Ο Ορέστης

Μερικές φορές, όταν περπατώ στην αγορά της Αθήνας, νομίζω πως τον βλέπω να στρίβει στην Ευριπίδου. Φευγαλέα, για κλάσματα δευτερολέπτου. Έτσι κι αλλιώς αυτό είναι ένα ξένο σκηνικό, δεν είναι δικό του, δεν τον είχα δει ποτέ εκεί. Ίσως το μέρος να συμπυκνώνει ένα μίγμα νοσταλγίας και θλίψης και το βλέμμα να δραπετεύει σε οπτασίες του παρελθόντος.

Το δικό του σκηνικό ήταν άλλο. Οι χωμάτινοι δρόμοι του Πειραιά με τα χαμηλά φτωχικά σπίτια. Σε αυτούς τους δρόμους περπατούσε όλη μέρα, ατσαλάκωτος, φροντισμένος, με το γκρίζο κουστούμι, το λευκό πουκάμισο και τα χρυσά γυαλιά. Και μόνο η λεπτή σκόνη που είχε σταθεί στις μύτες των παπουτσιών έδειχνε πόσο πολύ είχε περπατήσει από το πρωί.

Όταν έπαιζα στο δρόμο και τον έβλεπα να στρίβει από την οδό Σπάρτης παρατούσα το παιχνίδι και έτρεχα στο σπίτι: «Ο Ορέστης έρχεται». Ερχόταν συχνά, χωρίς λόγο. Έκανε μια στάση στα γρήγορα, για να πιει τον καφέ, που του έφτιαχνε η μάνα μου. Κι όσο ψηνόταν ο καφές με έπαιρνε στα γόνατά του και μου έδινε τις δυο μπανάνες, που μου είχε φέρει. Πανάκριβες και δυσεύρετες οι μπανάνες τότε και μόνο ως δώρα για μένα έμπαιναν σπίτι μας. Μετά έφερνε η μάνα μου τον καφέ και μού ‘λεγε να κατέβω από τα γόνατά του, για να μην κάνω καμιά απότομη κίνηση και χυθεί ο καφές. Τις περισσότερες φορές ο Ορέστης ύψωνε το δάχτυλο του χεριού του και της έλεγε «ένα, ένα παιδάκι ήθελα κι εγώ στη ζωή μου και τίποτε άλλο», αλλά δεν δάκρυζε όλες τις φορές.

Ο Ορέστης ήταν ο «δοντογιατρός» μας. Πλανόδιος οδοντίατρος με το βαλιτσάκι στο χέρι πήγαινε από σπίτι σε σπίτι, από μαγαζί σε μαγαζί και έφτιαχνε τα δόντια των ανθρώπων. Είχε έναν βραχνό τροχό, όχι σαν αυτούς τους τσιριχτούς που έχουν οι γιατροί τώρα. Τον έβαζε στην πρίζα και με το πόδι πατούσε ένα κουμπί που έκανε τον τροχό να βγάζει έναν ήχο σαν βραχνό τριζόνι. Ο τροχός, τα άγκιστρα, η σύριγγα, οι ενέσεις, οι τανάλιες, οι σκόνες για τα σφραγίσματα, όλα χωρούσαν στο μαύρο βαλιτσάκι. Όλοι οι γείτονες, οι φίλοι, οι συγγενείς, όλοι μα όλοι τον είχαν θεό τους. Πολύ τους εξυπηρετούσε ο Ορέστης. Οι μανάδες, που δεν είχαν πού να αφήσουν τα παιδιά τους, δεν χρειαζόταν να τρέχουν στα οδοντιατρεία κι οι εργαζόμενοι δεν έχαναν τα μεροκάματά τους. Τους φρόντιζε ο Ορέστης τα απογεύματα, τα βράδια, ακόμη και τις Κυριακές. Η μόνη δυσκολία ήταν να τον ειδοποιήσεις για κάτι επείγον, για κάποιο ξαφνικό πονόδοντο. Ούτε τηλέφωνο είχαμε, ούτε πού έμενε ξέραμε. Όλο και σε κάποιο συγγενή, γνωστό ή γείτονα θα πήγαινε και έτσι τον ειδοποιούσαμε, ο ένας με τον άλλον. Και τα λεφτά που έπαιρνε λίγα, κι αυτά με δόσεις. Όπως μπορούσε ο καθένας και όλοι βολεύονταν. Και ποτέ στις τακτικές επισκέψεις του δεν παραπονέθηκε πως κάποιος ήταν κακοπληρωτής, πως δεν τον πλήρωσε και του έφαγε λεφτά. Δεν θα είχαν γίνει κι αυτά; Σίγουρα θα είχαν γίνει, αλλά ο Ορέστης δεν ήξερε καν ποιος του χρωστούσε και πόσα. Δεν είχε τεφτέρι, για να τα γράφει, όπως είχε ο μπακάλης μας.

Τα ξόδευε όμως τα λεφτά ο Ορέστης, τα ξόδευε πολύ. Είχε πάθος με τα λαχεία. Αγόραζε πολλά λαχεία, ό,τι υπήρχε και δεν υπήρχε. Πού θα πάει θα το πιάσω. Κι άμα το πιάσω, το βλέπεις αυτό, έλεγε δείχνοντας το βαλιτσάκι του, μπλουμ, μπλουμ, μπλουμ στα πιο βαθιά νερά. Αλλά ποτέ δεν κέρδισε τίποτε. Για δυο νούμερα τού ξεγλιστρούσε το άτιμο.

Όταν άρχισα να πηγαίνω σχολείο ο Ορέστης ήθελε να του δείχνω τα τετράδιά μου και να με γεμίζει μπράβο. Κάποτε όμως, στην Πέμπτη δημοτικού είδε ότι ο δάσκαλος μού είχε βάλει λάθος το ένα από τα δύο προβλήματα στο τεστ που γράφαμε κάθε Παρασκευή. Ο Ορέστης διάβασε το πρόβλημα με προσοχή. Απλό πρόβλημα. Σε ένα μπάνιο με πλευρές τόσο επί τόσο θα στρώνανε πλακάκια με πλευρές τόσο επί τόσο. Πόσα πλακάκια χρειάζονταν; Ο δάσκαλος ήθελε να βρούμε τα δύο εμβαδό και να κάνουμε διαίρεση. Εγώ όμως διαίρεσα την κάθε πλευρά του μπάνιου με την κάθε πλευρά που είχε το πλακάκι και πολλαπλασίασα τα δυό πηλίκα. Ο δάσκαλος μού είπε ότι η σκέψη ήταν λάθος και ότι συμπτωματικά βρήκα το ίδιο αποτέλεσμα. Ο Ορέστης σκέφτηκε λίγη ώρα και μετά είπε της μάνας μου. «Αυτός εδώ έχει δίκιο, ο δάσκαλος έχει λάθος».

Ένας θρίαμβος απλώθηκε στο πρόσωπό του και μου είπε συνωμοτικά: «Αυτό που σκέφτηκες ήταν καταπληκτικό. Εσύ όταν μεγαλώσεις θα γίνεις οικονομολόγος κι εγώ τότε θα σου πω ένα μυστικό και με αυτό το μυστικό θα γίνουμε πλούσιοι. Πολύ πλούσιοι. Και τότε το βλέπεις αυτό; Μπλουμ, μπλουμ, μπλουμ, στα πιο βαθιά νερά».

