Η Κιλότα

Τη δεκαετία του 60 ο κόσμος άρχισε να παίρνει τα πάνω του μετά τον πόλεμο και τον εμφύλιο. Άρχισαν και οι εισαγωγές και μερικοί λεφτάδες καμάρωναν για τα αποκτήματά τους που έρχονταν από το εξωτερικό, πάντα σε ζεύγη. Το ένα το έπαιρνε ο βασιλιάς και το άλλο κάποιος από αυτούς. Δεν ξέρω αν αυτός ο μύθος προερχόταν από τους καταστηματάρχες, για να αυξήσουν τις πωλήσεις τους ή ήταν φαντασίωση των αγοραστών. Η κουμπάρα η Σταμάτω ήταν πάντως πολύ περήφανη για το ψυγείο της. Δύο είχαν έρθει στην Ελλάδα, έλεγε. Το ένα το πήρε ο βασιλιάς και το άλλο αυτή. Δεν μπορούσε να συγκριθεί με το δικό μας το ψυγείο του πάγου που ήταν ελληνικής κατασκευής και όμοιό του σίγουρα δεν υπήρχε στο παλάτι. 

Η Σταμάτω έμενε στο διώροφο απέναντι μας, πάνω από το καφενείο του Φίλιππα. Αλλά ποτέ δεν την είχαμε δει να σφουγγαρίζει το μπαλκόνι της ή τις σκάλες της. Πρέπει να έκανε αυτές τις δουλειές νύχτα, για να μη τη δει ο κόσμος και την περάσει για καμιά παρακατιανή που καταπιάνεται με δουλειές του σπιτιού. Ούτε έβγαινε για ψώνια, αλλά τηλεφωνούσε στο μπακάλικο δίπλα της και της άφηναν τα ψώνια στο σκαλοπάτι της εξώπορτας. Κι όταν έβγαινε από το σπίτι της, για να σταματήσει κανένα ταξί, ποτέ δεν κοίταζε δεξιά-αριστερά και ποτέ δεν καλημέριζε κανένα. 

Τα έφερε όμως έτσι ο διάολος που μια φορά που η μάνα μου είχε ανέβει στην Αθήνα και στο γυρισμό περίμενε το τρένο για Πειραιά στο Μοναστηράκι, να σου κι εμφανίζεται η Σταμάτω. Με κρυφό ενθουσιασμό η μάνα μου και δήθεν σοκαρισμένη της λέει «κουμπάρα μου τι είναι αυτό;» ενώ ο κόσμος τριγύρω ήταν ξεκαρδισμένος στα γέλια. Η Σταμάτω πήγαινε με το τρένο στον Πειραιά, αλλά από κει έπαιρνε ταξί, για να πάει σπίτι της, για να μην τη δει ο κόσμος να χρησιμοποιεί συγκοινωνία. Αφού τέλειωσε τις δουλειές στην Αθήνα πέρασε κι από την Αγία Ειρήνη κι αγόρασε μια γαρυφαλλιά που στηριζόταν σε ένα καλάμι. Πήρε αγκαλιά η Σταμάτω τη γλάστρα και περπατούσε προς το Μοναστηράκι, ενώ γύρω της ο κόσμος πέθαινε στα γέλια. Η Σταμάτω όμως, ως κυρία του καλού κόσμου κοίταζε μόνο μπροστά, ούτε πάνω, ούτε κάτω, ούτε δεξιά, ούτε αριστερά. Κι έτσι δεν είδε ότι από τις κρεμασμένες στο δρόμο πραμάτειες των μαγαζιών το καλάμι της γαρυφαλλιάς ψάρεψε μιά κόκκινη κιλότα με μαύρη δαντέλα, την έκανε σημαία και την ξανέμιζε. «Ας το καλό κουμπάρα μου κι εγώ έλεγα τι γελάνε όλοι αυτοί, τόσο αστείο τους φαίνεται που κρατάω τη γλάστρα!». Εκείνη τη μέρα η μάνα μου ήρθε στο σπίτι με ταξί κι εμείς αναρωτιόμασταν μήπως η κιλότα ήταν εισαγωγής, μήπως είχαν έρθει στην Ελλάδα μόνο δύο, τη μια τη φόρεσε η βασίλισσα και η άλλη κρεμάστηκε στο καλάμι της Σταμάτως.

Όταν λέγαμε στη μάνα μου να μας πει την ιστορία με την κιλότα, πάντα μας έλεγε για το πάθημα της κουμπάρας. Έπρεπε να επιμείνουμε πολύ, για να μας πει και την άλλη ιστορία.

« Λίγο καιρό αφότου ήρθε να μείνει κοντά μας στον Πειραιά ο αδελφός μου ο ήρθε κι η κόρη του η Κούλα.  Eίχαν ξενοικιαστεί τα δύο μέσα δωμάτια κι ήρθε κι εκείνη με τον άντρα της για να ‘χει και τη μάνα της κοντά, γιατί ‘χε δυο μικρά παιδιά κι ένα στην κοιλιά τρία. Kαι μια μέρα να ‘σου και μού ‘ρχεται στο σπίτι η Κούλα, γκαστρωμένη τώρα ε, με την κοιλιά στο στόμα. «Kαλέ θεία», μου λέει «έχεις να μου δώσεις μια κιλότα δανεικιά, γιατί τις δικές μου τις έπλυνα κι είναι βρεγμένες στο σχοινί. Θέλω να αλλάξω, να πάω στο γιατρό να με κοιτάξει, γιατί πονάει η μέση μου». «Tι να σε κοιτάξει, μωρή, ο γιατρός», της λέω, «αφού γεννάς». «Όχι καλέ θεία, τώρα μπήκα στον έβδομο». «Mωρή, μήπως έχεις χάσει τις μέρες σου; Γιατί δε σε βλέπω καλά, κακομοίρα μου. Έχει κατέβει χαμηλά η κοιλιά σου κι αυτός ο πόνος στη μέση είναι σημάδι γέννας». «Tι λές, καλέ θεία, δεν ξέρω εγώ; Aφού σου λέω τώρα μπήκα στον έβδομο».

Nα μη σ’ τα πολυλογώ της δίνω την κιλότα. Mια ροζ ήτανε με μπιμπιλίτσα στο μπατζάκι. Tις είχα πάρει τρεις απο του Bασιλάκη και αυτήν την είχα αφόρετη. Tο θυμάμαι σαν να ‘τανε τώρα. «Θα τη βάλεις, τώρα, μωρή;», της λέω. «Nαι, καλέ θεία, κατευθείαν θα πάω». «Άντε», της λέω «και καλή λευτεριά».

Tο μεσημέρι μάθαμε πως ίσα που πρόλαβε, μόλις μπήκε στο γιατρείο του Ρόζενμπεργκ γέννησε, αγοράκι τέσσερα κιλά, «να το δεις, Σοφία μου, ένας παίδαρος, να μη βασκαθεί, το βράδυ με το καλό θα ‘ρθει σπίτι, πόσο να την κρατήσει κι ο γιατρός στο γιατρείο του, δεν είναι και κλινική βλέπεις». Το απόγευμα πράγματι γύρισε στο σπίτι. Eίχε πάει η μάνα της να την πάρει από νωρίς και, κάποια στιγμή που βγήκα στην πόρτα, τις είδα από μακριά να ‘ρχονται με το μωρό αγκαλιά. Δρόμος τους ήταν έτσι κι αλλιώς και είπα να σταθώ στην πόρτα να τις περιμένω, γιατί αυτές ήταν ικανές να μπούνε και μέσα και ασαράντιστη λεχώνα εγώ δε βάζω σπίτι μου.

«Nα σου ζήσει μωρή», της λέω, αφού ήρθανε κοντά, να μη μας ακούει κι ο κόσμος. «Σε ευχαριστώ, θεία μου, σε ευχαριστώ. Kαι την κιλότα θα την πλύνω και θα στη στείλω καθαρή».

