Η παγίδα της αξιολόγησης/επιμόρφωσης των εκπαιδευτικών

Έχω στο παρελθόν εξηγήσει γιατί η υποτιθέμενη αξιολόγηση των εκπαιδευτικών δεν αξιολογεί τίποτε, παρά μόνο ασκείται ως μέθοδος εξουσιαστικού ελέγχου και τρομοκρατικής χειραγώγησης από ένα κομματικό μηχανισμό.

Η υπουργός υπόσχεται ότι θα δοθούν διδακτικές ελευθερίες στους εκπαιδευτικούς, οι οποίες όμως στην πράξη θα αναιρούνται από την απειλή της αξιολόγησης, μια και η μόνη ασφαλής οδός είναι η πεπατημένη.

Και πάλι όμως θα ήθελα να τονίσω πως, όταν στην Ελλάδα μιλάμε για εκπαιδευτικό εκσυγχρονισμό, συνήθως αναφερόμαστε σε διδακτικές μεθόδους και μέσα τεχνολογίας. Ασχολούμαστε διαρκώς με το πώς διδάσκουμε και όχι με το τι διδάσκουμε. Όμως αν κάτι χρειάζεται να αλλάξει είναι το περιεχόμενο της παιδείας και δευτερευόντως η διδακτική μέθοδος. Το τι διδάσκουμε είναι τόσο ασφυκτικά παγιωμένο από τις ιδεολογικές αγκυλώσεις, ώστε να μην αφήνεται κανένα περιθώριο ουσιαστικής ελευθερίας και ούτε σκέψη για εκσυγχρονιστική ανανέωση.

Όποιος επιχειρήσει ουσιαστική ανανέωση θα αποτυγχάνει στην αξιολόγηση και θα οδεύει προς «επιμόρφωση», που θα ήταν προτιμότερο να την λέμε ευθυγράμμιση, για να ακριβολογούμε κάπως.

Και πάντως σε ποια και πόσα διδακτικά αντικείμενα θα γίνεται επιμόρφωση, από ποιους, πότε και πού; Με ποια παρωχημένα βιβλιογραφικά εφόδια;

Θυμάμαι κάποτε που μια νέα καθηγήτρια μού ζήτησε την άδεια να παρακολουθήσει ένα σεμινάριο για τα ομηρικά έπη. Της έδωσα την άδεια βεβαίως, αλλά την προειδοποίησα πως αυτό που θα άκουγε θα ήταν ότι τα δύο έπη είναι έργα του Ομήρου και όχι η καταγραφή μιας προφορικής παράδοσης, που αποδόθηκε σε κάποιον ανύπαρκτο Όμηρο. Θα μάθαινε δηλαδή πράγματα αντίθετα από αυτά που διδάσκουμε στο σχολείο που εργαζόμουν. Μετά από λίγες ημέρες μού επιβεβαίωσε όλα αυτά, για τα οποία την είχα προειδοποιήσει.

Δεν γνωρίζω με ασφάλεια τις ιδεολογικές αγκυλώσεις άλλων μαθημάτων και γιαυτό θα περιοριστώ στα φιλολογικά μαθήματα, που είναι μαθήματα της ειδικότητάς μου.

Ποιος θα τολμούσε να διδάξει τα αρχαία Ελληνικά με τη μέθοδο του Κέμπριτζ, χωρίς συντακτικές αναλύσεις και γραμματικές αποστηθίσεις, ξέροντας ότι έτσι θα αποτύχει στην αξιολόγηση;

Ποιος θα τολμήσει να πει ότι τα δημοτικά τραγούδια είναι του 19ου αιώνα και ότι είναι ιδεολογικά φορτισμένη η τοποθέτησή τους στο πρώτο κεφάλαιο των ανθολογίων, για να ορίσουν τις απαρχές της λογοτεχνίας; Το «σώπασε κυρά Δέσποινα και μην πολυδακρύζεις» δεν είναι του 1453, αλλά του 19ου αιώνα, όπως άλλωστε φαίνεται από τους γλωσσικούς τύπους.

Ποιος θα διδάξει λογοτεχνικό κείμενο, παρακάμπτοντας τις παρωχημένες στρουκτουραλιστικές οδηγίες του 1960, χωρίς να οδηγηθεί πάραυτα σε επιμόρφωση;

Ποιος θα επισημάνει τον σκοταδιστικό ρόλο της Εκκλησίας στην παιδεία κατά την οθωμανική περίοδο και αργότερα, χωρίς να λογοδοτήσει;

Ποιος θα τολμήσει να πει ότι οι γλώσσες διδάσκονται συγχρονικά και όχι διαχρονικά; Ποιος θα πει ότι η γνώση της αρχαίας γλώσσας δεν μας βοηθάει στη γνώση των νέων Ελληνικών; Όσοι το τολμήσουν θα πάνε για ευθυγράμμιση.

Και βέβαια κανείς θεολόγος δεν θα μπορέσει ποτέ να πει ότι η φιλολογική επιστήμη έχει αποδείξει ότι τα ευαγγέλια είναι μεταγενέστερα των ευαγγελιστών, ούτε ότι το κατά Ιωάννην και η Αποκάλυψη έχουν γραφεί από διαφορετικά πρόσωπα σε διαφορετικές εποχές.

Ελάχιστα παραδείγματα δίνω από τα αναρίθμητα που αναδύονται καθημερινά στο διδακτικό έργο και που βεβαίως δεν εξαντλούνται, αλλά απαιτούν πλήρη αναδιοργάνωση του εκπαιδευτικού έργου και εξονυχιστική αναθεώρηση των αναλυτικών προγραμμάτων.

Συνοψίζω λέγοντας πως, όπως στο παρελθόν η αξιολόγηση είχε χρησιμοποιηθεί ως μέσο ιδεολογικού ελέγχου των εκπαιδευτικών, έτσι και τώρα ο κομματικός μηχανισμός θα αξιολογήσει και θα επιμορφώσει τους εκπαιδευτικούς με επιστημονικό όργανο την εθνικοφροσύνη και την Ορθοδοξία.