Παρόλα αυτά εγώ δεν έγινα οικονομολόγος, ούτε ο Ορέστης μού είπε ποτέ το μυστικό που θα μας έκανε πλούσιους. Όταν όμως μεγάλωσα λίγο ακόμη μου δημιουργήθηκε μεγάλη απορία, γιατί οι γονείς μου ήθελαν να με στείλουν σε οδοντιατρείο για ένα δόντι που με πόνεσε και δεν ήθελαν να το δείξω στον Ορέστη. «Ο Ορέστης, παιδί μου, είπε η μάνα μου, δεν έχει δίπλωμα γιατρού γιαυτό δεν έχει και γιατρείο με ταμπέλα. Η οικογένειά του ήταν πρόσφυγες και με πολλές στερήσεις μπήκε στην Οδοντιατρική Σχολή, αλλά δεν κατάφερε να τελειώσει. Την τελευταία χρονιά τα παράτησε και πήγε και δούλεψε οδοντοτεχνίτης κι έμαθε κι αυτήν την τέχνη. Τό ‘χε όμως μεγάλο καημό κι έτσι πήρε το βαλιτσάκι κι έτρεχε στις γειτονιές. Γιαυτό θέλει κάποτε να το ξεφορτωθεί το βαλιτσάκι».

Καθώς μεγάλωνα κι έλειπα από το σπίτι δεν πολυέβλεπα τον Ορέστη. Έφηβος ήμουν όταν τον είδα τελευταία φορά. Μεγάλωνε κι εκείνος, άλλαζε και η κοινωνία και τελικά χαθήκαμε.

Μετά από χρόνια είπανε πως για όλα τα κακά της χώρας έφταιγαν άνθρωποι σαν τον Ορέστη.

Ο Ορέστης ήταν καλός άνθρωπος.

Από τη Νάπολη ως τον Πειραιά

Αυτές τις μέρες παρακολουθώ με αγγλικούς υπότιτλους και μεγάλο θαυμασμό το My Brilliant Friend της Elena Ferrante. Κανένα άλλο βιβλίο δεν έχει αποδοθεί τόσο πιστά στην οθόνη, καμιά προδοσία, καμιά απογοήτευση, γίνεσαι κι εσύ μέρος αυτής της ναπολιτάνικης φτωχογειτονιάς στις δεκαετίες του 50 και του 60. Τις νύχτες ακούω τη Maestra Oliviero να φωνάζει Cerullo, Greco και μου θυμίζει τη δική μου δασκάλα της τρίτης δημοτικού, την κυρία Φιλία Γούλα…

Ένα πρωί, τον Μάρτη του 1960, η κυρία Φιλία δεν ήρθε στην τάξη. Ήταν στο γραφείο κλεισμένη με όλες τις δασκάλες και τον δάσκαλο της έκτης τον κύριο Θεοδωράκη, που ήταν ο διευθυντής του σχολείου. Δεν κάναμε μάθημα εκείνο το πρωί, μας πρόσεχαν τα μεγάλα παιδιά της έκτης. Στο διάλειμμα κατεβήκαμε στην αυλή, όπου ήταν και το γραφείο των δασκάλων. Κοίταξα από το παράθυρο και είδα την κυρία Φιλία όρθια. Δεν ξέρω αν με είδε κι εκείνη, αλλά αμέσως άνοιξε την πόρτα και μου είπε: «Δίνεται μια υποτροφία για το Κολλέγιο. Είναι για παιδί της τρίτης δημοτικού από τον Πειραιά. Κάθε σχολείο θα στείλει τον καλύτερό του μαθητή και θα γίνουν εξετάσεις. Εμείς θα στείλουμε εσένα και να πας να φέρεις τον πατέρα σου να υπογράψει την αίτηση».

Τρέχοντας κατέβηκα την οδό Βιτωλίων. Στη Σπάρτης έστριψα δεξιά, γιατί πιο κάτω ήταν έξω πάλι το μεγάλο αγόρι. Όχι, δεν τον φοβόμουν. Μια φορά μόνο τον φοβήθηκα. Την προηγούμενη χρονιά που είχαμε πάρει τους ελέγχους. Περπατούσα κρατώντας τον έλεγχο στο χέρι κι εκείνος μού τον άρπαξα. Φοβήθηκα τότε ότι θα μου τον έσκιζε, αλλά εκείνος μέτρησε ένα ένα τα δέκα δεκάρια και μονολόγησε. Δέκα οι δέκα εκατό, διά του δέκα, δέκα. Βγαίνεις με δέκα μου είπε, μου έδωσε πίσω τον έλεγχο και με χτύπησε φιλικά στην πλάτη. Τώρα θα ήθελε να με ρωτήσει πού τρέχω κι άλλα τέτοια, αλλά εγώ βιαζόμουν. Έστριψα στης Σπάρτης και ξανά στη Μεσολογγίου. Δεν πρόσεξα και πάτησα στο αυλάκι με τα βρωμόνερα, που κυλούσαν μόνιμα μπροστά από τις παράγκες κι ο πλαστικός άσπρος γιακάς πήρε τρεις στροφές γύρω από το λαιμό μου μέχρι να φτάσω σπίτι μας. Η μάνα μου ήταν στην ταράτσα και έπλενε ρούχα στη σκάφη. Η λαχανιασμένη μου φωνή «μαμάααααα» ανέβηκε τις σκαλες πριν από μένα και την βρήκε σκυμμένη πάνω από τη σκάφη, ιδρωμένη να στάζει ο ιδρώτας από το μέτωπό της, με το κεφάλι τυλιγμένο με άσπρο τουλπάνι, για να μην την κάψει ο ήλιος του Μάρτη. Μέχρι να φτάσω στην ταράτσα είχε ισιώσει το κορμί της, είχε παραμερίσει το τουλπάνι από το πρόσωπο και με κοίταζε σαστισμένη. Της τα είπα γρήγορα γρήγορα. Σκούπισε τα χέρια της, έβγαλε την ποδιά και το μαντήλι, άφησε την πλύση και το καζάνι με το νερό να ζεσταίνεται στη γκαζιέρα και με έπιασε από το χέρι. «Πάμε στον πατέρα σου, μου είπε». Τα είπα και σε εκείνον κι όσο μιλούσα σκυθρώπιαζε. «Δεν πάω πουθενά, είπε. Δεν υπογράφω τίποτε. Δεν θέλω ο γιος μου να μπλέξει με την αλητεία». Η μάνα μου δεν απάντησε. Με άρπαξε από το χέρι πάλι και πήγαμε δίπλα, στο θείο μου. «Πήγαινε να υπογράψεις εσύ, του είπε, γιατί ο αδελφός σου δεν πάει, τον ξέρεις τι είναι».

Όλη την υπόλοιπη ημέρα δεν κάναμε μάθημα, ούτε την επομένη. Στο γραφείο των δασκάλων ετοιμαζόταν η έκθεση που θα συνόδευε την αίτηση. Ακόμη αναρωτιέμαι τι έγραφαν τόσες ώρες.

Μετά από λίγες ημέρες ήρθε η ειδοποίηση να παρουσιαστώ την Τρίτη σε ένα σχολείο στην Καλλίπολη του Πειραιά για εξετάσεις. Τριανταένα κουρεμένα αγόρια 9 ετών. Γράφαμε όλο το πρωινό. Το μεσημέρι φεύγοντας μας είπαν πως την άλλη μέρα θα έστελναν τηλεγράφημα στα παιδιά που είχαν γράψει καλύτερα, για να ξανάρθουν την Πέμπτη.

Μπήκαμε στο λεωφορείο, για να γυρίσουμε σπίτι και η μάνα μου, μού εξήγησε ότι δεν θα ερχόταν τηλεγράφημα, γιατί από αυτά που είδε κι άκουσε, όσο εγώ έγραφα, κατάλαβε πως τηλεγράφημα δεν θα ερχόταν. «Θα έρθει», απάντησα κοφτά.

