Δεν Ξαναπάω Στις Γυναίκες

Ημέρες Εγκλεισμού και Απόδρασης

Όπως ήμουν με τα ρούχα της δουλειάς. Βρακί, φανελάκι και πέδιλα. Ούτε που σκέφτηκα να φορέσω κάτι από πάνω. Άλλωστε δεν υπήρχε και ο χρόνος. Όλα έπρεπε να γίνουν βιαστικά και γρήγορα. Όταν δραπετεύεις δεν σκέφτεσαι την εμφάνισή σου, ούτε κοιτάζεσαι στον καθρέφτη. Το μόνο που σε νοιάζει είναι να μη σε πάρουν χαμπάρι και μπει βίαιο τέλος στην επιχείρηση απόδρασης.
Άνοιξα αθόρυβα την πόρτα της αυλής. Έξω ησυχία. Κανείς δεν κυκλοφορούσε τόσο νωρίς στο δρόμο. Άφησα την πόρτα ανοιχτή, για να μην κάνει θόρυβο κλείνοντας και έστριψα προς τα πάνω. Έφτασα στη γωνία Βιτωλίων και Σπάρτης κι έστριψα δεξιά χωρίς να κοιτάξω πίσω μου. Δεν ήθελα συγκινήσεις και δεν είχα αναστολές. Ήμουν αποφασισμένος για όλα. Έβαλα το κεφάλι κάτω και προχώρησα με γοργό βήμα χωρίς να κοιτάζω δεξιά κι αριστερά και προπαντός χωρίς να γίνομαι στόχος και να κινώ υποψίες.
Έφτασα στη στάση Παναγιωτάκου, πέρασα τις γραμμές του τραμ, χωρίς να κοιτάξω και αψηφώντας κάθε κίνδυνο. Σε λίγο έφτασα στην απέναντι πλευρά. Για κακή μου τύχη εκεί είχε σταματήσει ένας πλανόδιος μανάβης με την πραμάτειά του φορτωμένη σε ένα κάρο που το έσερνε ένα γαϊδούρι. Άγνωστος μανάβης αυτός, δεν ήταν ο δικός μας, πράγμα καλό σε αυτήν την περίπτωση. Άγνωστος αυτός, άγνωστο και το γαϊδούρι του. Γύρω από το κάρο είχαν μαζευτεί πολλές γυναίκες που ψώνιζαν τα ζαρζαβατικά τους και τα φρούτα τους. Άλλη θα έφτιαχνε γεμιστά και ζούλαγε τις ντομάτες, άλλη θα έφτιαχνε ιμάμ και ζούλαγε τις μελιτζάνες, άλλη είχε ήδη ψωνίσει μπάμιες και τώρα ζούλαγε τα ροδάκινα. Πάντως όλες έδειχναν προσηλωμένες, πράγμα καλό, γιατί δεν κοίταζαν το δρόμο, δεν με είχαν δει, ούτε αυτές, ούτε ο μανάβης που ήταν αφοσιωμένος στην παλάντζα του και στους υπολογισμούς του, στα τάλιρα και τα δεκάρικα που άλλαζαν χέρι.
Και τότε έγινε το κακό. Κάποια από αυτές με έδειχνε με το δάχτυλο και έλεγε στις άλλες «κοιτάχτε, κοιτάχτε» κι αυτές παράτησαν ντομάτες και μελιτζάνες, παράτησαν τον μανάβη που ανησυχούσε μη φύγει καμιά χωρίς να πληρώσει, θορυβήθηκε και το γαϊδούρι που άρχισε να γκαρίζει. Από τη μια στιγμή στην άλλη άλλαξαν όλα. Στην αρχή μπήκαν μπροστά μου και μου έκλεισαν το δρόμο και μετά με περικύκλωσαν και ήταν πολλές, πάρα πολλές και φώναζαν και μιλούσαν γρήγορα και δεν ήξερα τι έλεγαν, όλα ήταν μπερδεμένα, ώσπου ένα χέρι ξεχώρισε ανάμεσά τους και μ’ άρπαξε.

Άργησα να καταλάβω ποιο ήταν αυτό το χέρι, γιατί όλα γίνονταν γρήγορα, πολύ γρήγορα και με φωνές. Και το χέρι φώναζε «τον βρήκα, τον βρήκα.» Και τότε ξεθάρρεψα. Το χέρι ήταν της Μαρίας, της κόρης της Ερηνούλας που έμενε απέναντι μας κι εκείνη με είχε σηκώσει στην αγκαλιά της και έτρεχε και μια άλλη πιο πέρα φώναζε «βρέθηκε, βρέθηκε». Και ξαφνικά ο δρόμος είχε γεμίσει από γυναίκες που φώναζαν και κουνούσαν τα χέρια τους και η Μαρία είχε λαχανιάσει γιατί έτρεχε με μένα στην αγκαλιά και έφτασε ξεψυχισμένη στο σπίτι μας, η πόρτα της αυλής ήταν ορθάνοιχτη κι η μάνα μου στεκόταν με μια βέργα. Και μόλις την είδα έτσι αγριεμένη και απειλητική άρχισα να φωνάζω «μαμά μου δε θα ξαναπάω στις γυναίκες, δε θα ξαναπάω στις γυναίκες». Και τότε έγινε το θαύμα κι άρχισε η μάνα μου να γελάει και γελούσαν και οι άλλες γυναίκες κι η μάνα μου γελώντας είπε «μαυρόμοιρο έχε χάρη» κι εγώ δεν κατάλαβα γιατί γλίτωσα το ξύλο και πέρασαν αρκετές ημέρες πριν ξανανοίξω την πόρτα της αυλής. Αυτή τη φορά όμως όταν έφτασα στη γωνία Βιτωλίων και Σπάρτης δεν έστριψα δεξιά, αλλά αριστερά.

