Η υποβάθμιση και όχι η αναβάθμιση της παιδείας

Η νέα υποβάθμιση της παιδείας δεν συντελέσθηκε αργά αργά και σταδιακά. Αυτή τη φορά το μεγάλο βήμα έγινε μια και έξω, με ένα νόμο. Με ένα νόμο που κατάργησε μαθήματα και άφησε εκπαιδευτικούς χωρίς αντικείμενο εργασίας, οδηγώντας τους στην απόλυση στον ιδιωτικό τομέα και στη διαθεσιμότητα στο δημόσιο. Άλλά ένας νόμος που μειώνει τα μαθήματα και τους εκπαιδευτικούς μόνο κατ’ ευφημισμό μπορεί να επικαλείται την αναβάθμιση της παιδείας σε ένα δημοκρατικό πολίτευμα. Σε μη δημοκρατικό πολίτευμα και λαϊκιστικό περιβάλλον μπορεί βεβαίως να επικαλείται οτιδήποτε. Άλλωστε τα προπαγανδιστικά κανάλια της τηλεόρασης θα αναλάβουν να παρουσιάσουν την υποβάθμιση ως αναβάθμιση.

Όταν πριν από χρόνια εισήχθησαν τα μαθήματα επιλογής στο λύκειο είχα χαρακτηρίσει το μέτρο πολύ άτολμο, γιατί τα μαθήματα που προσφέρονταν ήταν πολύ λίγα και οι διδακτικές ώρες ελάχιστες. Άτολμο και μικρόψυχο ήταν το μέτρο. Τα μαθήματα επιλογής πρέπει να αρχίζουν από τα πρώτα εφηβικά χρόνια και συνεχώς να αυξάνουν. Στις τελευταίες τάξεις πρέπει να υπάρχουν μόνο, και το επαναλαμβάνω, μόνο μαθήματα επιλογής.

Η ελληνική εκπαίδευση έχει υποστεί δύο μεγάλες στρεβλώσεις. Και οι δύο έγιναν από τη δικτατορία του Μεταξά. Ο Μεταξάς κατάργησε τα πολλά και διαφορετικά σχολικά εγχειρίδια και επέβαλε το ένα και μοναδικό, ώστε να μπορεί να ελέγχει απόλυτα το περιεχόμενό του. Το άλλο μέτρο του Μεταξά ήταν η επιβολή των μιλιταριστικών μαθητικών παρελάσεων. Η δικτατορία παρήλθε, αλλά αυτά τα δύο δικτατορικά μέτρα έμειναν και μάλιστα θεωρείται ότι υπηρετούν τη δημοκρατία. Οι εθνικιστικές και μιλιταριστικές παρελάσεις θεωρήθηκαν ότι αποτελούν δημοκρατική απάντηση απέναντι σε φασιστικές κατακτητικές προθέσεις και το ελεγχόμενο σχολικό εγχειρίδιο θεωρείται ότι περιορίζει τις αντιδημοκρατικές ανισότητες. Και έτσι απαγορεύεται, για παράδειγμα οι εκπαιδευτικοί να εισαγάγουν στο μάθημα της Ιστορίας ένα βοήθημα ή μια πηγή που δεν έχει την έγκριση του υπουργείου παιδείας ή να δείξουν ένα πίνακα με συγκριτικά στοιχεία, που έχει εκδώσει το ίδρυμα Ρόζα Λούξεμπουργκ. Κάτι τέτοιο για ένα ιδιωτικό σχολείο μπορεί να αποτελεί και λόγο απόλυσης και στο δημόσιο να επιφέρει διοικητικές κυρώσεις εις βάρος των εκπαιδευτικών. Οι μόνες αποκλίσεις που επιτρέπονται είναι πάντα οι εθνικιστικές. Αυτές μπορεί να είναι και καλοδεχούμενες. Συμβάλλουν δήθεν στην πολυφωνία.

Η αυταρχικότητα και εδώ ονομάζεται δημοκρατικότητα. Όλα τα παιδιά πρέπει να κάνουν ακριβώς τα ίδια. Εάν ένας εκπαιδευτικός παραπέμψει σε κείμενο εκτός του σχολικού εγχειριδίου, τότε δεν διδάσκονται όλα τα παιδιά ακριβώς τα ίδια, οπότε κινδυνεύει η ισοπεδωτική δημοκρατία.

Για αυτό δεν επιτρέπονται και τα μαθήματα επιλογής. Και τα ελάχιστα που προσφέρονταν καταργούνται τώρα με τον νόμο Κεραμέως. Στην αυταρχική, ισοπεδωτική δημοκρατία το καλούπι της εκπαιδευτικής παραγωγής πρέπει να είναι ένα. Δεν επιτρέπονται οι αποκλίσεις, δεν επιτρέπονται οι ιδιαίτερες κλίσεις, δεν επιτρέπονται οι ελευθερίες. Και κυρίως δεν επιτρέπεται η ωριμότητα. Γιατί όταν ένα παιδί μαθαίνει από τα πρώτα εφηβικά του χρόνια να επιλέγει, αρχίζει να αποκτά και ευθύνη για τις επιλογές του, για τις ιδιαίτερες κλίσεις και αποκλίσεις του. Και η ανάληψη ευθύνης οδηγεί σταδιακά και σε ωριμότητα. Αλλά η ωριμότητα δεν είναι επιθυμητή στην ιδιόμορφη ελληνική δημοκρατία. Τα παιδιά της τελευταίας τάξης του λυκείου, μπορούν να ψηφίζουν, αλλά δεν μπορούν να επιλέγουν τα μαθήματα που διδάσκονται. Και θα τους επιβάλλουμε και ένα «κόντρα» μάθημα. Κόντρα στη θέλησή τους, κόντρα στις ανάγκες τους, κόντρα στις κλίσεις τους, κόντρα στην ωριμότητά τους. Τους αφήνουμε να επιλέγουν θετική ή θεωρητική κατεύθυνση, να μην τα θέλουν όλα δικά τους. Και τους κόβουμε και την κοινωνιολογία, για να μην ωριμάσουν πριν από την ώρα τους. Ναι θέλουμε την «κριτική σκέψη», την πιπιλάμε συνεχώς αυτήν την καραμέλα, αλλά θα κατευθύνουμε την κριτική σκέψη προς τα εκεί που πρέπει. Θα ρωτήσουμε τα παιδιά για παράδειγμα: «πώς νομίζετε ότι θα είχε εξελιχθεί ο ευρωπαϊκός πολιτισμός, αν στους περσικούς πολέμους είχαν νικήσει οι Πέρσες;» Αυτή είναι μια ερώτηση που καλλιεργεί την κριτική σκέψη εντός του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος. Αντίθετα η κοινωνιολογία συσκοτίζει την ελληνική διαύγεια και την ελληνική γελοιότητα ακολούθως.

Δεν είμαι εναντίον των Λατινικών. Δεν είμαι εναντίον κανενός μαθήματος εφόσον δεν είναι υποχρεωτικό και προσφέρεται ως μάθημα επιλογής. Όσο περισσότερα μαθήματα επιλογής προσφέρονται τόσο το καλύτερο.

Συχνά οι γλωσσαμύντορες στην Ελλάδα επικαλούνται το επιχείρημα ότι τα αρχαία Ελληνικά διδάσκονται σε πάρα πολλές χώρες. Παραλείπουν όμως συστηματικά να πουν ότι προσφέρονται ως μάθημα επιλογής μαζί με τα Λατινικά, τα Κινέζικα και τα Ρώσικα.

Η κατάργηση όμως των επιλογών παράλληλα με το έλλειμμα δημοκρατικότητας εξασφαλίζει και περίσσευμα χρημάτων. Στο μυαλό της κυβέρνησης δεν κυριαρχεί η άποψη ότι όσο μικρότερες είναι οι δαπάνες για την παιδεία, τόσο μεγαλύτερη η αναβάθμιση. Ελπίζει όμως ότι τα τηλεοπτικά κανάλια και τα δημοσιογραφικά έντυπα που την υπηρετούν με το αζημίωτο θα πείσουν την «πλέμπα» για το αντίθετο. Για την παιδεία και για την υγεία της «πλέμπας» η κυβέρνηση δεν δίνει δεκάρα τσακιστή. Οι δικοί της άνθρωποι, οι προνομιούχες τάξεις έχουν και ιδιωτική ασφάλιση υγείας και τα ιδιωτικά σχολεία θα συνεχίσουν να προσφέρουν ευκαιρίες που δεν προσφέρουν τα δημόσια. Τα καλλιτεχνικά μαθήματα δεν είναι για την «πλέμπα». Την αισθητική αγωγή της πλέμπας έχει αναλάβει αποκλειστικά η τηλεόραση.