Την άλλη μέρα ξύπνησα με ψηλό πυρετό. Η μάνα μου μού είπε. Είσαι άρρωστος. Δεν μπορείς αύριο να πας κι έτσι κι αλλιώς τηλεγράφημα δεν θα έρθει. «Θα έρθει το απόγευμα, της είπα, και θα πάω. Θα γίνω καλά.» Την άλλη μέρα, στο ίδιο σχολείο της Καλλίπολης εμφανιστήκαμε για εξετάσεις οχτώ παιδιά.

Την επόμενη εβδομάδα, Μεγάλη Τετάρτη πλέον και δεν είχαμε σχολείο, ήρθε ο μακρόστενος φάκελος. Λίγο αργότερα και η εφημερίδα. Αλλά το όνομά μου γραφόταν παντού Γεώργιος Δημητρίου Θαλάσσης, όχι Κωνσταντίνου. Κι ο θείος ο Μήτσος, που δεν είχε παιδιά, καμάρωνε. Χρειάστηκαν πιστοποιητικά και δεν ξέρω τι άλλο, για να αλλάξει το όνομα και να γίνει Κωνσταντίνου.

Ο πατέρας μου δεν πάτησε ποτέ στο Κολλέγιο, παρά μόνο στην τελετή αποφοίτησης. Την επόμενη χρονιά πέθανε και δεν είχα πλέον κανένα να μου ξεφλουδίζει μία μία τις ρόγες από το ροζακί σταφύλι, να βγάζει τα κουκούτσια και να με ταΐζει στο στόμα.

Την αλητεία δεν την γνώρισα. Μόνο γελαστά, καλοσυνάτα παιδιά. Και βαθιά δημοκράτες εκπαιδευτικούς. Ύστερα πήραμε ο καθένας το δρόμο του. Κι ο Αντώνης Σαμαράς κι ο Νίκος Μπίστης κι ο Αρίστος Δοξιάδης. Κι ο αγαπημένος φίλος μου ο Ανδρέας, που έγινε σπουδαίος γιατρός στην Αμερική και κάποτε γύρισε πίσω. Μου έκανε αίτημα φιλίας και χάρηκα τόσο πολύ. Και μετά μου έγραψε πως το κείμενο που δημοσίευσα για τις επιθέσεις της ΕΟΚΑ Β στους Τουρκοκύπριους ήταν απαράδεκτο. Κι αν ξανακάνω ανάλογο λάθος θα με διαγράψει. Του είπα να με διαγράψει αμέσως, πως θα ξαναδημοσιεύσω και πως προτιμούσα να τον θυμάμαι όπως ήταν τότε κι όχι όπως εξελίχθηκε. «Συ είπας» απάντησε και με διέγραψε.

Τελευταία ήρθε ένα ενημερωτικό τεύχος του Κολλεγίου. Μια από τις ειδήσεις ήταν ότι σχεδόν το μισό υπουργικό συμβούλιο ήταν απόφοιτοι του Κολλεγίου. Από τον Μητσοτάκη, τον Δένδια και τον Βορίδη ως την Κεραμέως και τη Δόμνα Μιχαηλίδου. Μου έφερε μια θλίψη αυτό. Αλλά το ότι κι αυτοί κι εγώ (και τόσοι άλλοι) τελειώσαμε το ίδιο σχολείο δεν λέει τίποτε για αυτούς, όπως δεν λέει και για μένα. Αλί που το χει η κούτρα του να κατεβάζει ψείρες.

Οι μαύροι

-Γιατί τους λέτε μαύρους;

-Δεν είναι απέξω τους μαύροι, παιδί μου. Το μέσα τους είναι μαύρο. Είχα ακούσει για άλλους που έλεγαν ότι «έχουν μαύρη ψυχή» και κατάλαβα πως δεν μιλούσαν πράγματι για χρώμα.

Όταν μεγάλωσα λίγο περισσότερο μού έγινε φανερό ότι οι μαύροι ήταν οι δεξιοί. Αλλά δεν έλεγαν όλους τους δεξιούς μαύρους, όπως δεν έλεγαν τον νονό μου που είχε κρεμασμένη στον τοίχο τη φωτογραφία του Καραμανλή. Για τον νονό έλεγαν μόνο ότι είναι καραμανλικός κι αυτό ήταν κάπως σαν αστείο, γιατί, όταν το έλεγαν γελούσαν κοροϊδευτικά. Κι αυτό με στενοχωρούσε τότε, γιατί ήξερα πως το να είσαι καραμανλικός ήταν πολύ κακό.

Στις 21 Απριλίου του 1967 θα άρχιζαν οι διακοπές του Πάσχα. Όταν ξύπνησα εκείνο το πρωί το ραδιόφωνο έπαιζε δυνατά εμβατήρια κι ο πατέρας μου μού είπε πως δεν θα πήγαινα σχολείο, γιατί είχε γίνει δικτατορία. Αμέσως κατάλαβα ότι οι μαύροι την έκαναν, αλλά έλπιζα ότι θα ήταν κάτι παροδικό κι αμέσως ρώτησα τον πατέρα μου πόσο θα κρατήσει, ελπίζοντας ότι θα μου έλεγε «λίγες μέρες, ως τις εκλογές τον άλλο μήνα». Δεν μου είπε όμως αυτό. Μου είπε «εγώ δεν θα προλάβω να τη δω να πέφτει. Θα έχω πεθάνει». Τότε κατάλαβα πόσο άσχημη ήταν η κατάσταση. Και, πράγματι, ο πατέρας μου πέθανε το 1971.

Κλειστήκαμε στο σπίτι εκείνη την ημέρα, αλλά το μεσημέρι  μας χτύπησε το κουδούνι η αδελφή του πατέρα μου, η θεία Τούλα που τότε ήταν εξήντα έξι ετών. Έμενε μακριά, στη Χαραυγή, λεωφορεία δεν κυκλοφορούσαν, αλλά εκείνη περπάτησε όλη αυτή την απόσταση, για να δει αν είμαστε καλά. Την είδε και η γειτόνισσα από δίπλα και είπε:   «μόνο οι παλιογυναίκες κυκλοφορούν τις απαγορευμένες ώρες».

Το επόμενο διάστημα ήμασταν μουδιασμένοι. Δεν μιλούσαμε με κανένα παρά μόνο με τους συγγενείς και η ζωή έδειχνε να συνεχίζεται, αλλά δεν ήταν ίδια. Κι ο θείος μου ο Μήτσος, ο αδελφός του πατέρα μου, που έμενε δίπλα μας και ήταν συνταξιούχος σιδηροδρομικός των ΣΕΚ, εξακολουθούσε να πηγαίνει κάθε πρωί στο καφενείο και να παίζει πρέφα κι εξήντα έξι. Και στις 12 παρά δέκα ήταν στο σπίτι. Πήγαινε πρώτα στο μπάνιο και μετά καθόταν στο στρωμένο τραπέζι. Στερέωνε την πετσέτα στο λαιμό του και έβγαζε από την τσέπη το ρολόι. Ρολόι Longines, με το σήμα των ΣΕΚ επάνω, κουρδιστό, μεγάλης ακρίβειας. Κρατούσε το ρολόι και περίμενε. Και μόλις έδειχνε δώδεκα η ώρα φώναζε: «Καλλιόπη, δώδεκα» και την ίδια στιγμή άνοιγε η πόρτα της κουζίνας και έμπαινε η θειά μου με την πιατέλα γεμάτη.