Δε λέω βέβαια, λεχώνα ήταν, δε θα ‘βαζε μπουγάδα αμέσως. Kαι πάνω στη βδομάδα μάθαμε ότι σκοτώθηκε ο άντρας της. Στα ναυπηγεία δούλευε, κάνανε οξυγονοκόλληση  σ’ ένα καζάνι καί έγινε έκρηξη και πάνε έξι νομάτοι. Tους πήγαν στο Tζάννειο, όλοι τους τελειωμένοι, κατέβηκε κι ο υπουργός μάλιστα.

Mετά απ’ αυτό τα μάζεψε η ανιψιά μου και πήγε στης πεθεράς της να μείνει. Πολύ μεγάλη δυστυχία. Ποιος νοιαζόταν για την κιλότα.

Η Νταντουλάκη

 

[ Τα αποτελέσματα των πρόσφατων εκλογών, αλλά και των άλλων που έρχονται, μου φέρνουν στο νου τη μεγάλη έλλειψη κατανόησης, την αδυναμία συνεννόησης, αλλά και την ευκολία με την οποία μια τραγωδία μπορεί να γυρίσει σε κωμωδία ή φάρσα.]

-Δεν τη λένε Νταντουλάκη. Δανδουλάκη τη λένε.

-Σιγά που θα κάθομαι να τη λέω Δα-νδου-λά-κη. Ωχ, καημένε, θα τη λέω, όπως με βολεύει. Εσένα, δηλαδή, τι σε πειράζει;

Δεν με πείραζε και σιγά σιγά μάθαμε όλοι στην οικογένεια να τη λέμε Νταντουλάκη. Δήθεν για αστείο, αλλά ήταν πράγματι πιο βολικό. Μόνο που στην αρχή θύμωνε. -Τη λες κι εσύ Νταντουλάκη, για να με κοροϊδεύεις, ε;

Μια δυο φορές το χρόνο μάς έκανε κάτι τετραήμερες επισκέψεις και προσπαθούσαμε με κάθε τρόπο να την ευχαριστήσουμε, αλλά δεν ήταν και τόσο εύκολο. Τα απογεύματα της έλεγα «να σου ανοίξω την τηλεόραση να δεις τη Λάμψη». -Ε, καλά, να τη δω. Αλλά μη νομίζεις ότι βλέπω συχνά. Στη χάση και στη φέξη. Δεν ευκαιρώ από τις δουλειές. Και ούτε που δίνω βάση. Να, έτσι, να περνάει η ώρα. -Σου αρέσει η Νταντουλάκη, έτσι δεν είναι; -Ε, ναι μου αρέσει. Πώς να μη μου αρέσει;

Κάποια φορά, μετά από λίγα χρόνια, μου λέει η γυναίκα μου, καθώς διάβαζε την εφημερίδα. «Η Νταντουλάκη ανεβάζει το «λεωφορείο ο πόθος». Να πάμε τη μάνα σου, όταν ξανάρθει. Της αρέσει η Νταντουλάκη, της αρέσει το θέατρο, θα της αρέσει και το έργο, ευκαιρία είναι. Παίζει και ο Γκλέτσος, θα ενθουσιαστεί. Ας κάνουμε αυτή τη θυσία». «Και μετά να τη πάμε να φάμε στο Ιντεάλ, που το έχει κι αυτό μεγάλο καημό», συμπλήρωσα κι εγώ, για να προσθέσω κάτι σε αυτή τη θυσία.

Τον επόμενο μήνα μας επισκέφτηκε. Έκλεισα αμέσως εισιτήρια για την απογευματινή του Σαββάτου, αλλά έπρεπε να τα πάρουμε από το ταμείο τουλάχιστον μισή ώρα πριν από την παράσταση. Το μεσημέρι φάγαμε νωρίς και μετά το φαγητό της είπα:

-Να πας τώρα να ξαπλώσεις, για να σηκωθείς νωρίς. Το απόγευμα θα πάμε στο θέατρο.

-Να πάτε. Εγώ θα κάτσω εδώ. Η καλύτερή μου. Θα ´χω και την ησυχία μου.

-Θα έρθεις κι εσύ. Παίζει η Νταντουλάκη.

-Σιγά που θα πάω εγώ να δω τη Νταντουλάκη. Να μου λείπει. Εδώ τις προάλλες την έδειξε η τηλεόραση και με φωνάζει η κόρη μου και μου λέει «έλα μαμά να δεις τη Νταντουλάκη». Πάω κοντά και τι να δω. Πλισές το μούτρο της. Εγώ μπροστά της είμαι κόρη της. Δε φτάνει που την είδα στην τηλεόραση, θα πάω να τη δω κι από κοντά; Δε μου χρειάζεται.

-Θα πας τώρα να κοιμηθείς και το απόγευμα θα πάμε στο θέατρο.

Πρέπει να το είπα λίγο άγρια. Δεν ξαναμίλησε. Κάπνισε το τσιγάρο της και πήγε στο κρεβάτι της.

Φτάσαμε αρκετά νωρίς στο θέατρο. Έβγαλα τα εισιτήρια κι αρχίσαμε τις βόλτες πάνω κάτω στη στοά. Κάποια στιγμή, από την άλλη άκρη ερχότανε η Νταντουλάκη.

-Κοίτα, της λέει η γυναίκα μου, έρχεται η Νταντουλάκη.

-Αυτή είναι η Νταντουλάκη; Και τότε, αυτή που είδα στην τηλεόραση ποια ήταν;

-Θα ήταν καμιά άλλη. Δεν έχει σημασία.

-Έχει. Πρέπει να βρω ποια ήταν στην τηλεόραση.

Νιώσαμε λίγη ανακούφιση, μια και αυτή που δεν ήθελε να δει από κοντά δεν ήταν η Νταντουλάκη.

Με λιγότερη απογοήτευση μπήκαμε στο θέατρο, αλλά μόλις έσβησαν τα φώτα η μάνα μου μού λέει: «Θα σκάσω αν δε βρω ποια ήταν αυτή στην τηλεόραση».

Η παράσταση ήταν πολύ χειρότερη από ό,τι φανταζόμουν. Δεν βοήθησαν καθόλου και οι θεατές. Ως θετικός χαρακτήρας έβγαινε ο Στάνλεϊ και προκαλούσε τον θαυμασμό της αίθουσας, ενώ η Μπλανς προκαλούσε το γέλιο του κοινού σε κάθε της φράση.

-Θα σκάσω, αν δεν θυμηθώ ποια ήταν αυτή στην τηλεόραση.

Φτάσαμε και στη σκηνή που ο ημίγυμνος Στάνλεϊ/Απόστολος Γκλέτσος βγαίνει στο δρόμο και φωνάζει προς τα παράθυρα της γειτόνισσας: «Στέλλα, Στέλλα», «Κρατάω μαχαίρι» συμπληρώνει το ξεκαρδισμένο κοινό. Και τότε πετάγεται κι η μάνα μου:

-Τη θυμήθηκα. Η Έλενα Ναθαναήλ ήταν στην τηλεόραση.

Η παράσταση συνεχίστηκε ως κωμωδία. Πολλά γέλια στη σκηνή του βιασμού και πολλά ξεκαρδίσματα όταν έφθασαν οι άνθρωποι του ψυχιατρείου, για να πάρουν την Μπλανς.

Σίγουρα εμείς δεν μπορούμε να βασιζόμαστε ούτε «στην καλοσύνη των ξένων».

Όταν βγήκαμε από το θέατρο τη ρώτησα αν της άρεσε η παράσταση.

-Μου άρεσε, αλλά πιο πολύ φχαριστήθηκα που θυμήθηκα την Έλενα Ναθαναήλ. Μα δε φαντάζεσαι τι ζάρα είχε το μούτρο της. Πλισές σου λέω.

