Μνημείο Θυμάτων Αστυνομικής Βίας

Άρθρο μου στην Αυγή, την Κυριακή, 12 Ιουνίου 2022

Τον Μάρτιο του 2013 η καθηγήτρια Εγκληματολογίας Αναστασία Τσουκαλά έδωσε μια διάλεξη στους τριτοετείς της Σχολής Αξιωματικών της ΕΛΑΣ με θέμα «Ρατσισμός και Ξενοφοβία». Όπως διηγήθηκε η ίδια στην εκπομπή των Κ. Ακριβοπούλου και Ν. Μπογιόπουλου στο Real Fm, στο τέλος της δίωρης διάλεξης ένας δόκιμος αξιωματικός την προκάλεσε λέγοντας πως η ουσία της διάλεξής της ήταν αδιανόητη, γιατί εξομοίωνε Έλληνες και αλλοδαπούς. Η καθηγήτρια απάντησε με τη σειρά της πως της ήταν αδιανόητος ο διαχωρισμός σε ανθρώπους και υπανθρώπους και πως τέτοιους διαχωρισμούς κάνει ο φασισμός. Τότε ο δόκιμος απάντησε: «Μα είμαστε φασίστες και είμαστε περήφανοι που είμαστε φασίστες. Υπάρχει κανένα πρόβλημα;». Ακολούθησε το θυελλώδες χειροκρότημα των υπόλοιπων δοκίμων, ενώ οι εκπαιδευτές που ήταν παρόντες δεν αντέδρασαν.
Η καθηγήτρια απάντησε πως πρέπει οι αστυνομικοί να παρακάμπτουν τις πολιτικές τους πεποιθήσειςπως καιπως το μόνο που ενδιαφέρει είναι να εκτελούν τα καθήκοντά τους στο δρόμο με τρόπο απρόσωπο και ουδέτερο, σύμφωνα με τις αρχές της ισονομίας. Τότε άλλος δόκιμος πήρε το λόγο και της είπε πως θα πρέπει να ντρέπεται ως καθηγήτρια εγκληματολογίας, γιατί θα έπρεπε να γνωρίζει πως ο νόμος είναι κοινωνική κατασκευή και πως είναι απλώς μια αντανάκλαση των εκάστοτε κοινωνικών, πολιτικών και άλλων συγκυριών και άρα κατ’ επέκταση είναι αδιανόητο το ότι απαιτούσε από τους αστυνομικούς να εκτελούν έναν νόμο με τον οποίο δεν συμφωνούν. Και αυτό το σχόλιο έτυχε πολλών χειροκροτημάτων και πάλι οι εκπαιδευτές δεν αντέδρασαν.
Έξι μήνες αργότερα, στις 18 Σεπτεμβρίου του 2013 δολοφονήθηκε ο Παύλος Φύσσας, υπό την πλήρη ανοχή της αστυνομίας.
Τέσσερα χρόνια αργότερα, στις 17 Νοεμβρίου του 2017 η Αναστασία Τσουκαλά τραυματίστηκε σοβαρά από φωτοβολίδα της αστυνομίας. Κινδύνεψε η ζωή της, αλλά της έμεινε μόνιμη αναπηρία. Η αστυνομία παραποίησε τα στοιχεία και αποφάνθηκε ότι τη φωτοβολίδα έριξαν αντιεξουσιαστές.
Τον επόμενο Σεπτέμβρη του 2018 ο δικηγόρος στη δίκη της Χρυσής Αυγής Κώστας Παπαδάκης δήλωσε πως πρέπει να παραπεμφθούν στο εδώλιο μαζί με τους κατηγορούμενους και οκτώ αστυνομικοί ως μέλη της ΧΑ γιατί όχι μόνο δεν απέτρεψαν το έγκλημα, αλλά με την παρουσία τους συνήργησαν στη δράση των χρυσαυγιτών που κυνήγησαν τον Παύλο Φύσσα.
