Η κατάθεσή μου στο εφετείο Λαμίας για τη δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου

Στις 4 Ιουλίου κατέθεσα για δεύτερη φορά σε δίκη για τη δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου. Αυτή τη φορά σε δεύτερο βαθμό, στο εφετείο Λαμίας. Να θυμίσω ότι η δίκη άρχισε την άνοιξη του 2017 και συνεχίζεται με αργούς ρυθμούς. Τους προηγούμενους μήνες κατέθεταν οι αυτόπτες μάρτυρες. Εγώ κλήθηκα να μιλήσω για το χαρακτήρα και την προσωπικότητα του παιδιού, ως διευθυντής του σχολείου του.

 Η υπερασπιστική γραμμή των δικηγόρων των κατηγορουμένων Κορκονέα και Σαραλιώτη παρέμεινε η ίδια με τη δίκη σε πρώτο βαθμό στην Άμφισσα. Έφταιγε, δηλαδή, η ομάδα των αντιεξουσιαστών που δημιουργούσε έντονα επεισόδια και οι κατηγορούμενοι ένιωσαν μεγάλη απειλή, με αποτέλεσμα να πυροβολήσει ο Κορκονέας. Καμιά διαφοροποίηση στην υπερασπιστική γραμμή, κανένα ίχνος μεταμέλειας. Ούτε οι αυτόπτες μάρτυρες ούτε τα βίντεο που αποδείκνυαν ότι δεν προϋπήρξαν επεισόδια και προκλήσεις ήσαν ικανά να κλονίσουν τους ισχυρισμούς της υπεράσπισης, οι οποίοι επαναλαμβάνονταν με πρόθεση να παγιδεύσουν και να προκαλέσουν αμφιβολίες στους μάρτυρες και εν προκειμένω σε μένα.

Με σαφήνεια και κατηγορηματικό τρόπο απάντησα στις ερωτήσεις της προέδρου και περιέγραψα την προσωπικότητα του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου. Ήταν παιδί ιδιαίτερα ντροπαλό, με ενδιαφέρον για τον αθλητισμό, με άριστη διαγωγή και με άριστες σχέσεις με τους εκπαιδευτικούς και τους συμμαθητές του, αλλά χωρίς κοινωνικούς προβληματισμούς και πολιτική συνείδηση, πράγμα που τονιζόταν πολύ από τους φιλολόγους του ως μειονέκτημα.

Με ρώτησε η πρόεδρος πώς τα ήξερα όλα αυτά, αφού δεν υπήρξα καθηγητής του. Εξήγησα πως στο σχολείο γίνονταν συνεχώς συνεδριάσεις με τους καθηγητές κάθε τάξης, όπου συζητούσαμε για κάθε παιδί διεξοδικά κι εγώ, ως διευθυντής κρατούσα πρακτικά, ώστε να παρακολουθώ την πορεία κάθε παιδιού και να είμαι σε θέση να ενημερώνω και τους γονείς. Η μητέρα μάλιστα του Γρηγορόπουλου ερχόταν στο σχολείο κάθε εβδομάδα, για να δει καθηγητές κι εμένα, οπότε φρόντιζα να είμαι πάντα ενημερωμένος. Επιπλέον καλούσα το παιδί στο γραφείο μου, για να του μιλήσω για τις καθυστερήσεις του στο σχολείο το πρωί στην έναρξη των μαθημάτων. Συγκεκριμένα, ο Αλέξανδρος είχε μια αδελφή που πήγαινε στο Λύκειο. Στο γυμνάσιο το μάθημα άρχιζε στις 8:05, ενώ στο Λύκειο η προσέλευση διαρκούσε ως τις 8:15. Τα δύο αδέλφια έμεναν σχετικά κοντά στο σχολείο κι έρχονταν μαζί με τα πόδια. Το κορίτσι όμως, που φρόντιζε περισσότερο την εμφάνισή του και είχε περιθώριο χρόνου μεγαλύτερο, κάποιες φορές καθυστερούσε λίγα λεπτά, οπότε ο Αλέξανδρος χρεωνόταν με απουσία, γιατί έμπαινε καθυστερημένος στην τάξη του. Όταν του μιλούσα, όπως έκανα με όλα τα παιδιά, του έλεγα να λέει στην αδελφή του να μην καθυστερεί με πολύ μαλακό τρόπο, γιατί έδινα μεγαλύτερη αξία στην αδελφική αγάπη, παρά στις καθυστερήσεις, και δεν ήθελα να διαταράξω τη σχέση των δύο παιδιών.

