Η εισήγησή μου στην τηλεδιάσκεψη με θέμα: Το άνοιγμα των σχολείων και η μετατροπή της εκπαίδευσης σε reality.

Θέλω να ευχαριστήσω τους διοργανωτές της τηλεδιάσκεψης που με κάλεσαν, παρόλο που εγώ δεν ανήκω σε κανένα πολιτικό σχηματισμό, αλλά από την άλλη πρέπει να πω ότι σέβομαι και εκτιμώ τους ανθρώπους που υποστηρίζουν τον Σύριζα.
Συγχρόνως αισθάνομαι και κάπως παρείσακτος, γιατί ίσως θα έπρεπε στη θέση μου να είναι μία γυναίκα εκπαιδευτικός, μια και η εκπαίδευση είναι ένα κατεξοχήν γυναικείο επάγγελμα και θα έπρεπε σε ό,τι αφορά την εκπαίδευση η γυναικεία φωνή, όχι απλώς να ακούγεται, αλλά και να υπερτερεί μεταξύ των εισηγητών.

Μετά τον σάλο που επακολούθησε και τις αποστάσεις που κράτησε η αρχή προστασίας προσωπικών δεδομένων μάς λένε τώρα ότι δεν θα εγκατασταθούν κάμερες στην τάξη, ότι θα γίνεται απευθείας μετάδοση του μαθήματος από την κάμερα ενός υπολογιστή η ενός τηλεφώνου, που θα εστιάζει μόνο στην έδρα και στον πίνακα, όπως δηλαδή γίνεται τώρα με εμένα. Αλλά εγώ τώρα δεν κάνω μάθημα σε παιδιά. Εγώ τώρα απευθύνομαι σε ένα κοινό που στην πλειοψηφία του μου είστε άγνωστοι και σας είμαι άγνωστος. Δεν ξέρω τα ονόματά σας, δεν έχω σκύψει πάνω από τη ζωή σας, δεν μου έχετε πει τα προβλήματά σας, δεν σας έχω φροντίσει στις δυσκολίες και στις αδυναμίες σας, δεν έχω προσπαθήσει να κερδίσω την εμπιστοσύνη σας και δεν είμαι για σας ένας φαρμακοποιός που διανυκτερεύει. Είμαι μόνο ένα στόμα που μιλάει και τίποτε άλλο. Ένα στόμα που μπορείτε να το κλείσετε, να το μουντζώσετε, να το χλευάσετε ελεύθερα, να το πάρανοήσετε τελείως και να το ξεχάσετε. Το μάθημα στην τάξη όμως δεν είναι ακαδημαϊκή ή δημόσια διάλεξη.
Όταν ήμουν μαθητής στην τελευταία τάξη του Λυκείου παρακολουθούσα το μάθημα με μεγάλο ενδιαφέρον. Έτσι κι αλλιώς οι γονείς μου δεν ήταν σε θέση να αναλάβουν το οικονομικό βάρος του φροντιστηρίου και τα μοναδικά μου μέσα ήταν το σχολικό μάθημα και η προσωπική μου μελέτη. Ήταν άνοιξη όπως και τώρα και στο μάθημα συμμετείχαμε όλα τα παιδιά από τις θέσεις μας. Ο καθηγητής περιφερόταν ανάμεσά μας. Ποτέ άλλωστε δεν είχα καθηγητή που εκφωνούσε ένα μονόλογο. Κάποια στιγμή ο καθηγητής στάθηκε πάνω από το θρανίο μου, με ακούμπησε απαλά στον ώμο και μου είπε πολύ χαμηλόφωνα. «Να μαζέψεις τα πράγματά σου, να πάρεις την τσάντα σου και να πας στο αναρρωτήριο.» «Μα, του είπα, δεν είμαι άρρωστος.» «Εγώ νομίζω ότι είσαι. Αν κάνω λάθος σε λίγα λεπτά θα είσαι πίσω, δεν έγινε τίποτε». Πράγματι πήγα στο αναρρωτήριο, μου έβαλε θερμόμετρο η αδελφή Δαρμή και είχα 39 πυρετό.

Σε κείμενό μου που κυκλοφόρησε τις προηγούμενες μέρες είχα αναφερθεί στον Νίτσε που έλεγε ότι ο δάσκαλος είναι ο κατεξοχήν πατέρας και είχα σχολιάσει λέγοντας πως ο δάσκαλος είναι η κατεξοχήν μητέρα. Έχουμε ανάγκη από δάσκαλους και δασκάλες που αγκαλιάζουν τα παιδιά μας σαν δεύτερη μάνα. Σαν μάνα που μπορεί από μακριά να καταλάβει ότι ένα από τα παιδιά της ανέβασε ξαφνικά 39 πυρετό. Όχι ένα παιδάκι του δημοτικού ή του νηπιαγωγείου, αλλά ένας μαντράχαλος 18 ετών.