Βεβαίως αυτό δεν συνέβη, γιατί οι αστυνομικοί ποτέ δεν τιμωρούνται κι ας έχουν δολοφονήσει τόσους ανθρώπους, ακόμη και παιδιά. Οι αστυνομικοί παρακάμπτουν τους νόμους και εφαρμόζουν τους αυτοσχέδιους δικούς τους φασιστικούς νόμους υπό την πλήρη ανοχή των δικαστηρίων. Οι Κορκονέας και Σαραλιώτης τιμωρήθηκαν με ισόβια ο πρώτος και με δεκαετή φυλάκιση ο δεύτερος, γιατί η δικαιοσύνη του δρόμου μπήκε μέσα στα δικαστήρια και επεβλήθη. Όμως ο Σαραλιώτης μετά από λίγους μήνες σε δικάσιμο που δεν ανακοινώθηκε και οι δρόμοι ήταν άδειοι αποφυλακίστηκε, γιατί ήταν άρρωστος ο πατέρας του. Στο εφετείο της Λαμίας και η αίθουσα του δικαστηρίου ήταν άδεια, όπως άδειοι ήταν και οι δρόμοι και ο Σαραλιώτης αθωώθηκε πλήρως κι ο Κορκονέας αποφυλακίστηκε με ταχυδακτυλουργικές διαδικασίες.
Μετά το 1974 οι δολοφόνοι αστυνομικοί είτε δεν παραπέμφθηκαν, είτε αθωώθηκαν, είτε τους επιβλήθηκε πρωτόδικα μια μικρή ποινή με αναστολή και στη συνέχεια αθωώθηκαν στο εφετείο. Πρόσφατο παράδειγμα η δολοφονία του Ζακ Κωστόπουλου.
Για τους δολοφόνους αστυνομικούς δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε. Για τα θύματά τους όμως πρέπει να κάνουμε ό,τι μπορούμε: Για τον Τάσο Μαγλαρίδη, τη Σταματίνα Κανελλοπούλου, τον Ιάκωβο Κουμή, τον Μιχάλη Καλτεζά, την Μανώλη Κανδαλέοντα, τον Άγγελο Μαυροειδή, τον Δημήτρη Κίκερη, τον Περικλή Ρεπάκη, τον Μανόλη Κοντόπουλο, τον Ιωάννη Νεμετζίδη, τον Σουλεϊμάν Ακιάρ, τον Θοδωρή Γιάκα, τον Άλμπερτ Κούκα, τον Τάσο Μουράτη, τον Άγγελο Τζελάλ, τον Μάρκο Μπουλάτοβιτς, τον Νικόλαο Λεωνίδη, τον Μαρίνο Χριστόπουλο, τον Σεντγκάκ Σελνίκου, τον Ίλμι Λατές, τον Μοχάμετ Χαμούτ, τον Λούτφη Οσμάντζε, τον Βασίλιε Ιόν, τον Νίκο Σακκελίωνα, τον Ζακ Κωστόπουλο και αναρίθμητους άλλους.
Για να μην ξεχαστούν είναι απαραίτητο εμείς οι πολίτες να κατασκευάσουμε μνημείο θυμάτων της αστυνομικής βίας με τα ονόματα όλων των θυμάτων. Η μακέτα υπάρχει, κρατικά χρήματα δεν περιμένουμε. Θέλουμε μόνο να μας δοθεί ο χώρος. Δεν είμαστε αφελείς να περιμένουμε να μας παραχωρήσει χώρο ο δήμαρχος της Αθήνας, ο πρόεδρος της Βουλής, ο αρχιεπίσκοπος ή οι πρόεδροι των ανωτάτων δικαστηρίων. Μήπως κάποιος δήμαρχος γειτονικών δήμων, κάποιο νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου;
Και στο μνημείο να αναγραφεί και το όνομα του Παύλου, αν συμφωνεί και η Μάγδα Φύσσα.