Μετά  άρχισαν οι ερωτήσεις για τον Νίκο Ρωμανό, ο οποίος είχε προσκαλέσει τον Γρηγορόπουλο να πάνε μαζί σε καφετέρια στα Εξάρχεια, επειδή ήταν του Αγίου Νικολάου και γιόρταζε και μπροστά του ξεψύχησε ο Αλέξανδρος.

Τον Ρωμανό τον γνώριζα μέσα από τις διαδικασίες των συνεδριάσεων και φρόντιζα να είμαι πάντα ενημερωμένος, γιατί και η δική του μητέρα με επισκεπτόταν πολύ συχνά. Και με τον ίδιο όμως είχα συζητήσει αρκετά με δική του πρωτοβουλία για τις ανησυχίες που είχε. Ο Νίκος δεν ήταν καθόλου ντροπαλός και ήθελε πολύ να εκθέτει τις απόψεις του. Είχε και αυτός άριστη διαγωγή, με γονείς που τον παρακολουθούσαν σε κάθε του βήμα, αλλά με έντονο κοινωνικό προβληματισμό και μεγάλη ενημέρωση για το τι συνέβαινε στην κοινωνία. Οι φιλόλογοί του εντυπωσιάζονταν για τις εύστοχες παρατηρήσεις του στα κείμενα και την Ιστορία. Ο Ρωμανός ήταν τραυματισμένος συναισθηματικά, γιατί δύο χρόνια πριν το θάνατο του Γρηγορόπουλου πέθανε ξαφνικά η γιαγιά του μπροστά στα μάτια του. Την επόμενη χρονιά πέθανε φίλος του, μαθητής του σχολείου, αφού έμεινε επί δύο μήνες στην εντατική. Κατά την περίοδο της αρρώστιας και στη συνέχεια μετά το θάνατο του παιδιού, ο Νίκος επισκεπτόταν συνεχώς την οικογένεια, για να παρηγορεί τους γονείς και κυρίως τον άλλο τους γιο, που ήταν επίσης φίλος του. Επίσης, τα πρωινά, πριν αρχίσει το μάθημα, ερχόταν συχνά στο γραφείο μου, περιμένοντας από εμένα να καταπραΰνω τις μεταφυσικές του ανησυχίες και το πένθος που ένιωθε, ενώ κατέβαλε προσπάθεια να συγκρατήσει τα δάκρυά του. Την επόμενη χρονιά ήρθε ο θάνατος του Γρηγορόπουλου, που ξεψύχησε στην αγκαλιά του. Να θυμόμαστε πως στις εφηβικές ηλικίες το βαρύ πένθος εκδηλώνεται με μεγάλο θυμό.

Όταν άρχισε η δίκη στην Άμφισσα ο Ρωμανός παραβρέθηκε την πρώτη μέρα και άκουσε τους χαρακτηρισμούς του Κούγια για τα δύο παιδιά, που όλοι γνωρίζουμε και τους παρουσίαζε ως τέρατα: «Αυτά τα παιδιά δεν είναι σαν τα δικά σας και σαν τα δικά μας» και άλλα πολλά. Μετά από αυτό αρνήθηκε να παρουσιαστεί ξανά στη δίκη. Οι γονείς του τον πήγαν σε ψυχολόγο, για να του συμπαρασταθεί, γιατί ήταν τρομοκρατημένος, ρωτούσαν κι εμένα τι να κάνουν και πώς να τον αντιμετωπίσουν. Όταν ο Νίκος κατάλαβε ότι μπορούσε το δικαστήριο να διατάξει τη βίαιη προσαγωγή του, έφυγε από το σπίτι του και οι γονείς του δεν ήξεραν πού βρισκόταν τα επόμενα δύο χρόνια. Μετά ακολούθησε το δρόμο που ακολούθησε.