Όμως μια μέρα, τέλη Ιουνίου του 67, που είχαν κλείσει το σχολείο και είχαμε βγει με τη θεία μου στο πεζοδρόμιο να περιμένουμε το θείο, εγώ δεν κοίταζα προς τα κάτω το δρόμο, μόνο η θεία μου κοίταζε και μια στιγμή έκανε «ωχ, τι με περιμένει!»  Τι έγινε, της λέω. «Δε βλέπεις, πάνε πάνω κάτω οι ώμοι του, Φουρκισμένος έρχεται». Ήρθε χωρίς να μου πει τα συνηθισμένα γλυκόλογα κι η θειά μου μού είπε να κάτσω να φάμε μαζί, μήπως και ηρεμήσει. Και φάγαμε αμίλητοι. Και μόνο στο τέλος ξεσπάθωσε. «Ακούς εκεί;» Οι φίλοι του στο καφενείο του είπαν ότι οι συνταγματάρχες ήταν καλοί άνθρωποι και το έκαναν για το καλό μας. Κι ο θείος μου έδωσε μια κλωτσιά στο τραπέζι, πλήρωσε τα σπασμένα κι έφυγε. Και είπε στη θειά μου να ετοιμαστεί να φύγουν νωρίτερα για το χωριό. Και το Σεπτέμβρη που γύρισαν άλλαξε καφενείο και στο παλιό δεν ξαναπάτησε. 

Τους μαύρους όμως τους συναντούσαμε παντού. Και το 1973, τότε με το Πολυτεχνείο, παντού ξεφύτρωναν μαύροι που έλεγαν «οι αλήτες τι μας έκαναν! Θα έκανε εκλογές ο Μαρκεζίνης και θα είχαμε δημοκρατία σε λίγο, αλλά τα παλιόπαιδα μας γύρισαν πίσω».

Και τώρα πια οι μαύροι είναι παντού και πολλοί. Και πάντα για αλήτες μιλάνε. Αλήτες όσοι πάνε στην πορεία για το Πολυτεχνείο, αλήτης ο Αλέξανδρος, αλήτες όσοι πάνε στην πορεία για το παιδί, αλήτες όσοι περνούν από τα Εξάρχεια.

Και μας κάνουν τη ζωή μαύρη, όπως είναι το μέσα τους.

ΥΓ Το «μαύρο» υπήρχε από παλιά στη γλώσσα μας και στο δημοτικό τραγούδι με σημασίες στενόχωρες, που δεν είχαν σχέση με το χρώμα. Με εξαίρεση μόνο τα άλογα και μερικά οικόσιτα ζώα, που είχαν μαύρο τρίχωμα. Ως προς τους δεξιούς όμως ήταν ένας πολύ συνηθισμένος χαρακτηρισμός στα παιδικά μου χρόνια και μάλλον συνδέεται με το μαύρο χρώμα του φασισμού. 

Η Κιλότα

Τη δεκαετία του 60 ο κόσμος άρχισε να παίρνει τα πάνω του μετά τον πόλεμο και τον εμφύλιο. Άρχισαν και οι εισαγωγές και μερικοί λεφτάδες καμάρωναν για τα αποκτήματά τους που έρχονταν από το εξωτερικό, πάντα σε ζεύγη. Το ένα το έπαιρνε ο βασιλιάς και το άλλο κάποιος από αυτούς. Δεν ξέρω αν αυτός ο μύθος προερχόταν από τους καταστηματάρχες, για να αυξήσουν τις πωλήσεις τους ή ήταν φαντασίωση των αγοραστών. Η κουμπάρα η Σταμάτω ήταν πάντως πολύ περήφανη για το ψυγείο της. Δύο είχαν έρθει στην Ελλάδα, έλεγε. Το ένα το πήρε ο βασιλιάς και το άλλο αυτή. Δεν μπορούσε να συγκριθεί με το δικό μας το ψυγείο του πάγου που ήταν ελληνικής κατασκευής και όμοιό του σίγουρα δεν υπήρχε στο παλάτι. 

Η Σταμάτω έμενε στο διώροφο απέναντι μας, πάνω από το καφενείο του Φίλιππα. Αλλά ποτέ δεν την είχαμε δει να σφουγγαρίζει το μπαλκόνι της ή τις σκάλες της. Πρέπει να έκανε αυτές τις δουλειές νύχτα, για να μη τη δει ο κόσμος και την περάσει για καμιά παρακατιανή που καταπιάνεται με δουλειές του σπιτιού. Ούτε έβγαινε για ψώνια, αλλά τηλεφωνούσε στο μπακάλικο δίπλα της και της άφηναν τα ψώνια στο σκαλοπάτι της εξώπορτας. Κι όταν έβγαινε από το σπίτι της, για να σταματήσει κανένα ταξί, ποτέ δεν κοίταζε δεξιά-αριστερά και ποτέ δεν καλημέριζε κανένα. 

Τα έφερε όμως έτσι ο διάολος που μια φορά που η μάνα μου είχε ανέβει στην Αθήνα και στο γυρισμό περίμενε το τρένο για Πειραιά στο Μοναστηράκι, να σου κι εμφανίζεται η Σταμάτω. Με κρυφό ενθουσιασμό η μάνα μου και δήθεν σοκαρισμένη της λέει «κουμπάρα μου τι είναι αυτό;» ενώ ο κόσμος τριγύρω ήταν ξεκαρδισμένος στα γέλια. Η Σταμάτω πήγαινε με το τρένο στον Πειραιά, αλλά από κει έπαιρνε ταξί, για να πάει σπίτι της, για να μην τη δει ο κόσμος να χρησιμοποιεί συγκοινωνία. Αφού τέλειωσε τις δουλειές στην Αθήνα πέρασε κι από την Αγία Ειρήνη κι αγόρασε μια γαρυφαλλιά που στηριζόταν σε ένα καλάμι. Πήρε αγκαλιά η Σταμάτω τη γλάστρα και περπατούσε προς το Μοναστηράκι, ενώ γύρω της ο κόσμος πέθαινε στα γέλια. Η Σταμάτω όμως, ως κυρία του καλού κόσμου κοίταζε μόνο μπροστά, ούτε πάνω, ούτε κάτω, ούτε δεξιά, ούτε αριστερά. Κι έτσι δεν είδε ότι από τις κρεμασμένες στο δρόμο πραμάτειες των μαγαζιών το καλάμι της γαρυφαλλιάς ψάρεψε μιά κόκκινη κιλότα με μαύρη δαντέλα, την έκανε σημαία και την ξανέμιζε. «Ας το καλό κουμπάρα μου κι εγώ έλεγα τι γελάνε όλοι αυτοί, τόσο αστείο τους φαίνεται που κρατάω τη γλάστρα!». Εκείνη τη μέρα η μάνα μου ήρθε στο σπίτι με ταξί κι εμείς αναρωτιόμασταν μήπως η κιλότα ήταν εισαγωγής, μήπως είχαν έρθει στην Ελλάδα μόνο δύο, τη μια τη φόρεσε η βασίλισσα και η άλλη κρεμάστηκε στο καλάμι της Σταμάτως.

Όταν λέγαμε στη μάνα μου να μας πει την ιστορία με την κιλότα, πάντα μας έλεγε για το πάθημα της κουμπάρας. Έπρεπε να επιμείνουμε πολύ, για να μας πει και την άλλη ιστορία.