Όσο για την απάτη των δήθεν πολλαπλών βιβλίων θα επανέλθω σε λίγες μέρες.

Η απεργία στη Σχολή Μωραΐτη για τον αντιεργασιακό νόμο

Η απεργία για τον αντιεργασιακό νόμο της κυβέρνησης λειτούργησε ακόμη μια φορά ως καταλύτης στη Σχολή Μωραΐτη. Η διοίκηση του σχολείου συνεχώς απομακρύνεται ιδεολογικά από τον βασικό κορμό του εκπαιδευτικού προσωπικού, χωρίς να αντιλαμβάνεται τις επιπτώσεις για το ίδιο το σχολείο που ενέχει αυτή η ιδεολογική δυσαρμονία. Στο προ κρίσεως παρελθόν η διοίκηση του σχολείου ακολουθούσε φιλελεύθερη και δημοκρατική στάση και συμπαραστεκόταν στα αιτήματα των εκπαιδευτικών. Ποτέ δεν αξιολογούσε τους εκπαιδευτικούς με βάση τη συμμετοχή τους στην απεργία και ήταν το μοναδικό ίσως σχολείο, στο οποίο απεργούσαν και οι αναπληρωτές εκπαιδευτικοί και όσοι είχαν μειωμένο διδακτικό πρόγραμμα και έλπιζαν σε αύξηση του ωραρίου τους. Το σχολείο έκλεινε στις απεργίες και έτσι δεν γινόταν διαχωρισμός σε απεργούς και απεργοσπάστες, σε καλούς και κακούς εργαζόμενους. Αυτό ωφελούσε βεβαίως τους εκπαιδευτικούς, αλλά κυρίως ωφελούσε το σχολείο και το εκπαιδευτικό έργο. Οι εκπαιδευτικοί δεν ήταν σε ιδεολογική ρήξη με τη διοίκηση, ούτε έβλεπαν τις αξίες τους να ποδοπατούνται στο βωμό της αλαζονείας, της έπαρσης και της ταξικής διαφοροποίησης.

Την τελευταία δεκαετία η πολυπρόσωπη πλέον διοίκηση της Σχολής Μωραΐτη αποφάσισε να μετατρέψει το σχολείο σε φάμπρικα. Στη φάμπρικα οι ιδιοκτήτες, οι διευθυντές και οι εργαζόμενοι μπορούν να έχουν, δυστυχώς, διαφορετικά συμφέροντα και διαφορετική ιδεολογία. Η ποιότητα του εργοστασιακού προϊόντος δεν εξαρτάται από την ιδεολογία της μηχανής. Στο σχολείο όμως οι εκπαιδευτικοί δεν είναι μηχανές, ούτε τα παιδιά η πρώτη ύλη. Μπορεί οι διοικούντες το σχολείο να νομίζουν, όπως και η υπουργός τους, ότι οι εκπαιδευτικοί μπαίνουν στην τάξη και λύνουν εξισώσεις ή παραθέτουν ανώμαλα ρήματα, αλλά τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά.

Και η πιο απλή και η πιο «αθώα» περιγραφή είναι επιδεκτική ερμηνείας και κάθε ερμηνεία εμπεριέχει και ιδεολογία. Και αφήνω κατά μέρος το hidden curriculum από το οποίο σφύζει το παιδαγωγικό έργο.

Η διοίκηση του σχολείου διδάσκει στα παιδιά ότι οι εργαζόμενοι πρέπει να εργάζονται υπό ένα ανελεύθερο και αντιδημοκρατικό καθεστώς στυγνής εκμετάλλευσης και θέλει συγχρόνως να διατηρεί την ψευδαίσθηση ότι προσφέρει παιδεία. Αλλά παιδεία προσφέρεται μόνο όταν οι εκπαιδευτικοί είναι ελεύθεροι να απεργήσουν και εξηγήσουν αναλυτικά στα παιδιά τους λόγους για τους οποίους απεργούν. Δεν είναι δικαίωμα των εκπαιδευτικών να εξηγούν στα παιδιά γιατί απεργούν, αλλά υποχρέωσή τους. Πρέπει να τους εξηγήσουν ότι δεν απεργούν εναντίον τους, αλλά υπέρ τους, για μια καλύτερη κοινωνία. Δεν είναι δυνατόν το σχολείο και οι γονείς να εμπιστεύονται την παιδεία των παιδιών σε ανθρώπους που τελικώς δεν εμπιστεύονται και περιφρονούν.

Η γενική διευθύντρια της Σχολής Μωραΐτη όταν θέλει να κολακέψει και έτσι να χειραγωγήσει τους εκπαιδευτικούς τους λέει: «το Σχολείο είστε εσείς». Με άλλα λόγια τους λέει: «εσείς εκφράζετε την ιδεολογία του σχολείο και Εγώ δεν κολλάω πουθενά».

Στην τελευταία απεργία, από όσα μαθαίνω, η διοίκηση του σχολείου προχώρησε ακόμη ένα βήμα προς τον ευτελισμό. Λειτούργησε απεργοσπαστικά και ανέθεσε εκπαιδευτικό έργο σε μη εκπαιδευτικό προσωπικό του σχολείου. Από εκείνους που τους απολύει όποια ώρα θέλει. Και οι γονείς δεν διαμαρτύρονται. Οι γονείς δεν διαμαρτύρονται, γιατί η Σχολή Μωραΐτη έπαψε πλέον να είναι ένα φιλελεύθερο δημοκρατικό σχολείο και έγινε ένα ακόμη σχολείο της σειράς, ένα ακόμη σχολείο της Νέας Δημοκρατίας. Απευθύνεται αποκλειστικά σε σκληροπυρηνικούς νεοδημοκράτες γονείς, οι οποίοι πάνω από όλα βάζουν την αποτυχία της απεργίας και την επικράτηση της κομματικής γραμμής.

