστιανοί, μεσοαστοί, φιλελεύθεροι άνδρες, στους οποίους στη συνέχεια επιβαλλόταν η ομοιογένεια, η ομοιομορφία και η ομοψυχία. Δεν έχει παρά να δει κανείς αυτές τις ταινίες που πρόβαλλε από παλιά η ΕΡΤ και που δείχνουν την επιστράτευση του ΄40. Συνήθως το κείμενο που συνοδεύει την εικόνα είναι του τύπου «όλα τα παλικάρια μας με το τραγούδι στο στόμα, με το χαμόγελο στα χείλη ντύθηκαν στο χακί». Γιατί όμως όλα τα παλικάρια; Δεν βρέθηκε κανείς που να μην είναι «παλικάρι», κανείς που να μη χαμογελάει και να μη τραγουδάει, κανείς που να μη συνειδητοποιεί ότι ο πόλεμος είναι σοβαρή υπόθεση, ότι πάει για να σκοτώσει και να σκοτωθεί και ότι τα χαμόγελα και τα τραγούδια δεν έχουν θέση; Κανείς που να μην καταλαβαίνει ότι πολλοί από τους στρατιώτες που τραγουδούν τρέμουν από το φόβο τους και τους επιβάλλεται το τραγούδι, για να εμψυχωθούν; Βεβαίως και υπήρχαν όλοι αυτοί, αλλά αυτούς ο ανθρωπισμός δεν τους βλέπει, για να μη χαλάσει η ομοιογένεια και η ομοψυχία. Και αν αναγκασθεί να τους δει τότε τους απορρίπτει, τους καταδικάζει και τους αποβάλλει από την κοινωνία του.

Στις τελευταίες δεκαετίες η ομοιογένεια έχει επεκταθεί κατά κάποιον τρόπο και στις γυναίκες, έτσι που η ισότητα να γίνεται εφικτή μέσω μιας πλήρους αφομοίωσης των γυναικών. Μια γυναίκα μπορεί να έχει επιτυχή καριέρα, εάν αποκτήσει ανδρικές ιδιότητες, εάν έχει ανδρικές αντιδράσεις και ανδρική σκέψη. Μερικές φορές πρέπει να αλλάξει και τα βιολογικά της χαρακτηριστικά και να αποκτήσει βαθειά φωνή, ανδροπρεπή, γιατί μόνο αυτή μπορεί να ακούγεται ωραία και να προκαλεί σιγουριά και εμπιστοσύνη. Η γυναικεία φωνή, αν δεν αλλάξει με ορθοφωνικές ασκήσεις, ακούγεται είτε ερωτική είτε τσιριχτή, αντιπαθητική και υστερική. Ίσως για αυτό ο Λακάν να διέκρινε ένα πολιτισμικό φύλο στους ανθρώπους, το οποίο όριζε ως hommosexuel (hommo = άνδρας, άνθρωπος).

Σε αντίθεση με τον αποκλεισμό και την ομοιογένεια που επιβάλλει ο ανθρωπισμός, στην εποχή μας ο μεταμοντερνισμός περικλείει και αναγνωρίζει το δικαίωμα στη διαφορά, αλλά στη διαφορά χωρίς πρόσημο, χωρίς θετική ή αρνητική αξιολόγηση ή αποτίμηση. Αυτή όμως η διαφορετικότητα δεν μπορεί να φιλοξενηθεί κάτω από την έννοια άνθρωπος, η οποία όπως είπαμε εκφράζει και αποδίδει μια πολύ συγκεκριμένη κατηγορία. Την προκατάληψη αυτή που ενυπάρχει στην έννοια «άνθρωπος» και την αδυναμία της να συμπεριλάβει και τις γυναίκες είχε διαπιστώσει η Ζωή Καρέλλη όταν έγραψε το 1957 το ποίημα «Η ΑΝΘΡΩΠΟΣ». Μετατρέπει δηλαδή τη λέξη στο θηλυκό γένος για να συμπεριλάβει και τις γυναίκες.

Εγώ γυναίκα, η άνθρωπος,

ζητούσα το πρόσωπό Σου πάντοτε,

ήταν ως τώρα του ανδρός

και δεν μπορώ αλλιώς να τα γνωρίσω.