Το σχολικό μάθημα δεν είναι ένας μονόλογος του δάσκαλου ή της δασκάλας που αδιαφορεί για το ποιος έμαθε ή δεν έμαθε, ποιος κατάλαβε ή δεν κατάλαβε, ποιος έχει δυσκολία να συγκεντρωθεί ή να προσέξει. Το μάθημα γίνεται με τη συμμετοχή των παιδιών, τα παιδιά μέσα στην τάξη πρέπει να μιλάνε πιο πολύ από τους εκπαιδευτικούς. Τα παιδιά πρέπει να κάνουν ερωτήσεις, πρέπει να λένε τη γνώμη τους, πρέπει να διατυπώνουν αντιρρήσεις, πολλές αντιρρήσεις που υποστηρίζουν με επιχειρήματα. Τα παιδιά δεν ανέχονται τις αυθεντίες και όσα τις ανέχονται πρέπει να μάθουν να μην τις ανέχονται.
Αντίθετα όταν λένε ότι η κάμερα θα αναμεταδίδει τον πίνακα, την έδρα και τον διδάσκοντα επιθυμούν στην πραγματικότητα έναν κακό δάσκαλο. Τον αδιάφορο για τα παιδιά και την αποτελεσματικότητα του μαθήματος, έναν δάσκαλο αυθεντία. Δάσκαλο που μηχανικά διεκπεραιώνει τη διδακτέα ύλη. Δάσκαλο που ξέχασε στο σπίτι την προσωπικότητά του, τη φαντασία του και τη δημιουργικότητά του. Δάσκαλο ακυρωμένο και υποβαθμισμένο. Σαν δημόσιο αγαθό τεχνητά απαξιωμένο, για να πωληθεί κατόπιν σε ιδιώτες σε χαμηλή τιμή.

Πολλές φορές στα διδακτικά μου χρόνια χρειάστηκε να πάω κοντά σε ένα ντροπαλό παιδί, που μιλούσε χαμηλόφωνα, για να του κάνω μια ερώτηση που ήμουν απόλυτα σίγουρος ότι μπορούσε να απαντήσει, να το ενθαρρύνω με ένα άγγιγμα στον ώμο και στη συνέχεια καθώς μιλούσε να κάνω μικρά βήματα προς τα πίσω, για να το αναγκάσω να μιλήσει πιο δυνατά. Γιατί μέσα στην τάξη έχουμε και παιδιά πολύ ντροπαλά, παιδιά πιο αργά, παιδιά που τραυλίζουν, παιδιά υπερκινητικά, παιδιά με διάσπαση προσοχής, παιδιά στο φάσμα του αυτισμού, παιδιά με δυσκολίες στην ακοή και στην όραση, παιδιά με νεανικό διαβήτη κι εκείνο το αγόρι της μονογονεϊκής οικογένειας που το έπιασε πανικός όταν άρχισε ξαφνικά να βρέχει την ώρα του μαθήματος, γιατί είχε ξεχάσει ρούχα απλωμένα στο σχοινί και θα θύμωνε ο πατέρας του.

Για όλα αυτά τα παιδιά πρέπει να αδιαφορήσουμε, πρέπει να τα ξεχάσουμε. Έτσι κάνουν οι καλοί εκπαιδευτικοί σύμφωνα με την υπουργό παιδείας. Αλλά όχι, έτσι κάνουν οι κακοί εκπαιδευτικοί. Και αντιστεκόμαστε, γιατί όπως έλεγε ο Γκαίτε: «μαθαίνει κανείς μόνον απ’εκείνον που αγαπάει». Σε κακούς εκπαιδευτικούς θέλει να μας μετατρέψει η υπουργός, θέλει να μην αγαπάμε τα παιδιά και να μη μας αγαπούν. Θέλει να γίνουμε η ασώματος κεφαλή που μιλάει πίσω από την έδρα, γιατί αγνοεί πως ένα παιδί δεν μπορεί να παρακολουθήσει ένα μονόλογο για περισσότερο από πέντε, το πολύ 10 λεπτά. Αλλά όχι δεν το αγνοεί, απλώς αδιαφορεί. Γιατί δεν την ενδιαφέρει πραγματικά η παιδεία, παρά μόνο η πολιτική σκοπιμότητα.

Τις προηγούμενες ημέρες μού διατυπώθηκαν τρεις ομάδες αρνητικών σχολίων στην εναντίωση μου για τις κάμερες.
Η πρώτη ομάδα έλεγε «δεν θέλετε τις κάμερες, γιατί φοβάστε την αξιολόγηση, γιατί θα φανεί η ανεπάρκειά σας».
Εάν μεταβληθούμε σε στόμα που μονολογεί, όπως θέλει η υπουργός, τότε πράγματι θα είμαστε πολύ κακοί εκπαιδευτικοί.
Αλλά επειδή όλες οι συζητήσεις περιστρέφονται γύρω από την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών θα θέσω ένα ερώτημα. Πώς θα αξιολογηθούν άνθρωποι τελείως απαξιωμένοι; Το λειτούργημα του εκπαιδευτικού είναι τελείως απαξιωμένο. Απαξιωμένο οικονομικά, εργασιακά και κοινωνικά.
Πότε ρωτήθηκαν οι εκπαιδευτικοί για τους σκοπούς της εκπαίδευσης και της παιδείας γενικότερα; Αυτή είναι ερώτηση που απευθύνεται μόνο σε δικαστικούς και μητροπολίτες και μπορεί ακόμη να εκφράσουν απόψεις ο στρατός και η αστυνομία. Πότε οι εκπαιδευτικοί ρωτήθηκαν για το αναλυτικό πρόγραμμα ή για το περιεχόμενο των μαθημάτων που διδάσκουν; Κι όταν μιλούν χωρίς να ερωτηθούν ποιος τους άκουσε; Ποιος τους ρώτησε για τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν, για τις ελλείψεις των σχολείων. Πότε διατύπωσαν άποψη για το πώς πρέπει να διοικείται και να λειτουργεί ένα σχολείο; Ποιος νοιάστηκε σε πόσα σχολεία και σε πόσες τάξεις πρέπει να μπαίνει ένας εκπαιδευτικός που διδάσκει μονόωρο ή δίωρο μάθημα, για να συμπληρώσει το ωράριο;
Ακόμη και αυτό το επαίσχυντο νομοσχέδιο για την παιδεία κατατέθηκε στη διάρκεια της επιδημίας χωρίς δημόσια διαβούλευση. Γιατί ποιοι θα έπαιρναν μέρος στη διαβούλευση, οι εκπαιδευτικοί; Μα αυτοί δεν έχουν καμιά αξία, ποιος τους λογαριάζει;
Αλλά κάτι που έχει απαξιωθεί τόσο πολύ δεν μπορεί να αξιολογηθεί. Γιατί έχει χάσει την αξία του. Γιατί το κράτος έχει διαχρονικά απαξιώσει τους εκπαιδευτικούς. Γιατί απαξίωσε αυτούς και αυτές που ξεκίνησαν τη ζωή τους με όνειρα, με πολυετείς και δύσκολες σπουδές, με πολλή μελέτη, με πολύ μεράκι και αυταπάρνηση. Δώστε τους πίσω την αξία που τους υποκλέψατε με τόσες υπονομεύσεις και τότε θα ξαναμιλήσουμε για αξιολόγηση, τι είδους και από ποιους.