Κάθε επιχειρησιακή επιλογή έχει και τις επιπτώσεις της και μάλιστα σε μια εποχή που δελεάζουν τα γερμανόφωνα και γαλλόφωνα σχολεία. Προς το παρόν τα φουγάρα της φάμπρικας βγάζουν πολύ καπνό. Η τελευταία απεργία λειτούργησε ως καταλύτης στη Σχολή Μωραΐτη. Και η αντίδραση παρήγαγε πολύ ίζημα, κοινώς κατακάθι. Της κοινωνίας εννοώ.

Οι βιασμοί, οι σεξουαλικές κακοποιήσεις και το φιάσκο των αξιολογήσεων στα σχολεία

Στις 23 Μαρτίου δημοσιοποιήθηκαν διαδικτυακά 170 καταγγελίες βιασμών και σεξουαλικής κακοποίησης στο διάσημο και πανάκριβο σχολείο του Λονδίνου Highgate, που ιδρύθηκε πριν από 456 χρόνια. Μετά τις 23 Μαρτίου προστέθηκαν και άλλες καταγγελίες και τώρα έχουν φτάσει τις 257. Στη συνέχεια άρχισαν σωρηδόν καταγγελίες και για άλλα σχολεία. Δεν θα ασχοληθώ με το τι συμβαίνει στην Αγγλία, γιατί τα φαινόμενα αυτά δεν γνωρίζουν από σύνορα, ακριβώς όπως και το μπούλιγκ. Για την Ελλάδα ενδιαφέρομαι περισσότερο.

Θα αναφερθώ μόνο σε μία καταγγελία μαθήτριας στο Highgate, που βιάστηκε πέρσι από συμμαθητή της. Το σχολείο αρνήθηκε να ερευνήσει την υπόθεση λέγοντας «ο λόγος σου και ο λόγος του.» Αρνήθηκε να δεχτεί μαρτυρίες συμμαθητριών της μαθήτριας και αρνήθηκε να δεχτεί φωτογραφίες από μελανιές στο σώμα της. Βράβευσε το αγόρι και δεν επέτρεψε να διαταραχτεί η ζωή του με κανένα τρόπο. Το μόνο που έκαναν ήταν να επιτρέψουν στο κορίτσι να φεύγει πέντε λεπτά νωρίτερα, για να μην συναντήσει το συμμαθητή της και να μελετάει στην αίθουσα μουσικής, αντί για τη βιβλιοθήκη, για να μπορεί να τον αποφύγει. Όχι μόνο δεν υπήρχε καμιά επίπτωση για το αγόρι, αλλά δεν προσφέρθηκε και καμιά ουσιαστική προστασία στο κορίτσι, το οποίο κυκλοφορούσε τρομαγμένο στο σχολείο και κρυβόταν.

Αναπόφευκτα θυμήθηκα μια περίπτωση, πριν από πολλά χρόνια, δεκατριάχρονου αγοριού που άπλωνε τα χέρια του σε απαγορευμένες περιοχές του σώματος συμμαθήτριάς του. Το κορίτσι κρυβόταν τρομαγμένο, για να τον αποφύγει. Κάλεσα τους γονείς του αγοριού και τους είπα ότι δεν είναι δυνατόν να έχουμε στο σχολείο ένα κορίτσι 13 ετών που κρύβεται τρομαγμένο, για να μη συναντήσει το γιο σας. Ο πατέρας του αγοριού μού απάντησε με έπαρση: «προφανώς αγνοείτε ότι ο τρόμος μπορεί να είναι βασικό συστατικό της απόλαυσης του σεξ». Μετά τη δήλωση αυτή του πατέρα το αγόρι αναγκάστηκε την επόμενη εβδομάδα να αλλάξει σχολείο, γιατί οποιαδήποτε αναμορφωτική προσπάθεια του σχολείου θα προσέκρουε στην υπονόμευση που έκανε ο πατέρας του αγοριού.

Με το παράδειγμα αυτό θέλω να πω πως το αγόρι στο αγγλικό σχολείο δεν ξύπνησε ξαφνικά μια μέρα στα δεκαοχτώ του χρόνια ως βιαστής. Είμαι βέβαιος ότι από πολύ μικρότερη ηλικία θα είχε παραβατική συμπεριφορά και θα συμμετείχε με χειρονομίες, με σεξιστικά σχόλια, με σεξιστικές αφηγήσεις σε μια εξουσιαστική κουλτούρα που υποβλέπει και καταπιέζει τα κορίτσια. Που θεωρεί τα κορίτσια λάφυρα πολέμου και επιδεικνύει μαγνητοσκοπήσεις ερωτικών συνευρέσεών τους. Το σχολείο όμως αρνήθηκε να δει και να αντιμετωπίσει από πολύ μικρή ηλικία αυτή την κουλτούρα και να διαμορφώσει μια άλλη κουλτούρα ισότητας, ασφάλειας και φροντίδας για όλους.

Το πλέον παράδοξο είναι ότι το σχολείο αυτό αξιολογήθηκε ως το καλύτερο σχολείο της Αγγλίας για το 2020. Έτσι αναδεικνύεται το φιάσκο της αξιολόγησης των σχολείων, γιατί πώς είναι δυνατόν να θεωρείται το καλύτερο σχολείο και μέσα σε λίγες ημέρες να γίνονται 247 καταγγελίες βιασμών και σεξουαλικών κακοποιήσεων; Πώς είναι δυνατόν να θεωρείται καλύτερο σχολείο αυτό που στη συνείδησή μας τοποθετείται στην κατώτερη θέση; Είναι όμως δυνατόν, γιατί οι αξιολογήσεις ενδιαφέρονται μόνο για επιδόσεις και επιτεύγματα και αδιαφορούν για το περιβάλλον του σχολείου και τι αυτό υποθάλπει και ίσως επικροτεί με το άλλοθι «boys will be boys».

Ας έρθουμε όμως στην Ελλάδα. Πέρσι έγιναν καταγγελίες για βιασμούς σε ένα σχολείο του Ψυχικού και φέτος καταγγελίες για σεξουαλικές κακοποιήσεις σε ένα άλλο σχολείο του Ψυχικού. Τα πράγματα δεν είναι καθόλου τυχαία. Δεν έτυχε, μεθοδεύτηκε.

