Τακουή, είσαι ωραία

Όταν μιλούσε σε μένα την έλεγε Τακουή, δεν την έλεγε Αρμένισσα. Με άφηνε όμως να πηγαίνω σπίτι της. Μερικές φορές με έστελνε κιόλας. «Άντε, πήγαινε λίγο και στην Τακουή, να φύγεις απ´ τα πόδια μου». Η ίδια όμως δε θυμάμαι να είχε πάει ποτέ στο σπίτι της Τακουής, ούτε η Τακουή είχε έρθει στο δικό μας. Δε με ένοιαζαν όμως όλα αυτά. Μου έφτανε ότι με άφηνε να πηγαίνω στο σπίτι της, «να μην αργήσεις» μου έλεγε. Αλλά ποτέ δεν αργούσα, γιατί η Τακουή με χτυπούσε μαλακά στην πλάτη και συμπλήρωνε «είναι ώρα να πας στη μαμά σου».

Μου άρεσε να πηγαίνω σπίτι της, κυρίως τα πρωινά, όταν τα μεγαλύτερα παιδιά πήγαιναν σχολείο. Σε λίγες μέρες όμως θα άρχιζα κι εγώ σχολείο κι ίσως να πήγαινα στην Τακουή το απόγευμα. Δεν ήξερα τότε ότι θα έχανα την Τακουή για πάντα. 

Η Τακουή με έπαιρνε αγκαλιά και με κάθιζε πάνω στο μπουφέ με το μεγάλο καθρέφτη. Δεν μιλούσαμε σχεδόν καθόλου ούτε πολυέτρωγα τις καραμέλες που μου έδινε. Μου άρεσε όμως να τη βλέπω να χτενίζεται και να στολίζεται μπροστά στο μεγάλο καθρέφτη του μπουφέ. Βούταγε τη χτένα της στο δαφνόλαδο και χτένιζε τα μαλλιά της με αργές κινήσεις. Μετά άνοιγε το κουτάκι της το τζαμπλακένιο κι έβγαζε από μέσα φουρκέτες και τσιμπηδάκια και τα περνούσε στα μαλλιά της. Κι αριστερά στο μέτωπο έστριβε μια μικρή τούφα κι έκανε ένα σαλιγκαράκι. Κι ύστερα έβαφε τα μάτια της με ένα μολύβι, που κάθε τόσο το ακουμπούσε στη γλώσσα της, το σάλιωνε λίγο και τότε αυτό έβαφε. Πρώτα τα φρύδια κι ύστερα τα τσίνορα και ζωγράφιζε και μια ελιά στο μάγουλο. Έκανε μια γκριμάτσα, για να τεντώνουν τα χείλη της, και τα έβαφε κόκκινα κι έβαζε και λίγο κοκκινάδι στα μάγουλα και το άπλωνε με τα δάχτυλά της. Μετά έβαζε άρωμα στο λαιμό και πίσω από τα αυτιά. Έβαζε και σε μένα κολόνια. «Σε σένα θα βάλουμε λεμόνι, γιατί είσαι άντρας, δεν θα βάλουμε φουζέρ», μου έλεγε. Ύστερα έβαζε τα κρεμαστά της σκουλαρίκια και η μεγάλη στιγμή είχε φτάσει. Γύριζε το κεφάλι της λίγο στο πλάι, χαμογελούσε ελαφρά, έτσι που να ανοίγει λίγο το στόμα της και να φαίνεται το χρυσό της δόντι, κοίταζε μέσα στον καθρέφτη και ρωτούσε «Τακουή, Τακουή, είσαι ωραία;» Μετά γύριζε το κεφάλι στο άλλο πλάι και πάλι: «Τακουή, Τακουή, είσαι ωραία;» Μπορεί να γινόταν το ίδιο και τρεις και τέσσερις φορές και μετά άρχιζε να τραγουδάει: «κι όταν ακούω μπίρ Αλλάχ, μπιρ Αλλάχ, ο νους μου πάει σε σένα…» Έλεγε πολλά τραγούδια η Τακουή και με έπαιρνε αγκαλιά, με κάθιζε στο αριστερό της χέρι και με το δεξί της κρατούσε το δικό μου αριστερό χέρι και χορεύαμε μαζί πολλή ώρα.

Προχωρούσε ο Σεπτέμβρης και σε λίγο θα πήγαινα σχολείο, πρώτη τάξη. Ήρθε και η γιορτή της μάνας μου και έφτιαξε γαλακτομπούρεκο. Στη γιορτή του πατέρα μου, του Αγίου Κωνσταντίνου, έφτιαχνε καταΐφι. Όταν τη ρώτησα γιατί δε φτιάχνει γαλακτομπούρεκο που μου αρέσει, μου είπε «το γαλακτομπούρεκο δεν είναι γλυκό για γιορτή», «στη δική σου γιορτή όμως φτιάχνεις γαλακτομπούρεκο», «άλλο εγώ, πήγαινε λίγο και στην Τακουή».

Έκανε πολλή ζέστη κι έβγαλε τις καρέκλες στην αυλή. Πέρασε κι ο παγοπώλης το απόγευμα κι αγόρασε μισή κολώνα πάγο για το ψυγείο, να μη μείνουμε από κρύο νερό χρονιάρα μέρα. Σε λίγο άρχισαν να έρχονται οι επισκέψεις, η Τασία, η θεία Χρυσάνθη, η κυρα-Βαγγελιώ, η κυρα-Ευτυχία. Από τα κουτιά που κρατούσαν κατάλαβα ότι όλες έφεραν σοκολατάκια μαργαρίτες, ενώ στη γιορτή του πατέρα μου έφερναν μεγάλα κουτιά με πάστες.

Τελευταία ήρθε η κυρα-Μαρίκα, που ο πατέρας μου την έλεγε κωλοπετσωμένη. Περίεργο κουτί

 κρατούσε, λίγο παλιό και χωρίς κορδέλες και φιόγκους. Το γνώρισα όμως. Ήταν το κουτί του πουκαμισάδικου που αγοράζαμε τα πουκάμισα του πατέρα μου. Ήξερα και τι έλεγε απέξω. Είχα ρωτήσει τη μάνα μου και μου το είχε διαβάσει. «Αφοί, που θα πει αδελφοί, Λασκαράτοι». Μετά από αυτό έλεγα την αδελφή μου αφή μου και τον αδελφό μου αφό μου.

Η κυρα-Μαρίκα μπήκε φουριόζα και χωρίς να χαιρετίσει κανένα, χωρίς να πει χρόνια πολλά σήκωσε το κουτί ψηλά και φώναξε: «Να δεις τι δώρο σού έφερα. Ελάτε όλες να δείτε». Σηκώθηκαν και οι άλλες από τις καρέκλες τους και η η κυρα-Μαρίκα άνοιξα το κουτί πιο ψηλά από εμένα, ώστε να μη βλέπω. Αμέσως άρχισαν να ξελιγώνονται στα γέλια και να λένε πράγματα περίεργα. «Μπα που να μη σώσεις», «το θεό σου δεν έχεις», «και τι θρεμμένο που είναι», «και πώς πετάγεται», «πάλι ήρθε ο ναυτικός;», «θα κατουρηθώ από τα γέλια» και η θεία Χρυσάνθη μού είπε «φέρε μου, μανάρι μου, ένα ποτήρι νερό, να πάει η καρδιά μου στη θέση της». 