Ο Ορέστης

Μερικές φορές, όταν περπατώ στην αγορά της Αθήνας, νομίζω πως τον βλέπω να στρίβει στην Ευριπίδου. Φευγαλέα, για κλάσματα δευτερολέπτου. Έτσι κι αλλιώς αυτό είναι ένα ξένο σκηνικό, δεν είναι δικό του, δεν τον είχα δει ποτέ εκεί. Ίσως το μέρος να συμπυκνώνει ένα μίγμα νοσταλγίας και θλίψης και το βλέμμα να δραπετεύει σε οπτασίες του παρελθόντος.

Το δικό του σκηνικό ήταν άλλο. Οι χωμάτινοι δρόμοι του Πειραιά με τα χαμηλά φτωχικά σπίτια. Σε αυτούς τους δρόμους περπατούσε όλη μέρα, ατσαλάκωτος, φροντισμένος, με το γκρίζο κουστούμι, το λευκό πουκάμισο και τα χρυσά γυαλιά. Και μόνο η λεπτή σκόνη που είχε σταθεί στις μύτες των παπουτσιών έδειχνε πόσο πολύ είχε περπατήσει από το πρωί.

Όταν έπαιζα στο δρόμο και τον έβλεπα να στρίβει από την οδό Σπάρτης παρατούσα το παιχνίδι και έτρεχα στο σπίτι: «Ο Ορέστης έρχεται». Ερχόταν συχνά, χωρίς λόγο. Έκανε μια στάση στα γρήγορα, για να πιει τον καφέ, που του έφτιαχνε η μάνα μου. Κι όσο ψηνόταν ο καφές με έπαιρνε στα γόνατά του και μου έδινε τις δυο μπανάνες, που μου είχε φέρει. Πανάκριβες και δυσεύρετες οι μπανάνες τότε και μόνο ως δώρα για μένα έμπαιναν σπίτι μας. Μετά έφερνε η μάνα μου τον καφέ και μού ‘λεγε να κατέβω από τα γόνατά του, για να μην κάνω καμιά απότομη κίνηση και χυθεί ο καφές. Τις περισσότερες φορές ο Ορέστης ύψωνε το δάχτυλο του χεριού του και της έλεγε «ένα, ένα παιδάκι ήθελα κι εγώ στη ζωή μου και τίποτε άλλο», αλλά δεν δάκρυζε όλες τις φορές.

Ο Ορέστης ήταν ο «δοντογιατρός» μας. Πλανόδιος οδοντίατρος με το βαλιτσάκι στο χέρι πήγαινε από σπίτι σε σπίτι, από μαγαζί σε μαγαζί και έφτιαχνε τα δόντια των ανθρώπων. Είχε έναν βραχνό τροχό, όχι σαν αυτούς τους τσιριχτούς που έχουν οι γιατροί τώρα. Τον έβαζε στην πρίζα και με το πόδι πατούσε ένα κουμπί που έκανε τον τροχό να βγάζει έναν ήχο σαν βραχνό τριζόνι. Ο τροχός, τα άγκιστρα, η σύριγγα, οι ενέσεις, οι τανάλιες, οι σκόνες για τα σφραγίσματα, όλα χωρούσαν στο μαύρο βαλιτσάκι. Όλοι οι γείτονες, οι φίλοι, οι συγγενείς, όλοι μα όλοι τον είχαν θεό τους. Πολύ τους εξυπηρετούσε ο Ορέστης. Οι μανάδες, που δεν είχαν πού να αφήσουν τα παιδιά τους, δεν χρειαζόταν να τρέχουν στα οδοντιατρεία κι οι εργαζόμενοι δεν έχαναν τα μεροκάματά τους. Τους φρόντιζε ο Ορέστης τα απογεύματα, τα βράδια, ακόμη και τις Κυριακές. Η μόνη δυσκολία ήταν να τον ειδοποιήσεις για κάτι επείγον, για κάποιο ξαφνικό πονόδοντο. Ούτε τηλέφωνο είχαμε, ούτε πού έμενε ξέραμε. Όλο και σε κάποιο συγγενή, γνωστό ή γείτονα θα πήγαινε και έτσι τον ειδοποιούσαμε, ο ένας με τον άλλον. Και τα λεφτά που έπαιρνε λίγα, κι αυτά με δόσεις. Όπως μπορούσε ο καθένας και όλοι βολεύονταν. Και ποτέ στις τακτικές επισκέψεις του δεν παραπονέθηκε πως κάποιος ήταν κακοπληρωτής, πως δεν τον πλήρωσε και του έφαγε λεφτά. Δεν θα είχαν γίνει κι αυτά; Σίγουρα θα είχαν γίνει, αλλά ο Ορέστης δεν ήξερε καν ποιος του χρωστούσε και πόσα. Δεν είχε τεφτέρι, για να τα γράφει, όπως είχε ο μπακάλης μας.