« Λίγο καιρό αφότου ήρθε να μείνει κοντά μας στον Πειραιά ο αδελφός μου ο ήρθε κι η κόρη του η Κούλα.  Eίχαν ξενοικιαστεί τα δύο μέσα δωμάτια κι ήρθε κι εκείνη με τον άντρα της για να ‘χει και τη μάνα της κοντά, γιατί ‘χε δυο μικρά παιδιά κι ένα στην κοιλιά τρία. Kαι μια μέρα να ‘σου και μού ‘ρχεται στο σπίτι η Κούλα, γκαστρωμένη τώρα ε, με την κοιλιά στο στόμα. «Kαλέ θεία», μου λέει «έχεις να μου δώσεις μια κιλότα δανεικιά, γιατί τις δικές μου τις έπλυνα κι είναι βρεγμένες στο σχοινί. Θέλω να αλλάξω, να πάω στο γιατρό να με κοιτάξει, γιατί πονάει η μέση μου». «Tι να σε κοιτάξει, μωρή, ο γιατρός», της λέω, «αφού γεννάς». «Όχι καλέ θεία, τώρα μπήκα στον έβδομο». «Mωρή, μήπως έχεις χάσει τις μέρες σου; Γιατί δε σε βλέπω καλά, κακομοίρα μου. Έχει κατέβει χαμηλά η κοιλιά σου κι αυτός ο πόνος στη μέση είναι σημάδι γέννας». «Tι λές, καλέ θεία, δεν ξέρω εγώ; Aφού σου λέω τώρα μπήκα στον έβδομο».

Nα μη σ’ τα πολυλογώ της δίνω την κιλότα. Mια ροζ ήτανε με μπιμπιλίτσα στο μπατζάκι. Tις είχα πάρει τρεις απο του Bασιλάκη και αυτήν την είχα αφόρετη. Tο θυμάμαι σαν να ‘τανε τώρα. «Θα τη βάλεις, τώρα, μωρή;», της λέω. «Nαι, καλέ θεία, κατευθείαν θα πάω». «Άντε», της λέω «και καλή λευτεριά».

Tο μεσημέρι μάθαμε πως ίσα που πρόλαβε, μόλις μπήκε στο γιατρείο του Ρόζενμπεργκ γέννησε, αγοράκι τέσσερα κιλά, «να το δεις, Σοφία μου, ένας παίδαρος, να μη βασκαθεί, το βράδυ με το καλό θα ‘ρθει σπίτι, πόσο να την κρατήσει κι ο γιατρός στο γιατρείο του, δεν είναι και κλινική βλέπεις». Το απόγευμα πράγματι γύρισε στο σπίτι. Eίχε πάει η μάνα της να την πάρει από νωρίς και, κάποια στιγμή που βγήκα στην πόρτα, τις είδα από μακριά να ‘ρχονται με το μωρό αγκαλιά. Δρόμος τους ήταν έτσι κι αλλιώς και είπα να σταθώ στην πόρτα να τις περιμένω, γιατί αυτές ήταν ικανές να μπούνε και μέσα και ασαράντιστη λεχώνα εγώ δε βάζω σπίτι μου.

«Nα σου ζήσει μωρή», της λέω, αφού ήρθανε κοντά, να μη μας ακούει κι ο κόσμος. «Σε ευχαριστώ, θεία μου, σε ευχαριστώ. Kαι την κιλότα θα την πλύνω και θα στη στείλω καθαρή».

Δε λέω βέβαια, λεχώνα ήταν, δε θα ‘βαζε μπουγάδα αμέσως. Kαι πάνω στη βδομάδα μάθαμε ότι σκοτώθηκε ο άντρας της. Στα ναυπηγεία δούλευε, κάνανε οξυγονοκόλληση  σ’ ένα καζάνι καί έγινε έκρηξη και πάνε έξι νομάτοι. Tους πήγαν στο Tζάννειο, όλοι τους τελειωμένοι, κατέβηκε κι ο υπουργός μάλιστα.

Mετά απ’ αυτό τα μάζεψε η ανιψιά μου και πήγε στης πεθεράς της να μείνει. Πολύ μεγάλη δυστυχία. Ποιος νοιαζόταν για την κιλότα.

Η Νταντουλάκη

 

[ Τα αποτελέσματα των πρόσφατων εκλογών, αλλά και των άλλων που έρχονται, μου φέρνουν στο νου τη μεγάλη έλλειψη κατανόησης, την αδυναμία συνεννόησης, αλλά και την ευκολία με την οποία μια τραγωδία μπορεί να γυρίσει σε κωμωδία ή φάρσα.]

-Δεν τη λένε Νταντουλάκη. Δανδουλάκη τη λένε.

-Σιγά που θα κάθομαι να τη λέω Δα-νδου-λά-κη. Ωχ, καημένε, θα τη λέω, όπως με βολεύει. Εσένα, δηλαδή, τι σε πειράζει;

Δεν με πείραζε και σιγά σιγά μάθαμε όλοι στην οικογένεια να τη λέμε Νταντουλάκη. Δήθεν για αστείο, αλλά ήταν πράγματι πιο βολικό. Μόνο που στην αρχή θύμωνε. -Τη λες κι εσύ Νταντουλάκη, για να με κοροϊδεύεις, ε;

Μια δυο φορές το χρόνο μάς έκανε κάτι τετραήμερες επισκέψεις και προσπαθούσαμε με κάθε τρόπο να την ευχαριστήσουμε, αλλά δεν ήταν και τόσο εύκολο. Τα απογεύματα της έλεγα «να σου ανοίξω την τηλεόραση να δεις τη Λάμψη». -Ε, καλά, να τη δω. Αλλά μη νομίζεις ότι βλέπω συχνά. Στη χάση και στη φέξη. Δεν ευκαιρώ από τις δουλειές. Και ούτε που δίνω βάση. Να, έτσι, να περνάει η ώρα. -Σου αρέσει η Νταντουλάκη, έτσι δεν είναι; -Ε, ναι μου αρέσει. Πώς να μη μου αρέσει;

Κάποια φορά, μετά από λίγα χρόνια, μου λέει η γυναίκα μου, καθώς διάβαζε την εφημερίδα. «Η Νταντουλάκη ανεβάζει το «λεωφορείο ο πόθος». Να πάμε τη μάνα σου, όταν ξανάρθει. Της αρέσει η Νταντουλάκη, της αρέσει το θέατρο, θα της αρέσει και το έργο, ευκαιρία είναι. Παίζει και ο Γκλέτσος, θα ενθουσιαστεί. Ας κάνουμε αυτή τη θυσία». «Και μετά να τη πάμε να φάμε στο Ιντεάλ, που το έχει κι αυτό μεγάλο καημό», συμπλήρωσα κι εγώ, για να προσθέσω κάτι σε αυτή τη θυσία.

Τον επόμενο μήνα μας επισκέφτηκε. Έκλεισα αμέσως εισιτήρια για την απογευματινή του Σαββάτου, αλλά έπρεπε να τα πάρουμε από το ταμείο τουλάχιστον μισή ώρα πριν από την παράσταση. Το μεσημέρι φάγαμε νωρίς και μετά το φαγητό της είπα:

-Να πας τώρα να ξαπλώσεις, για να σηκωθείς νωρίς. Το απόγευμα θα πάμε στο θέατρο.

-Να πάτε. Εγώ θα κάτσω εδώ. Η καλύτερή μου. Θα ´χω και την ησυχία μου.

-Θα έρθεις κι εσύ. Παίζει η Νταντουλάκη.

-Σιγά που θα πάω εγώ να δω τη Νταντουλάκη. Να μου λείπει. Εδώ τις προάλλες την έδειξε η τηλεόραση και με φωνάζει η κόρη μου και μου λέει «έλα μαμά να δεις τη Νταντουλάκη». Πάω κοντά και τι να δω. Πλισές το μούτρο της. Εγώ μπροστά της είμαι κόρη της. Δε φτάνει που την είδα στην τηλεόραση, θα πάω να τη δω κι από κοντά; Δε μου χρειάζεται.