«Τι είναι μέσα στο κουτί;» ρώτησα τη μάνα μου. «Πουκάμισο για τον μπαμπά σου». «Και γιατί γελάτε;». «Ε, γιορτή έχουμε, να μη γελάσουμε και λίγο;»

Μετά η μάνα μου πήρε το κουτί και το έβαλε ψηλά πάνω στο μπουφέ της σάλας και βγήκε να κεράσει το γλυκό. Κι εγώ έβαλα μια καρέκλα, πάτησα πάνω στο μπουφέ και μετά στο πρώτο ράφι. Με το ένα χέρι κρατιόμουν μην πέσω και με το άλλο άνοιξα το κουτί. Από μέσα πετάχτηκε κάτι σιχαμένο και μεγάλο με πολλές τρίχες. Ποτέ δεν είχα τρομάξει τόσο. Έκλεισα το κουτί όπως μπορούσα κι έτρεξα στην Τακουή αλαφιασμένος. Η Τακουή μόλις με είδε έτσι τρομαγμένο πήρε ένα κουταλάκι, το γέμισε με μέλι και μου το έβαλε στο στόμα. Με πήρε αγκαλιά και με φίλησε στο κεφάλι. «Τώρα όλα θα φτιάξουν».

Δεν έφτιαξαν όμως. Έμεινα αρκετή ώρα στην αγκαλιά της που μύριζε δαφνόλαδο και φουζέρ και μετά ακούστηκαν φωνές. Γυναίκες άγνωστες έριχναν πέτρες στα παράθυρα και φώναζαν «παλιοβρώμα», «αντροχωρίστρα», «Κάστρω, μαύρα να τα βάψεις». Η Τακουή με έβγαλε στην πίσω αυλή και με πέρασε πάνω από το φράκτη στην αυλή μας. Κόντευε να νυχτώσει, οι επισκέψεις είχαν φύγει, κι ο πατέρας μου είχε έρθει και μάζευε τις καρέκλες από την αυλή. Η μάνα μου έστρωνε το τραπέζι για το βραδινό. Έριξα μια ματιά ψηλά στο μπουφέ και το κουτί έλειπε κι ευτυχώς δεν το ξαναείδα ποτέ. Είχα όμως μεγάλη στενοχώρια για την Τακουή. Και πολλά πράγματα δεν τα καταλάβαινα. Το «μαύρα να τα βάψεις» το καταλάβαινα, γιατί πριν λίγο καιρό ήμουνα στο σπίτι της θειας μου της Μαρίας κι ήταν εκεί κι η ξαδέλφη του πατέρα μου, η Ανδρομάχη. Μόλις είχαν έρθει από το νεκροταφείο που είχαν ξεθάψει τον άντρα της Ανδρομάχης, γιατί μετά από τρία χρόνια τους πεθαμένους τους ξεθάβουν. Η Ανδρομάχη, έβγαλε το μαύρο μαντίλι από το κεφάλι της, το δίπλωσε και το έβαλε στην τσάντα της. Μετά σήκωσε το φουστάνι της ως το γόνατο κι έβγαλε τις καλτσοδέτες και τις μαύρες κάλτσες. Τις έδωσε στη θεία μου και της είπε «πέταξέ τις στα σκουπίδια, να μην τις ξαναδώ». Μετά ζήτησε ένα κουταλάκι ζάχαρη, το έβαλε στο στόμα της και το πιπίλαγε αργά αργά. Εγώ κοίταζα με γουρλωμένα μάτια και τότε η θεία μου μού εξήγησε: «Τα τρία χρόνια που ήταν πεθαμένος ο άντρας της, η Ανδρομάχη δεν έβαλε στο στόμα της ούτε γλυκό ούτε ζάχαρη. Και δεν άνοιξε τα παντζούρια στα παράθυρά της». 

Αυτό που δεν καταλάβαινα όμως ήταν το κάστρο. Γιατί έλεγαν την Τακουή κάστρο; Την άλλη μέρα ρώτησα τη μάνα μου και μου εξήγησε: «Λένε Κάστρω, αλλά το πραγματικό της όνομα ήταν Κάστρου, το επίθετό της ήταν αυτό. Κι αυτή η Κάστρου είχε μια πολύ όμορφη κόρη, τη Φούλα. Και μαζί, μάνα και κόρη σκότωσαν τον άντρα της Φούλας και τώρα είναι φυλακή». Μετά μου είπε και το τραγούδι: «Στου Χαροκόπου τα στενά μια μικροπαντρεμένη». Αλλά εμένα πιο πολύ μου άρεσε εκεί που έλεγε: «Καημένε Αθανασόπουλε, τι σού μελλε να πάθεις, από κακούργα πεθερά τα νιάτα σου να χάσεις».

-Και γιατί βρίζανε την Τακουή;

-Γιατί είναι κακές γυναίκες, μη στενοχωριέσαι. Μετά από λίγες μέρες θα ξαναπάς.

Τις επόμενες μέρες τα παντζούρια της Τακουής ήταν κλειστά, όπως της Ανδρομάχης. 

Και τη Δευτέρα, καθώς γύριζα από το σχολείο, είδα ένα φορτηγό μπροστά από την πόρτα της με όλα τα έπιπλα της Τακουής. Πήγα κοντά και τότε το φορτηγό ξεκίνησε. Κι από το τζάμι είδα την Τακουή να μου κουνάει το χέρι της. Και ήταν σαν να έκλαιγε η Τακουή κι έκλαιγα κι εγώ και κουνούσα το χέρι μου μέχρι που το φορτηγό έστριψε. Και δεν την ξαναείδα ποτέ την Τακουή κι ούτε μπόρεσα ποτέ να της πω «ναι είσαι ωραία Τακουή μου, η πιο ωραία των ωραίων, πιο ωραία κι από τη βασίλισσα του παραμυθιού».

Το μυστικό της κοντέσσας …Σοφίας

Δεν είχε μόνο η κοντέσσα Βαλέραινα μυστικό, είχε και η κοντέσσα …Σοφία

Εκείνο το απόγευμα, μόλις ήρθε η κυρα-Μαρίκα την πήρε η μάνα μου και κλειστήκανε στο μέσα δωμάτιο. Αυτό δεν είχε ξαναγίνει. Πάντα ήμουν κι εγώ μαζί και έκανα ότι έπαιζα και δεν πρόσεχα τι λέγανε. Και δεν έκανα ερωτήσεις, για να μην καταλάβουν ότι είχα στήσει αυτί και άκουγα.

Όταν κάποτε άνοιξε η πόρτα η κυρα-Μαρίκα ήταν πολύ σκυθρωπή: «Να το πεις του άντρα σου να του τρίξει τα δόντια. Δεν μπορεί να μείνει έτσι το πράγμα». Η μάνα μου όμως είχε αντίθετη γνώμη: «Δεν του λέω τίποτε, γιατί αρπάζεται εύκολα και μπορεί να γίνει κανένα κακό. Κι άμα στενοχωρηθεί τον πιάνουν κι  οι αιμορροΐδες του και άστα να πάνε». «Δεν είναι τίποτε οι αιμορροΐδες. Θα σου πω εγώ να φτιάξεις μια αλοιφή και θα βρει μεγάλη ανακούφιση. Θα πάρεις πέντε δραχμές τσίγκο σκόνη από το φαρμακείο και θα την δουλέψεις καλά με λάδι, όπως δουλεύεις την ταραμοσαλάτα, μέχρι να γίνει αλοιφή. Από αυτήν θα βάζει με ένα μπαμπάκι. Αλλά να πλένεται καλά. Πλύσιμο και αλοιφή και θα με θυμηθείς».