Τα ξόδευε όμως τα λεφτά ο Ορέστης, τα ξόδευε πολύ. Είχε πάθος με τα λαχεία. Αγόραζε πολλά λαχεία, ό,τι υπήρχε και δεν υπήρχε. Πού θα πάει θα το πιάσω. Κι άμα το πιάσω, το βλέπεις αυτό, έλεγε δείχνοντας το βαλιτσάκι του, μπλουμ, μπλουμ, μπλουμ στα πιο βαθιά νερά. Αλλά ποτέ δεν κέρδισε τίποτε. Για δυο νούμερα τού ξεγλιστρούσε το άτιμο.

Όταν άρχισα να πηγαίνω σχολείο ο Ορέστης ήθελε να του δείχνω τα τετράδιά μου και να με γεμίζει μπράβο. Κάποτε όμως, στην Πέμπτη δημοτικού είδε ότι ο δάσκαλος μού είχε βάλει λάθος το ένα από τα δύο προβλήματα στο τεστ που γράφαμε κάθε Παρασκευή. Ο Ορέστης διάβασε το πρόβλημα με προσοχή. Απλό πρόβλημα. Σε ένα μπάνιο με πλευρές τόσο επί τόσο θα στρώνανε πλακάκια με πλευρές τόσο επί τόσο. Πόσα πλακάκια χρειάζονταν; Ο δάσκαλος ήθελε να βρούμε τα δύο εμβαδό και να κάνουμε διαίρεση. Εγώ όμως διαίρεσα την κάθε πλευρά του μπάνιου με την κάθε πλευρά που είχε το πλακάκι και πολλαπλασίασα τα δυό πηλίκα. Ο δάσκαλος μού είπε ότι η σκέψη ήταν λάθος και ότι συμπτωματικά βρήκα το ίδιο αποτέλεσμα. Ο Ορέστης σκέφτηκε λίγη ώρα και μετά είπε της μάνας μου. «Αυτός εδώ έχει δίκιο, ο δάσκαλος έχει λάθος».

Ένας θρίαμβος απλώθηκε στο πρόσωπό του και μου είπε συνωμοτικά: «Αυτό που σκέφτηκες ήταν καταπληκτικό. Εσύ όταν μεγαλώσεις θα γίνεις οικονομολόγος κι εγώ τότε θα σου πω ένα μυστικό και με αυτό το μυστικό θα γίνουμε πλούσιοι. Πολύ πλούσιοι. Και τότε το βλέπεις αυτό; Μπλουμ, μπλουμ, μπλουμ, στα πιο βαθιά νερά».

Παρόλα αυτά εγώ δεν έγινα οικονομολόγος, ούτε ο Ορέστης μού είπε ποτέ το μυστικό που θα μας έκανε πλούσιους. Όταν όμως μεγάλωσα λίγο ακόμη μου δημιουργήθηκε μεγάλη απορία, γιατί οι γονείς μου ήθελαν να με στείλουν σε οδοντιατρείο για ένα δόντι που με πόνεσε και δεν ήθελαν να το δείξω στον Ορέστη. «Ο Ορέστης, παιδί μου, είπε η μάνα μου, δεν έχει δίπλωμα γιατρού γιαυτό δεν έχει και γιατρείο με ταμπέλα. Η οικογένειά του ήταν πρόσφυγες και με πολλές στερήσεις μπήκε στην Οδοντιατρική Σχολή, αλλά δεν κατάφερε να τελειώσει. Την τελευταία χρονιά τα παράτησε και πήγε και δούλεψε οδοντοτεχνίτης κι έμαθε κι αυτήν την τέχνη. Τό ‘χε όμως μεγάλο καημό κι έτσι πήρε το βαλιτσάκι κι έτρεχε στις γειτονιές. Γιαυτό θέλει κάποτε να το ξεφορτωθεί το βαλιτσάκι».

Καθώς μεγάλωνα κι έλειπα από το σπίτι δεν πολυέβλεπα τον Ορέστη. Έφηβος ήμουν όταν τον είδα τελευταία φορά. Μεγάλωνε κι εκείνος, άλλαζε και η κοινωνία και τελικά χαθήκαμε.

Μετά από χρόνια είπανε πως για όλα τα κακά της χώρας έφταιγαν άνθρωποι σαν τον Ορέστη.

Ο Ορέστης ήταν καλός άνθρωπος.