Αλλά και τώρα μπορεί να γίνει αξιολόγηση στην παιδεία. Και καταρχήν πρέπει να γίνει αξιολόγηση του εκπαιδευτικού συστήματος. Θέλετε αξιολόγηση; Ζητήστε από τους εκπαιδευτικούς να αξιολογήσουν το εκπαιδευτικό σύστημα. Γιατί το εκπαιδευτικό σύστημα πρέπει να αξιολογηθεί από αυτούς που το δουλεύουν. Και να αξιολογήσουν οι εκπαιδευτικοί στη συνέχεια τις εκπαιδευτικές περιφέρειες και τις σχολικές μονάδες. Και όχι με ερωταποκρίσεις προκατασκευασμένες από το υπουργείο παιδείας για να βγουν όλα ρόδινα.
Γιατί έχω πάρει μέρος σε αξιολόγηση που ρωτούσε αν θεωρείς το σχολείο δεύτερο σπίτι σου. Κι αν η απάντηση ήταν όχι οδηγούσε στο συμπέρασμα πως δεν είσαι καλός εκπαιδευτικός και όχι πως το σχολείο δεν κατάφερε, ούτε προσπάθησε να σε κάνει να αισθανθείς σαν στο σπίτι σου.

Η δεύτερη ομάδα σχολίων μου ζητούσε να προτείνω λύσεις, για να μη μείνουν πίσω τα παιδιά στη σχολική ύλη, παρόλο που δεν θα εξεταστούν σε αυτήν, δεν θα γίνουν προαγωγικές και απολυτήριες εξετάσεις και η βαθμολογία θα εξαχθεί με τα προ πανδημίας δεδομένα.
Άλλος συνομιλητής θα μιλήσει διεξοδικά για το ότι δεν θα έπρεπε να ανοίξουν τα σχολεία. Εγώ θα περιοριστώ μόνο για να πω ότι δίνεται η ευκαιρία στους γονείς και στις γιαγιάδες και στους παππούδες να μιλήσουν στα παιδιά.
Τώρα είναι η ευκαιρία να μάθουν από σας πολύτιμα πράγματα.
Να μάθουν για τις κοινωνικές ανισότητες και την κοινωνική και εργασιακή εκμετάλλευση.
Να μάθουν για τους άστεγους, για τους άνεργους, για τους ανθρώπους στο περιθώριο της κοινωνίας.
Για τους πρόσφυγες και την απομόνωση των μειονοτήτων.
Για τους φυλακισμένους και τις συνθήκες διαβίωσής τους. Για το ποιοι μπαίνουν φυλακή και ποιοι κυκλοφορούν ελεύθεροι και με καμάρι.
Για τα ιδρύματα εγκλεισμού, που δεν ονομάζονται φυλακές, αλλά έχουν ωραία ονόματα.
Για το σύστημα υγείας και γενικότερα την έλλειψη κοινωνικής πρόνοιας.
Για τις αυθαιρεσίες της αστυνομίας.
Για τα πρόσωπα που βλέπουν στην τηλεόραση και για αυτά που λένε.
Για όλα αυτά δηλαδή που θα έπρεπε να αποτελούν βασική διδακτέα ύλη σε ένα δημοκρατικό εκπαιδευτικό σύστημα, που θέλει να διαμορφώσει κοινωνικά υπεύθυνους και ενεργούς πολίτες

Η Τρίτη ομάδα αρνητικών σχολίων έλεγε πως είμαστε κατά της εξέλιξης, γιατί αρνιόμαστε την πραγματική πρόοδο, γιατί είναι εκσυχρονισμός η σύγχρονη αναμετάδοση του μαθήματος.

Η πρόοδος και η οπισθοδρόμηση στην εκπαίδευση κρίνεται μερικώς μόνο από τα μέσα διδασκαλίας. Κυρίως εξαρτάται από το περιεχόμενο της εκπαίδευσης. Εξαρτάται και από το πως διδάσκουμε, αλλά κυρίως από το τι διδάσκουμε.
Η αντικατάσταση της Κοινωνιολογίας από τα Λατινικά είναι σαφώς εκπαιδευτική οπισθοδρόμηση.
Οι θέσεις της υπουργού για τα μαθήματα των Θρησκευτικών και της Ιστορίας χαρακτηρίζονται ως σαφής εκπαιδευτικός σκοταδισμός.
Οι παρεμβάσεις του αρχιεπισκόπου και των μητροπολιτών και τώρα και παλιότερα όχι μόνο για τη διδασκαλία των θρησκευτικών, αλλά και των αρχαίων ελληνικών, της Ιστορίας και της σεξουαλικής αγωγής, ακόμη και για το ποιος θα είναι υπουργός παιδείας, μας πάνε αιώνες πίσω.
Η δυνατότητα της σύγχρονης αναμέταδοσης είναι τεχνολογικό επίτευγμα, αλλά η ιδεολογία της κάμερας μέσα στην αίθουσα διδασκαλίας είναι καθαρά οργουελική.