Μετά από αυτό βρέθηκα με ένα τάλιρο στο χέρι στο φαρμακείο να ζητάω πέντε δραχμές τσίγκο. Μιά άσπρη σκόνη ήταν μέσα σε ένα μεγάλο βάζο. Ο κυρ-Βασίλης έβαλε δυο κουταλιές σε ένα χάρτινο σακουλάκι από αυτά που έβαζε μέσα χαμομήλι και τίλιο, το ζύγισε, το δίπλωσε και μου το έδωσε. Είχα προετοιμάσει πολλές απαντήσεις να δώσω, αν με ρωτούσε τι θα κάνουμε με τον τσίγκο, αλλά ευτυχώς δεν με ρώτησε. Ούτε παραξενεύτηκε καθόλου.

Στο σπίτι η μάνα μου άδειασε το σακουλάκι μέσα στο φλιτζάνι με το σπασμένο χερούλι. Έξι τα είχε   με μικρά ροζ λουλουδάκια, αλλά έπεσε ο «αναθεματισμένος ο όλμος» και της έσπασε τα γυαλικά στο ντουλάπι κι από τα έξι φλιτζάνια έμεινε μόνο αυτό, δίχως χερούλι. «Αν πεις το καντήλι, δώρο του αδελφού μου στο γάμο μου, έφυγε από τα εικονίσματα κι έπεσε μέσα στην κούνια του μωρού. Πώς δεν πήραμε φωτιά; Ήτανε, βλέπεις, σβηστό. Πού λάδι για καντήλια στην κατοχή.»

Το μισερό φλιτζάνι δεν το πέταξε. «Έρχεται μια μέρα  και σου χρειάζεται». Αλλά εγώ νομίζω πως δεν ήθελε να το αποχωριστεί. Και άλλωστε η παρουσία του βοηθούσε να μνημονεύει κάθε τόσο τον «αναθεματισμένο τον όλμο».

Έριξε λίγο λάδι μέσα στο φλιτζάνι και μ´ ένα κουταλάκι άρχισε να το δουλεύει. Κάθε τόσο έριχνε και λίγες σταγόνες λάδι ώσπου έφτιαξε μια ασπρουλιάρικη αλοιφή. Γρήγορα έγινε η αλοιφή κι ακόμη πιο γρήγορα αποδείχτηκε θαυματουργή. Σε λίγες μέρες μαθεύτηκε στη γειτονιά, σε γνωστούς και φίλους, που έφερναν το σακουλάκι με τον τσίγκο και την άλλη μέρα έπαιρναν την αλοιφή. «Τα χίλια καλά να δεις Σοφία μου, να χαίρεσαι τον άντρα σου και τα παιδιά σου, μας έσωσες»

Ποτέ δεν είπε πώς έφτιαχνε την αλοιφή, ούτε τι έβαζε μέσα. Και ποτέ δεν πήρε λεφτά. «Τη φτιάχνω για την ψυχή τού πατέρα μου, που πατέρα δε γνώρισα. Μωρό ήμουν όταν μας άφησε ορφανά.» και κάθε τόσο μ´ αγριοκοίταζε μη μου ξεφύγει καμιά κουβέντα. Και μετά από λίγο καιρό ρώτησε στο φαρμακείο πίσω από τον Άγιο Κωνσταντίνο από πού έπαιρναν τα βαζάκια που έβαζαν την κρέμα προσώπου. Σε ροζ βαζάκια την κρέμα «της νυχτός» και σε άσπρα βαζάκια την κρέμα «της ημερός». Και την άλλη μέρα με άρπαξε από το χέρι και βρεθήκαμε στην οδό Σωκράτους στην Αθήνα. Από τότε η αλοιφή έμπαινε και σε βαζάκι.

Η μάνα μου ήταν πάντα σε εμπόλεμη κατάσταση με τη μεγάλη αδελφή του πατέρα μου. Όταν άρχιζε να εξιστορεί τι της είχε κάνει ο κατάλογος ήταν μακρύς, αλλά άρχιζε από τότε που ήταν ετοιμόγεννη στον αδελφό μου μέσα στην κατοχή. Και καθώς ερχόταν η μαμή στο σπίτι συνάντησε στο δρόμο τη θεια μου και της είπε «η νύφη σου γεννάει» κι εκείνη απάντησε «άμα κάνει ο κόκορας αυγό θα κάνει κι η νύφη μου παιδί». «Κι ούτε στη βάφτιση ήρθε η φωτιοκαμένη που ο Τάσος μου ήταν το πρώτο εγγόνι μέσα στο σόι κι έπαιρνε το όνομα του πατέρα της, φωτιά να την κάψει».

Φαίνεται πως ο θείος ο Γιάννης είχε κι εκείνος αιμορροΐδες και μια μέρα ήρθε στο σπίτι η θεία Μαρία με ένα σακουλάκι τσίγκο. «Φτιάξε μου, μαρή, να βάλω του Γιάννη, μπάς και του κάνει τίποτε». «Να σου φτιάξω, Μαρία μου, να σου φτιάξω. Έλα σε δυο μέρες να την πάρεις». «Γιατί, μαρή, να ´ρθω σε δυο μέρες, σήμερα να μου τη φτιάξεις, γιατί υποφέρει». «Σήμερα θα την αρχίσω, αλλά μεθαύριο θα είναι έτοιμη. Θέλει δυο μέρες, για να γίνει». Και ήρθε σε δυο μέρες και την πήρε και μεγάλο καλό είδε ο Γιάννης της. Και κάθε τόσο ερχόταν για καινούργια αλοιφή. «Γιατί, μαρή, δε μου φτιάχνεις περισσότερη, να μην έρχομαι ολοένα;» «Γιατί πρέπει να είναι φρέσκια η αλοιφή, χαλάει γρήγορα και θα τη βάζει και δεν θα του κάνει τίποτε». Και μονολογούσε πίσω της «ήταν να μην πέσεις στην ανάγκη μου. Τώρα που έπεσες θα σε συγυρίσω καλά». Μου έριχνε που και που και καμιά άγρια ματιά, γιατί μέσα στο σπίτι μόνο εκείνη κι εγώ ξέραμε τη συνταγή της αλοιφής.

«Γιατί, μαρή, δε μου λες τη συνταγή να τη φτιάχνω μόνη μου, να μην πηγαινοέρχομαι;» «Αχ Μαρία μου, δεν μπορώ. Αυτή πάει από μάνα σε κόρη. Και εμένα τελευταία μου την έμαθε η μάνα μου, γιατί από τις αδελφές μου μόνο εγώ έχω κόρη. Και με όρκισε να μην πω πουθενά το μυστικό, όπως κι εκείνη την όρκισε η μάνα της. “Ορκίσου μου είπε στα τρία σου παιδιά πως ούτε το μυστικό θα πεις, ούτε λεφτά θα κερδίσεις”. Κι εγώ το κάνω για το συχώριο του πατέρα μου και του πεθερού μου, που το όνομά του πήρε ο Τάσος μου».