Μνημείο Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου

Η ομιλία μου στην παρουσίαση του ανακαινισμένου μνημείου το Σάββατο 11 Ιουνίου 2022

Στις 9 Φεβρουαρίου 1986 ο 17χρονος Μανώλης Κανδανολέων επέβαινε σε κλεμμένο αυτοκίνητο, Τρεις αστυνομικοί τον πυροβόλησαν στο κεφάλι. Τα ονόματα των δραστών δεν έγιναν ποτέ γνωστά και δεν επακολούθησε δίκη. Υπουργός αστυνομικής βίας τότε ο Μένιος Κουτσόγιωργας.

Στις 22 Οκτωβρίου του 2021 ο Νίκος Σαμπάνης, επιβάτης σε κλεμμένο αυτοκίνητο δολοφονείται από τα πυρά 7 αστυνομικών. Επτά αστυνομικοί έριξαν 36 σφαίρες, κατασκεύασαν ψευδή σενάρια και αλλοίωσαν επιβαρυντικά στοιχεία. Η ΕΛΑΣ έσπευσε αμέσως να διαλύσει το μοναδικό πειστήριο, το αυτοκίνητο, και να το μετατρέψει σε παλιοσίδερα. Ο κυβερνητικός κολαούζος Άδωνις Γεωργιάδης έσπευσε να συγχαρεί τους αστυνομικούς και ο υπουργός αστυνομικής βίας Τάκης Θεοδωρικάκος επισκέφτηκε τους δολοφόνους στη ΓΑΔΑ και πανηγύρισε όταν με δικαστική απόφαση οι δολοφόνοι αφέθηκαν ελεύθεροι.

Στις 10 Ιανουαρίου 1991, μία ημέρα μετά τη δολοφονία του καθηγητή Τεμπονέρα, στη διάρκεια των διαδηλώσεων έπεσαν 4.000 δακρυγόνα.Ένα από αυτά προκάλεσε πυρκαγιά στο βιβλιοχαρτοπωλείο Λίβα και στο κτίριο «Κ. Μαρούση». Νεκροί από ασφυξία ανασύρθηκαν ο Περικλής Ρεπάκης, ο Μανόλης Κοντόπουλος, ο Ιωάννης Νεμετζίδης κι ένα -αγνώστων στοιχείων- νεαρό άτομο. Παρά την ύπαρξη πλήθους μαρτύρων για τα αίτια της πυρκαγιάς, η αστυνομία έκλεισε την υπόθεση κάνοντας λόγο για «εμπρησμό του κτιρίου από αναρχικούς». Υπουργός αστυνομικής βίας τότε ο Ιωάννης Βασιλειάδης.

Στις 10 Μαΐου του 2010, στη διάρκεια διαδηλώσεων για την οικονομική σύμβαση που υπογράφηκε, φλέγεται από βόμβα μολότοφ η τράπεζα Marfin. Από τις αναθυμιάσεις ανασύρονται νεκρά 3 άτομα: η Αγγελική Παπαθανασοπούλου, έγκυος 4 μηνών, ο Επαμεινώνδας Τσάκαλης και η Παρασκευή Ζούλια. Η αστυνομία αποφάνθηκε ότι τη βόμβα έριξαν αντιεξουσιαστές. Η ιστορία όμως καταδεικνύει ότι η αστυνομία αμέσως ανακαλύπτει τους αντιεξουσιαστές δράστες. Δεν ανακαλύπτει τους δράστες μόνον όταν αυτοί είναι αστυνομικοί ή παρακρατικοί συνεργάτες της αστυνομίας. Υπουργός αστυνομικής βίας τότε ο Μιχάλης Χρυσοχοΐδης.