Οι ιδεολογικές αγκυλώσεις της παιδείας

Δεν είναι δυνατόν να μιλήσει κανείς για την εκπαίδευση στην Ελλάδα και να αποφύγει την επισήμανση ότι η Ελλάδα δεν γνώρισε διαφωτισμό, γιατί ο διαφωτισμός εμποδίστηκε και εξοβελίστηκε από την εκκλησία, με αποτέλεσμα η παιδεία στη χώρα μας να διακατέχεται ως σήμερα από ρομαντικά ιδεολογήματα, τα οποία δεν θίγουν οι κατά καιρούς εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις.
Η τελευταία κάπως ρηξικέλευθη εκπαιδευτική μεταρρύθμιση ήταν αυτή του 1976 από τον υπουργό παιδείας της ΝΔ Γεώργιο Ράλλη. Παρόλο που ο Ράλλης ήταν υπουργός δεξιάς κυβέρνησης αναγνώρισε πως η κοινωνία της εποχής επιθυμούσε κάθαρση από το «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών» της δικτατορίας και αποκήρυξη της καραβανάδικης γλώσσας των συνταγματαρχών και όλων εκείνων που ήσαν πρόθυμοι να «συμμεθέξουν» και να «παρέξουν» στέγη στα ιδεολογήματά της, όπως οι ιεράρχες της εκκλησίας. Ο Γεώργιος Ράλλης επέβαλε εννέα χρόνια υποχρεωτικής παιδείας, αναγνώρισε τη δημοτική ως επίσημη γλώσσα και διέκοψε τη διδασκαλία της καθαρεύουσας, ενώ συγχρόνως περιόρισε τη διδασκαλία της αρχαίας ελληνικής στο λύκειο. Εισήγαγε όμως τη διδασκαλία μεταφρασμένων αρχαίων κειμένων στο γυμνάσιο, υπερτονίζοντας την αξία της αρχαίας γραμματείας.
Έξι χρόνια αργότερα, η πρώτη κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ επέβαλε το μονοτονικό σύστημα με τροπολογία σε νόμο, ως αναγκαία επέκταση της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης της ΝΔ, πράγμα που είχε ως αποτέλεσμα να αρχίσει μεγάλη ιδεολογική αντίδραση που εγκαινίασε μια επιχειρηματολογία περί κινδύνων και καταστροφών. Είχε προηγηθεί η ένταξη της Ελλάδας στην τότε ΕΟΚ από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή το 1981, η οποία, παρά τους πανηγυρισμούς, προκάλεσε και ένα κλίμα πολιτισμικής ανασφάλειας και ανησυχίας μήπως κινδυνεύσει η «ελληνικότητά» και γενικά η ταυτότητά μας.
Το μονοτονικό ήταν πλέον η αφορμή που πυροδότησε έναν ιδεολογικό πόλεμο. Όλοι οι νέοι της Ελλάδας ανακηρύχθηκαν αγγράμματοι, γιατί δεν ήξεραν αρχαία Ελληνικά και επομένως προέκυπτε το συμπέρασμα ότι δεν ήξεραν ούτε τη σύγχρονη γλώσσα. Οι νέοι δεν μπορούσαν σύμφωνα με αυτούς να κατανοήσουν τη γλώσσα της εκκλησίας ούτε να καταλάβουν τον άγιο της λογοτεχνίας Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη. Από τον Μπαμπινιώτη ως την Αρβελέρ και τον Ελύτη και από τον Γιανναρά και τον Ράμφο έως τον Σαββόπουλο και τον Ζουράρη το αίτημα για επιστροφή των αρχαίων Ελληνικών στο γυμνάσιο και τη διαχρονική διδασκαλία της γλώσσας ήταν επιτακτικό παράλληλα με την ανάγκη να «βιώνουμε» την ορθοδοξία. Και επιπλέον διατυπώνεται το επιχείρημα ότι μόνο «βιώνοντας» την ορθοδοξία μπορούμε να κατανοήσουμε τον Αριστοτέλη και τους τραγικούς, πράγμα που εμποδίζει τους ξένους μελετητές να αντιληφθούν τα αληθινά νοήματα της τραγωδίας. Όλα αυτά επέφεραν σταδιακά μία μεταστροφή στην κοινωνία.
Τον Δεκαπενταύγουστο του 1982 ο Ανδρέας Παπανδρέου, που είχε προηγουμένως ταχθεί υπέρ του διαχωρισμού εκκλησίας και κράτους πηγαίνει για προσκύνημα στην Παναγία Σουμελά.
Το 1983 εκδίδεται το έργο του Μακρυγιάννη «Οράματα και Θάματα» που κατατάσσει και τον Μακρυγιάννη στους αγίους της λογοτεχνίας και το 1985 εκδίδεται η Αποκάλυψη του Ιωάννη σε μετάφραση Ελύτη, ενώ είχε ήδη μεταφραστεί και από τον Σεφέρη. Το 1985 η ΝΔ προσέρχεται στις εκλογές με το σύνθημα «για τη γλώσσα, για τη θρησκεία, ψηφίστε Νέα Δημοκρατία», αλλά το «Τσοβόλα δώστα όλα» αποδείχτηκε πιο ισχυρό και χάρισε την εκλογική νίκη και πάλι στο ΠΑΣΟΚ. Ο υπουργός παιδείας Τρίτσης τάσσεται από το 1986 υπέρ της διδασκαλίας των αρχαίων στο γυμνάσιο. Την ίδια χρονιά το περιοδικό «Χάρτης» εκδίδει ένα τόμο αφιερωμένο στον Ελύτη, στον οποίο περιλαμβάνεται και μεταφρασμένο από τον Χειμωνά το «Ποίημα Κασσιανής Μοναχής», ο οποίος το αφιερώνει στον Ελύτη ως αναγνώριση της υποχρέωσης που αισθάνεται προς αυτόν για τη μετάφραση της Αποκάλυψης. Ο Χειμωνάς αφιερώνει τη μετάφραση του ποιήματος της Κασσιανής ως ένα «ασημένιο τάμα» σε μια προσπάθεια αγιοποίησης και του Ελύτη.
Αποκορύφωμα όλων αυτών είναι ότι το 1988 αρχίζει η μεταφορά του αγίου φωτός με αεροπλάνο με δαπάνες του δημοσίου και η υποδοχή του με τιμές αρχηγού κράτους. Με τιμές αρχηγού κράτους γίνεται και η υποδοχή λειψάνων αγίων.
Στις επόμενες εκλογές και τα δύο μεγάλα κόμματα υπόσχονται στις προεκλογικές τους δηλώσεις πως αν σχηματίσουν κυβέρνηση θα επαναφέρουν τη διδασκαλία των αρχαίων Ελληνικών στο γυμνάσιο. Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης κερδίζει τις εκλογές του 1990 και ο Σουφλιάς ως υπουργός παιδείας πραγματοποιεί την προεκλογική δέσμευση, όπως είχε διαποτιστεί από τις θέσεις του Μπαμπινιώτη. Σε όλο τον κόσμο η επιστήμη της γλωσσολογίας πρεσβεύει ότι οι γλώσσες πρέπει να διδάσκονται συγχρονικά, αλλά ο Μπαμπινιώτης επιδόθηκε στο εθνικιστικό παραλήρημα ότι η ελληνική γλώσσα πρέπει να διδάσκεται διαχρονικά σε όλα της τα στάδια. Καθώς η άποψη περί καθαρότητας και συνέχειας της φυλής δεν μπορεί να σταθεί στην εποχή μας, έχει αντικατασταθεί με την ίδια εθνικιστική επιμονή από τη συνέχεια του ελληνισμού και της γλώσσας. Και μια και η συνέχεια του αίματος στα γενεαλογικά δέντρα εξυπακούεται από τη συνέχεια του ονόματος, ο εθνικισμός από το 1992 και εντεύθεν συμπυκνώθηκε γύρω από το όνομα Μακεδονία. Δεν μιλάμε για το αίμα, για να μην κατηγορηθούμε ως φυλετιστές, αλλά μιλάμε για το όνομα. Μιλάμε για τον ελληνισμό, για την ελληνικότητα, για τη γλώσσα και την ορθοδοξία, γιατί ποτέ δεν απομακρυνθήκαμε ουσιαστικά από το Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών. Εντωμεταξύ η ασθένεια των τρελών αγελάδων απειλεί με απαγόρευση την κατανάλωση εντοσθίων και υπάρχει κίνδυνος για το ελληνικό κοκορέτσι, το ελληνικό Πάσχα και την ελληνική κουλτούρα. Έξαλλοι Έλληνες δημιουργούν τον ιστότοπο kokoretsi.com, όπου διοχετεύουν το περίσσευμα του ανδρισμού τους και της ελληνικής τους περηφάνειας. Το μακεδονικό, τα συλλαλητήρια, η μη αναγραφή του θρησκεύματος στις ταυτότητες, οι ολυμπιακοί αγώνες, ο αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος, το βιβλίο της Ρεπούση, η βαθειά οικονομική κρίση, η Χρυσή Αυγή, τα μνημόνια, το προσφυγικό, τα θρησκευτικά του Φίλη έγιναν αιτίες και αφορμές, για να φουντώνει η εθνικιστική ελληνοχριστιανική υστερία μετακινώντας την κοινωνία και το κοινοβούλιο σε πιο δεξιές επιλογές. Ακόμη και οι «μένουμε Ευρώπη» διεκδικούν μόνο τον δυτικό τρόπο ζωής και τον καταναλωτισμό, χωρίς να υποχωρούν στο ρομαντικό ιδεολόγημα της ελληνικότητας.
Μέσα σε όλο αυτό το κοινωνικό και ιστορικό πλαίσιο η παιδεία είναι καταδικασμένη και εγκλωβισμένη σε αναχρονιστικά ιδεολογήματα. Βασικό ιδεολόγημα ότι η σωστή χρήση της δημοτικής προϋποθέτει την καλή γνώση της αρχαίας. Και γνώση της αρχαίας σημαίνει άριστη γνώση της γραμματικής και του συντακτικού, ερήμην των κειμένων. Έχω γνωρίσει καθηγητές της Οξφόρδης που μιλούν και γράφουν αρχαία Ελληνικά, αλλά αγνοούν τους όρους ειδικό και τελικό απαρέμφατο, κατηγορηματική μετοχή και δοτική προσωπική. Δεν τα ξέρουν επειδή τους είναι άχρηστα. Έχω γνωρίσει και καθηγητές της νέας Ελληνικής, που μιλούν και γράφουν άριστα Ελληνικά, που όμως δεν ξέρουν καθόλου αρχαία, γιατί δεν τους χρειάζονταν, για τη γνώση της σύγχρονης γλώσσας. Ξέρω και κληρικούς που δεν ξέρουν Λατινικά και χρησιμοποιούν το αντιμήνσιο, για να κάνουν λειτουργία σε εξωτερικό χώρο, χωρίς να ξέρουν ότι το αντιμήνσιο παράγεται από το αντί και τη λατινική λέξη mensa, που σημαίνει τράπεζα.
Τα παιδιά του ελληνικού σχολείου όμως σπαταλούν πολλές ώρες σε χρονικές και εγκλιτικές αντικαταστάσεις, λες και πρόκειται να γράψουν ή να μιλήσουν αρχαία Ελληνικά, υπό το πρόσχημα ότι έτσι μαθαίνουν καλά τη δημοτική γλώσσα. Τη γλώσσα όμως την μαθαίνει κανείς μιλώντας και γράφοντας. Αντίθετα τα παιδιά στο ελληνικό σχολείο μιλούν πολύ λίγο και γράφουν ελάχιστα. Η γλώσσα δεν μαθαίνεται με οχτώ εκθέσεις το χρόνο, ούτε στο μάθημα των νέων Ελληνικών. Τα παιδιά πρέπει να γράφουν πολύ τακτικά εκτενείς εργασίες, από τις οποίες θα προκύπτει η βαθμολογία τους, σε όλα τα μαθήματα. Εργασίες στην Ιστορία, στη Φυσική, στη Χημεία, στη Βιολογία, στη Γεωγραφία, στη μελέτη περιβάλλοντος, στη Μουσική, στα Καλλιτεχνικά και όλα τα άλλα. Αλλά για να γίνουν όλα αυτά πρέπει τα μονόωρα και τα δίωρα μαθήματα να γίνουν τουλάχιστον τετράωρα και ας διδάσκονται λιγότερα χρόνια. Ένας/μία εκπαιδευτικός που διδάσκει μονόωρο μάθημα πρέπει να μπει σε 20 τουλάχιστον τμήματα, για να συμπληρώσει το ωράριο. Αν δίδασκε τέσσερις ώρες θα χρειαζόταν να μπει σε πέντε τμήματα και θα ήταν εφικτό να διαβάσει και να βαθμολογήσει τις εργασίες πέντε ολιγομελών τμημάτων και να επισημάνει και τα γλωσσικά προβλήματα σε αυτές. Είναι όμως αδύνατον να το κάνει σε είκοσι τμήματα.
Μιλάμε δηλαδή για ένα άλλο σχολείο, για ένα άλλο εκπαιδευτικό σύστημα, που πρέπει να σχεδιαστεί εξαρχής. Με μάθημα κοινωνιολογίας και με μάθημα σεξουαλικής αγωγής. Κι όταν μιλάω για μάθημα σεξουαλικής αγωγής δεν αναφέρομαι κυρίως στην τεχνική του σεξ, αλλά για κάτι απείρως σημαντικότερο. Αναφέρομαι κυρίως σε θέματα σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων του ίδιου ή διαφορετικού φύλου. Πρέπει τα παιδιά μέσα στο σχολείο να διδάσκονται, να μιλούν πολύ και να γράφουν πολύ για ισότητα, για ρατσισμό, για σεξισμό, για ομοφυλοφιλία, για ομοφοβία, για αντισύλληψη, για συμβίωση, για συζυγικές σχέσεις, για εξωσυζυγικές σχέσεις, για διαζύγια, για γηρατειά.
Και το μάθημα της ελληνικής λογοτεχνίας με τις στερεοτυπικές αναπαραστάσεις της ελληνικής κοινωνίας και την έμφαση στη μορφολογία και τις αφηγηματολογικές τεχνικές να αντικατασταθεί από μάθημα, το οποίο εκτός από κείμενα της διεθνούς λογοτεχνίας να εξετάζει και άλλα κείμενα που προκαλούν γενικότερο προβληματισμό, με έμφαση στην ανάδειξη της ιδεολογίας του κειμένου. Πρέπει τα παιδιά, τελειώνοντας το σχολείο, να έχουν μάθει να ερμηνεύουν, να αναδεικνύουν τα ιδεολογικά συμφραζόμενα και να κινδυνεύουν όσο το δυνατόν λιγότερο να μεταβληθούν σε οπαδούς. Σε ένα σύγχρονο και ευυπόληπτο εκπαιδευτικό σύστημα θα έπρεπε να διδάσκονται το σεξιστικό βίντεο της πολιτικής προστασίας και τα κείμενα που γράφτηκαν για αυτό (και αυτά που το υποστηρίζουν) καθώς επίσης να δίνονται για σημειολογικές αναλύσεις οι τηλεοπτικές εμφανίσεις των Τσιόδρα και Χαρβαλιά.
Σήμερα ψηφίζεται στη Βουλή ένας νέος νόμος για την «αναβάθμιση» του σχολείου. Ενός εθνικιστικού, αρχαιόπληκτου και θρησκόληπτου σχολείου, με αγιασμούς, εκκλησιασμούς, σημαιοφορίες και παρελάσεις, στο οποίο η κυρία Κεραμέως παρέλειψε να προσκαλέσει και τον διαφωτισμό «να συμμεθέξει».
Αυτό μας αξίζει. Γιατί έχουμε μείνει στο 1980, τότε που ο αξιωματικός στο στρατό μού έδωσε μια ανακοίνωση μειοδοτικού διαγωνισμού να ελέγξω αν είναι σωστά γραμμένη. Στεκόταν από πάνω μου και μούγκριζε δυσανασχετώντας με τις διορθώσεις και όταν διόρθωσα το ανύπαρκτο και καταγέλαστο «να συμμεθέξουν» σε «να συμμετάσχουν» μού πήρε το χαρτί λέγοντας: «Δεν τα ξέρεις καλά τα Ελληνικά, δάσκαλε». Και δεν θα τα μάθουμε.