…………………………….

Δεν φαίνεται ακόμα το τραγικό

του απρόσωπου, ούτε κι εγώ

δεν μπορώ να το φανταστώ ακόμα, ακόμα.

Τι θα γίνει που τόσο καλά,

τόσα πολλά ξέρω και γνωρίζω καλλίτερα,

πώς απ’ το πλευρό του δεν μ’ έβγαλες.

Και λέω πως είμαι ακέριος άνθρωπος

και μόνος. Δίχως του δεν εγινόμουν

και τώρα είμαι και μπορώ

κι είμαστε ζεύγος χωρισμένο, εκείνος

κι εγώ έχω το δικό μου φως,

εγώ ποτέ, σελήνη,

είπα πως δεν θα βαστώ απ’ τον ήλιο

κι έχω τόσην υπερηφάνεια

πού πάω τη δική του να φτάσω

και να ξεπεραστώ, εγώ,

πού τώρα μαθαίνομαι και πλήρως

μαθαίνω πως θέλω σ’ εκείνον ν’ αντισταθώ

και δεν θέλω από κείνον τίποτα

να δεχτώ και δε θέλω να περιμένω.

Δεν κλαίω, ούτε τραγούδι ψάλλω.

Μα γίνεται πιο οδυνηρό το δικό μου

ξέσκισμα που τοιμάζω,

για να γνωρίσω τον κόσμο δι’ εμού,

για να πω το λόγο δικό μου,

εγώ που ως τώρα υπήρξα

για να θαυμάζω, να σέβομαι και ν’ αγαπώ.

Εγώ πια δεν του ανήκω

και πρέπει μονάχη να είμαι,

εγώ, η άνθρωπος.

Το ποίημα αυτό της Καρέλλη μας παραπέμπει στις επιστολές του Παύλου. Ας δούμε πρώτα ένα απόσπασμα από την Προς Κορινθίους α΄ (11.7-10): «ανήρ μεν γαρ ουκ οφείλει κατακαλύπτεσθαι την κεφαλήν, εικών και δόξα Θεού υπάρχων, η γυνή δε δόξα ανδρός εστίν. ου γαρ εστίν ανήρ εκ γυναικός, αλλά γυνή εξ ανδρός και γαρ ουκ εκτίσθη ανήρ δια την γυναίκα, αλλά γυνή δια τον άνδρα. Δια τούτο οφείλει η γυνή εξουσίαν έχει επί της κεφαλής δια τους αγγέλους». Ας διαβάσουμε και ένα ακόμη απόσπασμα από την Προς Εφεσίους επιστολή (5.25-32). Το απόσπασμα αυτό είναι το ίδιο που διαβάζεται και στο μυστήριο του γάμου: «Οι άνδρες αγαπάτε τας γυναίκας, καθώς και ο Χριστός ηγάπησεν την εκκλησίαν… ούτως οφείλουσιν και οι άνδρες αγαπάν τας εαυτών γυναίκας ως τα εαυτών σώματα. Ο αγαπών την εαυτού γυναίκα εαυτόν αγαπά» ουδείς γαρ ποτέ την εαυτού σάρκα εμίσησεν, αλλά εκτρέφει και θάλπει αυτήν, καθώς και ο Χριστός την εκκλησίαν, ότι μέλη εσμέν του σώματος αυτού. Αντί τούτου καταλείψει άνθρωπος τον πατέρα και την μητέρα και προσκολληθήσεται προς την γυναίκα αυτού και έσονται οι δύο εις σάρκα μίαν». Βλέπουμε από αυτά τα αποσπάσματα ότι το βασικό δημιούργημα του Θεού είναι ο άνδρας και μόνον αυτός είναι εικών και δόξα του Θεού, ενώ η γυναίκα δεν είναι ούτε εικών ούτε δόξα του Θεού, αλλά δόξα του άνδρα. Επίσης ο άνδρας επλάσθη για αυτόν τον ίδιο, ενώ η γυναίκα για την ευχαρίστηση του άνδρα. Επιπλέον θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο άνδρας αγαπά την γυναίκα, επειδή η γυναίκα επλάσθη από την σάρκα του άνδρα και άρα είναι σάρκα του, του ανήκει, και επομένως την αγαπά και την διαχειρίζεται ως δική του. Εξάλλου ο άνδρας είναι το όλον και για αυτό γνωρίζει τον εαυτό του και τη γυναίκα που είναι κομμάτι του, ενώ η γυναίκα ως κομμάτι, ως απόσπασμα, δεν μπορεί να γνωρίζει ούτε τον εαυτό της, ούτε τον άνδρα. Θα πρέπει βέβαια να προσέξουμε πολύ το τελευταίο κομμάτι από το απόσπασμα του γάμου: «αντί τούτου καταλείψει άνθρωπος τον πατέρα και την μητέρα και προσκολληθήσεται προς την γυναίκα αυτού…». Δεν είναι τυχαίο το ότι σε αυτό το βασικότατο κείμενο στο μυστήριο του γάμου άνθρωπος θα πει άνδρας.