Στις 17 Νοεμβρίου 1985 ο 15χρονος Μιχάλης Καλτεζάς λίγες ώρες μετά την πορεία για την επέτειο του Πολυτεχνείου δολοφονείται στη Στουρνάρη από σφαίρα στο πίσω μέρος του κεφαλιού του από τον αστυνομικό Αθανάσιο Μελίστα. Ο Μελίστας καταδικάστηκε πρωτόδικα σε 2 χρόνια φυλάκιση με αναστολή και σε δεύτερο βαθμό αθωώθηκε από το Μικτό Ορκωτό Εφετείο. Συνήγορος υπεράσπισης του Μελίστα ήταν ο Αλέξανδρος Λυκουρέζος. Μετά τη δολοφονία του Καλτεζά, ο υπουργός αστυνομικής βίας Μένιος Κουτσόγιωργας υπέβαλε την παραίτησή του, αλλά δεν έγινε δεκτή από τον Ανδρέα Παπανδρέου.

Στις 6 Δεκεμβρίου του 2008 δολοφονείται από τον Επαμεινώνδα Κορκονέα και τον συνεργό του Βασίλη Σαραλιώτη ο δικός μας Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος, 15 ετών, με σφαίρα στην καρδιά, σε ευθεία βολή, σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και με άμεσο δόλο. Οι συνένοχοι κατασκευάζουν την άμυνά τους, κινδύνευε η ζωή τους είπαν από τον Αλέξανδρο, και ολόκληρο το αστυνομικό τμήμα Εξαρχείων επιδόθηκε στην αλλοίωση των ενοχοποιητικών στοιχείων, στην κατασκευή ψευδομάρτυρα, στη μετατόπιση του σημείου βολής. Το σενάριο έτοιμο. Ο Κορκονέας, από φόβο για τη ζωή του πυροβόλησε στον αέρα για εκφοβισμό, η σφαίρα εποστρακίστηκε και στη διαδρομή της αναζήτησε την καρδιά του Αλέξανδρου. Ατύχημα ήταν. Κι ο Κορκονέας τηλεφώνησε στη γυναίκα του και της είπε: Μαρία, θα αργήσω, γιατί κάτι έτυχε στη δουλειά». Χρειαζόταν μόνο ένας δικαστικός λειτουργός, να δεχθεί κι αυτός ότι ήταν ατύχημα, να θέσει την υπόθεση στο αρχείο και Κορκονέας και Σαραλιώτης να γυρίσουν στα σπίτια τους. Όμως δεν έγινε έτσι. Και δεν έγινε, γιατί αυτό το κατασκευασμένο σενάριο το ανέτρεψε η δικαιοσύνη του δρόμου. Η τρανταχτή δικαιοσύνη του δρόμου που κατέκλυσε το κέντρο της Αθήνας, με τρόπο μοναδικό. Αυτή η δικαιοσύνη του δρόμου τρύπωσε μέσα στα υπουργεία, στα ανακριτικά γραφεία, στις αίθουσες των δικαστηρίων και επέβαλε τη θέλησή της. Και επέβαλε την δική της οπτική. Ας φωνασκούσε ο Κούγιας «αυτά τα παιδιά δεν είναι σαν τα δικά σας και σαν τα δικά μας». Οι περισσότεροι άνθρωποι έβλεπαν τα παιδιά τους και τα εγγόνια τους ως άλλους Αλέξανδρους δολοφονημένους από εκπρόσωπο του κράτους, που δήθεν εγγυάται για την ασφάλειά τους. Όμως αν ψάξει κανείς τους εκατοντάδες δολοφονημένους και βαριά τραυματισμένους με μόνιμες βλάβες, όχι μόνο διαδηλωτές, αλλά και πρόσφυγες, κρατούμενους, άτομα με αναπηρία που βρέθηκαν στο δρόμο τους, θα δει πόσο επικίνδυνο είναι να βρίσκεσαι κοντά σε αστυνομικό. Οι αστυνομικοί έχουν πρόβλημα ισορροπίας και κατά κανόνα παραπατούν και πέφτουν. Και καθώς πέφτουν εκπυρσοκροτεί το όπλο τους και η σφαίρα βρίσκει αυτόν που είναι κοντά τους στο πίσω μέρος του κεφαλιού. Αυτό είναι το μέρος του σώματος που κατεξοχήν προτιμούν οι σφαίρες των όπλων που εκπυρσοκροτούν. Μπορεί να υπάρχουν μάρτυρες που καταθέτουν ότι ο αστυνομικός άνοιξε τα πόδια του, έπιασε το όπλο με τα δυο του χέρια και σημάδεψε, αλλά αυτές οι μαρτυρίες, χωρίς τη δικαιοσύνη του δρόμου, δεν είναι σε θέση να κάμψουν το δικαστικό δόγμα ότι δολοφονία από αστυνομικό σε ώρα υπηρεσίας ποτέ δεν τιμωρείται, δεν διώκεται ο δολοφόνος, και η υπόθεση μπαίνει στο αρχείο. Και τους δολοφόνους αστυνομικούς τους προστατεύει, τους επιδοκιμάζει και τους ενθαρρύνει το δικαστικό κατεστημένο μαζί με τους κυβερνητικούς κολαούζους. Η πρόεδρος της δημοκρατίας, ως πρώην δικαστικός, και αυτό το χούι δεν κόβεται, επιλέγει κάθε χρόνο να εκφωνεί λόγο και να καταθέτει στεφάνι στο μνημείο των αδικοχαμένων θυμάτων της Marfin, αλλά δεν διανοήθηκε ποτέ να εκφωνήσει λόγο για τον Αλέξανδρο η να καταθέσει στεφάνι στο μνημείο του. Γιατί τα θύματα της Marfin τα φόρτωσαν σε αναρχικούς, τους οποίους απεχθάνονται οι δικαστές, ενώ τον Αλέξανδρο τον δολοφόνησε αστυνομικός και οι δικαστές προστατεύουν με κάθε μέσο τους ομοϊδεάτες τους αστυνομικούς και πασχίζουν με κάθε μέσο να μας κάνουν να ξεχάσουμε.