Ας μιλήσουμε για αξιολόγηση των εκπαιδευτικών

Ας μιλήσουμε, λοιπόν, για αξιολόγηση, χωρίς φόβο και πάθος, αν και για το πάθος δεν είμαι τόσο σίγουρος.

Ξέρετε ότι σε μερικά ιδιωτικά σχολεία, για να γίνει πρόσληψη εκπαιδευτικού πρέπει να προηγηθεί επιτυχής δοκιμαστική διδασκαλία ενώπιον επιτροπής;

Υπήρχε κάποιος εκπαιδευτικός που εκτιμούσα και σεβόμουν πολύ. Ήταν πολύ αναγνωρισμένη η αξία του στο σχολείο που δίδασκε και ήταν στην επιτροπή προσλήψεων και παρακολουθούσε τις δοκιμαστικές διδασκαλίες. Την τελευταία φορά που μίλησα μαζί του ήταν πολύ εκνευρισμένος, λόγω της διδασκαλίας υποψήφιας καθηγήτριας που παρακολούθησε. «Ήταν τόσο άσχετη, μου είπε, που πήρε την κιμωλία και άρχισε να γράφει στον πίνακα, αντί να βάλει ένα παιδί να γράφει. Δεν ήξερε κάτι τόσο απλό, ότι μια καθηγήτρια δεν γράφει η ίδια στον πίνακα, γιατί από κάτω τα αγόρια θα σχολιάζουν τα οπίσθιά της». Δεν είπε ακριβώς «οπίσθια», άλλη λέξη χρησιμοποίησε, αλλά θα μου συγχωρήσετε την έλλειψη ακριβολογίας.

Θα αφήσω ασχολίαστη την απόρριψη της υποψήφιας καθηγήτριας, επειδή απευθύνομαι σε νοήμον κοινό κι ελπίζω επιπλέον να καταλάβατε, γιατί αυτή ήταν η τελευταία φορά που συνομίλησα με εκείνον τον εκπαιδευτικό. Ποιος εγγυάται ότι τα κριτήρια του αξιολογητή δεν εμφορούνται από σεξισμό ή μισαλλοδοξία; Άλλωστε κι εγώ έχω επιδείξει μισαλλοδοξία και δεν κάλεσα σε συνέντευξη υποψήφια/ο εκπαιδευτικό για πρόσληψη, αν στην αίτησή είχε επισυνάψει και συστατική επιστολή από βουλευτή η μητροπολίτη.

Αντικειμενικά κριτήρια δεν υπάρχουν, ας το παραδεχτούμε.

Επίσης ας παραδεχτούμε πως όλοι/ες οι εκπαιδευτικοί δεν βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο τελειότητας, ούτε αποδίδουν το ίδιο καλά σε όλη τη διάρκεια της διδακτικής τους καριέρας. Και επίσης ξέρω πόσο πολύ μερικοί γονείς δεν εμπιστεύονται εκπαιδευτικούς πολύ νεαρής ή μεγάλης ηλικίας. Είναι βέβαιοι πως οι πολύ νέοι δεν έχουν γνώσεις, εμπειρία και κύρος, ενώ οι μεγάλοι δεν έχουν κατανόηση για τα παιδιά και έχουν ξεπερασμένες ιδέες.