Ας επιστρέψουμε όμως για λίγο στο ποίημα της Καρέλλη:

… για να γνωρίσω τον κόσμο δι’ εμού,

για να πω το λόγο δικό μου,

εγώ που ως τώρα υπήρξα

για να θαυμάζω, να σέβομαι και ν’ αγαπώ…

Η Καρέλλη θέλει να γνωρίσει τον κόσμο μέσα από μια δική της οπτική γωνία, μέσα από ένα γυναικείο μάτι. Η γνώση της έως τώρα προερχόταν μέσα από την ανδρική ερμηνεία, την ανδρική θεώρηση και τον ανδρικό λόγο. Και όταν λέμε ανδρικό λόγο δεν εννοούμε τον λόγο που χρησιμοποιεί ο άνδρας, όπως γυναικείος λόγος δεν είναι ο λόγος που χρησιμοποιεί η γυναίκα. Όπως γράφει η Helene Cixous (Castration, 52):

«Οι περισσότερες γυναίκες… χρησιμοποιούν τη γραφή του… άνδρα… και στην αθωότητά τους την ενισχύουν και της δίνουν φωνή και καταλήγουν να παράγουν μια γραφή που είναι εντέλει ανδρική. Μεγάλη προσοχή πρέπει να δοθεί αν μελετάμε τη γυναικεία γραφή να μην παγιδευτούμε από τα ονόματα. Γιατί το να υπογράφεται ένα κείμενο από το όνομα μιας γυναίκας δεν σημαίνει αναγκαία ότι το κάνει να είναι κομμάτι γυναικείας γραφής. Θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ανδρική γραφή, και αντίστροφα το γεγονός ότι ένα κείμενο υπογράφεται από άνδρα δεν σημαίνει ότι αποκλείει στοιχεία γυναικείας γραφής. Είναι σπάνιο, αλλά μερικές φορές μπορείτε να βρείτε στοιχεία γυναικείας γραφής σε κείμενα που υπογράφονται από άνδρες. Συμβαίνει πράγματι».

Η Καρέλλη θέλει ένα λόγο δικό της, δηλαδή ένα γυναικείο λόγο και όχι μια αναπαραγωγή του ανδρικού λόγου. Η απόλυτα γυναικεία γραφή όμως ίσως είναι ανέφικτη. Συνήθως η πρόσβαση των γυναικών στο λόγο γίνεται μέσω της ανδρικής γλώσσας. Όπως γράφει η Luce Irigaray: «η γυναίκα δεν έχει πρόσβαση στη γλώσσα, παρά μόνο καταφεύγοντας σε ανδρικά συστήματα παράστασης, τα οποία την αποξενώνουν από τον εαυτό της και από τις άλλες γυναίκες».

Η Ζωή Καρέλλη έθεσε το ζήτημα, αναγνώρισε το πρόβλημα, είδε την ιδεολογική του διάσταση και προσπάθησε να επέμβει στην ανδρική γλώσσα και να τολμήσει αυτήν την αλλαγή, που θα μου επιτρέψετε να την θεωρήσω επαναστατική όχι μόνο για το 1957, αλλά και για την εποχή μας. Η Καρέλλη επενέβη και άλλαξε το γένος στη λέξη «άνθρωπος» δείχνοντας ότι όπως ήταν πριν η λέξη «άνθρωπος» δεν την εκπροσωπούσε και δεν την άρθρωνε. Το ποίημα αναγκάζεται να προσαρμοσθεί στην ανδρική γλώσσα, οι παγίδες του ανδρικού – φαλλικού λόγου ελλοχεύουν παντού. Η Καρέλλη εντέλει στο ποίημα Η ΑΝΘΡΩΠΟΣ γράφει: «Και λέω πως είμαι ακέριος άνθρωπος και μόνος» ενώ θα έπρεπε να γραφεί: «Και λέω πως είμαι ακέραιη άνθρωπος και μόνη».