Η τροπολογία δεν θα εφαρμοστεί, γιατί δεν θα επιτρέψουμε να εφαρμοστεί. Δεν θα ακυρωθεί μόνο στην πράξη, πρέπει να ακυρωθεί και να αποκηρυχθεί στις συνείδηση της κοινωνίας. Στη συνείδηση των γονέων και των παιδιών. Γιατί αλλιώς τα κινητά τηλέφωνα θα εφορμήσουν μέσα στην τάξη. Πάντα κάποιο παιδί θα λείπει από το μάθημα για κάποιο λόγο και τα υπόλοιπα θα αναλαμβάνουν την ενημέρωσή του. Οι γονείς θα απαιτούν πάντα να στέλνονται τα μαθήματα στο σπίτι, απευθείας η βιντεοσκοπημένα. Τα κινητά τηλέφωνα και το YouTube θα δουλεύουν υπερωρίες. Και όλα θα είναι νόμιμα ή νομιμοφανή. Από τη στιγμή που θα μπουν τα κινητά στο μάθημα μία φορά, δεν θα βγουν ποτέ.

Η τροπολογία θα ακυρωθεί εκ του νόμου ή εκ των πραγμάτων.
Αλλά δεν θα ξεχαστεί ποτέ. Ποτέ δεν μπορούσα να φανταστώ ότι μια τέτοια τροπολογία θα ψηφιζόταν από το ελληνικό κοινοβούλιο, έστω και μόνο από τους βουλευτές του κυβερνώντος κόμματος. Και ψηφίστηκε και από βουλευτές που στο παρελθόν ήταν ανώτατοι δικαστές και υπουργοί δικαιοσύνης. Η ευθύνη δεν είναι μόνο της υπουργού. Είναι όλων αυτών που υπερψήφισαν. Η τροπολογία θα ακυρωθεί, έστω και με πολλούς αγώνες, αλλά η ντροπή δεν θα σβηστεί ποτέ. Αυτό το άγος, αυτό το όνειδος θα βαραίνει στις πλάτες όσων υπερψήφισαν. Και θα φροντίσουμε εμείς για αυτό. Και εμείς και οι επόμενες γενιές.

Όχι στη μαγνητοσκόπηση του μαθήματος

Επί 23 χρόνια που ήμουν διευθυντής γυμνασίου στη Σχολή Μωραΐτη αντιστάθηκα πολύ έντονα στις φωτογραφήσεις και τις μαγνητοσκοπήσεις κάθε είδους, με εξαίρεση για τις σχολικές γιορτές και τις θεατρικές παραστάσεις και πάντα με αυστηρές προδιαγραφές.

Είχα ακούσει πολλές φορές αιτήματα γονέων για παρακολούθηση των κοινόχρηστων χώρων του Σχολείου με κάμερα για λόγους ασφάλειας. Μου είχε ζητηθεί να τοποθετηθεί κάμερα ακόμη και στα αποδυτήρια και στους προθάλαμους των τουαλετών, αλλά, παρά τα τόσο παράλογα αιτήματα από μια πολύ μικρή μερίδα γονέων ευτυχώς, κανείς δεν μου ζήτησε να μπει κάμερα και μέσα στις αίθουσες διδασκαλίας. Και όταν η γενική διεύθυνση του Σχολείου μου ζήτησε να μπαίνω στις τάξεις, για να παρακολουθώ την ποιότητα του μαθήματος αρνήθηκα κατηγορηματικά σε αυτό το παιχνίδι εξουσίας. Η αίθουσα διδασκαλίας και το μάθημα δεν πρέπει να παραβιάζονται από κανένα μάτι, κανένα αυτί, καμιά παρουσία τρίτου προσώπου. Και μπορώ να διαβεβαιώσω ότι τα μάτια και τα αυτιά των τρίτων είναι στην πλειοψηφία τους κακόβουλα.

Μου είχε τύχει να κυκλοφορούν μαγνητοσκοπημένα στιγμιότυπα από κινητά μαθητών σε ώρα αντικατάστασης απόντος καθηγητή ή ακόμη και κατά την ώρα του διαλείμματος, που τα χρησιμοποιούσαν γονείς, για να ισχυριστούν ότι ο εικονιζόμενος καθηγητής δεν μπορεί να επιβάλει την τάξη και να κάνει μάθημα. Και δεν θέλω να θυμάμαι το μπούλιγκ που γινόταν με μαγνητοσκοπημένες ιδιωτικές στιγμές παιδιών.

Τώρα βρισκόμαστε αντιμέτωποι με την απαίτηση του υπουργείου παιδείας να μαγνητοσκοπούνται τα μαθήματα, για να προβάλλονται στα παιδιά που αδυνατούν να παρακολουθήσουν το μάθημα.