Ας παρακάμψουμε όμως προς το παρόν μαζί με τις σεξιστικές και ηλικιακές προκαταλήψεις και όλες τις άλλες που καθορίζονται από την ομοφοβία, την εμφάνιση, την αρτιμέλεια, την προφορά και ό,τι άλλο βάλει ο νους του ανθρώπου. Και ας αναρωτηθούμε για δυο πράγματα. Πόσοι είπαν να μπουν οι κάμερες μέσα στην τάξη, για να δούμε τι μάθημα κάνουν οι εκπαιδευτικοί, ενώ κανείς δεν είπε να μπουν κάμερες στα αστυνομικά τμήματα, όχι για να αναμεταδίδουν, δεν είμαστε όλοι λάτρεις της κλειδαρότρυπας, αλλά μόνο, για να καταγράφουν τις παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που γίνονται εκεί μέσα.

Κι επίσης να αναρωτηθούμε γιατί οι άνθρωποι δεν απαιτούν να γίνει αξιολόγηση των νοσοκομειακών γιατρών και των γιατρών του ΕΣΥ; Επειδή είναι τέλειοι και είμαστε όλοι πολύ ευχαριστημένοι; Θα απαντήσω αμέσως.

Γιατί οι γιατροί, παρά τις ενδεχόμενες οικονομικές και εργασιακές αδικίες που τους γίνονται, είναι ηθικά και και κοινωνικά καταξιωμένοι και αντιμετωπίζονται με εκτίμηση και σεβασμό από όλους.

Και για τους αστυνομικούς ο υπουργός προστασίας του πολίτη είπε ότι περπατούν στο δρόμο και ο κόσμος τους χειροκροτεί. Δεν είπε κάτι ανάλογο για τους εκπαιδευτικούς η υπουργός παιδείας. Πώς να το πει; Οι εκπαιδευτικοί είναι ένας κλάδος απαξιωμένος οικονομικά, εργασιακά και κυρίως κοινωνικά. Ακούσαμε και διαβάσαμε από πολιτικά και δημοσιογραφικά στόματα για τους άχρηστους και τεμπέληδες εκπαιδευτικούς που μόνο διεκδικούν αμοιβές και δικαιώματα. Αυτή η απαξίωση οδηγεί στην απαίτηση για αξιολόγηση, να ξεχωρίσουμε τα πρόβατα από τα ερίφια και να τα κατασπαράξουμε. Γιατί όλοι οι Έλληνες ξέρουν την αληθινή ιστορία, όχι αυτή που λένε οι ιστορικοί, γιατί οι στρατιωτικοί ξέρουν καλύτερα τη γραμματική από τους δασκάλους και τους φιλόλογους, γιατί οι πολιτικοί μηχανικοί που έχουν βγάλει Πολυτεχνείο ξέρουν καλύτερα μαθηματικά, φυσική και χημεία από τους εκπαιδευτικούς που έχουν βγάλει ένα απλό πανεπιστήμιο. Γιατί δικηγόροι, γιατροί και καπετάνιοι ξέρουν καλύτερα παιδαγωγικά. Γιατί το πανεπιστήμιο της ζωής είναι αυτό που δίνει τα καλύτερα διπλώματα σε όλες τις ειδικότητες των εκπαιδευτικών.

Πώς θα αξιολογηθούν άνθρωποι τόσο πολύ απαξιωμένοι; Άνθρωποι που δεν τους επιτρέπεται να αναπτύξουν καμιά πρωτοβουλία; Που ολόκληρη η δουλειά τους πρέπει να κινείται σε πλαίσια πολύ αυστηρά προκαθορισμένα από το υπουργείο. Ποια κεφάλαια του βιβλίου θα διδάξουν αναλυτικά, ποια περιληπτικά, ποιες σελίδες ή ποιες παραγράφους απαγορεύεται να διδάξουν και όλα αυτά να αλλάζουν σε κάθε ανασχηματισμό της κυβέρνησης ή μετά από εκλογές. Και πρέπει να ανησυχούν μόνιμα μήπως γράψουν στο βιβλίο της ύλης απαγορευμένες σελίδες, μήπως βάλουν ερώτηση σε τεστ από τις απαγορευμένες, μήπως βάλουν εργασία από τα κεφάλαια που πρέπει να διδάξουν περιληπτικά. Και δεν πρέπει να βάζουν ασκήσεις που δεν είναι στο βιβλίο, να μην κάνουν «άσχετες» ερωτήσεις και οι ερωτήσεις κρίσεως να είναι μόνο εθνοπατριωτικού χαρακτήρα. Οι καλοί εκπαιδευτικοί πρέπει να διδάσκουν πως κανένας λαός δεν αγάπησε την ελευθερία όσο οι Έλληνες, κανένας λαός δεν ύμνησε την αγάπη προς την πατρίδα όσο οι Έλληνες, καμιά γλώσσα δεν είναι τόσο πλούσια, τόσο πλήρης, τόσο ωραία όσο η Ελληνική, που μπορεί να εκφράσει νοήματα και αισθήματα που καμιά άλλη γλώσσα δεν μπορεί. Και πρέπει ο καλός εκπαιδευτικός να λέει μπράβο και να βάζει καλό βαθμό στο παιδί που διάβασε μέσα στην τάξη το απόκομμα της εφημερίδας που του έδωσε ο μπαμπάς του και που λέει για την ελληνική γλώσσα και την Microsoft.

Δεν θα ξεχάσω ποτέ πως για να βγάλουμε θέματα προαγωγικών εξετάσεων σε όλα τα φιλολογικά μαθήματα έπρεπε να καθόμαστε όλοι μαζί που διδάσκαμε το μάθημα με ανοιχτές τις οδηγίες του υπουργείου. Πόσες σειρές να είναι το κείμενο, τι να ρωτάει η πρώτη ερώτηση, τι η δεύτερη, πόσα υποσκέλη έχουν η τρίτη και η τέταρτη και τι ρωτάει το καθένα και πόσες μονάδες παίρνει στη βαθμολογία. Και να αναρωτιέμαι πώς είναι δυνατόν να ρωτάμε τα παιδιά τόσες πολλές και τόσο μεγάλες μπούρδες, που υποτίθεται ότι τις είχαμε κιόλας διδάξει. Και αυτές τις οδηγίες του υπουργείου δεν άξιζε τον κόπο να τις μάθουμε απέξω, αφού θα άλλαζαν σύντομα έτσι κι αλλιώς.

Αυτό το άθλιο εκπαιδευτικό σύστημα ποιος θα το αξιολογήσει και πότε; Αυτό το εκπαιδευτικό σύστημα που καταδικάζει τους εκπαιδευτικούς σε θάνατο από ασφυξία ποιος θα το αποτιμήσει;

Θα πρέπει να γίνει κατανοητό από όλη την κοινωνία ότι διαχρονικά το υπουργείο παιδείας, οι υπηρεσίες του και τα συμβούλιά του αποβλέπουν μόνο στο να στερήσουν από τους εκπαιδευτικούς κάθε πρωτοβουλία, κάθε δυνατότητα, για να αποφασίζουν και για τα πιο απλά ζητήματα λειτουργικής, παιδαγωγικής και διδακτικής φύσης για ένα πολύ απλό λόγο. Το υπουργείο παιδείας και σύσσωμη η ελληνική κοινωνία δεν εμπιστεύεται για τίποτε τους εκπαιδευτικούς. Τους απομυζά, απαιτεί θυσίες, που ποτέ δεν είναι αρκετές, τους απαξιώνει και τους απορρίπτει.

Και όχι, το επαναλαμβάνω, δεν είναι όλοι οι εκπαιδευτικοί το ίδιο καλοί. Υπάρχουν λιγότερο καλοί και περισσότερο καλοί. Ας παρακάμψουμε προς το παρόν το πώς και από ποιον θα αξιολογηθούν. Ας υποθέσουμε ότι γίνεται μια πολύ δίκαιη και σωστή αξιολόγηση και αναδεικνύονται οι πολύ καλοί. Τους άλλους τι θα τους κάνουμε; Είναι ευκαιρία να τους απολύσουμε τώρα που έχουμε κυβέρνηση Μητσοτάκη ή θα τους στείλουμε σε καμιά απομακρυσμένη επαρχία, σε καμιά υποβαθμισμένη συνοικία, γιατί τα παιδιά αυτών των περιοχών έχουν λιγότερες απαιτήσεις και λιγότερα δικαιώματα; Η μήπως θα τους στερήσουμε μισθολογικό κλιμάκιο και έτσι θα ωφεληθούν οι μαθητές τους από αυτήν την ταπείνωση;

Νομίζω ότι καταλήγουμε σε αδιέξοδο. Αλλά μπορούμε να βγούμε από αυτό το αδιέξοδο. Πρέπει να ακολουθήσουμε άλλη πορεία και άλλη σειρά σκέψεων. Κι ερωτώ αυτούς τους γίγαντες της πολιτικής και της δημοσιογραφίας που κατακρίνουν τους εκπαιδευτικούς τόσο επαίσχυντα μήπως θεωρούν ότι οι νέες και οι νέοι των 18 ετών που μελετούν, για να μπουν στις πανεπιστημιακές σχολές, για να γίνουν εκπαιδευτικοί και πάρα πολλοί/ές κάνουν και μεταπτυχιακές σπουδές και μαθαίνουν ξένες γλώσσες φιλοδοξούν να κάνουν μια τεμπέλικη δουλειά, κακά αμειβόμενη; Στόχος τους είναι να συγκεντρώσουν στο πρόσωπό τους όλη την απαξίωση της κοινωνίας;

Όχι, είναι παιδιά με κέφι, με μεράκι, με ζωντάνια, με όρεξη για δουλειά που θέλουν να προσφέρουν τις γνώσεις τους στις επερχόμενες γενιές. Αλλά ξεκινάνε στραβά. Εκπαιδευτικοί γίνονται οι κοινωνικά και οικονομικά παρακατιανοί. Τα παιδιά των εύπορων και ταξικά ανώτερων οικογενειών δεν γίνονται εκπαιδευτικοί. Νομίζετε ποτέ πως κάποιος γόνος των οικογενειών Σαμαρά, Μητσοτάκη, Κεραμέως θα γινόταν εκπαιδευτικός; Ή μήπως δεν θα γινόταν εκπαιδευτικός για να μη γίνει τεμπέλης και άχρηστος; Αυτοί θα γίνονταν δικηγόροι, οικονομολόγοι, γιατροί, αρχιτέκτονες, ειδικότητες που τους ταιριάζουν. Προσωπικά δίδασκα επί 31 χρόνια σε μεγάλο ιδιωτικό Σχολείο. Από τα τέσσερα μέλη της οικογένειας που διοικούν το σχολείο αυτό κανείς δεν είναι εκπαιδευτικός, κανείς τους ποτέ δεν μπήκε σε τάξη. Κανείς τους δεν επέλεξε να γίνει δάσκαλος φιλόλογος ή μαθηματικός και να μπει σε τάξη. Όχι, τα οικονομικά και η διοίκηση επιχειρήσεων είναι αυτά που τους ταιριάζουν καλύτερα. Αλλά την παιδαγωγική επιστήμη θεωρούν ότι την κατέχουν καλύτερα από όλους τους εκπαιδευτικούς.