-Τώρα θα πάμε στο Ιντεάλ να φάμε.

-Να με πάτε εμένα σπίτι κι εσείς πηγαίνετε όπου θέλετε.

-Θα πάμε όλοι μαζί στο Ιντεάλ να φάμε.

-Εγώ θέλω ένα φαΐ με αυγολέμονο. Της κόρης μου δεν της αρέσει, ούτε να ακούσει για αυγολέμονο. Στο σπίτι μας δεν μπαίνει και τό ´χω λαχταρήσει τόσο πολύ.

Μόλις κάτσαμε στο τραπέζι κοίταξα τον κατάλογο και της λέω:

-Έχει φαΐ με αυγολέμονο. Ντολμάδες.

-Εγώ θέλω φρικασέ.

Η Λουκιώ

Εγώ την έλεγα νονά, αλλά νονά μου δεν ήταν. Οι γονείς μου και τ´ αδέλφια μου την έλεγαν κουμπάρα, κι αυτό με μισή καρδιά, γιατί κουμπάρα δεν ήταν, δεν είχε παντρέψει τους γονείς μου. Ο Κωστάκης είχε παντρέψει τη μάνα μου και τον πατέρα μου και έπρεπε να βαφτίσει και τον αδελφό μου, αλλά τα δάχτυλά του είχαν πάθει αγκύλωση από τις πληγές που του ´χαν κάνει τα τσέρκια των βαρελιών που δούλευε. Με τέτοια χέρια δεν μπορούσε να κρατήσει το μωρό και είπε να το βαφτίσει η Λουκιώ στη θέση του. Ο πατέρας μου όμως δεν ήθελε, γιατί ο Κωστάκης είχε τη Λουκιώ αστεφάνωτη και δεν γινόταν γυναίκα αστεφάνωτη να βαφτίσει το γιο του, γιατί ο πατέρας μου ήταν αριστερός με αξίες. Ο Κωστάκης θύμωσε που δώσανε το μωρό σε άλλον να το βαφτίσει και σταμάτησαν τα μεγάλα γλέντια, όπως τότε που ο Κωστάκης πλήρωνε την ορχήστρα του μαγαζιού να τους πάει ως το σπίτι με τα πόδια χορεύοντας και τραγουδώντας, γιατί η ώρα ήταν αργά και δεν είχε λεωφορείο. Ο Κωστάκης έβγαζε καλά λεφτά, είχε μεγάλο βαρελάδικο και τη Λουκιώ την είχε σαν βασίλισσα, με τις μακριές μοφλόν ρόμπες και τα ψηλοτάκουνα πασούμια, κεντημένα με πούλιες και χάντρες.

Ο Κωστάκης πέθανε πριν γεννηθώ εγώ κι η Λουκιώ άρχισε να έρχεται στο σπίτι μας. Αλλά πάνε πια τα διώροφα σπίτια και τα μεγαλεία. Όλα τα κληρονόμησε το σόι του Κωστάκη, γιατί η Λουκιώ ήταν αστεφάνωτη. Κι αυτή γύρισε όπως όπως στο παλιό προσφυγικό της σπίτι στις Τζιτζιφιές, ένα δωμάτιο και κουζίνα, όπως όλα τα προσφυγικά σπίτια. Και τα βράδια έπλενε πιάτα στα κέντρα που πριν διασκέδαζε σαν κυρία με τις τουαλέτες της. Όσα χρόνια τη θυμάμαι εγώ, έπλενε πιάτα στη Λάμψη, που ήταν εκεί στην άκρη, πηγαίνοντας για το Τουρκολίμανο.

Στο σπίτι μας ποτέ δεν ερχόταν με άδεια χέρια. Τη μια μού φερνε μπανάνες, που ήταν πανάκριβες τότε και την άλλη βοτσαλάκια και, παρόλο που δεν μου άρεσαν τα κουφέτα κι οι καραμέλες, τα βοτσαλάκια της Λουκιώς τα είχα φάει μέχρι να φύγει. «Εγώ κουμπαρούλα μου, άμα δεν έχω λεφτά να πάρω ακριβό δώρο, θα πάρω μια βελόνα, αλλά την καλύτερη. Κι αν δεν μου φτάνουν τα λεφτά για τη βελόνα, θα πάρω μια καρφίτσα, αλλά την καλύτερη». Μόλις έμπαινε στο σπίτι με έπαιρνε αγκαλιά, με χόρευε και τραγουδούσε: «Γιώργον είχα, Γιώργον έχω κι άμα θα ξαναχηρέψω, πάλι Γιώργο θα γυρέψω». Κι ήταν πάντα μοσχομυριστή η αγκαλιά της: «μαγκρίφ, κουμπαρούλα μου, μαγκρίφ. Το καλύτερο άρωμα».

Όταν ερχόταν στο σπίτι ο πατέρας μου και την έβλεπε, άπλωνε το χέρι του να την χαιρετίσει με κρύα καρδιά, χωρίς να την κοιτάζει στα μάτια. Κι όταν εκείνη τον ρωτούσε «τι κάνεις κουμπάρε;» Εκείνος πετούσε ένα ξερό «καλά» και δεν της ξαναμιλούσε. Κι ο αδελφός μου το ίδιο. Έκανε ό,τι έκανε ο πατέρας μου.

Η μάνα μου έλεγε πάντα καλά λόγια για τον Κωστάκη. Που κατέβαινε στην παραλία στο Φάληρο όταν τραβούσε ο ψαράς τα δίχτυα του και αγόραζε όλη την ψαριά και μετά έλεγε στον ψαρά να ρίξει πάλι τα ψάρια στη θάλασσα, ζωντανά όπως ήταν. Και όταν περνούσε ο ψαράς από το σπίτι κατέβαινε κι αγόραζε μια οκά ψάρια. Κι η Λουκιώ γκρίνιαζε: «κι απ´ τον προηγούμενο ψαρά πήραμε ψάρια, Κωστάκη». Κι ο Κωστάκης της έλεγε «κι άμα δεν πάρω εγώ και δεν πάρει κι ο άλλος, πώς θα μεγαλώσει αυτός ο άνθρωπος τα παιδιά του;» Κι η μάνα μου συμπλήρωνε «μη νομίζεις πως ήτανε καμιά νοικοκυρά η Λουκιώ. Όλο ψι ψι ψι, τάιζε τις γάτες της γειτονιάς, για να αποφύγει το τηγάνισμα. Και τόσα λεφτά περνάγαν απ´ το χέρι της, δεν έβαζε τίποτε στην πάντα για τα γεράματά της». «Μα αφού δεν ήταν δικά της τα λεφτά» είπα μια φορά εγώ. «Οι νοικοκυρές γυναίκες πάντα βάζουν λεφτά στην πάντα». Για τη Λουκιώ ποτέ κανείς δεν είπε μια καλή κουβέντα στο σπίτι μας, ούτε κανείς κατάλαβε γιατί την αγαπούσα. Όλες οι ιστορίες ήταν πάντα για τον Κωστάκη κι ακόμη κι οι δυσάρεστες ιστορίες λέγονταν έτσι που να γίνονται αστείες, να μη σκεφτεί ποτέ κανείς κακό για τον Κωστάκη. «Ή που θα ξεχάσω εγώ, συνέχιζε η μάνα μου, ένα καλοκαίρι που παραθερίζαμε στο σπίτι τους στη Μαγκουφάνα κι η ανιψιά του Κωστάκη ετοίμασε κόλλυβα για το Ψυχοσάββατο του καλοκαιριού και μου πε να πάω μαζί της στο νεκροταφείο. Κι εκεί στην πόρτα του νεκροταφείου την περίμενε ο αγαπητικός της. Μού δωσε την πετσέτα με το πιάτο και μου λέει «πέντε λεφτά, δε θά αργήσω». Και έμεινα εγώ να κρατάω το πιάτο τυλιγμένο με την πετσέτα κι οι δυο τους άφαντοι πίσω από τα δέντρα. Και τώρα θα ´ρθουν και τώρα θα ´ρθουν και πού να έρθουν. Εδέησε εντέλει να γυρίσει πίσω καμιά φορά, περασμένη η ώρα, και στο δρόμο έβγαζα τις πευκοβελόνες απ´ τα ρούχα της. Στο σπίτι ο Κωστάκης φαινόταν πολύ θυμωμένος. Δε μίλησε καθόλου, παρά μου έδωσε τον τρίφτη κι ένα μεγάλο κομμάτι τυρί, σκληρό πέτρα, και μου πε «για τιμωρία σου θα πας κάτω από τη συκιά και θα το τρίψεις όλο. Τι έφταιγα η κακομοίρα;»