Κατανοώ την ανάγκη, κατανοώ τις έκτακτες ανάγκες αυτής της περιόδου, αλλά ούτε σε αυτήν, ούτε σε άλλη περίπτωση εγώ ως διευθυντής σχολείου δεν θα επέτρεπα να γίνει μαγνητοσκόπηση την ώρα του μαθήματος. Υπάρχουν κάποια όρια που δεν πρέπει ποτέ και κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες ή ανάγκες να παραβιάζονται. Και αν γίνει υποχώρηση σε αυτή την ανάγκη, πάντα θα εμφανίζονται τέτοιες ανάγκες στο μέλλον με αυτήν ή με άλλη ηγεσία στο υπουργείο παιδείας, με αυτήν ή με άλλη κυβέρνηση. Κάθε τόσο αδειάζουν από παιδιά οι σχολικές αίθουσες λόγω γρίπης, πάντα θα υπάρχουν παιδιά που λείπουν, παιδιά που έχουν απορίες, παιδιά που κάνουν επανάληψη, παιδιά που προετοιμάζονται για εξετάσεις. Γιαυτό η άρνηση πρέπει και τώρα και στο μέλλον να είναι κατηγορηματική.

Το σχολικό μάθημα δεν είναι ακαδημαϊκή διάλεξη, δεν είναι δημόσια διάλεξη, δεν είναι ανακοίνωση σε επιστημονικό συνέδριο. Το σχολικό μάθημα δεν παράγεται από μια επιστημονική αυθεντία, αλλά από όλη την τάξη. Δεν παράγεται μόνο από τον εκπαιδευτικό, αλλά και από όλα τα παιδιά. Ο/η εκπαιδευτικός δεν απευθύνεται σε ένα απρόσωπο και ανώνυμο ακροατήριο από ένα χειρόγραφο που έχει μπροστά του. Απευθύνεται σε όλα τα παιδιά μαζί, αλλά και σε καθένα χωριστά, κάνει το μάθημα μαζί με όλα τα παιδιά, αλλά και με το καθένα χωριστά. Και κυρίως η σχολική αίθουσα είναι κατεξοχήν ο χώρος όπου γίνονται λάθη, πολλά λάθη, γιατί τα παιδιά μαθαίνουν κυρίως από τα λάθη τους. Λάθη που προσπερνιούνται, που ξεχνιούνται, λάθη που δεν στιγματίζουν. Μέσα στη σχολική αίθουσα τα παιδιά που μιλάνε πολύ θα συγκρατηθούν, για να μιλήσουν και τα παιδιά που μιλάνε λίγο ή καθόλου. Τα παιδιά που έχουν απορίες θα ενθαρρυνθούν να διατυπώσουν τις απορίες τους και τα παιδιά που έχουν καταλάβει το μάθημα θα μάθουν να είναι υπομονετικά με τα παιδιά που έχουν κενά στις γνώσεις τους. Τα παιδιά μέσα στην τάξη δεν μιλάνε μόνο για να ελεγχθούν οι γνώσεις τους. Κυρίως μιλάνε, για να προχωρήσει το μάθημα παρακάτω. Με τη συμμετοχή των παιδιών προχωράει το μάθημα, όχι με τον μονόλογο του εκπαιδευτικού.

Αλλά μέσα στην τάξη μπορεί να γίνουν κι άλλα πράγματα. Δεν ήταν λίγες οι φορές που κάποιο παιδί το έπαιρνε ο ύπνος κι εγώ έκανα νόημα στα άλλα παιδιά να κάνουν ησυχία κι εγώ μιλούσα χαμηλόφωνα, για να μην ξυπνήσει το παιδί που κοιμόταν. Γιατί συχνά οι έφηβοι υποφέρουν από αϋπνία κι αν το παιδί κοιμόταν δέκα-δεκαπέντε λεπτά θα μπορούσε να συνεχίσει με πιο καθαρό μυαλό την υπόλοιπη μέρα. Κι άλλοτε πάλι που τα έβλεπα αγχωμένα, γιατί είχαν τεστ την επόμενη ώρα, τα άφηνα το τελευταίο δεκαπεντάλεπτο να συζητήσουν μεταξύ τους τις απορίες τους και να κάνουν μια τελευταία επανάληψη. Και τα άφηνα να γελούν και τα έκανα να γελούν. Γιατί το γέλιο είναι ιερή στιγμή για το παιδί, εφόσον δεν γελάει εις βάρος κάποιου άλλου.

Πριν από λίγες ημέρες μια παλιά μου μαθήτρια μου έστειλε ένα μήνυμα: «Σας αγαπώ πάντα… Ήμουν μαθήτριά σας δεκαετία 80… Μας κάνατε πλάκα τσα πίσω από την κουρτίνα…»

Γιατί η σχολική τάξη είναι μια μεγάλη αγκαλιά. Και μέσα στην αγκαλιά χωράει πολύ κλάμα και πολύ γέλιο. Αυτό που δεν χωράει είναι η κάμερα, φανερή ή κρυφή.

Ο Νίτσε έλεγε ότι ο δάσκαλος είναι ο κατεξοχήν πατέρας. Εγώ, λοιπόν, σας λέω πως ο δάσκαλος πρέπει να είναι η κατεξοχήν μητέρα. Και πρέπει να παραμείνει μητέρα που δεν υποκαθίσταται, ούτε αντικαθίσταται από την τεχνολογία.

Το μισό χαρτοφυλάκιο της κυρίας Κεραμέως μαγνητοσκοπείται και προβάλλονται από την τηλεόραση λειτουργίες και ακολουθίες. Ας μείνει το άλλο μισό χαρτοφυλάκιο στην ησυχία του. Με την μαγνητοσκόπηση του μαθήματος δεν εξυπηρετείται η παιδεία. Η πολιτική του υπουργείου παιδείας εξυπηρετείται. Κανένας και καμιά εκπαιδευτικός με στοιχειώδη αυτοσεβασμό δεν πρέπει να ενδώσει σε αυτήν την πολιτική. Με το όχι στη μαγνητοσκόπηση διαφυλάσσουμε τις θεμελιώδεις αξίες της δημοκρατικής παιδείας και της ανθρωπιάς μας.