Οι εκπαιδευτικοί ξεκινούν την καριέρα τους με το στίγμα της κακομοιριάς και επομένως ό,τι τους δοθεί πολύ τους είναι. Και βεβαίως αντιμετωπίζονται με έλλειψη εμπιστοσύνης και επιφυλακτικότητα, που τους καταδικάζει σε αυτοπεριορισμό και αυτολογοκρισία, σε μόνιμη αβεβαιότητα και αμφισβήτηση που τους οδηγεί σε επιστημονικό μαρασμό και στασιμότητα.

Αυτά είναι που πρέπει να αλλάξουν. Οι εκπαιδευτικοί πρέπει να μπαίνουν στα σχολεία νέοι και όχι μετά από χρόνια ταλαιπωρίας, ΑΣΕΠ, αναπλήρωσης, φροντιστηρίων και ιδιαιτέρων μαθημάτων και όλα τα είδη ταπείνωσης και μαρασμού της προσωπικότητάς τους και της επιστημονικής τους κατάρτισης.

Οι εκπαιδευτικοί πρέπει να προσλαμβάνονται χωρίς ταλαιπωρίες, όσο διατηρούν το κέφι τους για δουλειά και προσφορά. Και το υπουργείο και το σχολείο πρέπει συνεχώς να τους ενδυναμώνουν αφήνοντάς τους πολλά περιθώρια πρωτοβουλίας. Οι εκπαιδευτικοί πρέπει να μπορούν να ενημερώνονται σε νέες επιστημονικές θεωρίες της ειδικότητάς τους και της παιδαγωγικής και να μπορούν να τις εφαρμόσουν στη διδασκαλία τους και στη δουλειά τους. Ο σύλλογος των εκπαιδευτικών πρέπει να μπορεί να αποφασίζει για τη λειτουργία του σχολείου και την καθημερινότητά του. Ο σύλλογος διδασκόντων πρέπει να αποφασίζει για το αν θα γίνει αγιασμός στην έναρξη της σχολικής χρονιάς και όχι το υπουργείο. Ο σύλλογος διδασκόντων πρέπει να αποφασίζει αν θα κάνει γιορτή για τους Τρεις Ιεράρχες και όχι το υπουργείο. Ο σύλλογος των διδασκόντων πρέπει να αποφασίζει για το πρόγραμμα των προαγωγικών και απολυτήριων εξετάσεων, χωρίς να το στέλνει στις υπηρεσίες του υπουργείου για έγκριση.

Οι εκπαιδευτικοί πρέπει να αισθάνονται ότι έχουν λόγο και δεν ανήκουν στο περιθώριο της εκπαίδευσης και του σχολείου. Πρέπει να συνδιοικούν και να συναποφασίζουν σε κοινές και τακτικές συνεδριάσεις που θα προβλέπονται από το διδακτικό τους πρόγραμμα. Και πρέπει το κλίμα του σχολείου να είναι τέτοιο, ώστε οι εκπαιδευτικοί συνεχώς να γίνονται καλύτεροι, συνεχώς να βελτιώνονται. Και αυτή η βελτίωση και προσφορά να αναγνωρίζονται και να επιδοκιμάζονται με κάθε τρόπο.

Θα φέρω ένα παράδειγμα. Κάποτε μου τηλεφώνησε μητέρα μαθητή πολύ δυσαρεστημένη. Πριν μία βδομάδα είχε στείλει σημείωμα σε έναν καθηγητή του γιου της και τον παρακαλούσε να της τηλεφωνήσει, για να μιλήσουν για ένα σοβαρό θέμα του παιδιού. Ο καθηγητής πήρε το σημείωμα, αλλά δεν ανταποκρίθηκε στο αίτημα της μητέρας. Κάλεσα τον ?καθηγητή και τον ρώτησα τι συμβαίνει και μου είπε ότι εκείνη την εποχή είχε πολλά τεστ να διορθώσει και ότι, όταν θα τα τέλειωνε σε λίγες ημέρες, θα τηλεφωνούσε στη μητέρα. Την επόμενη ημέρα στην τακτή συνεδρίαση έθεσα στους εκπαιδευτικούς το ερώτημα: Αν μας ζητήσει μια μητέρα να της τηλεφωνήσουμε, πότε πρέπει να κάνουμε το τηλεφώνημα; Όσοι και όσες μίλησαν είπαν πως το τηλεφώνημα πρέπει να γίνει στο πρώτο διάλειμμα κι αν αυτό είναι αδύνατο, πρέπει οπωσδήποτε να γίνει στο δεύτερο. Όλοι ήταν κατηγορηματικοί σε αυτό. Δεν αναφέρθηκα στο συμβάν, δεν εξέθεσα τον καθηγητή που παρευρισκόταν στη συνεδρίαση. Η αξιολόγηση όμως έγινε ταχύτατα με πλάγιο τρόπο από τους άλλους συναδέλφους και πολύ αποτελεσματικά. Μετά από λίγο μου τηλεφώνησε η μητέρα και μου είπε ότι της τηλεφώνησε ο καθηγητής και της ζήτησε συγγνώμη για την καθυστέρηση και το θέμα είχε λήξει. Και πράγματι είχε λήξει για πάντα. Μετά με βρήκε ο καθηγητής και ζήτησε κι από μένα συγγνώμη και μου είπε πως δεν είχε καταλάβει πόσο λάθος είχε χειριστεί το θέμα.

Το σχολείο είναι ένας χώρος μέσα στον οποίο οφείλουμε όλες και όλοι να γινόμαστε καλύτερες/οι. Παιδιά, εκπαιδευτικοί, διευθυντές/τριες πρέπει να μαθαίνουμε και να βελτιωνόμαστε, να προοδεύουμε χωρίς εμμονή σε ιδέες και γνώσεις που μπορεί πλέον να είναι ξεπερασμένες.

Κάποτε σε συζήτηση που είχα με υποψήφια για πρόσληψη φιλόλογο ρώτησα πώς θα δίδασκε το μάθημα των αρχαίων Ελληνικών. Μου είπε ότι θα διάβαζαν μια παράγραφο, θα ζητούσε από τα παιδιά να κάνουν χωρισμό και αναγνώριση προτάσεων, μετά πλήρη συντακτική και γραμματική αναγνώριση και κατόπιν μετάφραση. Ρώτησα γιατί επέλεγε αυτόν τον τρόπο και μου είπε γιατί κι εκείνη έτσι έμαθε αρχαία Ελληνικά. Την ρώτησα αν και τα Αγγλικά που διδάσκονται τα παιδιά πρέπει να τα διδάσκονται με τον ίδιο τρόπο, αλλά δεν μπόρεσε να μου απαντήσει. Όμως αυτή η καθηγήτρια αν βρισκόταν σε ένα περιβάλλον που δεν θεωρεί τα θέματα της παιδείας ως θέσφατα, σε περιβάλλον που έχει μάθει να θέτει ερωτήματα, σε περιβάλλον που συνεχώς διαβάζει και ανανεώνεται είμαι βέβαιος πως θα μπορούσε να δώσει άλλες απαντήσεις.

Κανείς και καμιά μας δεν είναι τόσο καλός/ή που να μη μπορεί να γίνει καλύτερος/η. Και σε αυτό πρέπει να βοηθάει το σχολικό περιβάλλον με την ανάλογη ενίσχυση από το υπουργείο. Ενίσχυση οικονομική για συμμετοχή σε επιστημονικά συνέδρια, για συνδιοργάνωση με άλλα σχολεία της περιοχής επιστημονικών και παιδαγωγικών συνεδρίων στα οποία οι εκπαιδευτικοί θα ενθαρρύνονται να συμμετέχουν ως ομιλήτριες,ές. Ενίσχυση οικονομική για τη δημιουργία σχολικής βιβλιοθήκης με βιβλία υψηλού επιστημονικού επιπέδου, για χρήση από τους εκπαιδευτικούς, οικονομική ενίσχυση για συνδρομή σε βιβλιοθήκες του εξωτερικού, καθορισμένη ώρα στο διδακτικό ωράριο, στην οποία οι εκπαιδευτικοί μιας ειδικότητας θα συζητούν τα θέματά τους, θα θέτουν στόχους και θα αλληλοενημερώνονται. Και ακόμη οι εκπαιδευτικοί των ξένων γλωσσών να έχουν διδακτική ώρα στο τέλος του σχολικού προγράμματος, για να διδάσκουν ξένες γλώσσες σε όσες/ους συναδέλφους τους επιθυμούν.