Πριν από δύο περίπου δεκαετίες ήρθαν στο σχολείο μας δεκατετράχρονα αγόρια από το γειτονικό σχολείο, όπου καταγγέλθηκαν οι βιασμοί. Ήταν αγόρια της τρίτης γυμνασίου που ήρθαν την ώρα που έκαναν διάλειμμα τα παιδιά τους δικού μας δημοτικού, κατέβασαν τα βρακιά τους και επιδείκνυαν στα μικρά παιδιά τα γεννητικά τους όργανα. Στις δασκάλες που τα μάλωσαν απάντησαν με θράσος και ανέπτυξαν θεωρίες περί ελευθερίας του σώματος. Κάποια από αυτά στη συνέχεια μπήκαν μέσα στο κτήριο και προσπάθησαν να ξεμοναχιάσουν στις τουαλέτες ένα κορίτσι της πέμπτης δημοτικού. Εντωμεταξύ άρχισε το διάλειμμα του δικού μας γυμνασίου και τα δικά μας συνομήλικα παιδιά αναγνώρισαν τους εισβολείς και με δική τους πρωτοβουλία μού έδωσαν τα ονόματά τους.

Την επόμενη ημέρα έκλεισα ραντεβού κι επισκέφτηκα τον διευθυντή του γυμνασίου στο γειτονικό σχολείο, γνωστό και ως σχολείο της «αριστείας». Του έδωσα το χαρτί με τα ονόματα και του περιέγραψα τι είχε συμβεί. Δεν έδειξε να ενδιαφέρεται. Αντίθετα ήθελε να μιλήσουμε για τους μισθούς μας, για το αν είχα κονδύλι με έξοδα παραστάσεως, όπως εκείνος, και ποια έξοδα θεωρούσε έξοδα παραστάσεως. Τότε δεν ήξερα το Highgate, αλλιώς θα μου το θύμιζε. Σηκώθηκα να φύγω.

«Όσο για αυτό» μου είπε δείχνοντας το χαρτί με τα ονόματα «δεν μπορώ να κάνω τίποτε. Γιατί δεν μου έστειλες ένα γράμμα και να μου λες, ρε φίλε, θέλω να κάνεις αυτό κι αυτό με αυτά τα παιδιά. Δεν μου το λες. Ωστόσο εγώ θα τους φωνάξω αύριο, για να τους δείξω πως όλα τα μαθαίνω.» Του απάντησα πως δεν είναι δική μου δουλειά να του πω τι θα κάνει στο σχολείο του. Δική μου υποχρέωση ήταν να τον ενημερώσω και αυτό θα περίμενα και από εκείνον, αν κάτι συνέβαινε με παιδιά του δικού μας σχολείου. Αντί να πιάσει το κεφάλι του και να αρχίσει να τρέχει, βρήκε δικαιολογία, για να μην κάνει τίποτε. Αλλά αν δεν κάνεις τίποτε, όταν είναι μικρά τα παιδιά, περίμενε και θα ακούσεις, όταν μεγαλώσουν.

Τα μεγαλύτερα προβλήματα των σχολείων είναι ο ρατσισμός, ο σεξισμός και η ομοφοβία. Για την αντιμετώπισή τους τα σχολεία πρέπει να δουλεύουν νύχτα μέρα όλο το χρόνο. Συχνά έλεγα στα παιδιά πως το σχολείο είναι ένα φαρμακείο που διανυκτερεύει κάθε μέρα. Και Χριστούγεννα και Πάσχα και καλοκαίρι. Μόνο αν το σχολείο παρέχει περιβάλλον ισότητας, ασφάλειας και ουσιαστικής φροντίδας των παιδιών μπορούν να πάνε καλά και οι δείκτες της μόρφωσης για όλα τα παιδιά, χωρίς διακρίσεις. Κανείς δεν μπορεί να αποδώσει σε κλίμα ανασφάλειας και τρόμου.

Οι αξιολογήσεις που μεθοδεύει το υπουργείο είναι μόνο μέσα χειραγώγησης των εργαζομένων και δημιουργίας κλίματος ανασφάλειας προς δόξα των αφεντικών. Τα σχολεία οφείλουν να δημιουργούν κλίμα ασφάλειας και για τους εκπαιδευτικούς και για τα παιδιά. Μόνο το κλίμα ασφάλειας, ευημερίας και αναγνώρισης αυξάνει και τη δημιουργικότητα και την παραγωγικότητα μικρών και μεγάλων.

Ομολογώ ότι το να δημιουργήσεις θετικό κλίμα σε ένα σχολείο και κουλτούρα ισότητας δεν είναι εύκολο και εγώ προσωπικά είχα να αντιμετωπίσω και το νέο θεολόγο που έλεγε «εγώ είμαι με το μέρος των αγοριών» και την εκπαιδευτικό, μητέρα αγοριών, που μου έλεγε πως έτσι είναι τα αγόρια από τη φύση τους. Όμως το πλήθος των εκπαιδευτικών είμαι βέβαιος πως θα συνεργαστεί.

Το υπουργείο παιδείας αντί για το φόβητρο των αξιολογήσεων των σχολείων θα έπρεπε να ζητήσει από τα πανεπιστημιακά τμήματα των Παιδαγωγικών να εκπονήσουν ερωτηματολόγια και προγράμματα, για να διερευνήσουν και να αντιμετωπίσουν φαινόμενα ρατσισμού, σεξουαλικής κακοποίησης και ομοφοβίας στα σχολεία.

Οι συνομήλικοι με εμένα φιλόλογοι από τη Φιλοσοφική της Αθήνας διδαχθήκαμε τα παιδαγωγικά του Μελανίτη και μάθαμε πως τα μικτά σχολεία «απάδουν προς τα ήθη των Ελλήνων» πως «τα θήλεα προκαλούν τους άρρενας, οι οποίοι οφείλουν να παραμένουν αφελείς περί τα ερωτικά έως και το δέκατον όγδοον έτος της ηλικίας των».