Ας επιστρέψουμε όμως στις 6 Δεκεμβρίου του 2008. Με θαυμαστή ταχύτητα αντέδρασε ο κόσμος, παρά τα παραπλανητικά μηνύματα των καναλιών, και αμέσως άρχισε να λειτουργεί η δικαιοσύνη του δρόμου. Ο Κορκονέας κι ο Σαραλιώτης προφυλακίστηκαν και τους απαγγέλθηκαν βαρύτατες κατηγορίες. Όταν ξεκίνησε το δικαστήριο στην Άμφισσα μεγάλες δυνάμεις της αστυνομίας παρατάχθηκαν στην είσοδο της πόλης και εμπόδιζαν τους νέους με τα πανό να μπουν μέσα στην πόλη. Αλλά η δικαιοσύνη του δρόμου λειτουργούσε και μέσα στην Άμφισσα. Όταν κατέθετα στο δικαστήριο ως μάρτυρας, στο διάλειμμα της δίκης πέρασα στο απέναντι πεζοδρόμιο, όπου ήταν ένα καφενείο και παράγγειλα καφέ και τυρόπιτα. Μέχρι να πιω τον καφέ και να φάω την τυρόπιτα ο καφετζής είχε πληροφορηθεί ποιος ήμουν και αρνήθηκε να πάρει χρήματα: «Ήρθες να καταθέσεις μάρτυρας για αυτό το παιδί, είπε, κι εγώ θα πάρω λεφτά για έναν καφέ και μια τυρόπιτα; Αλλά και η γραμματέας του δικαστηρίου, κάτοικος της περιοχής, έγινε κατόπιν πολύ καλή φίλη μου».

Η δικαιοσύνη του δρόμου ανάγκασε το δικαστήριο να αναγνωρίσει την ενοχή του Κορκονέα για ανθρωποκτονία με άμεσο δόλο σε ευθεία βολή και ήρεμη ψυχική κατάσταση, χωρίς ελαφρυντικό και να του επιβάλει ισόβια κάθειρξη, ενώ στον συνεργό του Βασίλη Σαραλιώτη επέβαλε ποινή κάθειρξης 10 ετών.