Με λίγα λόγια δηλαδή, ας σταματήσουμε να μιλάμε για αξιολόγηση των εκπαιδευτικών και να αρχίσουμε να μιλάμε για την αξιοποίηση τους μέσα σε ένα κλίμα εμπιστοσύνης που θα αφήνει πολλά περιθώρια για ανάπτυξη πρωτοβουλιών. Και οι εκπαιδευτικοί πρέπει να συνδιοικούν το σχολείο και να συναποφασίζουν για ζωτικά θέματα και όχι απλώς να συνυπογράφουν μνημεία της γραφειοκρατίας. Και ας αρχίσουμε με επαναπροσδιορισμό των ρόλων και των προσόντων των διευθυντών των σχολικών μονάδων και των προϊσταμένων των εκπαιδευτικών περιφερειών, που έχουν καταλήξει ιερείς της γραφειοκρατίας.

Η εισήγησή μου στην τηλεδιάσκεψη με θέμα: Το άνοιγμα των σχολείων και η μετατροπή της εκπαίδευσης σε reality.

Θέλω να ευχαριστήσω τους διοργανωτές της τηλεδιάσκεψης που με κάλεσαν, παρόλο που εγώ δεν ανήκω σε κανένα πολιτικό σχηματισμό, αλλά από την άλλη πρέπει να πω ότι σέβομαι και εκτιμώ τους ανθρώπους που υποστηρίζουν τον Σύριζα.
Συγχρόνως αισθάνομαι και κάπως παρείσακτος, γιατί ίσως θα έπρεπε στη θέση μου να είναι μία γυναίκα εκπαιδευτικός, μια και η εκπαίδευση είναι ένα κατεξοχήν γυναικείο επάγγελμα και θα έπρεπε σε ό,τι αφορά την εκπαίδευση η γυναικεία φωνή, όχι απλώς να ακούγεται, αλλά και να υπερτερεί μεταξύ των εισηγητών.

Μετά τον σάλο που επακολούθησε και τις αποστάσεις που κράτησε η αρχή προστασίας προσωπικών δεδομένων μάς λένε τώρα ότι δεν θα εγκατασταθούν κάμερες στην τάξη, ότι θα γίνεται απευθείας μετάδοση του μαθήματος από την κάμερα ενός υπολογιστή η ενός τηλεφώνου, που θα εστιάζει μόνο στην έδρα και στον πίνακα, όπως δηλαδή γίνεται τώρα με εμένα. Αλλά εγώ τώρα δεν κάνω μάθημα σε παιδιά. Εγώ τώρα απευθύνομαι σε ένα κοινό που στην πλειοψηφία του μου είστε άγνωστοι και σας είμαι άγνωστος. Δεν ξέρω τα ονόματά σας, δεν έχω σκύψει πάνω από τη ζωή σας, δεν μου έχετε πει τα προβλήματά σας, δεν σας έχω φροντίσει στις δυσκολίες και στις αδυναμίες σας, δεν έχω προσπαθήσει να κερδίσω την εμπιστοσύνη σας και δεν είμαι για σας ένας φαρμακοποιός που διανυκτερεύει. Είμαι μόνο ένα στόμα που μιλάει και τίποτε άλλο. Ένα στόμα που μπορείτε να το κλείσετε, να το μουντζώσετε, να το χλευάσετε ελεύθερα, να το πάρανοήσετε τελείως και να το ξεχάσετε. Το μάθημα στην τάξη όμως δεν είναι ακαδημαϊκή ή δημόσια διάλεξη.
Όταν ήμουν μαθητής στην τελευταία τάξη του Λυκείου παρακολουθούσα το μάθημα με μεγάλο ενδιαφέρον. Έτσι κι αλλιώς οι γονείς μου δεν ήταν σε θέση να αναλάβουν το οικονομικό βάρος του φροντιστηρίου και τα μοναδικά μου μέσα ήταν το σχολικό μάθημα και η προσωπική μου μελέτη. Ήταν άνοιξη όπως και τώρα και στο μάθημα συμμετείχαμε όλα τα παιδιά από τις θέσεις μας. Ο καθηγητής περιφερόταν ανάμεσά μας. Ποτέ άλλωστε δεν είχα καθηγητή που εκφωνούσε ένα μονόλογο. Κάποια στιγμή ο καθηγητής στάθηκε πάνω από το θρανίο μου, με ακούμπησε απαλά στον ώμο και μου είπε πολύ χαμηλόφωνα. «Να μαζέψεις τα πράγματά σου, να πάρεις την τσάντα σου και να πας στο αναρρωτήριο.» «Μα, του είπα, δεν είμαι άρρωστος.» «Εγώ νομίζω ότι είσαι. Αν κάνω λάθος σε λίγα λεπτά θα είσαι πίσω, δεν έγινε τίποτε». Πράγματι πήγα στο αναρρωτήριο, μου έβαλε θερμόμετρο η αδελφή Δαρμή και είχα 39 πυρετό.

Σε κείμενό μου που κυκλοφόρησε τις προηγούμενες μέρες είχα αναφερθεί στον Νίτσε που έλεγε ότι ο δάσκαλος είναι ο κατεξοχήν πατέρας και είχα σχολιάσει λέγοντας πως ο δάσκαλος είναι η κατεξοχήν μητέρα. Έχουμε ανάγκη από δάσκαλους και δασκάλες που αγκαλιάζουν τα παιδιά μας σαν δεύτερη μάνα. Σαν μάνα που μπορεί από μακριά να καταλάβει ότι ένα από τα παιδιά της ανέβασε ξαφνικά 39 πυρετό. Όχι ένα παιδάκι του δημοτικού ή του νηπιαγωγείου, αλλά ένας μαντράχαλος 18 ετών.

Το σχολικό μάθημα δεν είναι ένας μονόλογος του δάσκαλου ή της δασκάλας που αδιαφορεί για το ποιος έμαθε ή δεν έμαθε, ποιος κατάλαβε ή δεν κατάλαβε, ποιος έχει δυσκολία να συγκεντρωθεί ή να προσέξει. Το μάθημα γίνεται με τη συμμετοχή των παιδιών, τα παιδιά μέσα στην τάξη πρέπει να μιλάνε πιο πολύ από τους εκπαιδευτικούς. Τα παιδιά πρέπει να κάνουν ερωτήσεις, πρέπει να λένε τη γνώμη τους, πρέπει να διατυπώνουν αντιρρήσεις, πολλές αντιρρήσεις που υποστηρίζουν με επιχειρήματα. Τα παιδιά δεν ανέχονται τις αυθεντίες και όσα τις ανέχονται πρέπει να μάθουν να μην τις ανέχονται.
Αντίθετα όταν λένε ότι η κάμερα θα αναμεταδίδει τον πίνακα, την έδρα και τον διδάσκοντα επιθυμούν στην πραγματικότητα έναν κακό δάσκαλο. Τον αδιάφορο για τα παιδιά και την αποτελεσματικότητα του μαθήματος, έναν δάσκαλο αυθεντία. Δάσκαλο που μηχανικά διεκπεραιώνει τη διδακτέα ύλη. Δάσκαλο που ξέχασε στο σπίτι την προσωπικότητά του, τη φαντασία του και τη δημιουργικότητά του. Δάσκαλο ακυρωμένο και υποβαθμισμένο. Σαν δημόσιο αγαθό τεχνητά απαξιωμένο, για να πωληθεί κατόπιν σε ιδιώτες σε χαμηλή τιμή.

Πολλές φορές στα διδακτικά μου χρόνια χρειάστηκε να πάω κοντά σε ένα ντροπαλό παιδί, που μιλούσε χαμηλόφωνα, για να του κάνω μια ερώτηση που ήμουν απόλυτα σίγουρος ότι μπορούσε να απαντήσει, να το ενθαρρύνω με ένα άγγιγμα στον ώμο και στη συνέχεια καθώς μιλούσε να κάνω μικρά βήματα προς τα πίσω, για να το αναγκάσω να μιλήσει πιο δυνατά. Γιατί μέσα στην τάξη έχουμε και παιδιά πολύ ντροπαλά, παιδιά πιο αργά, παιδιά που τραυλίζουν, παιδιά υπερκινητικά, παιδιά με διάσπαση προσοχής, παιδιά στο φάσμα του αυτισμού, παιδιά με δυσκολίες στην ακοή και στην όραση, παιδιά με νεανικό διαβήτη κι εκείνο το αγόρι της μονογονεϊκής οικογένειας που το έπιασε πανικός όταν άρχισε ξαφνικά να βρέχει την ώρα του μαθήματος, γιατί είχε ξεχάσει ρούχα απλωμένα στο σχοινί και θα θύμωνε ο πατέρας του.

Για όλα αυτά τα παιδιά πρέπει να αδιαφορήσουμε, πρέπει να τα ξεχάσουμε. Έτσι κάνουν οι καλοί εκπαιδευτικοί σύμφωνα με την υπουργό παιδείας. Αλλά όχι, έτσι κάνουν οι κακοί εκπαιδευτικοί. Και αντιστεκόμαστε, γιατί όπως έλεγε ο Γκαίτε: «μαθαίνει κανείς μόνον απ’εκείνον που αγαπάει». Σε κακούς εκπαιδευτικούς θέλει να μας μετατρέψει η υπουργός, θέλει να μην αγαπάμε τα παιδιά και να μη μας αγαπούν. Θέλει να γίνουμε η ασώματος κεφαλή που μιλάει πίσω από την έδρα, γιατί αγνοεί πως ένα παιδί δεν μπορεί να παρακολουθήσει ένα μονόλογο για περισσότερο από πέντε, το πολύ 10 λεπτά. Αλλά όχι δεν το αγνοεί, απλώς αδιαφορεί. Γιατί δεν την ενδιαφέρει πραγματικά η παιδεία, παρά μόνο η πολιτική σκοπιμότητα.