Η Τασία και το οικοπεδάκι

 

 Κουράστηκα να ακούω και να διαβάζω όλους αυτούς που κατηγορούσαν τα αυθαίρετα το καλοκαίρι με τις φωτιές στην Ανατολική Αττική και τελευταία με τις πλημμύρες. Πάντα οι φτωχοί και οι πλέον αδύναμοι φταίνε για όλα τα δεινά της κοινωνίας. Το ότι τα αυθαίρετα είναι εκατοντάδες χιλιάδες και στεγάζουν εκατοντάδες χιλιάδες οικογένειες δεν αναγνωρίζεται ως κοινωνικό πρόβλημα για το οποίο έχει την ευθύνη το κράτος. Από τις δεκαετίες του 50 και του 60 οι οικοπεδικοί συνεταιρισμοί, με άδεια κατάτμησης από το Υπουργείο Γεωργίας και άδεια ρυμοτομίας πουλούσαν οικόπεδα με δόσεις. Κάποιοι πρόλαβαν κι έβγαλαν άδεια κι έχτισαν νόμιμα. Μετά τα περισσότερα κηρύχθηκαν δασικά κι απαγορεύτηκε η δόμηση. Κάποιοι δέχθηκαν τη μοίρα τους κι έχασαν την περιουσία τους, κάποιοι αγανάκτησαν με την αυθαιρεσία του κράτους που είχε εισπράξει τους φόρους μεταβίβασης και αποφάσισαν να χτίσουν αυθαίρετα, πληρώνοντας διπλάσια και τριπλάσια τους εργολάβους που τα είχαν «καλά» με την αστυνομία. Αυτοί είναι οι φτωχοί και ανίσχυροι. Οι πλούσιοι και ισχυροί φροντίζουν με τον τρόπο τους να εντάσσεται ο συνεταιρισμός τους στο σχέδιο πόλεως, όπως έγινε με τους γιατρούς στην Ιπποκράτειο πολιτεία και τους δικαστές στο Σχινιά. Άλλοι πάλι με άδεια για μουσείο έχτισαν τεράστια έπαυλη με πισίνα και γήπεδο του τέννις και αυτοί είναι κατεξοχήν αγανακτούν με τα αυθαίρετα. Όπως έλεγε και η μάνα μου «των άλλων είναι καρύδια και κατρακυλούν κι ακούγονται και τα δικά τους είναι σύκα και δεν ακούγονται». Σε όλους αυτούς αφιερώνω το παρακάτω κείμενο, για να χαρούν που η Αττική γλίτωσε από ένα αυθαίρετο».

Όταν απολύσανε τον Νίκο από τα διυλιστήρια, η μάνα μου δεν το έβαλε κάτω. «Θα πάω να μιλήσω στο Βρεττό, το βουλευτή» είπε. «Ωχ, καημένη, όρεξη που την έχεις» είπε ο πατέρας μου κοφτά, αλλά εκείνη με άρπαξε από το χέρι το άλλο πρωί και πήγαμε στην Αθήνα, στο ιατρείο του Βρεττού.

«Κυρ Σπύρο, ένα άκακο αρνί είναι, δεν ανακατεύεται με τα πολιτικά και πάντα Καραμανλή ψηφίζει, ξέρω καλά τι σού λέω». Ο Βρεττός έκανε κάτι τηλεφωνήματα και μετά «σε λίγο θα μας πάρουν  να μας πούνε» είπε. Πράγματι,  χτύπησε το τηλέφωνο και μετά από κάτι μισοκουβέντες το έκλεισε και γύρισε προς τη μάνα μου: «Σοφία μου, ούτε πολιτικά, ούτε τίποτε. Φαίνεται πως αυτός είχε μια γκόμενα, που την παράτησε και μετά αυτή πήγαινε κάθε μέρα στα ναυπηγεία κι έστηνε καυγάδες και ξεσήκωνε τους εργάτες. Με τα πολλά τον απολύσανε να βρούνε την ησυχία τους».

Όταν μπήκαμε στο τρένο να γυρίσουμε στον Πειραιά η μάνα μου, με ύφος που δε σήκωνε δεύτερη κουβέντα, μού είπε: «Κοίταξε, κακομοίρη μου, το καλό που σου θέλω. Λέξη δε θα βγει από το στόμα σου». Το βράδυ που ήρθε ο πατέρας μου από τη δουλειά, αφού πρώτα με κοίταξε καλά στα μάτια, του είπε: «Δε γίνεται τίποτε, εσύ τον πήρες στο λαιμό σου που τον έμπλεξες με τα πολιτικά. Να δούμε τώρα ποιος θα τους δώσει να φάνε, η ΕΔΑ κι ο Ηλιού;»

Ο Νίκος και η Τασία είχαν οχτώ παιδιά. Ή, όπως έλεγε η μάνα μου, «είχαν αραδιάσει οχτώ παιδιά, αλλά πού μυαλό;» Τα μικρότερα στην ηλικία μου και πιο μικρά. Τα μεγαλύτερα δούλευαν και το κορίτσι που μόλις είχε τελειώσει το δημοτικό φρόντιζε το σπίτι και τα μικρότερα.  Η Τασία ξενόπλενε. Κάθε πρωί πήγαινε σε άλλο σπίτι κι έβαζε μπουγάδα στο χέρι. Άπλωνε τα ρούχα και μετά έφευγε. Μερικές κυρίες τη φώναζαν και απογεύματα για σιδέρωμα. Πολλές φορές πήγαινε για σιδέρωμα κι έβρισκε τα ρούχα ακόμη απλωμένα στο σχοινί. «Αυτές παιδάκι μου δεν είναι εισθέση ούτε να κάνουν έτσι και να μαζέψουν τα ρούχα απ´ το σχοινί». Κι όπως έκανε την παραστατική χειρονομία έβλεπες τα δάχτυλά της τυλιγμένα με τσιρότα, γεμάτα πληγές από τα ζεματιστά νερά και το τρινάλ.

Από τις πληροφορίες που μας παρείχε πλουσιοπάροχα η Τασία μαθαίναμε τα νέα από τα σπίτια που δούλευε, που ολοκληρώνονταν κάθε φορά από τη διαπίστωση ότι τα πιο βρώμικα σώβρακα ήταν του γιατρού του Ιωάννου, που άλλαζε κάθε Σάββατο και η Τασία έπλενε το σώβρακό του κάθε Δευτέρα. Από τότε που το έμαθα, κάθε φορά που αρρώσταινα κι ερχόταν ο γιατρός ο Ιωάννου να με δει, εγώ σκεφτόμουν πως φορούσε βρώμικο σώβρακο και δεν ήθελα να με πιάνει.

Είχα τελειώσει πια το σχολείο, όταν ήρθε η Τασία στο νοσοκομείο να δει τον πατέρα μου, που ήταν στα τελευταία του. Κάποια στιγμή ήρθαν οι γιατροί να τον δουν και βγήκαμε στο διάδρομο. Ήταν πολύ συγκινημένη και η μια κουβέντα έφερνε την άλλη. «Θα το πω μόνο σε σένα, κανείς δεν το ξέρει κι ούτε εσύ να το πεις πουθενά». Τότε μου είπε για το οικοπεδάκι. Ο ξάδελφος της ο Στάθης, γιος της θειας της της Αννίκας, που ζούσε στο Ικόνιο, της είπε ότι αγόρασε ένα οικοπεδάκι στο Πέραμα. Από το Συνεταιρισμό, με δόσεις, λίγα λίγα, κι αν ήθελε να της αγόραζε κι εκείνης. Το ήθελε πολύ η Τασία το οικοπεδάκι, αλλά ο άντρας της δεν θα συμφωνούσε. Τον Στάθη άσωτο τον ανέβαζε, άσωτο τον κατέβαζε, ένα ρεμάλι και μισό. Ώσπου πήρε την απόφαση η Τασία, το ήθελε το οικοπεδάκι στο Πέραμα, αλλά δεν είπε τίποτε σε κανένα. Θα το ξεχρέωνε και μετά θα το παρουσίαζε. Σε δέκα χρόνια, εκατόν είκοσι δόσεις. Κάθε βδομάδα έβαζε στην μπάντα λεφτά και κάθε μήνα πέρναγε από τα ναυπηγεία στο Πέραμα, που δούλευε ο Στάθης, του έδινε τα λεφτά κι εκείνος πήγαινε και τα ακουμπούσε στο Συνεταιρισμό. Να μην τα πολυλογώ, πέρασαν τα δέκα χρόνια κι η Τασία είπε στο Στάθη να της φέρει τα χαρτιά για το οικόπεδο και να πάνε να το δούνε.