Μετά από αυτή την απόφαση εκτονώθηκε η οργή του κόσμου. Τα πράγματα ησύχασαν και οι δρόμοι ερήμωσαν. Οπότε λίγους μήνες αργότερα ο Σαραλιώτης υποβάλλει αίτημα αποφυλάκισης στο πενταμελές Εφετείο Λαμίας. Χωρίς να το πληροφορηθεί κανείς, χωρίς να κληθεί η οικογένεια του Αλέξανδρου και η πολιτική αγωγή, το Εφετείο τον αποφυλακίζει με το σκεπτικό ότι αντιμετωπίζει οικονομικές δυσκολίες και είναι άρρωστος ο μπαμπάς του. Και ερωτώ: Ο Γιάννης Μιχαηλίδης, απεργός πείνας, που έχει εκτίσει την αυστηρότατη και γεμάτη προκατάληψη ποινή του και παρανόμως δεν αποφυλακίζεται, μπορεί να πει ότι έχει οικονομικές δυσκολίες και είναι άρρωστος ο μπαμπάς του και να τον βγάλουν από τη φυλακή αμέσως; Κατά τα άλλα πολλές άρρωστες συνειδήσεις επικαλούνται την ισονομία και απορούν γιατί εμείς δεν πιστεύουμε σε αυτήν.

Και φτάνουμε κάποτε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, στο επονείδιστο Εφετείο Λαμίας, που έστω και μία συνεδρίασή του να παρακολουθούσε κανείς καταλάβαινε από την πρώτη στιγμή πως το δικαστήριο αυτό είχε μοναδικό σκοπό, να αποφυλακίσει τον Κορκονέα και να αθωώσει τον Σαραλιώτη. Γιατί η δικαιοσύνη του δρόμου δεν λειτουργεί πλέον. Οι δρόμοι είναι άδειοι, η αίθουσα του δικαστηρίου είναι άδεια. Η λάσπη ορισμένων δημοσιογράφων έχει κάνει δουλειά. Είναι χαρακτηριστικό ότι μια φορά που καθυστερούσε να αρχίσει το δικαστήριο κάποια μαυροφορεμένη γυναίκα περαστική με ρωτάει τι γίνεται εδώ. Της εξηγώ και μου απαντάει: «Α, για αυτό το βρομόπαιδο;» Προσπαθώ να διατηρήσω την ψυχραιμία μου. Μου λέει ότι φοράει μαύρα γιατί σκοτώθηκε ο γιος της 18 ετών. Της λέω πως και μια άλλη μάνα φοράει μαύρα, γιατί τον γιο της δολοφόνησε αυτός εκεί μέσα. Απομακρύνθηκε δακρυσμένη. Σε όσες συνεντεύξεις έδωσα εκείνη την εποχή τόνιζα ότι θα έχουμε επανάληψη της δίκης Μελίστα. Και πράγματι. Την υπεράσπιση του Σαραλιώτη ανέλαβε ο Θύμιος Καραΐσκος, αντιπεριφερειάρχης Φθιώτιδας υπό τον Κώστα Μπακογιάννη και μέχρι να τελειώσει η δίκη είχε εκλεγεί δήμαρχος της Λαμίας υποστηριζόμενος από τη Νέα Δημοκρατία. Η Νέα Δημοκρατία δεν δρούσε παρασκηνιακά πλέον, αλλά βρισκόταν στο προσκήνιο. Το δικαστήριο αθώωσε τον Σαραλιώτη και του εξασφάλισε το δικαίωμα να επιστρέψει στην ενεργό υπηρεσία, να πάρει όλους τους μισθούς από το 2008 και τις προαγωγές που του αναλογούσαν.