Τις προηγούμενες ημέρες μού διατυπώθηκαν τρεις ομάδες αρνητικών σχολίων στην εναντίωση μου για τις κάμερες.
Η πρώτη ομάδα έλεγε «δεν θέλετε τις κάμερες, γιατί φοβάστε την αξιολόγηση, γιατί θα φανεί η ανεπάρκειά σας».
Εάν μεταβληθούμε σε στόμα που μονολογεί, όπως θέλει η υπουργός, τότε πράγματι θα είμαστε πολύ κακοί εκπαιδευτικοί.
Αλλά επειδή όλες οι συζητήσεις περιστρέφονται γύρω από την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών θα θέσω ένα ερώτημα. Πώς θα αξιολογηθούν άνθρωποι τελείως απαξιωμένοι; Το λειτούργημα του εκπαιδευτικού είναι τελείως απαξιωμένο. Απαξιωμένο οικονομικά, εργασιακά και κοινωνικά.
Πότε ρωτήθηκαν οι εκπαιδευτικοί για τους σκοπούς της εκπαίδευσης και της παιδείας γενικότερα; Αυτή είναι ερώτηση που απευθύνεται μόνο σε δικαστικούς και μητροπολίτες και μπορεί ακόμη να εκφράσουν απόψεις ο στρατός και η αστυνομία. Πότε οι εκπαιδευτικοί ρωτήθηκαν για το αναλυτικό πρόγραμμα ή για το περιεχόμενο των μαθημάτων που διδάσκουν; Κι όταν μιλούν χωρίς να ερωτηθούν ποιος τους άκουσε; Ποιος τους ρώτησε για τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν, για τις ελλείψεις των σχολείων. Πότε διατύπωσαν άποψη για το πώς πρέπει να διοικείται και να λειτουργεί ένα σχολείο; Ποιος νοιάστηκε σε πόσα σχολεία και σε πόσες τάξεις πρέπει να μπαίνει ένας εκπαιδευτικός που διδάσκει μονόωρο ή δίωρο μάθημα, για να συμπληρώσει το ωράριο;
Ακόμη και αυτό το επαίσχυντο νομοσχέδιο για την παιδεία κατατέθηκε στη διάρκεια της επιδημίας χωρίς δημόσια διαβούλευση. Γιατί ποιοι θα έπαιρναν μέρος στη διαβούλευση, οι εκπαιδευτικοί; Μα αυτοί δεν έχουν καμιά αξία, ποιος τους λογαριάζει;
Αλλά κάτι που έχει απαξιωθεί τόσο πολύ δεν μπορεί να αξιολογηθεί. Γιατί έχει χάσει την αξία του. Γιατί το κράτος έχει διαχρονικά απαξιώσει τους εκπαιδευτικούς. Γιατί απαξίωσε αυτούς και αυτές που ξεκίνησαν τη ζωή τους με όνειρα, με πολυετείς και δύσκολες σπουδές, με πολλή μελέτη, με πολύ μεράκι και αυταπάρνηση. Δώστε τους πίσω την αξία που τους υποκλέψατε με τόσες υπονομεύσεις και τότε θα ξαναμιλήσουμε για αξιολόγηση, τι είδους και από ποιους.

Αλλά και τώρα μπορεί να γίνει αξιολόγηση στην παιδεία. Και καταρχήν πρέπει να γίνει αξιολόγηση του εκπαιδευτικού συστήματος. Θέλετε αξιολόγηση; Ζητήστε από τους εκπαιδευτικούς να αξιολογήσουν το εκπαιδευτικό σύστημα. Γιατί το εκπαιδευτικό σύστημα πρέπει να αξιολογηθεί από αυτούς που το δουλεύουν. Και να αξιολογήσουν οι εκπαιδευτικοί στη συνέχεια τις εκπαιδευτικές περιφέρειες και τις σχολικές μονάδες. Και όχι με ερωταποκρίσεις προκατασκευασμένες από το υπουργείο παιδείας για να βγουν όλα ρόδινα.
Γιατί έχω πάρει μέρος σε αξιολόγηση που ρωτούσε αν θεωρείς το σχολείο δεύτερο σπίτι σου. Κι αν η απάντηση ήταν όχι οδηγούσε στο συμπέρασμα πως δεν είσαι καλός εκπαιδευτικός και όχι πως το σχολείο δεν κατάφερε, ούτε προσπάθησε να σε κάνει να αισθανθείς σαν στο σπίτι σου.

Η δεύτερη ομάδα σχολίων μου ζητούσε να προτείνω λύσεις, για να μη μείνουν πίσω τα παιδιά στη σχολική ύλη, παρόλο που δεν θα εξεταστούν σε αυτήν, δεν θα γίνουν προαγωγικές και απολυτήριες εξετάσεις και η βαθμολογία θα εξαχθεί με τα προ πανδημίας δεδομένα.
Άλλος συνομιλητής θα μιλήσει διεξοδικά για το ότι δεν θα έπρεπε να ανοίξουν τα σχολεία. Εγώ θα περιοριστώ μόνο για να πω ότι δίνεται η ευκαιρία στους γονείς και στις γιαγιάδες και στους παππούδες να μιλήσουν στα παιδιά.
Τώρα είναι η ευκαιρία να μάθουν από σας πολύτιμα πράγματα.
Να μάθουν για τις κοινωνικές ανισότητες και την κοινωνική και εργασιακή εκμετάλλευση.
Να μάθουν για τους άστεγους, για τους άνεργους, για τους ανθρώπους στο περιθώριο της κοινωνίας.
Για τους πρόσφυγες και την απομόνωση των μειονοτήτων.
Για τους φυλακισμένους και τις συνθήκες διαβίωσής τους. Για το ποιοι μπαίνουν φυλακή και ποιοι κυκλοφορούν ελεύθεροι και με καμάρι.
Για τα ιδρύματα εγκλεισμού, που δεν ονομάζονται φυλακές, αλλά έχουν ωραία ονόματα.
Για το σύστημα υγείας και γενικότερα την έλλειψη κοινωνικής πρόνοιας.
Για τις αυθαιρεσίες της αστυνομίας.
Για τα πρόσωπα που βλέπουν στην τηλεόραση και για αυτά που λένε.
Για όλα αυτά δηλαδή που θα έπρεπε να αποτελούν βασική διδακτέα ύλη σε ένα δημοκρατικό εκπαιδευτικό σύστημα, που θέλει να διαμορφώσει κοινωνικά υπεύθυνους και ενεργούς πολίτες

Η Τρίτη ομάδα αρνητικών σχολίων έλεγε πως είμαστε κατά της εξέλιξης, γιατί αρνιόμαστε την πραγματική πρόοδο, γιατί είναι εκσυχρονισμός η σύγχρονη αναμετάδοση του μαθήματος.

Η πρόοδος και η οπισθοδρόμηση στην εκπαίδευση κρίνεται μερικώς μόνο από τα μέσα διδασκαλίας. Κυρίως εξαρτάται από το περιεχόμενο της εκπαίδευσης. Εξαρτάται και από το πως διδάσκουμε, αλλά κυρίως από το τι διδάσκουμε.
Η αντικατάσταση της Κοινωνιολογίας από τα Λατινικά είναι σαφώς εκπαιδευτική οπισθοδρόμηση.
Οι θέσεις της υπουργού για τα μαθήματα των Θρησκευτικών και της Ιστορίας χαρακτηρίζονται ως σαφής εκπαιδευτικός σκοταδισμός.
Οι παρεμβάσεις του αρχιεπισκόπου και των μητροπολιτών και τώρα και παλιότερα όχι μόνο για τη διδασκαλία των θρησκευτικών, αλλά και των αρχαίων ελληνικών, της Ιστορίας και της σεξουαλικής αγωγής, ακόμη και για το ποιος θα είναι υπουργός παιδείας, μας πάνε αιώνες πίσω.
Η δυνατότητα της σύγχρονης αναμέταδοσης είναι τεχνολογικό επίτευγμα, αλλά η ιδεολογία της κάμερας μέσα στην αίθουσα διδασκαλίας είναι καθαρά οργουελική.

Η τροπολογία δεν θα εφαρμοστεί, γιατί δεν θα επιτρέψουμε να εφαρμοστεί. Δεν θα ακυρωθεί μόνο στην πράξη, πρέπει να ακυρωθεί και να αποκηρυχθεί στις συνείδηση της κοινωνίας. Στη συνείδηση των γονέων και των παιδιών. Γιατί αλλιώς τα κινητά τηλέφωνα θα εφορμήσουν μέσα στην τάξη. Πάντα κάποιο παιδί θα λείπει από το μάθημα για κάποιο λόγο και τα υπόλοιπα θα αναλαμβάνουν την ενημέρωσή του. Οι γονείς θα απαιτούν πάντα να στέλνονται τα μαθήματα στο σπίτι, απευθείας η βιντεοσκοπημένα. Τα κινητά τηλέφωνα και το YouTube θα δουλεύουν υπερωρίες. Και όλα θα είναι νόμιμα ή νομιμοφανή. Από τη στιγμή που θα μπουν τα κινητά στο μάθημα μία φορά, δεν θα βγουν ποτέ.