Ναι άλλαξαν οι καιροί, αλλά πόσο; Και κυρίως πόσο άλλαξε η νοοτροπία μέσα στα σχολεία, που είναι κατεξοχήν συντηρητικοί χώροι και πολύ εύκολα στοχοποιούν κορίτσια για την εμφάνισή τους, για το ντύσιμό τους, για την «προκλητική συμπεριφορά» τους. Πόσο συχνά μέσα στα σχολεία λέγεται για κορίτσια ότι «πάνε γυρεύοντας»; Έχουμε δουλειά να κάνουμε. Όχι αυτήν που μας λέει το υπουργείο. Όχι, έχουμε καλή δουλειά. Και ναι, είναι απαραίτητο το μάθημα σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης. Αλλά δεν φτάνει η μία ώρα την εβδομάδα. Πρέπει όλοι όσοι βρίσκονται μέσα στο σχολείο, σε όλες τις ηλικίες να δουλεύουν μέρα νύχτα για αυτό το περιβάλλον ισότητας, ασφάλειας και φροντίδας για όλους. Αρκεί και ένα μόνο ρατσιστικό, σεξιστικό, ομοφοβικό σχόλιο, για να ακυρώσει δουλειά μηνών.

Ας δώσουμε επιτέλους άλλο περιεχόμενο στην αριστεία.

https://docs.google.com/document/d/e/2PACX-1vQI6oq9hag7lrGWm49D90z_aWSZ6Wsu40sTIfmAc5pr5NIgfh3PWzgaWS44DZ_Sui663AtThWx1beqI/pub

Είμαστε όλοι Καμένα Βούρλα

Διαβάσαμε, είδαμε, ακούσαμε για τη συμπεριφορά απέναντι στα προσφυγόπουλα και θυμώσαμε με τα Καμένα Βούρλα. Βρίσαμε τους κατοίκους και τους είπαμε φασίστες και είχαμε δίκιο. Αλλά…

Στις περσινές μετακινήσεις μου στη Λαμία για τη δίκη των δολοφόνων του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου έβλεπα με βαριά καρδιά τα κλειστά μαγαζιά και βενζινάδικα στον παλιό παράλληλο δρόμο. Και μια φορά που παρέκαμψα και μπήκα στα Καμένα Βούρλα, είδα την πολυσύχναστη άλλοτε λουτρόπολη σε μεγάλο μαρασμό. Πολύ θλιβερή εικόνα, όχι μόνο τα εστιατόρια και τα καφενεία ήταν κλειστά, αλλά και όλα εκείνα τα μαγαζιά που πουλούσαν χαλβά και ζυμαρικά. Ερήμωση μόνο που σου σφίγγει την καρδιά.

Πρόπερσι, επιστρέφοντας από Σπάρτη, αναζητούσα ματαίως πινακίδες στην πόλη που να κατευθύνουν προς Κόρινθο μέσω του αυτοκινητόδρομου. Τελικώς σταμάτησα σε ένα βενζινάδικο για ανεφοδιασμό κι εκεί ρώτησα. Αντί να μου απαντήσουν, προσπάθησαν με πολλά επιχειρήματα να με πείσουν να πάω από τον παλιό δρόμο. Ήταν φανερό πως οι νέοι δρόμοι δεν συνέφεραν όλη την περιφέρεια και τις τοπικές κοινωνίες.

Πήγα και στη Θεσσαλονίκη, αλλά αρνήθηκα να κάνω στάση σε ΣΕΑ και σε προνομιούχες επιχειρήσεις που καταδυναστεύουν τους εργαζόμενους, αλλά πληρώνοντας διπλά διόδια επισκέφτηκα τα Αμπελάκια. Παλιά δεν έβρισκες τραπέζι, αλλά αυτή τη φορά φάγαμε μόνοι μας στην πολύ ωραία πλατεία με το πολύ ωραίο και πολύ φτηνό φαγητό. Στην επιστροφή σταματήσαμε, και πάλι με διπλά διόδια στον Παλαιό Παντελεήμονα.

Πέρσι πήγαμε στα Ιωάννινα. Πληρώσαμε πάλι τα υπέρογκα διόδια, αλλά δεν σταματήσαμε για φαγητό. Είχαμε πάρει κάτι πρόχειρο μαζί μας. Στην επιστροφή όμως μπήκαμε στο Μεσολόγγι και φάγαμε στην Τουρλίδα, πολύ ωραία και πολύ φτηνά, αλλά το ένα εστιατόριο ήταν κλειστό και το άλλο είχε λίγους πελάτες.

Βεβαίως οι Γιαννιώτες ήταν ενθουσιασμένοι με τον δρόμο και την αύξηση του τουρισμού τους. Το ίδιο και οι Καλαματιανοί. Εκτός όμως από τις ελάχιστες πόλεις προορισμού τι γίνεται με τις ενδιάμεσες περιοχές που απέκλεισαν οι νέοι αυτοκινητόδρομοι; Τι να απέγινε το καταπληκτικό εστιατόριο στον παλιό δρόμο προς Καλαμάτα μετά την Τρίπολη, όπου τρώγαμε κόκορα με χυλοπίτες; Και τι απέγινε το διπλανό κατάστημα με τα τυροκομικά τοπικά προϊόντα; Τι απέγιναν τα στενά της Κλεισούρας και τι απέγιναν τα Τέμπη;

Από το 2008 που άρχισε η οικονομική κρίση είδαμε πολλές κοινωνικές ομάδες να στρέφονται προς τα δεξιά, οι δεξιοί έγιναν δεξιότεροι και οι αριστεροί άρχισαν να παραπαίουν και να γλυκοκοιτάζουν τις δεξιές ψήφους. Συνέβαλε και η προσφυγική κρίση που ενίσχυσε τη ρητορική πως για όλα φταίνε οι ξένοι που παίρνουν τις δουλειές μας. Τώρα πια διαμαρτύρονται και οι Αλβανοί, γιατί οι Πακιστανοί έριξαν ακόμη περισσότερο τα μεροκάματα και διεκδίκησαν μεγάλο κομμάτι της χειρωνακτικής εργασίας.