Από τη Νάπολη ως τον Πειραιά

Αυτές τις μέρες παρακολουθώ με αγγλικούς υπότιτλους και μεγάλο θαυμασμό το My Brilliant Friend της Elena Ferrante. Κανένα άλλο βιβλίο δεν έχει αποδοθεί τόσο πιστά στην οθόνη, καμιά προδοσία, καμιά απογοήτευση, γίνεσαι κι εσύ μέρος αυτής της ναπολιτάνικης φτωχογειτονιάς στις δεκαετίες του 50 και του 60. Τις νύχτες ακούω τη Maestra Oliviero να φωνάζει Cerullo, Greco και μου θυμίζει τη δική μου δασκάλα της τρίτης δημοτικού, την κυρία Φιλία Γούλα…

Ένα πρωί, τον Μάρτη του 1960, η κυρία Φιλία δεν ήρθε στην τάξη. Ήταν στο γραφείο κλεισμένη με όλες τις δασκάλες και τον δάσκαλο της έκτης τον κύριο Θεοδωράκη, που ήταν ο διευθυντής του σχολείου. Δεν κάναμε μάθημα εκείνο το πρωί, μας πρόσεχαν τα μεγάλα παιδιά της έκτης. Στο διάλειμμα κατεβήκαμε στην αυλή, όπου ήταν και το γραφείο των δασκάλων. Κοίταξα από το παράθυρο και είδα την κυρία Φιλία όρθια. Δεν ξέρω αν με είδε κι εκείνη, αλλά αμέσως άνοιξε την πόρτα και μου είπε: «Δίνεται μια υποτροφία για το Κολλέγιο. Είναι για παιδί της τρίτης δημοτικού από τον Πειραιά. Κάθε σχολείο θα στείλει τον καλύτερό του μαθητή και θα γίνουν εξετάσεις. Εμείς θα στείλουμε εσένα και να πας να φέρεις τον πατέρα σου να υπογράψει την αίτηση».

Τρέχοντας κατέβηκα την οδό Βιτωλίων. Στη Σπάρτης έστριψα δεξιά, γιατί πιο κάτω ήταν έξω πάλι το μεγάλο αγόρι. Όχι, δεν τον φοβόμουν. Μια φορά μόνο τον φοβήθηκα. Την προηγούμενη χρονιά που είχαμε πάρει τους ελέγχους. Περπατούσα κρατώντας τον έλεγχο στο χέρι κι εκείνος μού τον άρπαξα. Φοβήθηκα τότε ότι θα μου τον έσκιζε, αλλά εκείνος μέτρησε ένα ένα τα δέκα δεκάρια και μονολόγησε. Δέκα οι δέκα εκατό, διά του δέκα, δέκα. Βγαίνεις με δέκα μου είπε, μου έδωσε πίσω τον έλεγχο και με χτύπησε φιλικά στην πλάτη. Τώρα θα ήθελε να με ρωτήσει πού τρέχω κι άλλα τέτοια, αλλά εγώ βιαζόμουν. Έστριψα στης Σπάρτης και ξανά στη Μεσολογγίου. Δεν πρόσεξα και πάτησα στο αυλάκι με τα βρωμόνερα, που κυλούσαν μόνιμα μπροστά από τις παράγκες κι ο πλαστικός άσπρος γιακάς πήρε τρεις στροφές γύρω από το λαιμό μου μέχρι να φτάσω σπίτι μας. Η μάνα μου ήταν στην ταράτσα και έπλενε ρούχα στη σκάφη. Η λαχανιασμένη μου φωνή «μαμάααααα» ανέβηκε τις σκαλες πριν από μένα και την βρήκε σκυμμένη πάνω από τη σκάφη, ιδρωμένη να στάζει ο ιδρώτας από το μέτωπό της, με το κεφάλι τυλιγμένο με άσπρο τουλπάνι, για να μην την κάψει ο ήλιος του Μάρτη. Μέχρι να φτάσω στην ταράτσα είχε ισιώσει το κορμί της, είχε παραμερίσει το τουλπάνι από το πρόσωπο και με κοίταζε σαστισμένη. Της τα είπα γρήγορα γρήγορα. Σκούπισε τα χέρια της, έβγαλε την ποδιά και το μαντήλι, άφησε την πλύση και το καζάνι με το νερό να ζεσταίνεται στη γκαζιέρα και με έπιασε από το χέρι. «Πάμε στον πατέρα σου, μου είπε». Τα είπα και σε εκείνον κι όσο μιλούσα σκυθρώπιαζε. «Δεν πάω πουθενά, είπε. Δεν υπογράφω τίποτε. Δεν θέλω ο γιος μου να μπλέξει με την αλητεία». Η μάνα μου δεν απάντησε. Με άρπαξε από το χέρι πάλι και πήγαμε δίπλα, στο θείο μου. «Πήγαινε να υπογράψεις εσύ, του είπε, γιατί ο αδελφός σου δεν πάει, τον ξέρεις τι είναι».

Όλη την υπόλοιπη ημέρα δεν κάναμε μάθημα, ούτε την επομένη. Στο γραφείο των δασκάλων ετοιμαζόταν η έκθεση που θα συνόδευε την αίτηση. Ακόμη αναρωτιέμαι τι έγραφαν τόσες ώρες.