Η χαμένη σχολική ύλη

Μην ανησυχείτε για τη σχολική ύλη που χάνεται. Ας χάνεται.
Η γνώση που προσφέρουν τα σχολεία είναι σε πολύ μεγάλο βαθμό άχρηστη και σε κάποιο βαθμό βλαβερή, αν σκεφτεί κανείς ότι στα σχολικά θρανία μπαίνουν οι βάσεις του εθνικισμού, της μισαλλοδοξίας και των κοινωνικών στερεοτύπων.
Ελάχιστες από τις γνώσεις του σχολείου δεν θα ξεχαστούν και ακόμη πιο λίγες θα κάνουν τα παιδιά υπεύθυνα μέλη της κοινωνίας που θα συμβάλουν στην εξέλιξή της.
Τώρα όμως, αυτές τις ημέρες του εγκλεισμού, είναι η μεγάλη ευκαιρία για τα παιδιά να μάθουν, κλεισμένα στα σπίτια, μακριά από τα σχολεία.
Να μάθουν για τις κοινωνικές ανισότητες και την κοινωνική και εργασιακή εκμετάλλευση.
Να μάθουν για τους άστεγους, για τους άνεργους, για τους ανθρώπους στο περιθώριο της κοινωνίας.
Για τους πρόσφυγες και την απομόνωση των μειονοτήτων.
Για τους φυλακισμένους και τις συνθήκες διαβίωσής τους. Για το ποιοι μπαίνουν φυλακή και ποιοι κυκλοφορούν ελεύθεροι και με καμάρι.
Για τα ιδρύματα εγκλεισμού, που δεν ονομάζονται φυλακές, αλλά έχουν ωραία ονόματα.
Για το σύστημα υγείας και γενικότερα την έλλειψη κοινωνικής πρόνοιας.
Για τις μούρες που βλέπουν στην τηλεόραση και για αυτά που λένε.
Κι ακόμη για το Άγιο Φως που θά έρθει με τιμές αρχηγού κράτους και το σκοτάδι που μας περιστοιχίζει.
Κι άλλα πολλά.

Γίνετε εσείς χρήσιμοι δάσκαλοι των παιδιών σας. Για μια καλύτερη κοινωνία.

Ελλάς Ελλήνων Χριστιανοφασιστών

Δέχομαι πως υπήρχαν και τιμωρητικές ψήφοι προς τον Σύριζα που εξασφάλισαν την αυτοδυναμία της κυβέρνησης, αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε και να παραβλέπουμε τις ακροδεξιές ψήφους. Οι τιμωρητικές ψήφοι αποδείχτηκαν πολύ χρήσιμες, αλλά είναι συγκυριακές, δεν τις έχει ο Μητσοτάκης στην τσέπη του και γιαυτό ξέρει πως οι τσέπες του πρέπει να φουσκώσουν από ρατσιστικές, φασιστικές ψήφους. Η ΝΔ έχει μια σταθερή βάση στην κοινωνία που κυμαίνεται γύρω στο 28% και η ακροδεξιά διαθέτει ένα 6%. Αυτό το 34% εξασφαλίζει στη ΝΔ να είναι το πρώτο κόμμα αλλά δεν εξασφαλίζει αυτοδυναμία, ούτε εξασφαλίζει κυβέρνηση παντός εκλογικού νόμου. Το εθνικιστικό παιχνίδι τού εξασφάλισε μακεδονικές ψήφους, αλλά κινδυνεύει να στραφεί εναντίον του και δεν μπορεί και λόγω Αιγαίου να επενδύσει σε αυτό. Η λύση όμως που του προσφέρθηκε στο πιάτο είναι ο ρατσισμός, η ξενοφοβία και ο φασισμός. Μοναδική ευκαιρία να αυξήσει τους φασίστες που έπαιζαν κρυφτό πίσω από άλλα κόμματα.

Και ο Σύριζα έπαιξε άσχημο παιχνίδι με τους πρόσφυγες και επιδόθηκε σε αντιπροσφυγικές πολιτικές, αλλά δεν υιοθέτησε την αντιπροσφυγική και ρατσιστική ρητορική της ΝΔ. Έκανε μερικά πείσματα με την Εκκλησία, για να ρίξει στάχτη στα μάτια σε μια μερίδα των ψηφοφόρων του, αλλά δεν συγκρούστηκε με αυτήν, απλώς την κρατούσε στη γωνία. Η Εκκλησία όμως καραδοκούσε να βρει την ευκαιρία που δεν άργησε.

Ο Μητσοτάκης ήξερε πως για να πραγματοποιήσει τα αδίστακτα σχέδιά του έπρεπε να ενεργοποιήσει τον προαιώνιο ακροδεξιό μοχλό της Εκκλησίας που υπήρξε σύμμαχος και όργανο όλων των φασιστικών καθεστώτων στη χώρα. Τοποθέτησε μια παρωχημένη και υποκλινομένη θεούσα υπουργό παιδείας και θρησκευμάτων και επέβαλε στους κρατικούς λειτουργούς να λένε πως η μετάληψη και οι εκκλησιαστικοί χώροι δεν μεταδίδουν τον κορωνοϊό.