-Θα πας τώρα να κοιμηθείς και το απόγευμα θα πάμε στο θέατρο.

Πρέπει να το είπα λίγο άγρια. Δεν ξαναμίλησε. Κάπνισε το τσιγάρο της και πήγε στο κρεβάτι της.

Φτάσαμε αρκετά νωρίς στο θέατρο. Έβγαλα τα εισιτήρια κι αρχίσαμε τις βόλτες πάνω κάτω στη στοά. Κάποια στιγμή, από την άλλη άκρη ερχότανε η Νταντουλάκη.

-Κοίτα, της λέει η γυναίκα μου, έρχεται η Νταντουλάκη.

-Αυτή είναι η Νταντουλάκη; Και τότε, αυτή που είδα στην τηλεόραση ποια ήταν;

-Θα ήταν καμιά άλλη. Δεν έχει σημασία.

-Έχει. Πρέπει να βρω ποια ήταν στην τηλεόραση.

Νιώσαμε λίγη ανακούφιση, μια και αυτή που δεν ήθελε να δει από κοντά δεν ήταν η Νταντουλάκη.

Με λιγότερη απογοήτευση μπήκαμε στο θέατρο, αλλά μόλις έσβησαν τα φώτα η μάνα μου μού λέει: «Θα σκάσω αν δε βρω ποια ήταν αυτή στην τηλεόραση».

Η παράσταση ήταν πολύ χειρότερη από ό,τι φανταζόμουν. Δεν βοήθησαν καθόλου και οι θεατές. Ως θετικός χαρακτήρας έβγαινε ο Στάνλεϊ και προκαλούσε τον θαυμασμό της αίθουσας, ενώ η Μπλανς προκαλούσε το γέλιο του κοινού σε κάθε της φράση.

-Θα σκάσω, αν δεν θυμηθώ ποια ήταν αυτή στην τηλεόραση.

Φτάσαμε και στη σκηνή που ο ημίγυμνος Στάνλεϊ/Απόστολος Γκλέτσος βγαίνει στο δρόμο και φωνάζει προς τα παράθυρα της γειτόνισσας: «Στέλλα, Στέλλα», «Κρατάω μαχαίρι» συμπληρώνει το ξεκαρδισμένο κοινό. Και τότε πετάγεται κι η μάνα μου:

-Τη θυμήθηκα. Η Έλενα Ναθαναήλ ήταν στην τηλεόραση.

Η παράσταση συνεχίστηκε ως κωμωδία. Πολλά γέλια στη σκηνή του βιασμού και πολλά ξεκαρδίσματα όταν έφθασαν οι άνθρωποι του ψυχιατρείου, για να πάρουν την Μπλανς.

Σίγουρα εμείς δεν μπορούμε να βασιζόμαστε ούτε «στην καλοσύνη των ξένων».

Όταν βγήκαμε από το θέατρο τη ρώτησα αν της άρεσε η παράσταση.

-Μου άρεσε, αλλά πιο πολύ φχαριστήθηκα που θυμήθηκα την Έλενα Ναθαναήλ. Μα δε φαντάζεσαι τι ζάρα είχε το μούτρο της. Πλισές σου λέω.

-Τώρα θα πάμε στο Ιντεάλ να φάμε.

-Να με πάτε εμένα σπίτι κι εσείς πηγαίνετε όπου θέλετε.

-Θα πάμε όλοι μαζί στο Ιντεάλ να φάμε.

-Εγώ θέλω ένα φαΐ με αυγολέμονο. Της κόρης μου δεν της αρέσει, ούτε να ακούσει για αυγολέμονο. Στο σπίτι μας δεν μπαίνει και τό ´χω λαχταρήσει τόσο πολύ.

Μόλις κάτσαμε στο τραπέζι κοίταξα τον κατάλογο και της λέω:

-Έχει φαΐ με αυγολέμονο. Ντολμάδες.

-Εγώ θέλω φρικασέ.

Η Λουκιώ

Εγώ την έλεγα νονά, αλλά νονά μου δεν ήταν. Οι γονείς μου και τ´ αδέλφια μου την έλεγαν κουμπάρα, κι αυτό με μισή καρδιά, γιατί κουμπάρα δεν ήταν, δεν είχε παντρέψει τους γονείς μου. Ο Κωστάκης είχε παντρέψει τη μάνα μου και τον πατέρα μου και έπρεπε να βαφτίσει και τον αδελφό μου, αλλά τα δάχτυλά του είχαν πάθει αγκύλωση από τις πληγές που του ´χαν κάνει τα τσέρκια των βαρελιών που δούλευε. Με τέτοια χέρια δεν μπορούσε να κρατήσει το μωρό και είπε να το βαφτίσει η Λουκιώ στη θέση του. Ο πατέρας μου όμως δεν ήθελε, γιατί ο Κωστάκης είχε τη Λουκιώ αστεφάνωτη και δεν γινόταν γυναίκα αστεφάνωτη να βαφτίσει το γιο του, γιατί ο πατέρας μου ήταν αριστερός με αξίες. Ο Κωστάκης θύμωσε που δώσανε το μωρό σε άλλον να το βαφτίσει και σταμάτησαν τα μεγάλα γλέντια, όπως τότε που ο Κωστάκης πλήρωνε την ορχήστρα του μαγαζιού να τους πάει ως το σπίτι με τα πόδια χορεύοντας και τραγουδώντας, γιατί η ώρα ήταν αργά και δεν είχε λεωφορείο. Ο Κωστάκης έβγαζε καλά λεφτά, είχε μεγάλο βαρελάδικο και τη Λουκιώ την είχε σαν βασίλισσα, με τις μακριές μοφλόν ρόμπες και τα ψηλοτάκουνα πασούμια, κεντημένα με πούλιες και χάντρες.

Ο Κωστάκης πέθανε πριν γεννηθώ εγώ κι η Λουκιώ άρχισε να έρχεται στο σπίτι μας. Αλλά πάνε πια τα διώροφα σπίτια και τα μεγαλεία. Όλα τα κληρονόμησε το σόι του Κωστάκη, γιατί η Λουκιώ ήταν αστεφάνωτη. Κι αυτή γύρισε όπως όπως στο παλιό προσφυγικό της σπίτι στις Τζιτζιφιές, ένα δωμάτιο και κουζίνα, όπως όλα τα προσφυγικά σπίτια. Και τα βράδια έπλενε πιάτα στα κέντρα που πριν διασκέδαζε σαν κυρία με τις τουαλέτες της. Όσα χρόνια τη θυμάμαι εγώ, έπλενε πιάτα στη Λάμψη, που ήταν εκεί στην άκρη, πηγαίνοντας για το Τουρκολίμανο.

Στο σπίτι μας ποτέ δεν ερχόταν με άδεια χέρια. Τη μια μού φερνε μπανάνες, που ήταν πανάκριβες τότε και την άλλη βοτσαλάκια και, παρόλο που δεν μου άρεσαν τα κουφέτα κι οι καραμέλες, τα βοτσαλάκια της Λουκιώς τα είχα φάει μέχρι να φύγει. «Εγώ κουμπαρούλα μου, άμα δεν έχω λεφτά να πάρω ακριβό δώρο, θα πάρω μια βελόνα, αλλά την καλύτερη. Κι αν δεν μου φτάνουν τα λεφτά για τη βελόνα, θα πάρω μια καρφίτσα, αλλά την καλύτερη». Μόλις έμπαινε στο σπίτι με έπαιρνε αγκαλιά, με χόρευε και τραγουδούσε: «Γιώργον είχα, Γιώργον έχω κι άμα θα ξαναχηρέψω, πάλι Γιώργο θα γυρέψω». Κι ήταν πάντα μοσχομυριστή η αγκαλιά της: «μαγκρίφ, κουμπαρούλα μου, μαγκρίφ. Το καλύτερο άρωμα».