Και σήμερα και αύριο, όλο δουλειές είχε ο Στάθης. Και η Τασία αποφάσισε να πάει μόνη της στο Συνεταιρισμό. Λέει το όνομά της, δεν έχουν τέτοιο όνομα της λένε, λέει του άντρα της μήπως το δηλώσανε στο όνομα του Νίκου, ούτε. Λέει το όνομα του Στάθη, ούτε τέτοιο όνομα είχαν.  Της ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι. Δέκα χρόνια, τόσα λεφτά χαμένα. «Παναγία μου, είπε, εγώ να πάω το χαμπέρι του. Δεν πέρασαν πολλές μέρες κι όπως ερχόμουν απ´ τη δουλειά είδα κόσμο μαζεμένο στα ναυπηγεία. Πάω κοντά να μάθω τί γίνεται, τρεις νοματαίοι σκοτωμένοι. Κόλλαγαν ένα καζάνι κι έγινε έκρηξη. Μέσα σε αυτούς κι ο Στάθης. Έφυγα αλαφιασμένη. Ούτε σε τραμ μπήκα ούτε πουθενά. Με τα πόδια έφτασα στο Ικόνιο κι όπως ήταν το σπίτι της θειας μου στην ανηφόρα, από μακριά της φώναζα “θεία ο Στάθης σκοτώθηκε”. Κι όπως την είδα να σπαράζει στο κλάμα και να μαδιέται τη λυπήθηκα. Εγώ δεν ήθελα να σκοτωθεί ο Στάθης. Μόνο το χαμπέρι του ήθελα να πάω».

 

νῆσός τις ἔστι

Τη Σαλαμίνα δεν την ήξερα. Μου ήταν άγνωστο αυτό το όνομα. Ήξερα όμως την Κούλουρη, αλλά δεν είχα πάει, ή μάλλον νόμιζα πως δεν είχα πάει. Είχα πάει εκδρομή και στα Παλούκια και στα Σελήνια και στην Κατσηβίγκλα, αλλά δεν ήξερα ότι όλα αυτά τα μέρη ήταν στην Κούλουρη. Κι έπρεπε να φτάσω στη Δευτέρα Δημοτικού, για να μάθω τη Σαλαμίνα στο Σχολείο. Αλλά για να μάθω ότι η Κούλουρη ήταν η Σαλαμίνα πέρασαν ακόμη δυο τρία χρόνια.

Στο σπίτι πάντα άκουγα η για την Κούλουρη. Για όλα τα πράγματα ο πατέρας μου έλεγε ότι ήταν κουλουριώτικο μάλαμα και κάθε που τρόμαζε η μάνα μου, η ψυχή της πήγαινε στην Κούλουρη. Και κάθε τόσο σήκωνε τα μάτια της στον ουρανό κι έλεγε “βλέπω την Κούλουρη φορτωμένη σύννεφα. Θα φέρει βροχή”. Αυτό ήταν και το πρώτο μου μάθημα γεωγραφίας. Όπου έβλεπα σύννεφα στον ουρανό ήξερα ότι εκεί ήταν η Κούλουρη.

Ο θείος της μάνας μου, ο μπαρμπα-Σταύρος, έμενε στην Κατσηβίγκλα. Ο μπαρμπα-Σταύρος έπλεκε νταμιτζάνες και μπουκάλια με χρωματιστά σχοινιά. Κάθε που ερχόταν σπίτι μάς έφερνε κι ένα μπουκάλι. Η μάνα μου δεν τα ήθελε αυτά τα μπουκάλια, γιατί δεν μπορούσε να τα πλύνει απέξω ούτε να δει μέσα αν ήταν καθαρά. Το πετρέλαιο για την γκαζιέρα το είχε πάντα σε μπουκάλι που μπορούσε να πλένεται και να μην λερώνονται τα χέρια της, όταν το έπιανε για να γεμίσει τη γκαζιέρα. Είχαμε όμως πλεγμένα ένα μισοκαδιάρικο του ούζου κι ένα της οκάς για το κρασί. Ο μπαρμπα-Σταύρος έπλεκε κι ένα καπελάκι σφιχτό για το φελλό του μπουκαλιού κι ένωνε φελλό και μπουκάλι με ένα κορδόνι. Με το βάλε βγάλε έσπασε κάποια στιγμή ο μισός φελλός και η μάνα μου έβαλε άλλο φελλό στο μπουκάλι. Ο παλιός έγερνε πάντα στο πλάι και μού φερνε μια θλίψη, αλλά δεν μπορούσε η μάνα μου να τον κόψει, γιατί θα ξηλωνόταν όλο το μπουκάλι. Κάποια στιγμή που ο μπαρμπα-Σταύρος γέρασε πολύ και σταμάτησε τις επισκέψεις η μάνα μου πέταξε όλα τα μπουκάλια του κι εγώ νόμιζα ότι θα λυπόμουν, αλλά τελικά δεν λυπήθηκα.

Στο σπίτι του μπαρμπα-Σταύρου στην Κατσηβίγκλα δεν πήγαμε ποτέ. Όταν όμως η ξαδέλφη της μάνας μου η Φωφώ έχτισε τις δυο κάμαρες πήγαμε να δούμε το σπίτι και το μεσημέρι κοιμηθήκαμε στην αυλή. Κι όταν μπήκαμε στο καραβάκι, ήξερα πια να διαβάζω, είδα ότι στην ταμπέλα του δεν έγραφε Κατσηβίγκλα αλλά Κακή Βίγλα. Αποφάσισα όμως να μη μιλήσω, γιατί ο πατέρας μου με είχε ήδη πει “στρίγκλικο”. Εκεί στην Κατσηβίγκλα ήταν που η θεία Φωφώ έκανε στη μάνα μου τη μεγάλη εξομολόγηση: “Η μάνα μου, Σοφία μου, μού έλεγε να πλένω το ρύζι εφτά χέρια, Γιώργο πήγαινε έξω να παίξεις, αλλά εγώ, από το τρίτο χέρι, όταν βλέπω το νερό να βγαίνει καθαρό, το φουντέρνω”.