Μετά από λίγες ημέρες ήρθε η ειδοποίηση να παρουσιαστώ την Τρίτη σε ένα σχολείο στην Καλλίπολη του Πειραιά για εξετάσεις. Τριανταένα κουρεμένα αγόρια 9 ετών. Γράφαμε όλο το πρωινό. Το μεσημέρι φεύγοντας μας είπαν πως την άλλη μέρα θα έστελναν τηλεγράφημα στα παιδιά που είχαν γράψει καλύτερα, για να ξανάρθουν την Πέμπτη.

Μπήκαμε στο λεωφορείο, για να γυρίσουμε σπίτι και η μάνα μου, μού εξήγησε ότι δεν θα ερχόταν τηλεγράφημα, γιατί από αυτά που είδε κι άκουσε, όσο εγώ έγραφα, κατάλαβε πως τηλεγράφημα δεν θα ερχόταν. «Θα έρθει», απάντησα κοφτά.

Την άλλη μέρα ξύπνησα με ψηλό πυρετό. Η μάνα μου μού είπε. Είσαι άρρωστος. Δεν μπορείς αύριο να πας κι έτσι κι αλλιώς τηλεγράφημα δεν θα έρθει. «Θα έρθει το απόγευμα, της είπα, και θα πάω. Θα γίνω καλά.» Την άλλη μέρα, στο ίδιο σχολείο της Καλλίπολης εμφανιστήκαμε για εξετάσεις οχτώ παιδιά.

Την επόμενη εβδομάδα, Μεγάλη Τετάρτη πλέον και δεν είχαμε σχολείο, ήρθε ο μακρόστενος φάκελος. Λίγο αργότερα και η εφημερίδα. Αλλά το όνομά μου γραφόταν παντού Γεώργιος Δημητρίου Θαλάσσης, όχι Κωνσταντίνου. Κι ο θείος ο Μήτσος, που δεν είχε παιδιά, καμάρωνε. Χρειάστηκαν πιστοποιητικά και δεν ξέρω τι άλλο, για να αλλάξει το όνομα και να γίνει Κωνσταντίνου.

Ο πατέρας μου δεν πάτησε ποτέ στο Κολλέγιο, παρά μόνο στην τελετή αποφοίτησης. Την επόμενη χρονιά πέθανε και δεν είχα πλέον κανένα να μου ξεφλουδίζει μία μία τις ρόγες από το ροζακί σταφύλι, να βγάζει τα κουκούτσια και να με ταΐζει στο στόμα.

Την αλητεία δεν την γνώρισα. Μόνο γελαστά, καλοσυνάτα παιδιά. Και βαθιά δημοκράτες εκπαιδευτικούς. Ύστερα πήραμε ο καθένας το δρόμο του. Κι ο Αντώνης Σαμαράς κι ο Νίκος Μπίστης κι ο Αρίστος Δοξιάδης. Κι ο αγαπημένος φίλος μου ο Ανδρέας, που έγινε σπουδαίος γιατρός στην Αμερική και κάποτε γύρισε πίσω. Μου έκανε αίτημα φιλίας και χάρηκα τόσο πολύ. Και μετά μου έγραψε πως το κείμενο που δημοσίευσα για τις επιθέσεις της ΕΟΚΑ Β στους Τουρκοκύπριους ήταν απαράδεκτο. Κι αν ξανακάνω ανάλογο λάθος θα με διαγράψει. Του είπα να με διαγράψει αμέσως, πως θα ξαναδημοσιεύσω και πως προτιμούσα να τον θυμάμαι όπως ήταν τότε κι όχι όπως εξελίχθηκε. «Συ είπας» απάντησε και με διέγραψε.

Τελευταία ήρθε ένα ενημερωτικό τεύχος του Κολλεγίου. Μια από τις ειδήσεις ήταν ότι σχεδόν το μισό υπουργικό συμβούλιο ήταν απόφοιτοι του Κολλεγίου. Από τον Μητσοτάκη, τον Δένδια και τον Βορίδη ως την Κεραμέως και τη Δόμνα Μιχαηλίδου. Μου έφερε μια θλίψη αυτό. Αλλά το ότι κι αυτοί κι εγώ (και τόσοι άλλοι) τελειώσαμε το ίδιο σχολείο δεν λέει τίποτε για αυτούς, όπως δεν λέει και για μένα. Αλί που το χει η κούτρα του να κατεβάζει ψείρες.

Οι μαύροι

-Γιατί τους λέτε μαύρους;

-Δεν είναι απέξω τους μαύροι, παιδί μου. Το μέσα τους είναι μαύρο. Είχα ακούσει για άλλους που έλεγαν ότι «έχουν μαύρη ψυχή» και κατάλαβα πως δεν μιλούσαν πράγματι για χρώμα.