Μέσα σε αυτή την οικονομική και κοινωνική κρίση διέπρεψε η ακροδεξιά ρητορική. Γιατί η ακροδεξιά ρητορική είναι λιγόλογη, κατανοητή, απλή και μοιάζει αποτελεσματική. Είμαστε οι καλύτεροι και οι ξένοι θέλουν το κακό μας. Μας κλέβουν, μας σκοτώνουν, βιάζουν τις κόρες μας, μας παίρνουν τις δουλειές μας, μας γεμίζουν αρρώστιες. Εξαφανίστε τους για να σωθούμε. Να σωθούν η Θρησκεία μας, η Ιστορία μας και ο Πολιτισμός μας.

Η αριστερά δεν μπόρεσε ούτε πειστική ρητορική να αναπτύξει, ούτε να προτείνει λύσεις που θα ανακούφιζαν τις δοκιμαζόμενες κοινωνίες από την οικονομική και κοινωνική κρίση.

Οι νέοι αυτοκινητόδρομοι έγιναν. Και έχουν προσφέρει εξυπηρέτηση σε πολλούς και μεγάλα κέρδη στους αδηφάγους που τους εκμεταλλεύονται. Έχουν όμως οδηγήσει σε εξαθλίωση πολύ κόσμο και πολλές περιοχές.

Υπάρχουν όμως τρόποι που μπορούν να περιορίσουν το κακό.

Πρέπει να μπορούν οι ταξιδιώτες να επισκέπτονται τις περιοχές που είναι κοντά στον οδικό άξονα, χωρίς να πληρώνουν διόδια για μια δίωρη στάση. Να πάνε για φαγητό στα Αμπελάκια, χωρίς να πληρώσουν διόδια βγαίνοντας και ξαναμπαίνοντας στον αυτοκινητόδρομο.

Και θα ήταν όχι μόνο προσοδοφόρο για τις τοπικές κοινωνίες αν στα διάσπαρτα πάρκιν επιτρεπόταν στους παραγωγούς να πωλούν τα αγροτικά τους προϊόντα, αλλά θα ήταν και πολύ ευχάριστο για τους ταξιδιώτες.

Το επόμενο θα ήταν να καταργηθούν τα μονοπώλια των ΣΕΑ και να δημιουργηθούν και άλλες τέτοιες περιοχές με βενζινάδικα και πολλά καταστήματα τα οποία να παραχωρηθούν για εκμετάλλευση στους καταστηματάρχες που οδηγήθηκαν σε οικονομική καταστροφή από τους νέους δρόμους. Και άλλα να διατεθούν στους δήμους των παρακείμενων περιοχών, για να πωλούνται τοπικά προϊόντα. Και βέβαια όλα αυτά να γίνουν με δαπάνες αυτών που εκμεταλλεύονται τους αυτοκινητόδρομους.

Ξέρω ότι όλα αυτά προϋποθέτουν σύγκρουση με τα μεγάλα συμφέροντα. Αλλά καμιά κοινωνική αδικία δεν αποκαθίσταται χωρίς σύγκρουση με τα μεγάλα συμφέροντα.

Αντί όμως να υπάρχει μια τέτοιου τύπου φροντίδα για τα Καμένα Βούρλα, τώρα βρίζουμε και λοιδορούμε. Για αυτούς τους κατοίκους όμως η εγκατάσταση των προσφύγων σηματοδοτεί τον οριστικό μαρασμό της πόλης τους. Γιατί σηματοδοτεί την οριστική υποβάθμιση των ξενοδοχείων τους. Γιατί προσφυγόπουλα δεν τοποθετούνται στη Μονεμβασιά, στον Παλαιό Παντελεήμονα και άλλα μέρη που σφύζουν από τουρισμό. Η εγκατάσταση των προσφύγων γίνεται μόνο όπου επισφραγίζεται ο μαρασμός ή σε απόμερα ξενοδοχεία χωρίς πελατεία.

Ας δούμε όμως και το θεάρεστο έργο της μετεγκατάστασης. Όταν λέμε προσφυγόπουλα μήπως εννοούμε μια ομοιογενή ομάδα παιδιών με κοινή εθνότητα, γλώσσα, κουλτούρα και θρησκεία; Η πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετική. Πέρσι επισκέφθηκα το Πεντάλοφο Κοζάνης. Και από εκεί παλιά περνούσε ο δρόμος κι εκεί ανάλογα προβλήματα. Το δημοτικό συμβούλιο ζήτησε να φιλοξενήσει προσφυγοπούλες στην εγκαταλελειμμένη μαθητική εστία του ιδρύματος «Ο Βασιλεύς Παύλος». Η γυναίκα που μας σέρβιρε είπε: είναι κορίτσια και δεν πειράζουν. Όμως τα κορίτσια ξεκομμένα από δικούς τους ανθρώπους, με διαφορετικές γλώσσες, χωρίς μεταφραστές, χωρίς συνεννόηση και επικοινωνία μεταξύ τους, σηκώθηκαν κι έφυγαν κρυφά με τα πόδια, για να πάνε στη Θεσσαλονίκη και να βρούν δικούς τους ανθρώπους. Περπάτησαν πολλά χιλιόμετρα μέχρι να τα ανακαλύψει η αστυνομία και να τα γυρίσει πίσω.

Παντού υπάρχει δραματική κατάσταση και απελπισία.

Και η κοινωνία μας γίνεται συνεχώς δεξιότερη και επιλέγει απάνθρωπες μεθόδους και τακτικές. Η κυβέρνηση μπορεί να είναι δεξιά, αλλά οι επιλογές της είναι ακροδεξιές. Τα ακροδεξιά στελέχη της γίνονται συνεχώς πιο δημοφιλή και κατακλύζουν την καθημερινότητά μας με ακροδεξιές δηλώσεις. Και η παιδεία μας με τις παρελάσεις της, με την εθνικιστική της ρητορική, με τα μισαλλόδοξα θρησκευτικά της, με τους αγιασμούς και τις σημαιοφορίες ανακάλυψε δια της υπουργού ότι το μάθημα της Ιστορίας δεν είναι αρκούντως εθνικιστικό.