Ανακεφαλαιώνοντας κάπως θα μπορούσαμε να πούμε ότι η γλώσσα είναι ένα σύστημα ανδρικών αξιών και φαλλικών μεταφορών, το οποίο ισχυροποιεί τον άνδρα στη θέση του υποκειμένου, ενώ αντίθετα είτε αποσιωπά τη γυναίκα, είτε τη χρησιμοποιεί ως το αντικείμενο, με το οποίο ο άνδρας προσλαμβάνει τον υποκειμενισμό του. Στη γλώσσα ο φαλλός είναι «το πνεύμα της αληθείας. Ο πανταχού παρών και τα πάντα πληρών. Ο θησαυρός των αγαθών και ζωής χορηγός». Από την πλευρά της η γυναίκα «το σπήλαιον τω απροσίτω προσάγει».

Ο ανθρωπολόγος Edwin Ardener διετύπωσε την θεωρία ότι ο ανδρικός σηματοδοτικός χώρος είναι κυρίαρχος, ενώ ο γυναικείος σηματοδοτικός χώρος είναι βουβός και βρίσκεται σχηματικά κάτω από το πεδίο της γλώσσας, που είναι και το πεδίο καταπίεσης. Με αφορμή τη θεωρία του Ardener η Susanne De Lotbiniere – Harwood (The Body Bilingual, p. 93 – 94) παρατηρεί ότι ο βουβός σηματοδοτικός χώρος καταλαμβάνεται από ανθρώπους κάθε τάξης, φυλής, θρησκείας, κατάστασης και κατηγορίας, οι οποίοι έχουν χαμηλότερη φωνή μέσα στην κοινωνία. Εφόσον όμως το γένος κατηγοριοποιεί και οργανώνει τη γλώσσα και την κοινωνία, οι γυναίκες αποτελούν παγκοσμίως την πιο αντιπροσωπευτική βουβή ομάδα».

Παρόλο που το θέμα αυτό της αδυναμίας και της άρνησης της γλώσσας να αρθρώσει τη γυναίκα ως υποκείμενο, η μέριμνα σχεδόν όλων στην Ελλάδα είναι πως θα ενισχύσουν τον ανδρικό κυρίαρχο χαρακτήρα της ελληνικής γλώσσας. Καθημερινά γίνονται ομιλίες, γράφονται άρθρα, προβάλλονται εκπομπές που έχουν ως θέμα την ελληνική γλώσσα. Βασική μέριμνα των περισσοτέρων είναι η διασφάλιση της καθαρότητας της ελληνικής γλώσσας και η προστασία της ώστε να διατηρεί τη συνέχειά της με την αρχαία ελληνική.

Έως λίγες δεκαετίες πριν είχε για πολλούς ανθρώπους αξία η καθαρότητα του αίματος και η φυλετική συνέχεια. Το αίμα όμως που είχε την καθοριστική σημασία ήταν το αίμα του πατέρα. Το αίμα του πατέρα καθόριζε τη συνέχεια της γενιάς, της πατριάς και του ονόματος. Το αίμα του πατέρα καθόριζε αν ένα παιδί ήταν νόθο ή γνήσιο και αν είχε το δικαίωμα να φέρει το όνομα της πατριάς. Το όνομα και το αίμα συμβάδιζαν πάντοτε και συμβαδίζουν ακόμη. Το αίμα είναι το βιολογικό σημαινόμενο, ενώ το όνομα, το γλωσσικό στοιχείο, είναι το σημαίνον. Η συνέχεια του ονόματος, η συνέχεια της γλώσσας είναι ένας άλλος τρόπος για να μιλάμε για τη συνέχεια της πατριάς, για τη συνέχεια του αίματος. Η συνέχεια όμως αυτή, όπως και κάθε συνέχεια άλλωστε είναι μια αμιγώς ανδρική αξία. Και ούτως η άλλως, ακόμη και αν δεν είχαμε αναφερθεί στον συσχετισμό του αίματος, συνέχεια της γλώσσας σημαίνει και συνέχεια του άνδρα, τον οποίο αρθρώνει και παριστά. Ανάλογα ανδρικές αξίες είναι η καθαρότητα και η γνησιότητα των τύπων της ελληνικής γλώσσας. Οι νόθοι τύποι είναι νόθοι μόνον ως προς τον πατέρα. Η γυναικεία – μητρική σχέση δεν επηρεάζεται ούτε από τη συνέχεια, ούτε από τη γνησιότητα.