Η Λουκιώ ποτέ δεν έλεγε τίποτε για τη ζωή της με τον Κωστάκη. Ποτέ δεν την άκουσα να τον αναφέρει. Πάντα μιλούσε για το τώρα, ποτέ για το τότε. Κι όταν κάποτε της είπα ότι το σχολικό λεωφορείο περνούσε από την παραλία στις Τζιτζιφιές έκανε μεγάλη χαρά. Κι από τότε δυο τρεις φορές την εβδομάδα περίμενε στην παραλία, να με δει στο παράθυρο του λεωφορείου και να μου κουνήσει το χέρι. Κι όταν έγινα δεκατριών μου είπε να πάω σπίτι της. Τώρα πια ήμουν μεγάλος και μπορούσα να πάρω το λεωφορείο και να κατέβω στις Τζιτζιφιές. Εκεί θα με περίμενε, να πάμε σπίτι μαζί. Να με γνωρίσει και η Στάσα, να με γνωρίσουν και τα παιδιά της Στάσας, που τους είχε πει τόσα για μένα.

Έλαμπε από χαρά όταν κατέβηκα από το λεωφορείο. Πήγαμε σπίτι της, στις προσφυγικές πολυκατοικίες. «Εδώ κοιμάμαι εγώ» μου έδειξε το ντιβανάκι στην κουζίνα. Στο δωμάτιο, μέσα, έμενε η Στάσα με τα παιδιά της. «Έτσι που τους έχεις χωρίς χαρτιά, χωρίς να σου πληρώνουν νοίκι, χωρίς τίποτε, θα στο φάνε μια μέρα το σπίτι» της έλεγε η μάνα μου. «Να μου το φάνε, κουμπαρούλα μου, να μου το φάνε. Φτωχοί άνθρωποι είναι, εγώ τι να το κάνω;» Και γνώρισα τη Στάσα, γνώρισα και τα παιδιά της και είπαμε ιστορίες και γελάσαμε και φάγαμε απ´ όλα τα καλά. Ως και ψωμί εφτάζυμο μου είχε αγοράσει.

Τον τελευταίο χρόνο, που έμενα στο οικοτροφείο, χαθήκαμε. Ούτε το σχολικό περνούσε, ούτε στο σπίτι ερχόταν. Ήμασταν και απορροφημένοι από την αρρώστια του πατέρα μου και δεν πολύ σκεφτόμασταν τη Λουκιώ. Στο θάνατο του πατέρα μου δεν είχαμε τρόπο να την ειδοποιήσουμε. Τηλέφωνο δεν είχε. Κι όταν κόντευε το μνημόσυνο των σαράντα, τέλος Απριλίου, ξεκίνησα να της πάω το αγγελτήριο του μνημοσύνου, αν και ο πατέρας μου δεν θα την ήθελε, γυναίκα αστεφάνωτη, στο μνημόσυνό του. Μόνο εγώ είχα πάει στο σπίτι της, μόνο εγώ ήξερα πού έμενε. Και βρήκα το σπίτι κλειστό. Κι άκουσε τα χτυπήματα στην πόρτα μια γειτόνισσα και άνοιξε το παράθυρο. «Η κυρία Λουκία πέθανε, μου είπε, και την Κυριακή έχουμε το μνημόσυνο των σαράντα».

Έσκυψα το κεφάλι και έφυγα. Κι έμεινα σκυφτός πολύ καιρό.

Πώς γλίτωσα τον εκκλησιασμό

Ο πατέρας μου δεν είχε καλές σχέσεις με τη θρησκεία, αλλά ανάμεσα στον πατέρα μου και στον παπα-Γιάννη υπήρχε μεγάλη αλληλοεκτίμηση. Η μάνα μου είχε καλές σχέσεις με τη θρησκεία, αλλά από απόσταση. Στην εκκλησία δεν πηγαίναμε, ούτε ποτέ το ραδιόφωνο μετέδιδε τη λειτουργία. Μόνη εξαίρεση γινόταν τη Μ. Πέμπτη. Τη λάτρευα από παιδί αυτή την ημέρα, με τα κόκκινα αυγά και τα κουλουράκια. Η μάνα μου τσουρέκια δεν έφτιαχνε, αλλά εγώ πάντα έδινα υπόσχεση στον εαυτό μου πως άμα μεγαλώσω θα φτιάχνω και τσουρέκια. Το βράδυ της Μ. Πέμπτης η μάνα μου άνοιγε το ραδιόφωνο, για να ακούσουμε τη σταύρωση. Περίμενε να ακουστεί το «σήμερον κρεμάται επί ξύλου» και με φώναζε. «Να τώρα θα ακουστεί το σφυρί που καρφώνει τα καρφιά». Κι όταν άκουγε το σφυρί δάκρυζε και με την ανάποδη του χεριού της σκούπιζε τα δάκρυα. Κάποτε τη ρώτησα ποιος καρφώνει τον Χριστό στην εκκλησία. «Ο επίτροπος»,  μού απάντησε κι εγώ κάθε χρόνο σκεφτόμουν τον κύριο Γρηγόρη, που ήταν επίτροπος στην εκκλησία κι ο πατέρας μου τον κορόιδευε γιαυτό, να ανεβαίνει με μια σκάλα να σταυρώσει τον Χριστό.

Όταν ήμουν στην πέμπτη δημοτικού, ο αδελφός του πατέρα μου, που δεν είχε δικά του παιδιά και ήθελε πάντα να έχει λόγο στο πώς μεγάλωνα, μού υποσχέθηκε πως την Μ. Πέμπτη θα με έπαιρνε μαζί του στην εκκλησία να ακούσουμε τα δώδεκα ευαγγέλια και πως από δω κι εμπρός θα πηγαίναμε στην εκκλησία κάθε Κυριακή. Ήθελα να δω τον κύριο Γρηγόρη να σταυρώνει το Χριστό και να μην ακούω το σφυρί και τα καρφιά από το ραδιόφωνο. Από την άλλη όμως με ανησυχούσαν τα δώδεκα ευαγγέλια, μου φαίνονταν πολλά, και το κάθε Κυριακή μού προκαλούσε τρόμο.

Σε όλη τη διαδρομή ως τον Άγιο Διονύσιο ο θείος μου με κρατούσε από το χέρι, πράγμα που δεν έκανε ο πατέρας μου, γιατί ήμουν πια μεγάλος. Αλλά και μέσα στην εκκλησία, πάλι από το χέρι με κρατούσε κι εγώ ήθελα να αλλάξω χέρι, αλλά δεν μπορούσα.