Η τροπολογία θα ακυρωθεί εκ του νόμου ή εκ των πραγμάτων.
Αλλά δεν θα ξεχαστεί ποτέ. Ποτέ δεν μπορούσα να φανταστώ ότι μια τέτοια τροπολογία θα ψηφιζόταν από το ελληνικό κοινοβούλιο, έστω και μόνο από τους βουλευτές του κυβερνώντος κόμματος. Και ψηφίστηκε και από βουλευτές που στο παρελθόν ήταν ανώτατοι δικαστές και υπουργοί δικαιοσύνης. Η ευθύνη δεν είναι μόνο της υπουργού. Είναι όλων αυτών που υπερψήφισαν. Η τροπολογία θα ακυρωθεί, έστω και με πολλούς αγώνες, αλλά η ντροπή δεν θα σβηστεί ποτέ. Αυτό το άγος, αυτό το όνειδος θα βαραίνει στις πλάτες όσων υπερψήφισαν. Και θα φροντίσουμε εμείς για αυτό. Και εμείς και οι επόμενες γενιές.

Όχι στη μαγνητοσκόπηση του μαθήματος

Επί 23 χρόνια που ήμουν διευθυντής γυμνασίου στη Σχολή Μωραΐτη αντιστάθηκα πολύ έντονα στις φωτογραφήσεις και τις μαγνητοσκοπήσεις κάθε είδους, με εξαίρεση για τις σχολικές γιορτές και τις θεατρικές παραστάσεις και πάντα με αυστηρές προδιαγραφές.

Είχα ακούσει πολλές φορές αιτήματα γονέων για παρακολούθηση των κοινόχρηστων χώρων του Σχολείου με κάμερα για λόγους ασφάλειας. Μου είχε ζητηθεί να τοποθετηθεί κάμερα ακόμη και στα αποδυτήρια και στους προθάλαμους των τουαλετών, αλλά, παρά τα τόσο παράλογα αιτήματα από μια πολύ μικρή μερίδα γονέων ευτυχώς, κανείς δεν μου ζήτησε να μπει κάμερα και μέσα στις αίθουσες διδασκαλίας. Και όταν η γενική διεύθυνση του Σχολείου μου ζήτησε να μπαίνω στις τάξεις, για να παρακολουθώ την ποιότητα του μαθήματος αρνήθηκα κατηγορηματικά σε αυτό το παιχνίδι εξουσίας. Η αίθουσα διδασκαλίας και το μάθημα δεν πρέπει να παραβιάζονται από κανένα μάτι, κανένα αυτί, καμιά παρουσία τρίτου προσώπου. Και μπορώ να διαβεβαιώσω ότι τα μάτια και τα αυτιά των τρίτων είναι στην πλειοψηφία τους κακόβουλα.

Μου είχε τύχει να κυκλοφορούν μαγνητοσκοπημένα στιγμιότυπα από κινητά μαθητών σε ώρα αντικατάστασης απόντος καθηγητή ή ακόμη και κατά την ώρα του διαλείμματος, που τα χρησιμοποιούσαν γονείς, για να ισχυριστούν ότι ο εικονιζόμενος καθηγητής δεν μπορεί να επιβάλει την τάξη και να κάνει μάθημα. Και δεν θέλω να θυμάμαι το μπούλιγκ που γινόταν με μαγνητοσκοπημένες ιδιωτικές στιγμές παιδιών.

Τώρα βρισκόμαστε αντιμέτωποι με την απαίτηση του υπουργείου παιδείας να μαγνητοσκοπούνται τα μαθήματα, για να προβάλλονται στα παιδιά που αδυνατούν να παρακολουθήσουν το μάθημα.

Κατανοώ την ανάγκη, κατανοώ τις έκτακτες ανάγκες αυτής της περιόδου, αλλά ούτε σε αυτήν, ούτε σε άλλη περίπτωση εγώ ως διευθυντής σχολείου δεν θα επέτρεπα να γίνει μαγνητοσκόπηση την ώρα του μαθήματος. Υπάρχουν κάποια όρια που δεν πρέπει ποτέ και κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες ή ανάγκες να παραβιάζονται. Και αν γίνει υποχώρηση σε αυτή την ανάγκη, πάντα θα εμφανίζονται τέτοιες ανάγκες στο μέλλον με αυτήν ή με άλλη ηγεσία στο υπουργείο παιδείας, με αυτήν ή με άλλη κυβέρνηση. Κάθε τόσο αδειάζουν από παιδιά οι σχολικές αίθουσες λόγω γρίπης, πάντα θα υπάρχουν παιδιά που λείπουν, παιδιά που έχουν απορίες, παιδιά που κάνουν επανάληψη, παιδιά που προετοιμάζονται για εξετάσεις. Γιαυτό η άρνηση πρέπει και τώρα και στο μέλλον να είναι κατηγορηματική.

Το σχολικό μάθημα δεν είναι ακαδημαϊκή διάλεξη, δεν είναι δημόσια διάλεξη, δεν είναι ανακοίνωση σε επιστημονικό συνέδριο. Το σχολικό μάθημα δεν παράγεται από μια επιστημονική αυθεντία, αλλά από όλη την τάξη. Δεν παράγεται μόνο από τον εκπαιδευτικό, αλλά και από όλα τα παιδιά. Ο/η εκπαιδευτικός δεν απευθύνεται σε ένα απρόσωπο και ανώνυμο ακροατήριο από ένα χειρόγραφο που έχει μπροστά του. Απευθύνεται σε όλα τα παιδιά μαζί, αλλά και σε καθένα χωριστά, κάνει το μάθημα μαζί με όλα τα παιδιά, αλλά και με το καθένα χωριστά. Και κυρίως η σχολική αίθουσα είναι κατεξοχήν ο χώρος όπου γίνονται λάθη, πολλά λάθη, γιατί τα παιδιά μαθαίνουν κυρίως από τα λάθη τους. Λάθη που προσπερνιούνται, που ξεχνιούνται, λάθη που δεν στιγματίζουν. Μέσα στη σχολική αίθουσα τα παιδιά που μιλάνε πολύ θα συγκρατηθούν, για να μιλήσουν και τα παιδιά που μιλάνε λίγο ή καθόλου. Τα παιδιά που έχουν απορίες θα ενθαρρυνθούν να διατυπώσουν τις απορίες τους και τα παιδιά που έχουν καταλάβει το μάθημα θα μάθουν να είναι υπομονετικά με τα παιδιά που έχουν κενά στις γνώσεις τους. Τα παιδιά μέσα στην τάξη δεν μιλάνε μόνο για να ελεγχθούν οι γνώσεις τους. Κυρίως μιλάνε, για να προχωρήσει το μάθημα παρακάτω. Με τη συμμετοχή των παιδιών προχωράει το μάθημα, όχι με τον μονόλογο του εκπαιδευτικού.

Αλλά μέσα στην τάξη μπορεί να γίνουν κι άλλα πράγματα. Δεν ήταν λίγες οι φορές που κάποιο παιδί το έπαιρνε ο ύπνος κι εγώ έκανα νόημα στα άλλα παιδιά να κάνουν ησυχία κι εγώ μιλούσα χαμηλόφωνα, για να μην ξυπνήσει το παιδί που κοιμόταν. Γιατί συχνά οι έφηβοι υποφέρουν από αϋπνία κι αν το παιδί κοιμόταν δέκα-δεκαπέντε λεπτά θα μπορούσε να συνεχίσει με πιο καθαρό μυαλό την υπόλοιπη μέρα. Κι άλλοτε πάλι που τα έβλεπα αγχωμένα, γιατί είχαν τεστ την επόμενη ώρα, τα άφηνα το τελευταίο δεκαπεντάλεπτο να συζητήσουν μεταξύ τους τις απορίες τους και να κάνουν μια τελευταία επανάληψη. Και τα άφηνα να γελούν και τα έκανα να γελούν. Γιατί το γέλιο είναι ιερή στιγμή για το παιδί, εφόσον δεν γελάει εις βάρος κάποιου άλλου.

Πριν από λίγες ημέρες μια παλιά μου μαθήτρια μου έστειλε ένα μήνυμα: «Σας αγαπώ πάντα… Ήμουν μαθήτριά σας δεκαετία 80… Μας κάνατε πλάκα τσα πίσω από την κουρτίνα…»

Γιατί η σχολική τάξη είναι μια μεγάλη αγκαλιά. Και μέσα στην αγκαλιά χωράει πολύ κλάμα και πολύ γέλιο. Αυτό που δεν χωράει είναι η κάμερα, φανερή ή κρυφή.

Ο Νίτσε έλεγε ότι ο δάσκαλος είναι ο κατεξοχήν πατέρας. Εγώ, λοιπόν, σας λέω πως ο δάσκαλος πρέπει να είναι η κατεξοχήν μητέρα. Και πρέπει να παραμείνει μητέρα που δεν υποκαθίσταται, ούτε αντικαθίσταται από την τεχνολογία.

Το μισό χαρτοφυλάκιο της κυρίας Κεραμέως μαγνητοσκοπείται και προβάλλονται από την τηλεόραση λειτουργίες και ακολουθίες. Ας μείνει το άλλο μισό χαρτοφυλάκιο στην ησυχία του. Με την μαγνητοσκόπηση του μαθήματος δεν εξυπηρετείται η παιδεία. Η πολιτική του υπουργείου παιδείας εξυπηρετείται. Κανένας και καμιά εκπαιδευτικός με στοιχειώδη αυτοσεβασμό δεν πρέπει να ενδώσει σε αυτήν την πολιτική. Με το όχι στη μαγνητοσκόπηση διαφυλάσσουμε τις θεμελιώδεις αξίες της δημοκρατικής παιδείας και της ανθρωπιάς μας.