Όταν έγινα δέκα ετών είδα στο χάρτη και την Κακή Βίγλα, και τα Σελήνια και τα Παλούκια κι ανακάλυψα ότι είχα πάει στην Κούλουρη, που στο σχολείο τη λέγαν πια Σαλαμίνα. Είδα και ότι όλες οι παραλίες που κάναμε μπάνιο, από τον Άη Γιώργη και το Ικόνιο ως το Πέραμα ήταν ακριβώς απέναντι από τη Σαλαμίνα. Πολύ ωραία περνούσαμε σε αυτές τις παραλίες. Μετά το μπάνιο βγάζαμε από τα πόδια μας τις πίσσες με πανί βουτηγμένο στο πετρέλαιο που πάντα παίρναμε μαζί μας. Στο γυρισμό το βαγόνι μύριζε πετρέλαιο. Τότε όμως νόμιζα πως όλες οι θάλασσες είχαν πίσσες, γιατί δεν ήξερα ακόμη ότι οι πίσσες πήγαιναν μαζί με την εγκατάλειψη και την ύβρη των συμφερόντων.

Το Πέραμα ήταν στο τέλος της διαδρομής που έκανε το τραμ κι εκεί νόμιζα ότι ήταν η άκρη του κόσμου.  Στα προσχολικά μου χρόνια πηγαίναμε στο Πέραμα σε μια ταβέρνα που λεγόταν “η πέρδικα”. Είχανε κι ένα κλουβί κάτω από την κληματαριά με μια καρδερίνα που νόμιζα ότι ήταν πέρδικα. Το βράδυ άναβαν μια λάμπα ασετυλίνης και τηγάνιζαν μαριδάκι, αλλά εγώ νύσταζα και ήθελα να φύγουμε κι ο πατέρας μου θύμωνε, αλλά με έπαιρνε αγκαλιά και κοιμόμουν.

Στην ηλικία των δέκα η μάνα μου μού είπε για το ναυάγιο.

Αρχές Μαΐου του 44 έφυγε ο πατέρας πολύ πρωί για δουλειά στη Σαλαμίνα. Έξω από την Ψυτάλλεια το καράβι έπεσε σε νάρκη και βυθίστηκε. Ο πατέρας μου πέταξε όλα του τα ρούχα και με τα σώβρακα μόνο κολύμπησε ώρες και βγήκε απέναντι στη στεριά. Κι από κει, ξεπαγιασμένος περπάτησε ως το σπίτι, στην οδό Βιτωλίων.

Η μάνα μου άκουσε τα χτυπήματα στην πόρτα, άνοιξε και τον είδε μπροστά της με τα σώβρακα, να τρέμει από το κρύο.

“Η ψυχή μου πήγε στην Κούλουρη. Τι έπαθες, τον ρωτάω, αλλά δεν μπορούσε να μιλήσει. Σήκωσε τα μωρά από το κρεβάτι τους, ο Τάσος μου ήταν τότε είκοσι μηνών και η Ελένη μου μωρό ασαράντητο, τα κράταγε στην αγκαλιά του κι έκλαιγε. Εσείς παιδιά μου με σώσατε, έλεγε.”

Στη μάνα μου δεν πήγε κανένας αγγελιαφόρος, όπως πήγε στην Άτοσσα, να της πει “νῆσός τις …” Ούτε χρειάστηκε να της πει ο πατέρας μου: “νῆσός τις ἔστι πρόσθε Σαλαµῖνος τόπων”, γιατί η μάνα μου ήξερε πολύ καλά πως το νησί μπροστά από την Κούλουρη είναι η Ψυτάλλεια.

Η Ποτίτσα, η κουμπάρα

-Αύριο που θα πάω στου Πανάγου για δικά μου θα σου πάρω κι εσένα μαλλί και βελονάκι και θα στα στείλω με το Γιώργο μου. Καναρινί, για να ταιριάζει, είτε γεννηθεί αγόρι, είτε κορίτσι.

Όταν έφυγε η Ποτίτσα, άρχισα τη γκρίνια.

-Δεν θέλω να πάω.

-Αφού είναι πολύ κοντά το σπίτι της. Μου είπε ότι θα σου δώσει και παγάκια.

Το επιχείρημα ήταν ισχυρό, αν και δεν άκουσα την Ποτίτσα να λέει κάτι τέτοιο.

-Εγώ δεν την άκουσα να λέει για παγάκια.

-Δεν το είπε σήμερα, άλλη φορά το είπε.

Τα παγάκια ήταν η αδυναμία μου. Στη γειτονιά υπήρχαν μόνο δύο ηλεκτρικά ψυγεία. Ήξερες ποιοι έχουν ηλεκτρικό ψυγείο, γιατί ο παγοπώλης δεν άφηνε πάγο στην πόρτα τους. Το ένα το είχε η Αθηνά, η Αραπίτσα, που την έλεγαν έτσι, γιατί ήταν πολύ μελαχρινή. Η Αραπίτσα ήταν μοδίστρα και μια φορά που με πήρε μαζί η μάνα μου για πρόβα, ζήτησα νερό. Πήγα στην κουζίνα να πιω το νερό και τότε τα είδα, ηλεκτρική κουζίνα και ψυγείο ιζόλα. Δεν ήξερα να διαβάζω, αλλά αναγνώριζα το σήμα από το άλλο ψυγείο της γειτονιάς, του Μπεμπέκου.

Ο Μπεμπέκος έμενε λοξά απέναντί μας. Ακριβώς απέναντι έμενε η Ερηνούλα, που η μάνα μου την έλεγε Χοντροκώλα και δίπλα ήταν το σπίτι του Μπεμπέκου. Όταν πήγαινα σπίτι του να παίξουμε μερικές φορές η μάνα του μάς έδινε από ένα παγάκι. Ο Μπεμπέκος ήταν πολύ φίλος μου και στενοχωριόμουν όταν τα βράδια έβγαινε η μάνα του στην πόρτα και φώναζε “Μπεμπέεεεκοοοο” και όλοι στη γειτονιά γέλαγαν.

Ο Μπεμπέκος κι εγώ ήμασταν τα μόνα αγόρια της παρέας. Δύο αγόρια και τέσσερα κορίτσια. Η Βούλα, η Νικολέττα, η Μαρία και η Μερόπη. Αλλά στο σπίτι της Μερόπης δεν με άφηνε ο πατέρας μου να πηγαίνω, γιατί ο πατέρας της Μερόπης ήταν αστυνομικός.

Όταν παίζαμε στο πεζοδρόμιο τις κουμπάρες και τους κουμπάρους εγώ σέρβιρα τα παγάκια. Το καπάκι που σκέπαζε το μετρητή του νερού ήταν όλο τετραγωνάκια. Αυτό ήταν η παγοθήκη. Έριχνα λίγο νερό από πάνω και τα τετραγωνάκια  ήταν ολόιδια με παγάκια. Τους σέρβιρα συνέχεια. Ήμουν και κουμπάρος και σερβιτόρος.

 

-Μη γυρίσεις την τσάντα ανάποδα και σου πέσει το βελονάκι. Ίσια να την κρατάς.

Ξεκίνησα με βαριά καρδιά. Αν άνοιγε την πόρτα η Ποτίτσα, δεν υπήρχε πρόβλημα. Θα της άφηνα την τσάντα χωρίς να πω τίποτε και θα έφευγα γρήγορα γρήγορα. Αν όμως άνοιγε την πόρτα η γιαγιά, η κυρα-Βασιλική, τότε τι θα έλεγα και τι θα έκανα; Δεν μπορούσα να πω “θέλω την κυρία Ποτίτσα”, γιατί εγώ αυτό το όνομα δεν μπορούσα να το πω. Γιατί το Ποτίτσα βγαίνει από το Τιποτίτσα και είναι ντροπή να σε λένε και να σε φωνάζουν Τιποτίτσα. Κι ας έλεγε η μάνα μου ψέματα ότι έβγαινε από το Παναγιώτα. Τιποτίτσα τη βάφτισαν.