Και η αριστερά (ποια αριστερά;) έχει καταπιεί τη γλώσσα της και περιμένει να γίνουμε όλοι Καμένα Βούρλα.

Προς τους συλλόγους γονέων που στηρίζουν τον νόμο για την ιδιωτική εκπαίδευση

Απευθύνομαι κυρίως στους συλλόγους γονέων που με την ανακοίνωσή τους υποστηρίζουν τον νέο νόμο για την ιδιωτική εκπαίδευση. Αλλά βεβαίως αυτός ο νόμος πρέπει να απασχολήσει όλους τους έντιμους και υπεύθυνους πολίτες.

Θα ήθελα πρωταρχικά να κάνω μια παρατήρηση. Οι γονείς που μπαίνουν στα συμβούλια γονέων είναι συχνά γονείς που θέλουν να χειραγωγήσουν την εκπαιδευτική διαδικασία και όχι, για να προσφέρουν σε αυτή. Είναι αυτοί που θα απαιτήσουν να μπει το παιδί τους στη χορωδία, να γίνει σημαιοφόρος και να επιλέξουν τους εκπαιδευτικούς που θα διδάξουν στην τάξη του παιδιού τους. Είναι συνήθως αυτοί που διαχωρίζουν τους εκπαιδευτικούς σε καλούς και κακούς με αυθαίρετα και ιδιοτελή κριτήρια και εκπροσωπούν το πιο συντηρητικό τμήμα της κοινωνίας.

Ως διευθυντής σχολείου επί 23 χρόνια συζητούσα καθημερινά με πολλούς γονείς και έχω συνολικά γνωρίσει χιλιάδες γονείς. Βεβαίως υπήρχε μια μερίδα γονέων σαν αυτή που περιγράφω και σαν αυτή που υπέγραψε την ανακοίνωση. Αλλά είναι η μειοψηφία. Η πλειοψηφία ήταν γονείς αξιοπρεπείς με ηθικές και κοινωνικές αξίες, που δεν διεκδικούσαν χαριστική μεταχείριση για το παιδί τους και διατηρούσαν με τους εκπαιδευτικούς σχέσεις αλληλοσεβασμού και αλληλοεκτίμησης.

Ως προς τον νόμο έχω να κάνω αρνητικά σχόλια για όλα τα άρθρα του, αλλά θα επικεντρωθώ στο πλέον προκλητικό άρθρο, το δέκατο, που απελευθερώνει πλήρως τις απολύσεις των ιδιωτικών εκπαιδευτικών, χωρίς να χρειάζεται καμιά αιτιολόγηση.

Καταλαβαίνω τη λογική αυτών που επιδοκιμάζουν το άρθρο. Κατά την άποψή τους τα σχολεία θα αξιολογούν τους εκπαιδευτικούς και θα απολύουν αυτούς που δεν ανταποκρίνονται στους υψηλούς εκπαιδευτικούς στόχους του καλού ιδιωτικού σχολείου. Οι «κοπρίτες», όπως έγραψε κάποιος θα βρίσκονται εκτός σχολείου. «Δεν θα τους πληρώνω να κάθονται, δεν θα τους έχω να βόσκουν» έλεγε η ιδιοκτήτρια του σχολείου, στο οποίο εργαζόμουν εγώ. Ναι κι εγώ σε μεγάλο ιδιωτικό σχολείο εργαζόμουν επί 31 χρόνια, εκ των οποίων τα 23 ήμουν διευθυντής, και απολύθηκα στη μέση της χρονιάς, έξι μήνες πριν αποχωρήσω συνταξιοδοτούμενος, με θυροκόλληση της απόλυσης και χωρίς να αποχαιρετίσω τους μαθητές μου και τους συναδέλφους μου. Αν ήμουν κοπρίτης και αν έβοσκα μπορείτε να επισκεφθείτε την ιστοσελίδα μου giorgosthalassis.com (επιλέγοντας στο μενού Σχολή Μωραΐτη) και να συμπεράνετε μόνοι σας. Εκεί θα διαβάσετε τους λόγους της απόλυσής μου καθώς και όσα έγραψαν για μένα οι μαθητές, οι γονείς και οι εκπαιδευτικοί του σχολείου.

Όλα αυτά τα 23 χρόνια που ήμουν διευθυντής, μπορούσα να ξέρω πράγματα που δεν ήταν ευρύτερα γνωστά. Το αρχείο μου είναι ογκώδες. Νομίζετε, λοιπόν, με βάση τον παραπάνω συλλογισμό, ότι απολύονται οι κακοί εκπαιδευτικοί; Για παράδειγμα νομίζετε ότι απολύθηκε ο καθηγητής που έκανε ιδιαίτερα μαθήματα με υπέρογκες τιμές; Όχι βέβαια, ήταν φίλος της ιδιοκτήτριας. Νομίζετε ότι απολύθηκε ο καθηγητής που έβγαινε από την τάξη την ώρα του μαθήματος, για να δώσει τηλεφωνικά οδηγίες για αγοραπωλησία μετοχών; Όχι βέβαια, αυτός ήταν του σιναφιού.

Μήπως απολύθηκε ο καθηγητής που έκανε μόνιμα σεξιστικά και ρατσιστικά σχόλια; Όχι, γιατί αυτός συνέβαλε στην πολυφωνία του σχολείου. Κι όταν είπα ότι τα σχόλια αυτά δεν συμβάλλουν στην πολυφωνία, αλλά στη διασάλευση της ηθικής τάξης δεν εισακούστηκα, γιατί ο καθηγητής αυτός δεν απεργούσε και αγαπούσε το σχολείο.