Όταν αναφέρθηκα στον Κούγια, η υπεράσπιση άρχισε να διαμαρτύρεται, η πρόεδρος τους έκανε παρατήρηση, ενώ ο εφέτης δίπλα της μού υπέδειξε ευγενικά «ο κύριος Κούγιας».

Η υπεράσπιση με ρώτησε με δηκτικό ύφος αν ήξερα τη δήλωση του Ρωμανού στην οποία έλεγε ότι αυτός και ο Γρηγορόπουλος ήταν σύντροφοι ενταγμένοι στον αντιεξουσιαστικό χώρο. Απάντησα πως βεβαίως τη γνωρίζω. Ο Ρωμανός με αυτή τη δήλωση προσπάθησε να μας πείσει και κυρίως να πείσει τον εαυτό του ότι δεν οδηγήθηκε στις επιλογές του σπρωγμένος από τις καταστάσεις, αλλά από ελεύθερη και ανεπηρέαστη βούληση. Προσπάθησε να μας πείσει και να πειστεί κι ο ίδιος ότι όλα αυτά που συνέβησαν δεν τον άλλαξαν, παρόλο που ήταν 15 ετών. Εμένα πάντως και με επηρέασαν και με άλλαξαν, παρόλο που τότε ήμουν 56 ετών.

Τότε ακολούθησε η αναμενόμενη ερώτηση, γιατί πήγαν τα παιδιά στα Εξάρχεια.

Στην απάντησή μου αναφέρθηκα στο ότι δύο ημέρες μετά τη δολοφονία μερικοί συμμαθητές του Αλέξανδρου μού ζήτησαν να μιλήσουν στο θέατρο για το συμμαθητή τους και να ενημερώσουν τα μικρότερα παιδιά. Όταν τέλειωσε η ενημέρωση που έγινε σε πολύ φορτισμένο κλίμα με μεγάλη συγκίνηση, ένα αγόρι της πρώτης γυμνασίου ρώτησε «όμως τι γύρευε στα Εξάρχεια;» Και το μεγάλο αγόρι, που ήταν ο βασικός ομιλητής, τού  απάντησε: «Εκεί που δολοφονήθηκε ο Αλέξανδρος είναι το σπίτι μου. Θα με ρωτήσεις κι εμένα γιατί μένω στα Εξάρχεια;»