Κατέβηκα την Βιτωλίων, πέρασα τις γραμμές του τραμ κι εκεί απέναντι ήταν το σπίτι. Ανέβηκα το μαρμάρινο σκαλοπάτι, σηκώθηκα στις μύτες των ποδιών και χτύπησα το κουδούνι. Ηλεκτρικό κουδούνι, όπως στο σπίτι του Μπεμπέκου.

-Τι θέλεις, ποιος είσαι; ρώτησε η κυρα-Βασιλική.

Μιλιά εγώ. Της έδωσα την τσάντα με το μαλλί.

-Ο Γιώργος είσαι; Έλα μέσα.

Με πήγε στην κουζίνα. Κάθισε, μου λέει, και τότε το είδα. Δεν ήταν ιζόλα. Άλλα γράμματα.

-Τι μάρκα είναι το ψυγείο σας; ρώτησα πολύ δειλά.

-Βοσκή, γερμανικό.

Σε λίγο μπήκε και η Ποτίτσα.

– Θέλεις γλυκό βανίλια;

– Τς.

-Βύσσινο;

-Τς.

-Τίποτε δεν θέλεις;

-Θέλω ένα παγάκι.

-Παγάκι δεν κάνει, γιατί θα πονέσει ο λαιμός σου.

 

Σε λίγους μήνες γεννήθηκε η Μπούλα. Την είδαμε που φορούσε καναρινί καπελάκι, καναρινί ζιπουνάκι και καναρινιά καλτσάκια. Για τα Χριστούγεννα η μάνα μου της έπλεξε καναρινί φορεματάκι. Την Άνοιξη βαφτίσαμε τη Μπούλα στην Υπαπαντή και τη βγάλαμε Βασιλική. Νονός ήταν ο πατέρας μου. Αλλά κοίταζε αλλού. Του μίλαγε ο παπάς, ο πατέρας μου κοίταζε αλλού. Έβαλαν το παιδί στην κολυμπήθρα, ο πατέρας μου κοίταζε αλλού. Τότε ανακάλυψα πόσο καλά ο πατέρας μου κοίταζε αλλού.

 

Λίγο καιρό μετά ο πατέρας μου έφερε μια εφημερίδα. Την έδειξε στη μάνα μου και της είπε “Δες εδώ ρεζιλίκια”. Και μετά συνέχεια έλεγαν “Αυτός, αυτός, αυτός” και κάτι για λεφτά, που δε βγαίνουν από ένα μαγαζί.

 

Από τότε δεν ξανάδαμε ούτε την Ποτίτσα, ούτε τον άντρα της, ούτε τη Μπούλα, που τη βαφτίσαμε Βασιλική. Και η φωτογραφία της Μπούλας με το καναρινί φορεματάκι βγήκε από τον μπουφέ.

 

Την Ποτίτσα την ξανάδα στα δεκαεννιά μου. Στην κηδεία του πατέρα μου. Είχε μαζί της και ένα κορίτσι στην εφηβεία. “Έφερα” μου είπε τη Μπούλα, για να νεκροφιλήσει το χέρι του νονού της. Ανατρίχιασα.

Από τότε δεν ξανάδα την Ποτίτσα, ούτε κανένα άλλο από την οικογένειά της. Και κατάφερα να μην πω ποτέ το όνομα της. Αλλά προστέθηκαν πλέον τόσα πολλά ονόματα που δεν θέλω να πω. Όχι Τιποτίτσες. Τιποτένιοι και τιποτένιες.

Η Κατίνα, το μισοφέγγαρο

Η μάνα μου είχε συγγενείς στη Λυγιά, κοντά στο Κιάτο. Από αυτούς του συγγενείς ερχόταν  κάθε χρόνο ένα καλάθι με πορτοκάλια. Κάθε φορά που έφτανε η ειδοποίηση, για να πάει η μάνα μας να παραλάβει από το κτελ το καλάθι, έβγαζε ένα  «ωχ», σαν να είχε φάει μαχαιριά.  «Και κάτι χειρότερο» συμπλήρωνε. «Τι να τα κάνω εγώ τα πορτοκάλια; Βρωμάει ο τόπος από πορτοκάλια μές στο χειμώνα. Και δεν φτάνει που έχω να κουβαλήσω το καλάθι τόσο δρόμο από το κτελ, μετά πρέπει να το γεμίσω με δώρα και να το στείλω πίσω. Και άντε να βάλω καφέ και ζάχαρη και παντόφλες για τη θεία, το υπόλοιπο πώς γεμίζει; Αυτοί τα έχουν τζάμπα τα πορτοκάλια, αλλά εμένα δε μου φτάνει ένα κατοστάρικο, για να γεμίσω το καλάθι».

Πρέπει να ήμουν τεσσάρων ετών, όταν ήρθε το γράμμα. Το διάβασε η μάνα μου και άρχισε τα «ωχ, τι τραβάω». Θα ερχόταν, λέει από τη Λυγιά η Κατίνα, η αρραβωνιαστικιά του ξαδέλφου της, να μείνει λίγες μέρες, για να φτιάξει τα δόντια της. «Εδώ δε χωράμε εμείς, πού θα την βάλω αυτή;» μονολογούσε συνεχώς. Σε λίγες μέρες πήγε η μάνα μου στο κτελ, να την παραλάβει και κατέφτασε η Κατίνα με μια βαλιτσάρα.

-Κατίνα μου, τι βαλιτσάρα είναι αυτή; Τη σηκώνω και είναι ελαφριά, σαν άδεια.

-Σοφία μου, δεν είναι δικιά μου, δανεικιά την πήρα από τη γειτόνισσα. Αυτήν είχε, αυτή μού έδωσε.

Η Κατίνα ήταν μια λεπτούλα και κοντούλα, με μαύρα κατσαρά μαλλιά και χρυσά δόντια. Το βράδυ, όταν ήρθε ο πατέρας μου, ρώτησε τη μάνα μου. «Πόσο καιρό θα μείνει εδώ το μισοφέγγαρο;» Από εκείνη τη στιγμή δεν την ξαναείπαμε μεταξύ μας Κατίνα. Μόνο μισοφέγγαρο.

Κάθε μέρα το μισοφέγγαρο έφευγε να πάει στο γιατρό και γύριζε με ψώνια. Παπούτσια, φορέματα, ζακέτες, μπλούζες. Απορούσε η μάνα μου πού βρεθήκανε τόσα λεφτά για λούσα στη μετεμφυλιακή Ελλάδα. «Εδώ δεν έχουμε καλά-καλά να φάμε και αυτή αγοράζει φορέματα.»

Πέρασαν δυο βδομάδες, που φάνηκαν της μάνας μου ατέλειωτες, και μετά γέμισε η βαλιτσάρα με τα ψώνια, την πήρε το μισοφέγγαρο κι έφυγε.

Από την επόμενη εβδομάδα άρχισαν να χτυπάνε την πόρτα οι δοσατζήδες. Όλα εκείνα τα ψώνια είχαν αγοραστεί με δόσεις. Και το μισοφέγγαρο έδωσε το όνομα και τη διεύθυνση της μάνας μου. Και ξεχρέωνε η μάνα μου για καιρό από τις οικονομίες της, κρυφά από τον πατέρα μου, για να μην του δίνει δικαίωμα να λέει για το σόι της.