Όταν μεγάλωσα λίγο περισσότερο μού έγινε φανερό ότι οι μαύροι ήταν οι δεξιοί. Αλλά δεν έλεγαν όλους τους δεξιούς μαύρους, όπως δεν έλεγαν τον νονό μου που είχε κρεμασμένη στον τοίχο τη φωτογραφία του Καραμανλή. Για τον νονό έλεγαν μόνο ότι είναι καραμανλικός κι αυτό ήταν κάπως σαν αστείο, γιατί, όταν το έλεγαν γελούσαν κοροϊδευτικά. Κι αυτό με στενοχωρούσε τότε, γιατί ήξερα πως το να είσαι καραμανλικός ήταν πολύ κακό.

Στις 21 Απριλίου του 1967 θα άρχιζαν οι διακοπές του Πάσχα. Όταν ξύπνησα εκείνο το πρωί το ραδιόφωνο έπαιζε δυνατά εμβατήρια κι ο πατέρας μου μού είπε πως δεν θα πήγαινα σχολείο, γιατί είχε γίνει δικτατορία. Αμέσως κατάλαβα ότι οι μαύροι την έκαναν, αλλά έλπιζα ότι θα ήταν κάτι παροδικό κι αμέσως ρώτησα τον πατέρα μου πόσο θα κρατήσει, ελπίζοντας ότι θα μου έλεγε «λίγες μέρες, ως τις εκλογές τον άλλο μήνα». Δεν μου είπε όμως αυτό. Μου είπε «εγώ δεν θα προλάβω να τη δω να πέφτει. Θα έχω πεθάνει». Τότε κατάλαβα πόσο άσχημη ήταν η κατάσταση. Και, πράγματι, ο πατέρας μου πέθανε το 1971.

Κλειστήκαμε στο σπίτι εκείνη την ημέρα, αλλά το μεσημέρι  μας χτύπησε το κουδούνι η αδελφή του πατέρα μου, η θεία Τούλα που τότε ήταν εξήντα έξι ετών. Έμενε μακριά, στη Χαραυγή, λεωφορεία δεν κυκλοφορούσαν, αλλά εκείνη περπάτησε όλη αυτή την απόσταση, για να δει αν είμαστε καλά. Την είδε και η γειτόνισσα από δίπλα και είπε:   «μόνο οι παλιογυναίκες κυκλοφορούν τις απαγορευμένες ώρες».

Το επόμενο διάστημα ήμασταν μουδιασμένοι. Δεν μιλούσαμε με κανένα παρά μόνο με τους συγγενείς και η ζωή έδειχνε να συνεχίζεται, αλλά δεν ήταν ίδια. Κι ο θείος μου ο Μήτσος, ο αδελφός του πατέρα μου, που έμενε δίπλα μας και ήταν συνταξιούχος σιδηροδρομικός των ΣΕΚ, εξακολουθούσε να πηγαίνει κάθε πρωί στο καφενείο και να παίζει πρέφα κι εξήντα έξι. Και στις 12 παρά δέκα ήταν στο σπίτι. Πήγαινε πρώτα στο μπάνιο και μετά καθόταν στο στρωμένο τραπέζι. Στερέωνε την πετσέτα στο λαιμό του και έβγαζε από την τσέπη το ρολόι. Ρολόι Longines, με το σήμα των ΣΕΚ επάνω, κουρδιστό, μεγάλης ακρίβειας. Κρατούσε το ρολόι και περίμενε. Και μόλις έδειχνε δώδεκα η ώρα φώναζε: «Καλλιόπη, δώδεκα» και την ίδια στιγμή άνοιγε η πόρτα της κουζίνας και έμπαινε η θειά μου με την πιατέλα γεμάτη.

Όμως μια μέρα, τέλη Ιουνίου του 67, που είχαν κλείσει το σχολείο και είχαμε βγει με τη θεία μου στο πεζοδρόμιο να περιμένουμε το θείο, εγώ δεν κοίταζα προς τα κάτω το δρόμο, μόνο η θεία μου κοίταζε και μια στιγμή έκανε «ωχ, τι με περιμένει!»  Τι έγινε, της λέω. «Δε βλέπεις, πάνε πάνω κάτω οι ώμοι του, Φουρκισμένος έρχεται». Ήρθε χωρίς να μου πει τα συνηθισμένα γλυκόλογα κι η θειά μου μού είπε να κάτσω να φάμε μαζί, μήπως και ηρεμήσει. Και φάγαμε αμίλητοι. Και μόνο στο τέλος ξεσπάθωσε. «Ακούς εκεί;» Οι φίλοι του στο καφενείο του είπαν ότι οι συνταγματάρχες ήταν καλοί άνθρωποι και το έκαναν για το καλό μας. Κι ο θείος μου έδωσε μια κλωτσιά στο τραπέζι, πλήρωσε τα σπασμένα κι έφυγε. Και είπε στη θειά μου να ετοιμαστεί να φύγουν νωρίτερα για το χωριό. Και το Σεπτέμβρη που γύρισαν άλλαξε καφενείο και στο παλιό δεν ξαναπάτησε. 