Το ποια είναι τα προβλήματα της γλώσσας δεν είναι θέμα αντικειμενικής θεώρησης, ούτε μέρος της διχοτομίας σωστό ή λάθος. Τα προβλήματα της γλώσσας είναι μόνο προβλήματα ιδεολογίας. Δεν μπορεί να υπάρχει γυναικείο κίνημα, χωρίς την προβολή του πάνω στη γλώσσα. Δεν μπορεί να έχει η γυναίκα ρόλο υποκειμένου στην κοινωνία, χωρίς να έχει ρόλο υποκειμένου στη γλώσσα, γιατί αυτό που δεν αρθρώνει και δεν αρθρώνεται παύει και να υπάρχει. Δεν υπάρχει λέξη αντίστοιχη με τη «λειψανδρία» που να αναφέρεται στις γυναίκες, όχι γιατί οι γυναίκες δεν λείπουν ποτέ, αλλά γιατί η απουσία τους δεν συνιστά έλλειψη.

Το αίτημα είναι για μια γλώσσα που περιλαμβάνει, που περικλείει τη γυναίκα και δεν την αποκλείει. Και όσοι επιμένουν στην παρουσία της υπό την ιδιότητα του ανθρώπου ας αναλογισθούν τι εννοούμε λέγοντας «όλοι οι πρόσφυγες». Μήπως ότι συμπεριλαμβάνουμε και τις πρόσφυγες επειδή εννοούμε «όλοι οι πρόσφυγες που είναι άνθρωποι». Ας πούμε κάτι τέτοιο και τότε θα δούμε πόσοι και κυρίως πόσες θα αποκλεισθούν. Ανάλογα φανταστείτε το μεγάφωνο του πλοίου όταν λέει: «Παρακαλούνται οι κύριοι επιβάτες…» να εννοεί «παρακαλούνται οι κύριοι επιβάτες που είναι άνθρωποι». Η λέξη άνθρωπος χρησιμοποιείται μόνο για να αποκλείσει και όχι να περικλείσει.

Βέβαια δεν είμαι σε θέση να προτείνω μια καινούργια γλώσσα, ούτε είμαι σε θέση να χρησιμοποιήσω μια καινούργια γλώσσα. Προτείνω όμως το αίτημα για μια καινούργια γλώσσα και κυρίως προτείνω αυτό το απλό, που μπορούμε να κάνουμε και είναι πλέον κοινός τόπος σε άλλες γλώσσες. Να γράφουμε και τα δύο γένη. Όχι «όλοι μέσα στην αίθουσα», αλλά «όλοι και όλες μέσα στην αίθουσα».

Τα διλήμματα πάνω στη γλώσσα είναι στην ουσία τους διλήμματα πάνω σε δύο θέσεις. Την πρώτη σας την παρουσιάζω όπως την όρισε ο Παύλος (Προς Τιμόθεον α, 2.12-13): «διδάσκειν δε γυναικί ουκ επιτρέπω, ουδέ αυθεντείν ανδρός, αλλ’ είναι εν ησυχία». Την άλλη σας την διαβάζω όπως την διετύπωσε ο Terry Eagleton: «Δεν είναι ότι ο κόσμος θα γίνει καλύτερος αν υπάρχει γυναικεία συμμετοχή σε αυτόν, είναι ότι χωρίς την εκθήλυνση της ανθρώπινης ιστορίας, ο κόσμος δεν είναι πιθανό να επιβιώσει».

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s