Όλα ήταν πολύ βαρετά, πάρα πολύ βαρετά και το θέαμα αργούσε. Σκεφτόμουν τα κόκκινα αυγά στο σπίτι. Η μάνα μου ήθελε να βάψει τριάντα, εγώ εξήντα και συμβιβαστήκαμε στα 40. Όλα κόκκινα. Εγώ ήθελα κι άλλα χρώματα, αλλά η μάνα μου έλεγε ότι τα αυγά του πάσχα είναι κόκκινα και δε σήκωνε αντίρρηση. Μόνο τότε που ήμουν πολύ μικρός και είχα πάθει μαγουλάδες και γκρίνιαζα κλεισμένος στο σπίτι μού έδωσε στουπί και μέ έβαλε να βγάζω τις άσπρες κλωστές, για να μείνουν μόνο οι χρωματιστές. Δυο μέρες έβγαζα τις άσπρες κλωστές και μετά πήρε τις χρωματιστές κλωστές, τις τύλιξε γύρω από τα αυγά και τα έβρασε. Βγήκαν έξι πολύ ωραία χρωματιστά αυγά, αλλά ποτέ άλλοτε δεν μπήκαν χρωματιστά αυγά στο σπίτι μας. Όμως εγώ, άμα μεγαλώσω θά βάφω για τα παιδιά μου χρωματιστά αυγά.

«Θείε, πόσα ευαγγέλια έχουν πει;» -«Σουτ, μη μιλάς».

Και μετά με έτρωγε το πόδι μου κι έσκυβα να το ξύσω κι ο θείος με τράβαγε να μη σκύβω. Και μετά άρχισε να με τρώει το άλλο πόδι και δεν μπορούσα να το ξύσω, γιατί το άλλο χέρι το κρατούσε ο θείος μου. Και τράβηξα το χέρι μου, αλλά ο θείος μου μού το ξανάπιασε. «Σταμάτα να ξύνεσαι και πρόσεχε». -«Πόσα ευαγγέλια έχουν πει;», -«να μην ξαναμιλήσεις.» Τότε κατάλαβα πως ο θείος μου δεν ήξερε πόσα ευαγγέλια είχαν πει και κόντευα να τρελαθώ από τη φαγούρα, που πλέον απλωνόταν σε όλο μου το σώμα.

Κάποια στιγμή έσβησαν τα φώτα κι η εκκλησία φωτιζόταν μόνο από τα κεριά. Ωραίο ήταν αυτό και κατάλαβα πως ήρθε η ώρα. Κι ο παπα-Γιάννης βγήκε από την αριστερή πόρτα του ιερού κουβαλώντας το σταυρό στον ώμο του κι έψελνε αργά αργά και μακρόσυρτα «σήμερον κρεμάται επί ξύλου ο εν ύδασι την γην κρεμάσας». Και άρχισε να έρχεται στον κεντρικό διάδρομο που καθόμασταν εμείς. Και τότε είδα ότι ο παπά-Γιάννης είχε δέσει στο σταυρό μια πλακέ μπαταρία κι ένα λαμπάκι που φώτιζε ένα χαρτί κολλημένο στο σταυρό. Κι από αυτό το χαρτί διάβαζε γραμμένα με το χέρι τα λόγια που έψελνε. Κι όταν έφτασε μπροστά μου διάβασα κι εγώ στο χαρτί «σήμερον κρεμάται επί ξύλου ο εν οίδασι την γην κρεμάσας». Και τότε έδειξα με το χέρι και με φωνή που ενδυνάμωναν ο θρίαμβος κι η διαμαρτυρία φώναξα «είναι ανορθόγραφο». Ο καημένος ο παπα-Γιάννης είχε μπερδέψει τα ύδατα με το «ου γαρ οίδασι τι ποιούσι».

Η αντίδραση του θείου μου ήταν ακαριαία. Με άρπαξε από το χέρι και με τράβηξε έξω από την εκκλησία, χωρίς να δούμε τον κύριο Γρηγόρη να σταυρώνει τον Χριστό. Ο θείος μου έδειχνε πολύ θυμωμένος. Δεν με κρατούσε πια από το χέρι, αλλά με τραβούσε από το μπράτσο και δεν έλεγε τίποτε. Μόνο όταν κοντεύαμε στο σπίτι μού είπε «εσύ, όταν μεγαλώσεις, θα γίνεις δάσκαλος». Και ποτέ πια δεν με ξαναπήρε στην εκκλησία.

Η Τσικνοπέμπτη και το αλί μεντέτ

Γλέντια στο σπίτι μας δεν θυμάμαι, παρά μόνο όταν ήμουν πολύ μικρός και μέναμε στην οδό Βιτωλίων. Εκεί μείναμε ως τα Χριστούγεννα που πήγαινα πρώτη δημοτικού. Μετά αλλάξαμε σπίτι, πήγαμε στην Κυπρίων ηρώων. Άλλαξα και σχολείο. Σταμάτησα να πηγαίνω στο ενδέκατο, που ήμουν ερωτευμένος με τη Ρούλα και συνέχισα στο τρίτο, όπου ερωτεύτηκα την Κικίτσα και στις γυμναστικές επιδείξεις της πρώτης χορέψαμε ζευγάρι.

Εκεί στο σπίτι, στη Βιτωλίων γίνονταν πολλά γλέντια, και Τσικνοπέμπτη, και Καθαρή Δευτέρα και Πρωτομαγιά, αλλά όταν αλλάξαμε σπίτι σταμάτησαν όλα αυτά. Στις γιορτές δεν γίνονταν γλέντια, γιατί έρχονταν τα αδέλφια του πατέρα μου και ο πατέρας μου έλεγε πως ήταν μονόχνωτοι.

Την Τσικνοπέμπτη δεν υπήρχαν ψητά κρέατα τότε. Δεν υπήρχε και τρόπος να ψηθούν. Ούτε φούρνος υπήρχε, ούτε ψησταριά. Όλα ετοιμάζονταν στο τηγάνι και στην κατσαρόλα. Και με δυσκολία μεγάλη, γιατί η φωτιά ήταν μία, μια γκαζιέρα με φωτιστικό πετρέλαιο. Ό,τι προλάβαινε η μάνα μου, αλλά οι κεφτέδες ήταν απαραίτητοι, γιατί τρώγονταν και κρύοι. Κι από τραγούδια, μόνο ό,τι τραγουδούσαν μόνοι τους. Και μετά το φαγητό τραβούσαν το τραπέζι στην άκρη και χόρευαν. Αλλά περίμεναν να κοιμηθώ εγώ πρώτα. Και ο πατέρας μου τραγουδούσε «στης ματζουράνας τον ανθό»  που το άκουγα κάνοντας τον κοιμισμένο και το είχα μάθει απέξω, αλλά δεν καταλάβαινα τι έλεγε, ούτε καταλάβαινα γιατί γελούσαν. Και μετά πέφτανε στο πάτωμα και χόρευαν τραγουδώντας «πώς το τρίβουν το πιπέρι».

Δεν κρατούσε το γλέντι μέχρι αργά, γιατί έπρεπε να προλάβουν το τραμ του Περάματος και τα λεωφορεία, αν και μερικοί έμεναν κοντά και πήγαιναν με τα πόδια. Εκείνη τη φορά όμως, πριν φύγουν, ο πατέρας μου τους είπε μια ιστορία για μια παράγκα. Εγώ τότε δεν είχα δει παράγκα. Όταν όμως πήγαμε στην Κυπρίων Ηρώων είδα παράγκα. Σε μια παράγκα, πιο κάτω από το σπίτι μας έμενε η Όλγα η Βυζού με τη θεία της, αν και οι περισσότεροι ξεχνούσαν το Όλγα και την έλεγαν σκέτο Βυζού. Η Όλγα μύριζε ωραία κι η μάνα μου είχε πει ότι έβαζε μαγκρίφ, αλλά θύμωνε όταν η Όλγα με έπαιρνε αγκαλιά και δε με άφηνε να πηγαίνω στην παράγκα. Όταν αλλάξαμε πάλι σπίτι και πήγαμε στην Ψαρών, εκεί υπήρχαν πολλές παράγκες. Και στην Ψαρών και στη Μεσολογγίου, ώσπου κάποτε τις γκρέμισαν, όταν ήμουν μεγάλο παιδί του γυμνασίου. Τότε ήταν που ο Μπιθικώτσης είπε το τραγούδι «Παρ´ το στεφάνι μας, παρ´ το γεράνι μας, στη Δραπετσώνα πια δεν έχουμε ζωή»

Όταν όμως είπε ο πατέρας μου την ιστορία για την παράγκα, που δεν την κατάλαβα ολόκληρη τότε, είπε και μια περίεργη λέξη, που δεν την άκουσα καλά και δεν μπόρεσα να τη θυμηθώ. Θυμόμουν ολόκληρη την ιστορία ακριβώς, αλλά μού έλειπε αυτή η λέξη. Σημαντική λέξη, γιατί όταν την είπε ο πατέρας μου, άρχισαν όλοι να γελάνε.