Τους μαύρους όμως τους συναντούσαμε παντού. Και το 1973, τότε με το Πολυτεχνείο, παντού ξεφύτρωναν μαύροι που έλεγαν «οι αλήτες τι μας έκαναν! Θα έκανε εκλογές ο Μαρκεζίνης και θα είχαμε δημοκρατία σε λίγο, αλλά τα παλιόπαιδα μας γύρισαν πίσω».

Και τώρα πια οι μαύροι είναι παντού και πολλοί. Και πάντα για αλήτες μιλάνε. Αλήτες όσοι πάνε στην πορεία για το Πολυτεχνείο, αλήτης ο Αλέξανδρος, αλήτες όσοι πάνε στην πορεία για το παιδί, αλήτες όσοι περνούν από τα Εξάρχεια.

Και μας κάνουν τη ζωή μαύρη, όπως είναι το μέσα τους.

ΥΓ Το «μαύρο» υπήρχε από παλιά στη γλώσσα μας και στο δημοτικό τραγούδι με σημασίες στενόχωρες, που δεν είχαν σχέση με το χρώμα. Με εξαίρεση μόνο τα άλογα και μερικά οικόσιτα ζώα, που είχαν μαύρο τρίχωμα. Ως προς τους δεξιούς όμως ήταν ένας πολύ συνηθισμένος χαρακτηρισμός στα παιδικά μου χρόνια και μάλλον συνδέεται με το μαύρο χρώμα του φασισμού. 

Η Κιλότα

Τη δεκαετία του 60 ο κόσμος άρχισε να παίρνει τα πάνω του μετά τον πόλεμο και τον εμφύλιο. Άρχισαν και οι εισαγωγές και μερικοί λεφτάδες καμάρωναν για τα αποκτήματά τους που έρχονταν από το εξωτερικό, πάντα σε ζεύγη. Το ένα το έπαιρνε ο βασιλιάς και το άλλο κάποιος από αυτούς. Δεν ξέρω αν αυτός ο μύθος προερχόταν από τους καταστηματάρχες, για να αυξήσουν τις πωλήσεις τους ή ήταν φαντασίωση των αγοραστών. Η κουμπάρα η Σταμάτω ήταν πάντως πολύ περήφανη για το ψυγείο της. Δύο είχαν έρθει στην Ελλάδα, έλεγε. Το ένα το πήρε ο βασιλιάς και το άλλο αυτή. Δεν μπορούσε να συγκριθεί με το δικό μας το ψυγείο του πάγου που ήταν ελληνικής κατασκευής και όμοιό του σίγουρα δεν υπήρχε στο παλάτι. 

Η Σταμάτω έμενε στο διώροφο απέναντι μας, πάνω από το καφενείο του Φίλιππα. Αλλά ποτέ δεν την είχαμε δει να σφουγγαρίζει το μπαλκόνι της ή τις σκάλες της. Πρέπει να έκανε αυτές τις δουλειές νύχτα, για να μη τη δει ο κόσμος και την περάσει για καμιά παρακατιανή που καταπιάνεται με δουλειές του σπιτιού. Ούτε έβγαινε για ψώνια, αλλά τηλεφωνούσε στο μπακάλικο δίπλα της και της άφηναν τα ψώνια στο σκαλοπάτι της εξώπορτας. Κι όταν έβγαινε από το σπίτι της, για να σταματήσει κανένα ταξί, ποτέ δεν κοίταζε δεξιά-αριστερά και ποτέ δεν καλημέριζε κανένα. 

Τα έφερε όμως έτσι ο διάολος που μια φορά που η μάνα μου είχε ανέβει στην Αθήνα και στο γυρισμό περίμενε το τρένο για Πειραιά στο Μοναστηράκι, να σου κι εμφανίζεται η Σταμάτω. Με κρυφό ενθουσιασμό η μάνα μου και δήθεν σοκαρισμένη της λέει «κουμπάρα μου τι είναι αυτό;» ενώ ο κόσμος τριγύρω ήταν ξεκαρδισμένος στα γέλια. Η Σταμάτω πήγαινε με το τρένο στον Πειραιά, αλλά από κει έπαιρνε ταξί, για να πάει σπίτι της, για να μην τη δει ο κόσμος να χρησιμοποιεί συγκοινωνία. Αφού τέλειωσε τις δουλειές στην Αθήνα πέρασε κι από την Αγία Ειρήνη κι αγόρασε μια γαρυφαλλιά που στηριζόταν σε ένα καλάμι. Πήρε αγκαλιά η Σταμάτω τη γλάστρα και περπατούσε προς το Μοναστηράκι, ενώ γύρω της ο κόσμος πέθαινε στα γέλια. Η Σταμάτω όμως, ως κυρία του καλού κόσμου κοίταζε μόνο μπροστά, ούτε πάνω, ούτε κάτω, ούτε δεξιά, ούτε αριστερά. Κι έτσι δεν είδε ότι από τις κρεμασμένες στο δρόμο πραμάτειες των μαγαζιών το καλάμι της γαρυφαλλιάς ψάρεψε μιά κόκκινη κιλότα με μαύρη δαντέλα, την έκανε σημαία και την ξανέμιζε. «Ας το καλό κουμπάρα μου κι εγώ έλεγα τι γελάνε όλοι αυτοί, τόσο αστείο τους φαίνεται που κρατάω τη γλάστρα!». Εκείνη τη μέρα η μάνα μου ήρθε στο σπίτι με ταξί κι εμείς αναρωτιόμασταν μήπως η κιλότα ήταν εισαγωγής, μήπως είχαν έρθει στην Ελλάδα μόνο δύο, τη μια τη φόρεσε η βασίλισσα και η άλλη κρεμάστηκε στο καλάμι της Σταμάτως.