Όταν ερχόταν στο σπίτι ο πατέρας μου και την έβλεπε, άπλωνε το χέρι του να την χαιρετίσει με κρύα καρδιά, χωρίς να την κοιτάζει στα μάτια. Κι όταν εκείνη τον ρωτούσε «τι κάνεις κουμπάρε;» Εκείνος πετούσε ένα ξερό «καλά» και δεν της ξαναμιλούσε. Κι ο αδελφός μου το ίδιο. Έκανε ό,τι έκανε ο πατέρας μου.

Η μάνα μου έλεγε πάντα καλά λόγια για τον Κωστάκη. Που κατέβαινε στην παραλία στο Φάληρο όταν τραβούσε ο ψαράς τα δίχτυα του και αγόραζε όλη την ψαριά και μετά έλεγε στον ψαρά να ρίξει πάλι τα ψάρια στη θάλασσα, ζωντανά όπως ήταν. Και όταν περνούσε ο ψαράς από το σπίτι κατέβαινε κι αγόραζε μια οκά ψάρια. Κι η Λουκιώ γκρίνιαζε: «κι απ´ τον προηγούμενο ψαρά πήραμε ψάρια, Κωστάκη». Κι ο Κωστάκης της έλεγε «κι άμα δεν πάρω εγώ και δεν πάρει κι ο άλλος, πώς θα μεγαλώσει αυτός ο άνθρωπος τα παιδιά του;» Κι η μάνα μου συμπλήρωνε «μη νομίζεις πως ήτανε καμιά νοικοκυρά η Λουκιώ. Όλο ψι ψι ψι, τάιζε τις γάτες της γειτονιάς, για να αποφύγει το τηγάνισμα. Και τόσα λεφτά περνάγαν απ´ το χέρι της, δεν έβαζε τίποτε στην πάντα για τα γεράματά της». «Μα αφού δεν ήταν δικά της τα λεφτά» είπα μια φορά εγώ. «Οι νοικοκυρές γυναίκες πάντα βάζουν λεφτά στην πάντα». Για τη Λουκιώ ποτέ κανείς δεν είπε μια καλή κουβέντα στο σπίτι μας, ούτε κανείς κατάλαβε γιατί την αγαπούσα. Όλες οι ιστορίες ήταν πάντα για τον Κωστάκη κι ακόμη κι οι δυσάρεστες ιστορίες λέγονταν έτσι που να γίνονται αστείες, να μη σκεφτεί ποτέ κανείς κακό για τον Κωστάκη. «Ή που θα ξεχάσω εγώ, συνέχιζε η μάνα μου, ένα καλοκαίρι που παραθερίζαμε στο σπίτι τους στη Μαγκουφάνα κι η ανιψιά του Κωστάκη ετοίμασε κόλλυβα για το Ψυχοσάββατο του καλοκαιριού και μου πε να πάω μαζί της στο νεκροταφείο. Κι εκεί στην πόρτα του νεκροταφείου την περίμενε ο αγαπητικός της. Μού δωσε την πετσέτα με το πιάτο και μου λέει «πέντε λεφτά, δε θά αργήσω». Και έμεινα εγώ να κρατάω το πιάτο τυλιγμένο με την πετσέτα κι οι δυο τους άφαντοι πίσω από τα δέντρα. Και τώρα θα ´ρθουν και τώρα θα ´ρθουν και πού να έρθουν. Εδέησε εντέλει να γυρίσει πίσω καμιά φορά, περασμένη η ώρα, και στο δρόμο έβγαζα τις πευκοβελόνες απ´ τα ρούχα της. Στο σπίτι ο Κωστάκης φαινόταν πολύ θυμωμένος. Δε μίλησε καθόλου, παρά μου έδωσε τον τρίφτη κι ένα μεγάλο κομμάτι τυρί, σκληρό πέτρα, και μου πε «για τιμωρία σου θα πας κάτω από τη συκιά και θα το τρίψεις όλο. Τι έφταιγα η κακομοίρα;»

Η Λουκιώ ποτέ δεν έλεγε τίποτε για τη ζωή της με τον Κωστάκη. Ποτέ δεν την άκουσα να τον αναφέρει. Πάντα μιλούσε για το τώρα, ποτέ για το τότε. Κι όταν κάποτε της είπα ότι το σχολικό λεωφορείο περνούσε από την παραλία στις Τζιτζιφιές έκανε μεγάλη χαρά. Κι από τότε δυο τρεις φορές την εβδομάδα περίμενε στην παραλία, να με δει στο παράθυρο του λεωφορείου και να μου κουνήσει το χέρι. Κι όταν έγινα δεκατριών μου είπε να πάω σπίτι της. Τώρα πια ήμουν μεγάλος και μπορούσα να πάρω το λεωφορείο και να κατέβω στις Τζιτζιφιές. Εκεί θα με περίμενε, να πάμε σπίτι μαζί. Να με γνωρίσει και η Στάσα, να με γνωρίσουν και τα παιδιά της Στάσας, που τους είχε πει τόσα για μένα.

Έλαμπε από χαρά όταν κατέβηκα από το λεωφορείο. Πήγαμε σπίτι της, στις προσφυγικές πολυκατοικίες. «Εδώ κοιμάμαι εγώ» μου έδειξε το ντιβανάκι στην κουζίνα. Στο δωμάτιο, μέσα, έμενε η Στάσα με τα παιδιά της. «Έτσι που τους έχεις χωρίς χαρτιά, χωρίς να σου πληρώνουν νοίκι, χωρίς τίποτε, θα στο φάνε μια μέρα το σπίτι» της έλεγε η μάνα μου. «Να μου το φάνε, κουμπαρούλα μου, να μου το φάνε. Φτωχοί άνθρωποι είναι, εγώ τι να το κάνω;» Και γνώρισα τη Στάσα, γνώρισα και τα παιδιά της και είπαμε ιστορίες και γελάσαμε και φάγαμε απ´ όλα τα καλά. Ως και ψωμί εφτάζυμο μου είχε αγοράσει.

Τον τελευταίο χρόνο, που έμενα στο οικοτροφείο, χαθήκαμε. Ούτε το σχολικό περνούσε, ούτε στο σπίτι ερχόταν. Ήμασταν και απορροφημένοι από την αρρώστια του πατέρα μου και δεν πολύ σκεφτόμασταν τη Λουκιώ. Στο θάνατο του πατέρα μου δεν είχαμε τρόπο να την ειδοποιήσουμε. Τηλέφωνο δεν είχε. Κι όταν κόντευε το μνημόσυνο των σαράντα, τέλος Απριλίου, ξεκίνησα να της πάω το αγγελτήριο του μνημοσύνου, αν και ο πατέρας μου δεν θα την ήθελε, γυναίκα αστεφάνωτη, στο μνημόσυνό του. Μόνο εγώ είχα πάει στο σπίτι της, μόνο εγώ ήξερα πού έμενε. Και βρήκα το σπίτι κλειστό. Κι άκουσε τα χτυπήματα στην πόρτα μια γειτόνισσα και άνοιξε το παράθυρο. «Η κυρία Λουκία πέθανε, μου είπε, και την Κυριακή έχουμε το μνημόσυνο των σαράντα».

Έσκυψα το κεφάλι και έφυγα. Κι έμεινα σκυφτός πολύ καιρό.