Εξήγησα πως η ερώτηση «τι γύρευε στα Εξάρχεια» δεν αποβλέπει μόνο στη δικαίωση των δολοφόνων, αλλά στον εφησυχασμό της κοινωνίας. Η κοινωνία καθησυχάζεται και εφησυχάζει όταν φταίει το θύμα. Όταν φταίει το θύμα δεν χρειάζεται να αλλάξει τίποτε. Όταν φταίει η γυναίκα για το βιασμό της, γιατί ήταν προκλητικά ντυμένη, η κοινωνία δεν χρειάζεται να αλλάξει. Ας πρόσεχε το θύμα. Αν έφταιγε ο Αλέξανδρος που βρέθηκε στα Εξάρχεια, δεν φταίνε οι δολοφόνοι, ούτε χρειάζεται να αλλάξει νοοτροπία η αστυνομία. Και οι οικογένειες που ζουν εκτός Αθηνών δεν χρειάζεται να πάρουν θέση, γιατί τα παιδιά τους δεν θα πάνε στα Εξάρχεια και το θέμα δεν τους αφορά. Να μην ξεχνάμε ότι ο Αλέξανδρος είχε συνεννοηθεί με τη μητέρα του να ανέβουν μαζί στο σπίτι, όταν θα έκλεινε το κατάστημά της στο κέντρο της Αθήνας. Ο Αλέξανδρος δεν κυκλοφορούσε τις νύχτες. Και όταν χτύπησε το τηλέφωνο της μητέρας του που την καλούσαν από το κινητό του γιου της νόμιζε πως ήταν ώρα, για να περάσει να τον πάρει και όχι για να της πουν πως ο γιος της δολοφονήθηκε. Ξέρουμε πολλούς αντιεξουσιαστές που περνάει η μαμά τους να τους πάρει με το αυτοκίνητο, όταν κλείνουν τα καταστήματα; Και ο Ρωμανός είμαι βέβαιος πως θα είχε κανονίσει να είναι στο σπίτι του νωρίς το βράδυ την ημέρα της γιορτής του, να είναι με τους γονείς του.

Παρόλο που το επιχείρημα περί εξοστρακισμού της σφαίρας έχει καταρριφθεί ποικιλοτρόπως και έχει αποδειχθεί ότι ο Κορκονέας πυροβόλησε στοχευμένα σε ευθεία βολή, η υπεράσπιση επικαλούμενη τον «ανθρωπισμό» μου με ρώτησε αν συμφωνώ να είναι στη φυλακή δέκα χρόνια αυτό το θύμα (ο Κορκονέας) λόγω εξοστρακισμού της σφαίρας. Απάντησα πως θύμα δεν είναι ο κατηγορούμενος, αλλά ο Γρηγορόπουλος, που συνεχίζει να θυματοποιείται και μετά τη δολοφονία του. Έφερα μάλιστα ως παράδειγμα κείμενο του δημοσιογράφου Κασιμάτη της Καθημερινής, ο οποίος ένα ή δύο χρόνια μετά το πέρας της πρώτης δίκης έγραφε παραμονή του Αγίου Νικολάου «αύριο του οσίου Γρηγορόπουλου του μολοτοφόρου». Και αυτό παρόλο που αποδείχθηκε ότι δεν προϋπήρξαν ταραχές πριν τη δολοφονία, ότι οι αστυνομικοί μόνοι τους προκάλεσαν τις φθορές στο περιπολικό μετά τη δολοφονία, για να εμφανίσουν τη δολοφονία ως άμυνα και κανείς ποτέ δεν ισχυρίστηκε, ούτε η υπεράσπιση ότι ο Γρηγορόπουλος πέταξε ποτέ μολότοφ. Και πάλι επεσήμανα πόσο ανακουφίζει την κοινωνία να αποδίδει ευθύνες στο θύμα και να το θυματοποιεί ακόμη περισσότερο.

Η υπεράσπιση όλη χτίζεται στο επιχείρημα ότι, για να είναι στα Εξάρχεια ο δεκαπεντάχρονος Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος το απόγευμα εκείνου του Σαββάτου, σημαίνει ότι ήταν αντιεξουσιαστής και οι δύο αστυνομικοί ένιωσαν ότι απειλείται η ζωή τους. Ο αστυνομικός μάλιστα που κατέθετε πριν από μένα ως μάρτυρας υπεράσπισης δήλωσε ότι οι νεότεροι αντεξουσιαστές στα Εξάρχεια που προκαλούν επεισόδια είναι  δεκατριών ετών!

Ενώ λέγονταν αυτά, οι αστυνομικοί που βρίσκονταν μέσα στην αίθουσα του δικαστηρίου σηκώνονταν κάθε τόσο και πατούσαν τις κατσαρίδες που κυκλοφορούσαν στο βρώμικο πάτωμα. Ίσως και να ήταν Ερινύες που μεταμορφώθηκαν σε κατσαρίδες. 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s