Από την εμπειρία που είχα ως μαθητής, ως καθηγητής και ως διευθυντής είδα ότι επικρατούσε ευνοιοκρατία και αναξιοκρατία. Το ότι εγώ έγινα διευθυντής το αποδίδω σε λάθος των ιδιοκτητών. Μάλλον τους θάμπωσε το διδακτορικό της Οξφόρδης και δεν έβλεπαν τίποτε άλλο. Γιατί στις διευθυντικές θέσεις τοποθετούνται κυρίως αδύναμα άτομα, που ξέρουν μόνο να υποκλίνονται στην ιεραρχία και να καταπιέζουν τους υφισταμένους τους. Και αυτό στην καλύτερη περίπτωση. Στο σχολείο που εργαζόμουν έγινε διευθυντής ενός μεγάλου τμήματος του σχολείου ο γιος της ιδιοκτήτριας, ο οποίος δεν είχε καμιά σχέση με την εκπαίδευση και δεν είχε εργαστεί ποτέ πριν, ούτε στο σχολείο, ούτε πουθενά αλλού. Και διοικεί, όπως και η υπόλοιπη οικογένειά του με το επιχείρημα: «Σε όποιον αρέσει. Σε όποιον δεν αρέσει η πόρτα είναι ανοιχτή και περιμένουν χιλιάδες απέξω». Γιατί είναι άνθρωποι που δεν μπορούν να προκαλέσουν σεβασμό και εκτίμηση, αλλά το μόνο τους μέσο είναι η τρομοκράτηση.

Και σε αυτό θα ήθελα να σταθώ. Ο νόμος αυτός δεν δίνει τη δυνατότητα. στους ιδιοκτήτες των σχολείων να απολύουν. Πάντα μπορούσαν να απολύουν αιτιολογημένα. Με αυτόν τον νόμο μπορούν να απολύουν αναιτιολόγητα και για αυτόν τον λόγο ο νόμος αυτός λειτουργεί τρομοκρατικά. Και οποιοσδήποτε γονιός που δεν είναι ευχαριστημένος με το βαθμό του παιδιού του μπορεί να απαιτήσει την απόλυση του εκπαιδευτικού ή και να απειλήσει τον εκπαιδευτικό απευθείας.

Ένας γονιός δεν είναι σαν τον πελάτη ενός ξενοδοχείου που διανυκτέρευσε ένα βράδυ και δεν έμεινε ευχαριστημένος με το room service και ο λόγος του δεν μετράει πολύ. Ο πελάτης του ιδιωτικού σχολείου μπορεί να είναι πελάτης για 14 χρόνια, από το νηπιαγωγείο ως το τέλος του λυκείου. Κι αν έχει δύο ή τρία παιδιά μπορεί αυτά τα χρόνια να επεκταθούν στα 20 και παραπάνω. Και συχνά βλέπει κανείς στο ίδιο σχολείο να έχουν φοιτήσει και παιδιά και ανίψια και εγγόνια. Και όσο μεγαλύτερη σύνδεση έχει ένας γονιός με το σχολείο, τόσο μεγαλύτερες απαιτήσεις έχει και θεωρεί ότι το σχολείο είναι δικό του. Και ο πελάτης του ιδιωτικού σχολείου πρέπει να είναι πάντα ευχαριστημένος και έχει πάντα δίκιο. Κι αυτό το δίκιο το έχει αγοράσει ακριβά. Θυμάμαι περίπτωση μητέρας που έφερε στην ιδιοκτήτρια του σχολείου, μετά την έκδοση της ετήσιας βαθμολογίας, τετράδιο γραμμένο με το χέρι της και ισχυρίστηκε ότι ήταν το τετράδιο του γιου της, ο οποίος βεβαίως δεν είχε ποτέ τετράδιο. Ο καθηγητής του μαθήματος απέδειξε ότι ο γραφικός χαρακτήρας ήταν της μητέρας και όχι του παιδιού και ότι το τετράδιο αυτό δεν του είχε παρουσιαστεί ποτέ στη διάρκεια της χρονιάς, αλλά η ιδιοκτήτρια αποδέχτηκε το τετράδιο και ζήτησε να διορθωθεί αναδρομικά η απορριπτική βαθμολογία. Ο καθηγητής παραιτήθηκε και έφυγε από το σχολείο, αλλά επικοινωνώ μαζί του και μπορεί να επιβεβαιώσει το γεγονός.

Ο νόμος αυτός αποβλέπει στο να έχει τους ιδιωτικούς εκπαιδευτικούς τρομαγμένους και απειλημένους, ώστε να υποκύπτουν πάντα και να μην απεργούν. Η κυβέρνηση δεν θέλει απεργίες, αλλά ούτε και οι γονείς. Και ο βασικός λόγος που δεν θέλουν οι γονείς απεργίες είναι για να μην έχουν διεκδικήσεις οι εκπαιδευτικοί. Αυτό τους βολεύει πολύ. Εδώ και πολλά χρόνια δεν έχουν γίνει αυξήσεις στα δίδακτρα, αλλά τα έσοδα των ιδιοκτητών δεν μειώνονται, γιατί μειώνουν ανάλογα τους μισθούς των εκπαιδευτικών. Και όταν οι ιδιοκτήτες καθυστερούν τη μισθοδοσία λέγοντας ότι οι γονείς δεν πληρώνουν τα δίδακτρα, οι εκπαιδευτικοί δεν πρέπει ούτε να διαμαρτύρονται, ούτε να διεκδικούν, ούτε να απεργούν. Οι διεκδικήσεις και οι απεργίες των εκπαιδευτικών είναι αντιστρόφως ανάλογες προς τα συμφέροντα των ιδιοκτητών και των γονέων.

Είμαι βέβαιος ότι οι αξιοπρεπείς γονείς που στέλνουν τα παιδιά τους σε ιδιωτικά σχολεία είναι αντίθετοι με αυτόν τον νόμο, γιατί αυτός ο νόμος, παρόλο που ικανοποιεί τα συμφέροντα των ιδιοκτητών των ιδιωτικών σχολείων, στην ουσία του υποβιβάζει και φθείρει την ιδιωτική εκπαίδευση. Αν, βέβαια, μιλάμε για εκπαίδευση και όχι για δουλειές του ποδαριού. Γιατί δεν μπορούμε να μιλάμε για εκπαίδευση όταν ο νόμος μετατρέπει τους μαθητές σε έσοδα και τους εκπαιδευτικούς σε απώλειες εσόδων και τίποτε άλλο.