Πέρασαν αρκετές δεκαετίες και μια φορά που πήγαινα την ηλικιωμένη πλέον μάνα μου στο γιατρό τη ρώτησα. Καθόταν δίπλα μου, με την τσάντα στην αγκαλιά και την κρατούσε σφιχτά με τα δυό της χέρια. Κοιτούσε σιωπηλή μπροστά και τότε την αιφνιδίασα. «Μαμά, κάποτε ο μπαμπάς είχε πει μια ιστορία για μια παράγκα, αλλά είπε και μια τούρκικη λέξη που δεν τη θυμάμαι». «Αλί μεντέτ» απάντησε κοφτά, χωρίς να αλλάξει έκφραση. Ούτε γύρισε να κοιτάξει δεξιά ή αριστερά. Και μετά σιωπή. Η ιστορία όμως ήταν πλήρης μετά από τόσα χρόνια.

«Γύρισε ο άντρας από τη δουλειά νωρίς και λέει στη γυναίκα του. “Βρε γυναίκα, δε στέλνεις τα παιδιά στη μάνα σου, να κάνουμε τίποτε να το φχαριστηθούμε με την ησυχία μας;”. Πράγματι, έφυγαν τα παιδιά, έπεσαν στο κρεβάτι, αλλά μετά από λίγο έπιασε μπόρα. Όταν έβρεχε, από τη λαμαρίνα της σκεπής έτρεχε νερό, που το μάζευαν σε ένα κουβά επάνω στη ντουλάπα. Και πάνω στο αλί μεντέτ δίνει μια το κρεβάτι στη ντουλάπα και τού ´ρχεται ο κουβάς με το νερό καπέλο. “Α, ρε γυναίκα, δεν ήτανε γραφτό μας”.»

Το μόνον της ζωής μου ποδήλατον

3BB3B8B0-264E-44F3-9AD2-08F1962583C0Όχι ο τσάρος, η τσαρίνα και ο τσάρεβιτς, αλλά ο Τσάρος, η Τσάραινα και το Τσαράκι. Αυτός ο Τσάρος ήταν ξάδελφος του πατέρα μου και τον έλεγαν Κώστα, όπως τον πατέρα μου, και τη γυναίκα του Μαρία, αλλά όλοι στην οικογένεια και οι θείες και οι θείοι τους έλεγαν ο Τσάρος, η Τσάραινα και το Τσαράκι. Όταν ήμουν μικρός νόμιζα ότι το Τσάρος ήταν ένα ανεξήγητο παρατσούκλι, αλλά όταν ήμουν πια έφηβος έμαθα ότι όταν ήταν αντάρτης στο βουνό το συνωμοτικό του όνομα ήταν Τσάρος.

Στο σπίτι τους είχα πάει μια φορά, όταν ήμουν πολύ μικρός. Είχαμε ξεκινήσει όλοι μαζί και οι θείες και οι θείοι με μεγάλες τσάντες με φαγητά, αλλά όταν πήγαμε εκεί δεν υπήρχε πιάτο για να φάμε, ούτε ποτήρι για να πιούμε. Όλα τα πιάτα, ποτήρια, πιρούνια ήταν άπλυτα στο νεροχύτη. Κι έπιασαν οι θείες και η μάνα μου, άλλη έβγαζε τα αποφάγια, άλλη έπλενε, άλλη σκούπιζε και κατάφεραν να συμμαζέψουν την κουζίνα. Κι όταν φάγαμε, πάλι έπλυναν τα πιάτα, γιατί είπαν, άμα ξανάρθουμε, εδώ θα τα βρούμε άπλυτα να περιμένουν.

Και μια φορά, παντρεμένος ήμουν πλέον, ήρθε η μάνα μου στο σπίτι ξαφνικά και είδε άπλυτα πιάτα στο νεροχύτη και την άκουσα να μουρμουράει «άλλη Τσάραινα μας βρήκε».

Πρέπει να ήμουν πάνω κάτω τεσσάρων όταν ο πατέρας μου μού έφερε ένα αυτοκινητάκι με πετάλια. Δεν ξέρω αν ήταν καινούριο, αλλά η χαρά μου ήταν πολύ μεγάλη. Όλο το πρωί πήγαινα πάνω κάτω στο πεζοδρόμιο, και δεν ξεκόλλαγα από το αυτοκινητάκι. Και κοντά μεσημέρι ήρθε η Τσάραινα με το Τσαράκι και είπε της μάνας μου: «Πέρασα από το μαγαζί και ο Κώστας είπε να μου δώσεις το αυτοκινητάκι». Και η μάνα μου το έδωσε κι εγώ έμεινα στην εξώπορτα μέχρι που η Τσάραινα, το αυτοκινητάκι και το Τσαράκι έστριψαν στη γωνία.

Σε λίγο ήρθε κι ο πατέρας μου για φαγητό «είσαι με τα καλά σου;» λέει της μάνας μου. «Ούτε που την είδα, ούτε που της μίλησα της Τσάραινας. Πώς σου πέρασε απ´ το μυαλό ότι εγώ θα έδινα το αυτοκινητάκι του παιδιού; Σου είπε κι εσύ τό χαψες;»

Αν δεν το διηγόταν όλο αυτό κάθε τόσο η μάνα μου στις θείες και στις φίλες της θα νόμιζα ότι το αυτοκινητάκι το είχα δει όνειρο. Έτσι ήταν, σαν ένα ωραίο όνειρο, που χάνεται μόλις ξυπνήσεις.

Την Τσάραινα και το Τσαράκι δεν τους ξαναείδα ποτέ. Οι επισκέψεις σταμάτησαν. Αλλά μετά από κάνα χρόνο πηγαίναμε επίσκεψη στη νονά μου, η μάνα μου κι εγώ. Μόλις βγήκαμε από τη Βικτώρια, πλατεία Κυριακού την έλεγε η μάνα μου, νάσου μπροστά μας ο Τσάρος, που είχε το ταξί του στην πιάτσα. Μόλις μας είδε βγήκε από το ταξί κι αρχίσανε τα τι κάνεις, καλά. Από την άλλη πλευρά της πλατείας ερχόταν μια καλοντυμένη κυρία με γούνινο παλτό και ψηλές γόβες. «Στάσου να δεις τι θα της κάνω» λέει στη μάνα μου. Κι όταν μας πλησίασε η κυρία ο Τσάρος της λέει: «Μωρή, φοράς βρακί;».

«Πω, πω πέσαν τα μούτρα μου, ρεζίλι μας έκανε» διηγόταν μετά η μάνα μου. «Κι όχι τίποτε άλλο, ήταν και το παιδί μπροστά και άκουγε». Παντού το διηγήθηκε η μάνα μου και παράλληλα με τα «ρεζίλι μας έκανε» έβλεπες και μια λάμψη στα μάτια της, που πολύ αργότερα κατάλαβα ότι ήταν ταξική εκδίκηση.