Το μισοφέγγαρο δεν το ξανάδαμε ποτέ. Το καλάθι με τα πορτοκάλια όμως πηγαινοερχόταν για πολλά χρόνια. Και για πολλά χρόνια το να δημιουργούν άλλοι τα χρέη και άλλοι να πληρώνουν έμοιαζε με άδικο, αλλά τώρα πια είναι το κανονικό. Και πληρώνουμε με παραπανιστούς φόρους και με περικοπές μισθών και συντάξεων. Μόνο που αυτό δεν είναι μισοφέγγαρο. Είναι φεγγάρι ολόγιομο, πανσέληνος. Και με την πανσέληνο ανάβουνε τα αίματα.

 

Υ.Γ. Αναλογίζομαι κι εκείνους τους εργαζόμενους, που, χωρίς να το ξέρουν, ξεχρεώνουν με μεγάλες περικοπές των αποδοχών τους, που έγιναν με άλλοθι την κρίση, ένα μεγάλο δάνειο, που πήραν οι ιδιοκτήτες για άλλη οικογενειακή επιχείρηση και λόγω κακής διαχείρισης γιγαντώθηκε.

άστοδιαλο

Τον Δεκέμβρη του 1968, ως αρχισυντάκτης του μαθητικού περιοδικού «ο Αθηναίος» ετοίμαζα το πρώτο τεύχος της χρονιάς, που έπρεπε να κυκλοφορήσει πριν από τις χριστουγεννιάτικες διακοπές. Παρόλο που ήμουν αρχισυντάκτης του «Αθηναίου», εγώ ως Πειραιώτης δεν ήξερα να κυκλοφορώ στην Αθήνα. Ευτυχώς όμως οι συμμαθητές μου στο οικοτροφείο του Κολλεγίου Αθηνών ήταν πρόθυμοι να με εξυπηρετούν και δυο με τρεις φορές την εβδομάδα έβγαιναν με άδεια για να πηγαινοφέρνουν κείμενα και διορθώσεις. Πέρασε πολύς καιρός μέχρι να μάθω πού οφειλόταν η προθυμία τους να παίρνουν σχεδόν κάθε απόγευμα τέσσερις ώρες άδεια, για να πάνε στην οδό Φυλής, όπου ήταν το τυπογραφείο και άλλοι πόλοι έλξης. Χαλάλι τους, γιατί πολύ με εξυπηρέτησαν και μείωσαν τα ξενύχτια μου πάνω από τα μαθήματα και τα τυπογραφικά δοκίμια.

Ο χρόνος όμως ήταν πολύ πιεστικός και την τελευταία εβδομάδα έπρεπε να πάω ο ίδιος στο τυπογραφείο από πολύ νωρίς το πρωί και να κάνω επιτόπου τις τελευταίες διορθώσεις.  Έφυγα από το σχολείο πριν από το πρόγευμα και έφτασα στην οδό Φυλής νηστικός και αγχωμένος στις εφτάμιση. Το κρύο πολύ και το τυπογραφείο ήταν χωρίς πόρτα. Είχε μόνο ένα ρολό, που όταν σηκωνόταν σε άφηνε εκτεθειμένο στις καιρικές συνθήκες. Έπιασα δουλειά αμέσως. Διόρθωνα και μετά έλεγχα αν πέρασαν σωστά οι διορθώσεις. Ιδιοκτήτης και αρχηγός στη δουλειά του τυπογραφείου ήταν ο Δημοσθένης Σπανόπουλος, ο οποίος ήταν πολύ υπερήφανος που στοιχειοθετούσε και τύπωνε φιλολογικά περιοδικά και διατριβές και κάθε δέκα λεπτά επαναλάμβανε πως το τυπογραφείο είναι το δεύτερο πανεπιστήμιο.

Η δουλειά της στοιχειοθεσίας γινόταν όλη με το χέρι και γράμμα γράμμα. Ο τυπογράφος ήταν πίσω από ένα πάγκο και μπροστά του είχε αναρίθμητα ξύλινα κουτάκια με όλα τα στοιχεία. Άλφα με οξεία, άλφα με ψιλή οξεία, άλφα με δασεία οξεία, άλφα με περισπωμένη, άλφα με βαρεία και πάλι με ψιλή και με δασεία, και πάλι όλοι οι συνδυασμοί με υπογεγραμμένη. Χώρια τα κεφαλαία, τα σημεία στίξης, τα κενά και τα διάστιχα, και μετά τα πλάγια και τα bold, μαύρα τα λέγαμε τότε. Και πιο δίπλα τα πιο μεγάλα και τα πιο μικρά. Και σε άλλους πάγκους οι άλλες οικογένειες γραμμάτων, τα αττικά, τα λειψίας, τα ελζεβίρ. Μετά την εκτύπωση έπρεπε να διαλυθούν οι πλάκες της στοιχειοθεσίας και τα στοιχεία να επιστρέψουν στα κουτάκια τους.

Ποτέ στη ζωή μου δεν έχω νιώσει τόση ανάγκη για γάντια κατάδικου Ντίκενς, με τις ακάλυπτες άκρες των δαχτύλων, όσο τότε. Καθόμουν ξεπαγιασμένος και νηστικός και διάβαζα για πολλοστή φορά τα τυπογραφικά δοκίμια, ενώ πηγαινοερχόταν ο καφετζής της γειτονιάς με τα ούζα και τις ελιές.  Ουσιαστικά ήμουν παιδί και ντρεπόμουν να πω πως το «όχι» μου για το ούζο δεν περιλάμβανε και την ελιά με την οδοντογλυφίδα που το συνόδευε.

Από τη θέση που καθόμουν έβλεπα έναν αποστεωμένο και πολύ μελαχρινό τυπογράφο με διαβολικό ύφος, που όπως μου εξήγησε ο Σπανόπουλος, τον είχε προσλάβει εκτάκτως για εκείνες τις μέρες της πολλής δουλειάς. Κάθε φορά που άπλωνε αυτός το χέρι του να πάρει ένα στοιχείο από το κουτάκι κάτι ψέλλιζε, που όμως δεν μπορούσα από μακριά να ακούσω. Η περιέργειά μου ήταν τόσο μεγάλη που υπερνίκησε το μούδιασμα των ποδιών από την παγωνιά. Άλλωστε το ξεμούδιασμα ήταν μια καλή δικαιολογία για να περπατήσω ως τον στοχευμένο πάγκο. Τα μάτια μου σίγουρα γούρλωσαν μόλις άκουσα ότι με κάθε κίνηση του χεριού, που γινόταν αστραπιαία, έπεφτε συγχρόνως και ένα «άει στο διάολο», αλλά όχι ακριβώς έτσι, μια πιο σύντομη εκδοχή, ένα κοφτό «άστοδιαλο». Ριπές ατέλειωτες, χωρίς ανάσα, χωρίς διακοπή άστοδιαλο, άστοδιαλο, άστοδιαλο, άστοδιαλο, άστοδιαλο, άστοδιαλο. Κάθε δευτερόλεπτο ένα, κάθε λεπτό 60, κάθε ώρα 3600. Στις 12 ώρες που έμεινε εκεί πρέπει να έπεσαν τουλάχιστον 43.200 άστοδιαλο. Είχα μπροστά μου μια μπαρουτοκαπνισμένη διαολοσταλτική μηχανή που δούλευε με ούζο. Συνέχεια