Όταν λέγαμε στη μάνα μου να μας πει την ιστορία με την κιλότα, πάντα μας έλεγε για το πάθημα της κουμπάρας. Έπρεπε να επιμείνουμε πολύ, για να μας πει και την άλλη ιστορία.

« Λίγο καιρό αφότου ήρθε να μείνει κοντά μας στον Πειραιά ο αδελφός μου ο ήρθε κι η κόρη του η Κούλα.  Eίχαν ξενοικιαστεί τα δύο μέσα δωμάτια κι ήρθε κι εκείνη με τον άντρα της για να ‘χει και τη μάνα της κοντά, γιατί ‘χε δυο μικρά παιδιά κι ένα στην κοιλιά τρία. Kαι μια μέρα να ‘σου και μού ‘ρχεται στο σπίτι η Κούλα, γκαστρωμένη τώρα ε, με την κοιλιά στο στόμα. «Kαλέ θεία», μου λέει «έχεις να μου δώσεις μια κιλότα δανεικιά, γιατί τις δικές μου τις έπλυνα κι είναι βρεγμένες στο σχοινί. Θέλω να αλλάξω, να πάω στο γιατρό να με κοιτάξει, γιατί πονάει η μέση μου». «Tι να σε κοιτάξει, μωρή, ο γιατρός», της λέω, «αφού γεννάς». «Όχι καλέ θεία, τώρα μπήκα στον έβδομο». «Mωρή, μήπως έχεις χάσει τις μέρες σου; Γιατί δε σε βλέπω καλά, κακομοίρα μου. Έχει κατέβει χαμηλά η κοιλιά σου κι αυτός ο πόνος στη μέση είναι σημάδι γέννας». «Tι λές, καλέ θεία, δεν ξέρω εγώ; Aφού σου λέω τώρα μπήκα στον έβδομο».

Nα μη σ’ τα πολυλογώ της δίνω την κιλότα. Mια ροζ ήτανε με μπιμπιλίτσα στο μπατζάκι. Tις είχα πάρει τρεις απο του Bασιλάκη και αυτήν την είχα αφόρετη. Tο θυμάμαι σαν να ‘τανε τώρα. «Θα τη βάλεις, τώρα, μωρή;», της λέω. «Nαι, καλέ θεία, κατευθείαν θα πάω». «Άντε», της λέω «και καλή λευτεριά».

Tο μεσημέρι μάθαμε πως ίσα που πρόλαβε, μόλις μπήκε στο γιατρείο του Ρόζενμπεργκ γέννησε, αγοράκι τέσσερα κιλά, «να το δεις, Σοφία μου, ένας παίδαρος, να μη βασκαθεί, το βράδυ με το καλό θα ‘ρθει σπίτι, πόσο να την κρατήσει κι ο γιατρός στο γιατρείο του, δεν είναι και κλινική βλέπεις». Το απόγευμα πράγματι γύρισε στο σπίτι. Eίχε πάει η μάνα της να την πάρει από νωρίς και, κάποια στιγμή που βγήκα στην πόρτα, τις είδα από μακριά να ‘ρχονται με το μωρό αγκαλιά. Δρόμος τους ήταν έτσι κι αλλιώς και είπα να σταθώ στην πόρτα να τις περιμένω, γιατί αυτές ήταν ικανές να μπούνε και μέσα και ασαράντιστη λεχώνα εγώ δε βάζω σπίτι μου.

«Nα σου ζήσει μωρή», της λέω, αφού ήρθανε κοντά, να μη μας ακούει κι ο κόσμος. «Σε ευχαριστώ, θεία μου, σε ευχαριστώ. Kαι την κιλότα θα την πλύνω και θα στη στείλω καθαρή».

Δε λέω βέβαια, λεχώνα ήταν, δε θα ‘βαζε μπουγάδα αμέσως. Kαι πάνω στη βδομάδα μάθαμε ότι σκοτώθηκε ο άντρας της. Στα ναυπηγεία δούλευε, κάνανε οξυγονοκόλληση  σ’ ένα καζάνι καί έγινε έκρηξη και πάνε έξι νομάτοι. Tους πήγαν στο Tζάννειο, όλοι τους τελειωμένοι, κατέβηκε κι ο υπουργός μάλιστα.

Mετά απ’ αυτό τα μάζεψε η ανιψιά μου και πήγε στης πεθεράς της να μείνει. Πολύ μεγάλη δυστυχία. Ποιος νοιαζόταν για την κιλότα.