Πώς γλίτωσα τον εκκλησιασμό

Ο πατέρας μου δεν είχε καλές σχέσεις με τη θρησκεία, αλλά ανάμεσα στον πατέρα μου και στον παπα-Γιάννη υπήρχε μεγάλη αλληλοεκτίμηση. Η μάνα μου είχε καλές σχέσεις με τη θρησκεία, αλλά από απόσταση. Στην εκκλησία δεν πηγαίναμε, ούτε ποτέ το ραδιόφωνο μετέδιδε τη λειτουργία. Μόνη εξαίρεση γινόταν τη Μ. Πέμπτη. Τη λάτρευα από παιδί αυτή την ημέρα, με τα κόκκινα αυγά και τα κουλουράκια. Η μάνα μου τσουρέκια δεν έφτιαχνε, αλλά εγώ πάντα έδινα υπόσχεση στον εαυτό μου πως άμα μεγαλώσω θα φτιάχνω και τσουρέκια. Το βράδυ της Μ. Πέμπτης η μάνα μου άνοιγε το ραδιόφωνο, για να ακούσουμε τη σταύρωση. Περίμενε να ακουστεί το «σήμερον κρεμάται επί ξύλου» και με φώναζε. «Να τώρα θα ακουστεί το σφυρί που καρφώνει τα καρφιά». Κι όταν άκουγε το σφυρί δάκρυζε και με την ανάποδη του χεριού της σκούπιζε τα δάκρυα. Κάποτε τη ρώτησα ποιος καρφώνει τον Χριστό στην εκκλησία. «Ο επίτροπος»,  μού απάντησε κι εγώ κάθε χρόνο σκεφτόμουν τον κύριο Γρηγόρη, που ήταν επίτροπος στην εκκλησία κι ο πατέρας μου τον κορόιδευε γιαυτό, να ανεβαίνει με μια σκάλα να σταυρώσει τον Χριστό.

Όταν ήμουν στην πέμπτη δημοτικού, ο αδελφός του πατέρα μου, που δεν είχε δικά του παιδιά και ήθελε πάντα να έχει λόγο στο πώς μεγάλωνα, μού υποσχέθηκε πως την Μ. Πέμπτη θα με έπαιρνε μαζί του στην εκκλησία να ακούσουμε τα δώδεκα ευαγγέλια και πως από δω κι εμπρός θα πηγαίναμε στην εκκλησία κάθε Κυριακή. Ήθελα να δω τον κύριο Γρηγόρη να σταυρώνει το Χριστό και να μην ακούω το σφυρί και τα καρφιά από το ραδιόφωνο. Από την άλλη όμως με ανησυχούσαν τα δώδεκα ευαγγέλια, μου φαίνονταν πολλά, και το κάθε Κυριακή μού προκαλούσε τρόμο.

Σε όλη τη διαδρομή ως τον Άγιο Διονύσιο ο θείος μου με κρατούσε από το χέρι, πράγμα που δεν έκανε ο πατέρας μου, γιατί ήμουν πια μεγάλος. Αλλά και μέσα στην εκκλησία, πάλι από το χέρι με κρατούσε κι εγώ ήθελα να αλλάξω χέρι, αλλά δεν μπορούσα.

Όλα ήταν πολύ βαρετά, πάρα πολύ βαρετά και το θέαμα αργούσε. Σκεφτόμουν τα κόκκινα αυγά στο σπίτι. Η μάνα μου ήθελε να βάψει τριάντα, εγώ εξήντα και συμβιβαστήκαμε στα 40. Όλα κόκκινα. Εγώ ήθελα κι άλλα χρώματα, αλλά η μάνα μου έλεγε ότι τα αυγά του πάσχα είναι κόκκινα και δε σήκωνε αντίρρηση. Μόνο τότε που ήμουν πολύ μικρός και είχα πάθει μαγουλάδες και γκρίνιαζα κλεισμένος στο σπίτι μού έδωσε στουπί και μέ έβαλε να βγάζω τις άσπρες κλωστές, για να μείνουν μόνο οι χρωματιστές. Δυο μέρες έβγαζα τις άσπρες κλωστές και μετά πήρε τις χρωματιστές κλωστές, τις τύλιξε γύρω από τα αυγά και τα έβρασε. Βγήκαν έξι πολύ ωραία χρωματιστά αυγά, αλλά ποτέ άλλοτε δεν μπήκαν χρωματιστά αυγά στο σπίτι μας. Όμως εγώ, άμα μεγαλώσω θά βάφω για τα παιδιά μου χρωματιστά αυγά.

«Θείε, πόσα ευαγγέλια έχουν πει;» -«Σουτ, μη μιλάς».

Και μετά με έτρωγε το πόδι μου κι έσκυβα να το ξύσω κι ο θείος με τράβαγε να μη σκύβω. Και μετά άρχισε να με τρώει το άλλο πόδι και δεν μπορούσα να το ξύσω, γιατί το άλλο χέρι το κρατούσε ο θείος μου. Και τράβηξα το χέρι μου, αλλά ο θείος μου μού το ξανάπιασε. «Σταμάτα να ξύνεσαι και πρόσεχε». -«Πόσα ευαγγέλια έχουν πει;», -«να μην ξαναμιλήσεις.» Τότε κατάλαβα πως ο θείος μου δεν ήξερε πόσα ευαγγέλια είχαν πει και κόντευα να τρελαθώ από τη φαγούρα, που πλέον απλωνόταν σε όλο μου το σώμα.

Κάποια στιγμή έσβησαν τα φώτα κι η εκκλησία φωτιζόταν μόνο από τα κεριά. Ωραίο ήταν αυτό και κατάλαβα πως ήρθε η ώρα. Κι ο παπα-Γιάννης βγήκε από την αριστερή πόρτα του ιερού κουβαλώντας το σταυρό στον ώμο του κι έψελνε αργά αργά και μακρόσυρτα «σήμερον κρεμάται επί ξύλου ο εν ύδασι την γην κρεμάσας». Και άρχισε να έρχεται στον κεντρικό διάδρομο που καθόμασταν εμείς. Και τότε είδα ότι ο παπά-Γιάννης είχε δέσει στο σταυρό μια πλακέ μπαταρία κι ένα λαμπάκι που φώτιζε ένα χαρτί κολλημένο στο σταυρό. Κι από αυτό το χαρτί διάβαζε γραμμένα με το χέρι τα λόγια που έψελνε. Κι όταν έφτασε μπροστά μου διάβασα κι εγώ στο χαρτί «σήμερον κρεμάται επί ξύλου ο εν οίδασι την γην κρεμάσας». Και τότε έδειξα με το χέρι και με φωνή που ενδυνάμωναν ο θρίαμβος κι η διαμαρτυρία φώναξα «είναι ανορθόγραφο». Ο καημένος ο παπα-Γιάννης είχε μπερδέψει τα ύδατα με το «ου γαρ οίδασι τι ποιούσι».

Η αντίδραση του θείου μου ήταν ακαριαία. Με άρπαξε από το χέρι και με τράβηξε έξω από την εκκλησία, χωρίς να δούμε τον κύριο Γρηγόρη να σταυρώνει τον Χριστό. Ο θείος μου έδειχνε πολύ θυμωμένος. Δεν με κρατούσε πια από το χέρι, αλλά με τραβούσε από το μπράτσο και δεν έλεγε τίποτε. Μόνο όταν κοντεύαμε στο σπίτι μού είπε «εσύ, όταν μεγαλώσεις, θα γίνεις δάσκαλος». Και ποτέ πια δεν με ξαναπήρε στην εκκλησία.