Μεγάλωνα πια και ο καημός για το αυτοκινητάκι μού είχε περάσει, γιατί καταλάβαινα ότι ήταν για πολύ μικρά παιδιά. Έτσι κι αλλιώς δεν θα χωρούσα πια εκεί μέσα. Ήμουν πια στη δευτέρα δημοτικού. Μέναμε στην Κυπρίων Ηρώων, που το πρόφερα κυπρίων ηρών και ούτε καταλάβαινα τι σήμαινε. Ήταν ένας στενός και μικρός δρόμος, που έπιανε μόλις τρία οικοδομικά τετράγωνα. Από τη μια μεριά τέλειωνε σε ένα σπίτι κι από την άλλη σε ένα χορταριασμένο οικόπεδο. Αυτό το οικόπεδο το περπάτησα δύο φορές. Την πρώτη φορά με τον φίλο μου τον Γιαννάκη, που είχε τελειώσει το σχολείο και με πήγε από κει πίσω σε κάτι παράγκες, για να συναντήσει τον Αρμάο, που έφτιαχνε λατέρνες. Τη δεύτερη φορά με τον πατέρα μου την παραμονή πρωτοχρονιάς, τότε που ήμουν στη δευτέρα δημοτικού. Δεν πήγαμε από εκεί που ήταν οι παράγκες, αλλά κατηφορίσαμε, χωρίς να μου πει πού πηγαίναμε. Περπατήσαμε κάμποσο και βγήκαμε σε κανονικούς δρόμους. Περπατήσαμε πάλι και σταματήσαμε μπροστά σε ένα ποδηλατάδικο. Διάλεξε μου είπε, ποιο σ´ αρέσει. Έτσι μου είπε, αλλά νομίζω πως διάλεξε ο ίδιος. Μου είχε κοπεί η ανάσα. Κόκκινο με δύο ρόδες κι άλλες δύο μικρές βοηθητικές. Ρώτησε πόσο κάνει και μου κόπηκε η ανάσα ακόμη πιο πολύ. Τρακόσιες δραχμές. Πολύ ακριβό. Νόμισα πως δεν θα το παίρναμε, αλλά ο πατέρας μου έβγαλε τα τρία κόκκινα κατοστάρικα και το πλήρωσε. Τρία κατοστάρικα είναι μια χρυσή λίρα. Είχα δει στο Ρεξ την κάλπικη λίρα με τον Ορέστη Μακρή, που ήταν η συμπάθεια της μάνας μου. Με μια χρυσή λίρα ζει μια ολόκληρη οικογένεια.

Ανέβηκα στο ποδήλατο και έτσι πήγαμε στο σπίτι. Εγώ πάνω στο ποδήλατο κι ο πατέρας μου, δίπλα μου περπατώντας. Είχε και κουδούνι.

Πόσες φορές έκανα την κυπρίων ηρών πάνω κάτω δεν λέγεται. Κι όταν τα άλλα παιδιά με ρωτούσαν πόσο κάνει, απαντούσα με μεγάλη περηφάνεια «μια χρυσή λίρα». Λίγο λίγο μου σήκωναν τις βοηθητικές ρόδες και πριν τελειώσουν οι διακοπές τις έβγαλαν τελείως.

Πολύ το αγάπησα αυτό το ποδήλατο, δύο χρόνια πάνω κάτω. Ψήλωσα όμως, μου έπεφτε πολύ μικρό κι η μάνα μου το χάρισε σε ξαδελφάκι μου. Από τότε δεν απόκτησα άλλο ποδήλατο και ούτε ξανανέβηκα σε δανεικό η νοικιασμένο. Ούτε σε ποδήλατο, ούτε σε μηχανάκι. Έτσι τα έφερε η ζωή.

Ο Τσάρος συνέχισε κάπου κάπου να περνάει από το σπίτι με το ταξί του. Κι όταν τον ρωτούσαν τι κάνει, απαντούσε «δόξα τω θεώ, δόξα τω θεώ, δόξα τω θεώ». Τρεις φορές και κάθε φορά σταύρωνε με την παλάμη του, έτσι όπως σταύρωνε κι η μάνα μου το ψωμί, όταν ζύμωνε. Έτσι σταύρωνε κι ο Τσάρος με κοφτές κινήσεις της παλάμης, μια στο κεφάλι, μια στην καρδιά και μια ανάμεσα στα σκέλια του.

Ο πρωτοχρονιάτικος μπακλαβάς

Η οικογένειά μου ήταν πολύ παραδοσιακή. Αριστερή και παραδοσιακή. Και σύμφωνα με την ελληνική παράδοση η μεγάλη γιορτή ήταν η πρωτοχρονιά και όχι τα Χριστούγεννα. Κι όπως τα σχολεία έκλειναν μια εβδομάδα πριν και μία μετά το Πάσχα, έτσι έκλειναν και κλείνουν ακόμη μία βδομάδα πριν από την πρωτοχρονιά και μία μετά. Η μεγάλη θρησκευτική γιορτή ήταν το Πάσχα, όχι τα Χριστούγεννα. Για τα Χριστούγεννα δεν υπήρχαν μεγάλες προετοιμασίες και ποτέ όταν ήμουν παιδί δεν υπήρχαν γλυκά μέσα στο σπίτι τα Χριστούγεννα. Για την πρωτοχρονιά όμως ετοιμαζόταν ο μπακλαβάς. Ποτέ κουραμπιέδες, ποτέ μελομακάρονα, αυτά τα είχαμε για παρακατιανά. Κι αν κάποιος τα έφερνε στο σπίτι μας δεν τα τρώγαμε. Τα δίναμε μαζί με λεφτά στους σκουπιδιάρηδες, στον ταχυδρόμο και σε όσους χτυπούσαν την πόρτα για το πρωτοχρονιάτικο δώρο. Μόνο όταν μεγάλωσα πια εκτίμησα πολύ αυτά τα γλυκά.

Η προετοιμασία του μπακλαβά άρχιζε δύο βδομάδας πριν. Αρχικά αγοράζονταν τα υλικά. Μία οκά αμυγδαλόψιχα, μισή οκά βούτυρο πρόβειο και μία οκά ζάχαρη. Ακριβά υλικά που αγοράζονταν με οικονομίες που άρχιζαν δυο μήνες πριν. Τα αμύγδαλα μούσκεψαν σε βραστό νερό και ξεφλουδίζονταν, διαδικασία στην οποία συμμετείχα από πολύ μικρή ηλικία. Μετά τα άσπρα αμύγδαλα απλώνονταν σε ένα ταψί να στεγνώνουν για περίπου δέκα ημέρες, να φύγει η υγρασία. Το πότε θα γίνονταν οι μπακλαβάδες το αποφάσιζε η θεία Μαρία, η αδελφή του πατέρα μου, που άνοιγε τα φύλλα. Οι επικρατέστερες ημέρες ήταν 28 και 29 Δεκεμβρίου. Εκείνη την ημέρα γίνονταν τέσσερις μπακλαβάδες, της Μαρίας, της Πιπιτσάρας, της Δημητρούλας και ο δικός μας.