Και στη συνέχεια άνοιξε τους κρουνούς του ρατσισμού και του φασισμού. Γιατί ο ρατσισμός και ο φασισμός έχουν κοινό έχθρό τον Άλλο, τον ξένο, τον λίγο διαφορετικό, τον πολύ διαφορετικό, αυτόν που δεν ξέρουμε από πού κρατάνε τα γεννοφάσκια του. Η γλώσσα του φασισμού είναι απλή, εύκολη, κατανοητή που την ξέρουμε όλοι. Γιατί τι μας λέει ο φασισμός: Θυμάσαι που όταν ήσουν μωρό έκλαιγες όταν έβλεπες έναν ξένο; Καλά έκανες. Αλλά τώρα που είσαι μεγάλος να μην κλαις. Να ουρλιάζεις από θυμό και να παίρνεις ένα ξύλο και να χτυπάς, να χτυπάς αλύπητα. Να χτυπάς μέχρι να τους εξαφανίσεις. Γιατί αν δεν τους εξαφανίσεις εσύ θα σε εξαφανίσουν εκείνοι. Γιατί αυτοί δεν είναι άνθρωποι. Δεν σου μοιάζουν. Κτήνη είναι. Διάλεξε με ποιους είσαι. Με μας που θέλουμε το καλό σου ή με τα κτήνη;

Και ήρθε κι ο αρχιεπίσκοπος και σου είπε μπράβο που σκέφτεσαι έτσι. Σωστά σκέφτεσαι και χτύπα, χτύπα ανελέητα, για να σωθούμε. Και το επανέλαβαν κι άλλοι μητροπολίτες και παπάδες και η Κεραμέως και άλλοι υπουργοί, κι άλλοι πολιτικοί, και δημοσιογράφοι και καλλιτέχνες και η τηλεόραση με τις ψεύτικες ειδήσεις σού λέει όλη μέρα χτύπα, χτύπα, σκότωσέ τους πνίξε τους, αλλά δεν στο λέει έτσι ξεκάθαρα, στο λέει με ωραία λόγια σαν σε ωραίο παραμύθι που θα σκοτώσεις τον δράκοντα και θα παντρευτείς τη βασιλοπούλα.

Και το έμαθαν κι άλλοι φασίστες και ήρθαν από ξένες χώρες, από τη Γερμανία, από την Αυστρία, από τη Σουηδία και ενώνονται μαζί σου στη Λέσβο, στη Χίο, στον Έβρο. Κι εσύ δεν ντρέπεσαι που αυτοί οι φασίστες σε θεωρούν όμοιό τους, σε βλέπουν σαν αδελφό τους κι έγινες ένα με αυτούς.

Δεν έχω αυταπάτες. Αν τα προηγούμενα χρόνια κάναμε ένα δημοψήφισμα κατά των Εβραίων, κατά των Γύφτων, κατά των μειονοτήτων της Θράκης, κατά των ομοφυλοφίλων, τα αποτελέσματα θα μας έφερναν σκοτοδίνη. Ευτυχώς όμως απαγορεύονται τα δημοψηφίσματα κατά των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Όλοι εσείς όμως που θα ήσασταν πρόθυμοι να στραφείτε εναντίον των μειονοτήτων και των μειοψηφιών δεν ήσασταν αναγκαστικά Χρυσαυγίτες. Όχι, κρυβόσασταν μέσα σε όλα τα κόμματα, γιατί κυκλοφορούσε ένα «δεν κάνει να σκέφτεστε έτσι» και λουφάζατε. Τώρα όμως σας είπε η κυβέρνηση πως σωστά σκέφτεστε και βγήκατε από τα λαγούμια σας με ένα κοντάρι. Και χτυπάτε και χτυπάτε και εμπιστεύεστε τον πρωθυπουργό μας και τον κάνετε να καμαρώνει.

Αλλά το ποτάμι του φασισμού δεν γυρίζει εύκολα πίσω και οι ιδέες του θα εισχωρήσουν βαθιά μέσα στην κοινωνία. Οι ωραίες ιδέες σας θα μπουν στα σχολεία και τα παιδιά δεν θα καταδυναστεύουν μόνο τα προσφυγόπουλα. Οι συμμαθητές θα κοροϊδεύουν και θα χτυπάνε το χοντρό παιδί σας, το κοντό παιδί σας, το ψηλό παιδί σας, το ΑΜΕΑ παιδί σας, το αυτιστικό παιδί σας, το δυσλεκτικό παιδί σας, το γκέι παιδί σας, το άτολμο παιδί σας, το παιδί σας που δεν είναι καλό στα μαθήματα, το παιδί σας που είναι πολύ καλό στα μαθήματα, το παιδί σας που δεν είναι καλό στα αθλητικά. Και σας θα σας ποδοπατάει το αφεντικό σας και θα βάζει χέρι στην κόρη σας και στη γυναίκα σας, ίσως και στον γιο σας, κι ο γιος σας θα υποφέρει στο στρατό και δεν θα βρίσκει δουλειά κι οι γονείς σας θα λιμοκτονούν με την ψωροσύνταξη και δεν θα μπορείτε να σηκώσετε κεφάλι, γιατί θα σας δέρνουν τα ΜΑΤ και οι παπάδες θα σας λένε να κάνετε υπομονή. Κι εσείς θα χαμογελάτε ευτυχείς, γιατί θα έχετε πρωθυπουργό τον Μητσοτάκη και γιατί δείξατε στους δυστυχείς πρόσφυγες ότι είστε υπερήφανοι που είστε Έλληνες. Αλλά εγώ θα ντρέπομαι που είμαι Έλληνας και θα είμαι πρόσφυγας ανάμεσά σας.