Η Μαρία και η Πιπιτσάρα έμεναν στο ίδιο σπίτι και καθώς ήταν κουνιάδα και νύφη μάλωναν συνεχώς. Το όνομα της Πιπιτσάρας ήταν Καλλιόπη και το χαϊδευτικό της ήταν Πιπίτσα. Επειδή όμως ήταν μεγαλόσωμη, το Καλλιόπη έγινε Καλλιοπάρα και το Πιπίτσα Πιπιτσάρα. Ήταν η αγαπημένη μου θεία. Η Μαρία ήταν αδελφή του πατέρα μου και ήταν κακιά. Όλα τα παιδιά τη φοβόμασταν. Εμένα ως παιδί ποτέ δεν με έλεγε με το όνομά μου. Πάντα με έλεγε το «το θέατρο». Συχνά οι μεγάλοι, που γελούν με τα καμώματα των μικρών παιδιών με ρωτούσαν «πώς σε λέει η θεία Μαρία παιδί μου;». Εγώ σούρωνα τα χείλια μου, γούρλωνα τα μάτια μου, αγρίευα τη φωνή μου και φώναζα «το θέατρο». Πιο πολύ όμως τη φοβήθηκα ένα βράδυ  στο πλυσταριό της. Είχε ανάψει φωτιά και μέσα σε ένα καζάνι έβραζε μια γουρουνοκεφαλή, για να κάνει πηχτή. Ήταν στις καλές της και μου μιλούσε. Μου εξήγησε πως δεν θα κοιμόταν και θα καθόταν εκεί να ρίχνει ξύλα στη φωτιά, «γιατί η γουρουνοκεφαλή βράζει από το βράδυ ως το πρωί». Τότε, με νηπιακή περιέργεια τη ρώτησα «γιατί δεν βράζει από το πρωί ως το βράδυ και να κοιμάσαι τη νύχτα;» Τότε αγρίεψε πολύ. «Χάσου από τα μάτια μου» είπε και με πέταξε έξω από το πλυσταριό.

Όταν φτιάχνονταν οι μπακλαβάδες η μάνα μου με έπαιρνε μαζί της, γιατί δεν είχε πού να αφήσει το μικρό». Με το ένα χέρι κουβαλούσε τα υλικά του μπακλαβά και με το άλλο κρατούσε εμένα. Μόλις άνοιγε την πόρτα η θεία Μαρία έβγαζε μια φωνή: «έφερες και το θέατρο από κοντά». Μετά μου έδινε μια σακούλα με φασόλια και μια τσίγκινη λεκάνη κι έπρεπε για κάθε φύλλο που άνοιγε να ρίχνω ένα φασόλι, για να μετρήσουμε μετά πόσα φύλλα άνοιξε. Δεν έπρεπε να μιλάω καθόλου ούτε να παίζω, ούτε να αφαιρούμαι.  Όλα γίνονταν σιωπηλά. Μόνο η θεία Μαρία μπορούσε να μιλάει. Δηλαδή, δεν μιλούσε, έβριζε τις άλλες που δεν έκαναν σωστά τις βοηθητικές εργασίες. Η Μαρία άνοιγε τα φύλλα, η Δημητρούλα έπαιρνε τον πλάστη με το τυλιγμένο φύλλα και το άπλωνε στο μπακιρένιο ταψί. Μετά περνούσε τον πλάστη πάνω από το ταψί, για να κοπούν οι άκρες του φύλλου. Κατόπιν έδινε πίσω τον πλάστη στη Μαρία, βουτύρωνε τα φύλλα κι έριχνε το ψιλοαλεσμένο αμύγδαλο. Η Πιπιτσάρα έτριβε το αμύγδαλο στη μηχανή του χεριού, που είχε από τη μάνα της. Η μάνα μου δεν είχε ουσιαστική ανάμειξη, γιατί δεν ήταν από το Αυλωνάρι, δεν ήξερε την τέχνη κι έκανε δευτερεύουσες δουλειές, όπως το να ζεσταίνει το βούτυρο όταν κρύωνε. 

Κάθε μπακλαβάς είχε οχτώ βουτυρωμένα φύλλα από κάτω. Στη συνέχεια άλλα πενήντα περίπου με βούτυρο κι αμύγδαλο από πάνω και μετά τέλειωνε με οχτώ βουτυρωμένα φύλλα. Κι εγώ σιωπηλά έριχνα το φασόλι για κάθε φύλλο μέχρι να τελειώσουν οι τέσσερις μπακλαβάδες. Μετά η θεία Μαρία έπαιρνε τα φασόλια και τα έριχνε στη σακούλα πάλι, χωρίς να τα μετρήσει.

Αυτή η σιωπηλή διαδικασία διακόπηκε μόνο μία χρονιά, όταν η Δημητρούλα έφερε κι ένα πινέλο, για να βουτυρώνει τα φύλλα. Όταν την έβλεπε να αλείφει τα φύλλα με το πινέλο η θεία Μαρία έβγαζε και μία φωνή: «έχουμε και τη λωλή με το πινέλο». Μετά από τρία-τέσσερα φύλλα, της πήρε το πινέλο και το πέταξε.

Όταν τέλειωναν όλα τα φύλλα η θεία Μαρία έκοβε τους μπακλαβάδες, τους ζεμάτιζε με το υπόλοιπο καυτό βούτυρο, τους σκέπαζε με λαδόκολλα και πολλές εφημερίδες, για να μην πάρουν χρώμα στο ψήσιμο και μετά η κάθε μια έπαιρνε το ταψί της και πήγαιναν όλες μαζί στο φούρνο του Πάσχου στην Αγίου Δημητρίου, στον Πειραιά. Είχε περάσει το μεσημέρι κι ο φούρνος δεν έκαιγε πολύ κι ο μπακλαβάς θέλει πολλές ώρες ψήσιμο σε χαμηλή θερμοκρασία. Η θεία Μαρία έμενε στο φούρνο να τους ψήσει μόνη της, γιατί δεν εμπιστευόταν τον φούρναρη για μια δουλειά τόσο μεγάλης ακρίβειας. Οι υπόλοιποι γυρίζαμε πίσω και η Πιπιτσάρα και η Δημητρούλα έφτιαχναν σκαλτσούνια αν είχαν κάνει οι καρυδιές του καρύδια, με τα ζυμάρια από τα περισσεύματα του μπακλαβά. Μερικές φορές έφτιαχναν και αυγοκαλάμαρα και μας έδιναν και μας μερικά, γιατί εμείς δεν είχαμε ούτε αμυγδαλιές, ούτε καρυδιές και όλα τα αγοράζαμε.

Όταν έφτανε η ώρα πηγαίναμε πάλι στο φούρνο του Πάσχου και φέρναμε τους μπακλαβάδες σπίτι, για να σιροπιαστούν. Το σιρόπι ήταν έτοιμο και περίμενε, γιατί ο μπακλαβάς πρέπει να είναι καυτός και καυτό το σιρόπι, να το ρουφήξει καλά. Τον μπακλαβά πρέπει να μπορείς να τον φας με τα χέρια, χωρίς να τρέχουν σιρόπια.

Μια χρονιά, όταν η  θεία Μαρία έκοβε τον μπακλαβά της Πιπιτσάρας, εκείνη της έλεγε συνέχεια «πιο μικρά Μαρία, κόβε τα πιο μικρά τα κομμάτια». Την πρωτοχρονιά που ανταλλάσσαμε επισκέψεις κάποιος θείος είπε στην Πιπιτσάρα «μικρά τα κομμάτια σου εφέτος Καλλιόπη» κι η Πιπιτσάρα απάντησε «η Μαρία τον έκοψε» κι η θεία Μαρία της όρμηξε κι έγινε ένας καυγάς που θα τον θυμάμαι για πάντα.

Τα χρόνια πέρασαν κι από όλους αυτούς ο μόνος που φτιάχνει τον μπακλαβά είναι το θέατρο. Αλλά τον φτιάχνω σε ανοξείδωτο ταψί και τον ψήνω στο σπίτι στους 110 βαθμούς για εφτά ώρες, σκεπασμένο με εφημερίδες.

Τελευταία, επιστρέφοντας από έναν περίπατο στην Κύμη, περάσαμε και από το Αυλωνάρι. Όπως κάθε φορά σταματήσαμε να αγοράσουμε κάτι από το σύλλογο γυναικών. Είδα το ταψί με τον μπακλαβά, με έτοιμο φύλλο, και ρώτησα τη γυναίκα που μας εξυπηρετούσε «στο Αυλωνάρι οι γυναίκες ανοίγουν το φύλλο για τον μπακλαβά;». «Μπα, μου είπε. Καμμία. Τώρα όλες με έτοιμο φύλλο τον φτιάχνουμε».

Μη νομίζετε πως την πίστεψα.