Η χειμάζουσα νεολαία

Η κυνική και αδιάντροπη δήλωση του Άδωνι Γεωργιάδη με την ιδιότητα του Υπουργού Ανάπτυξης ότι επιβιώνεις με 200€ το μήνα είναι ένα επιπλέον πλήγμα στο ήδη ζοφερό μέλλον της χειμάζουσας ελληνικής νεολαίας. Η δήλωση αυτή αυτοαναιρεί την υποτιθέμενη ανάπτυξη και προετοιμάζει για ένα ακόμη δυσχερέστερο και αβέβαιο μέλλον την ελληνική κοινωνία και ιδιαίτερα το πιο ευαίσθητο και ευάλωτο τμήμα της που είναι οι νέες γενιές.

Δεν ξεχνούμε τα πλήγματα που έχει δεχθεί η νεολαία μας στο πρόσφατο παρελθόν με την ανεργία και τον κατώτατο μισθό πείνας, που ανάγκασε όσους είχαν τα προσόντα και τη δυνατότητα να αναζητήσουν καλύτερες ευκαιρίες στο εξωτερικό. Παράλληλα, η κάθε τόσο εξαγγελλόμενη ανάπτυξη απέστρεφε το βλέμμα της από τα παιδιά που μεγάλωναν χωρίς θέρμανση, χωρίς ηλεκτρικό, χωρίς σωστή και επαρκή διατροφή και κυρίως χωρίς ελπίδα.

Όλα αυτά, έως πρόσφατα, παρουσιάζονταν ως παράπλευρες απώλειες ή ως αναπόφευκτες θυσίες του ελληνικού λαού και δεν είχαν τον χαρακτήρα μια στοχευμένης επίθεσης απέναντι στην νεολαία. Τώρα όμως η κυβέρνηση έχει μπει σε ανοιχτό πόλεμο με τη νέα γενιά, με εξαίρεση αυτούς που είναι ηλικιακά νέοι, αλλά είναι ιδεολογικά παροπλισμένοι στο λιμάνι της συντήρησης και της οπισθοδρόμησης, στο λιμάνι δηλαδή από το οποίο η κυβέρνηση αντλεί τους ψηφοφόρους της και η εκκλησία τους πιστούς της. Για την υπόλοιπη όμως νεολαία που ιδεοφορεί και αγωνίζεται για ένα κόσμο πιο έντιμο και πιο δίκαιο, για την νεολαία που είναι ικανή και πρόθυμη να πάει τον κόσμο ένα βήμα πιο μπροστά, για την νεολαία που πολλοί ευτυχώς καμαρώνουμε, για αυτή την νεολαία η κυβέρνηση έχει κηρύξει έναν αμείλικτο πόλεμο. Κατάργησε το πανεπιστημιακό άσυλο και ευαγγελίζεται πανεπιστήμιο αποστειρωμένο από το μικρόβιο του προβληματισμού, της αναζήτησης, των κοινωνικών και ιδεολογικών ζυμώσεων που έφερε σε όλο τον κόσμο τα πανεπιστήμια και τους φοιτητές στην πρωτοπορία των εξελίξεων.

Κήρυξε τον πόλεμο στα Εξάρχεια που ανέκαθεν ήταν το στέκι των φοιτητών και γενικά των ασυμβίβαστων νέων, αυτών στους οποίους στηρίζεται η ελπίδα της κοινωνίας μας για έναν κόσμο χωρίς εκμετάλλευση, χωρίς καταπίεση, χωρίς πατριαρχία, χωρίς σεξισμό, χωρίς ομοφοβία. Κήρυξε έναν πόλεμο που περιλαμβάνει πολύ ξύλο, πολύ αίμα, πολλούς τραυματίες, πολλά χημικά, πολύ εκφοβισμό, πολλές παραβιάσεις της νομοθεσίας, πολλούς προπηλακισμούς, πολλές σεξουαλικές παρενοχλήσεις και άλλες ατιμωτικές πράξεις.

Παράλληλα η υπουργός Σκοταδισμού, που κατ’ ευφημισμό ονομάζεται Παιδείας, φροντίζει να κάνει τη φοίτηση στα πανεπιστήμια δυσχερέστερη, αγνοώντας, πώς άλλωστε να το ξέρει, πως πολλοί φοιτητές εργάζονται σκληρά και κοπιαστικά, για να έχουν τα μέσα να σπουδάσουν. Και προσβλέπει σε ένα σχολείο που ακόμη περισσότερο θα καλλιεργεί τον εθνικισμό και τη μισαλλοδοξία, δικαιολογημένα βέβαια αφού αυτά τα στοιχεία την ανέδειξαν στο υπουργικό αξίωμα. Και κάθε μέρα μού θυμίζει εκείνους/ες τους/τις εκπαιδευτικούς που έχω συγκρουστεί μαζί τους και δεν ανέχονταν ένα αγόρι με σκουλαρίκι, ένα κορίτσι με βαμμένα νύχια, μια πράσινη τούφα στα μαλλιά και που μόνο ήξεραν να περιθωριοποιούν παιδιά, αντί να τα αγκαλιάζουν, γιατί δεν ήξεραν πως κανένα παιδί δεν πρέπει να ζει και να μεγαλώνει στο περιθώριο, αλλά πάντα μέσα στην αγκαλιά του σχολείου και της κοινωνίας.

Να μην ξεχάσουμε και τα άλλα παιδιά, που μεγαλώνουν σε σκηνές, που ξεπαγιάζουν, που πεινούν, που κακοποιούνται, που δεν πάνε σχολείο, που μεγαλώνουν «ασυνόδευτα» και γενικά όλο αυτό το έντιμο αίμα που μια μέρα θα ζητήσει εκδίκηση και θα την λάβει δικαίως από όλους μας.