Ως προς τον Κορκονέα, του αναγνώρισε το ελαφρυντικό του πρότερου σύννομου βίου και τον αποφυλάκισε την επόμενη ημέρα. Ο εισαγγελέας στην αγόρευσή του υπέρ του ελαφρυντικού είπε ότι ο χαρακτηρισμός Ράμπο που του είχαν αποδώσει οι συνάδελφοί του για τη στάση του απέναντι στους πολίτες έπρεπε να λειτουργήσει υπέρ του, γιατί ο χαρακτηρισμός Ράμπο σημαίνει ότι έκανε τα καθήκοντά του σωστά και με ζήλο.

Αυτές τις μέρες και πάλι τα πράγματα πάνε προς το καλύτερο. Μετά την αναίρεση του ελαφρυντικού του Κορκονέα από τον Άρειο Πάγο συνεδρίασε και πάλι το μεικτό ορκωτό Εφετείο Λαμίας με άλλη σύνθεση. Αλλά η εικόνα μέσα κι έξω από το δικαστήριο είναι διαφορετική. Άρχισε και πάλι να λειτουργεί η δικαιοσύνη του δρόμου. Η αίθουσα του δικαστηρίου ήταν γεμάτη από φίλους που κινητοποιήθηκαν από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και ταξίδεψαν μάλιστα από μακριά. Μεταξύ αυτών και ο Γιάννης Μάγγος. Έξω από την αίθουσα υπήρχαν πολλοί άνθρωποι που δεν χωρούσαν μέσα και μαζί τους τα παλικάρια από το αυτοδιαχειριζόμενο στέκι Λαμίας με πανό και τρικάκια. Και συγχρόνως οι δικές μας εκδηλώσεις εδώ έστειλαν πολύ ηχηρό μήνυμα. Τόσο ηχηρό που ο εισαγγελέας απέρριψε την πρόταση της υπεράσπισης λέγοντας πως δεν αξίζει στον Κορκονέα το ελαφρυντικό, τονίζοντας μεταξύ άλλων πως το δικαστήριο πρέπει να λαμβάνει υπόψη του το κοινό περί δικαίου αίσθημα.

Αλλά ποιος εκφράζει το κοινό περί δικαίου αίσθημα; Ο Άδωνις Γεωργιάδης που έχει μιλήσει υπέρ του Κορκονέα και εναντίον του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου; Ο Τάκης Θεοδωρικάκος που πανηγύριζε όταν αθωώθηκαν οι δολοφόνοι του Ζακ ή μήπως η τηλεόραση του σκάι και των υπολοίπων;

Το κοινό περί δικαίου αίσθημα εκφράζετε εσείς. Γιατί μόνο εσείς διατηρείτε ζωντανή τη μνήμη του Αλέξανδρου και των υπολοίπων δολοφονημένων και βασανισμένων. Αλλά το κοινό περί δικαίου αίσθημα δεν γίνεται γνωστό όταν είναι κουκουλωμένο με παπλώματα. Το κοινό περί δικαίου αίσθημα γίνεται γνωστό όταν δημοσιοποιείται έξω στο δρόμο. Το κοινό περί δικαίου αίσθημα με άλλα λόγια είναι η δικαιοσύνη του δρόμου. Στη δικαιοσύνη του δρόμου εσείς είστε οι δικαστές. Εσείς είστε το ανώτατο δικαστήριο της χώρας και στις δικές σας ετυμηγορίες έχω εμπιστοσύνη.

Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος, παρών

Νίκος Σαμπάνης, παρών

Βασίλειος Μάγγος, παρών

Ζακ Κωστόπουλος, παρών

Νίκος Σακελλίων, παρών

Αναστασία Τσιβίκα, παρούσα

Τάσος Μαγλαρίδης, παρών

Σταματίνα Κανελλοπούλου, παρούσα

Ιάκωβος Κουμής, παρών

Κάθριν Τζον Μπούλ, παρούσα

Μανώλης Κανδανολέων, παρών

Άγγελος Μαυροειδής, παρών

Λουκάς Γράψας, παρών

Μιχάλης Πρέκας, παρών

Δημήτρης Κίκερης, παρών

Περικλής Ρεπάκης, παρών

Μανώλης Κοντόπουλος, παρών

Ιωάννης Νεμετζίδης, παρών

Σουλεϊμάν Ανκιάρ, παρών

Γιάννης Τζίτζης, παρών

Αναστάσιος Κωσταράκης, παρών

Θοδωρής Γιάκας, παρών

Άλμπερτ Κούκας, παρών

Λούτφη Οσμαντζέ, παρών

Αποστόλης Κεραμιδάς, παρών

Φαντίλ Ναμπούζι, παρών

Χριστόφορος Μαρίνος, παρών

Παύλος Κερεμίδης, παρών

Στέφανος Σαπουνάς, παρών

Γιάννης Νόκα, παρών

Τάσος Μουράτης, παρών

Φίλιππος Παπαδόπουλος, παρών

Ηλίας Μέξης, παρών

Κώστας Βλαστός, παρών

Ιωάννης Κεχαΐτης, παρών

Άγγελος Τζελάλ, παρών

Καλιόπη Κόκκου, παρούσα

Ευστράτιος Κυρέλης, παρών

Μπόκαρι Μπάχο, παρών

Αμαλία Γκινάκη, παρούσα

Σμπόμπεκ Μιέσιτς, παρών

Μάρκος Μπουλάτοβιτς, παρών

Χάρης Τεμπερεκίδης, παρών

Αντώνης Φρατζής, παρών

Αρμπέν Βεζί, παρών

Λάντι Πέπα, παρών

Αγγελική Ρουσόγλου, παρούσα

Αρμπέν Σούφα, παρών

Αναστασία Ζουμπουρλή, παρούσα

Θ. Βασιλόπουλος, παρών

Βασίλιε Ιόν, παρών

Σωτήρης Καρτσιώτης, παρών

Νικολάι Γκορέα, παρών

Νικόλαος Λεωνίδης, παρών

Κονσταντίν Κατούρ, παρών

Μαρίνος Χριστόπουλος, παρών

Σεντγκάκ Σελνίκου, παρών

Αριστείδης Νεοφώτιστος, παρών

Βούλνετ Μπίτιτσι, παρών

Ηρακλής Μαραγκάκης, παρών

Μοχάμετ Χαμούτ, παρών

Γιαντέους Κότσεβα, παρών

Αναστάσιος Τσεχελίδης, παρών

Ζωή Ντόντου, παρούσα

Βασίλης Καραλευθέρης, παρών

Τόνυ Ονούοχα, παρών,

Μονταζέρ Μοχάμετ Ασράφ, παρών

Χουσεΐν Ζαχιντούλ, παρών

Αγγελική Παπαθανασοπούλου, παρούσα

Επαμεινώνδας Τσάκαλης, παρών

Παρασκευή Ζούλια, παρούσα

Μιχάλης Καλτεζάς, παρών

Ο βίος και το βιος. Επιστολή προς τον κ. Μητσοτάκη

Κύριε Μητσοτάκη,

Είδα ότι ζητήσατε συγγνώμη για τις φωτιές γενικά και αόριστα. Αυτό το πολιτικάντικο και υποκριτικό συγγνώμη δεν μετράει για τίποτε. Είναι συγγνώμη επικοινωνιακού χαρακτήρα, αν και η μακαρίτισσα η μάνα μου θα χρησιμοποιούσε άλλη γενική, για να το προσδιορίσει. Αν ειλικρινά θέλετε να ζητήσετε συγγνώμη, πρέπει πολύ συγκεκριμένα να πείτε για ποια πράγματα ζητάτε συγγνώμη και ο κατάλογος πρέπει να είναι πολύ μακρύς. Αυτό όμως δεν πρόκειται να γίνει, γιατί στην ουσία δεν αναγνωρίζετε κανένα σφάλμα και καμιά παράλειψη.

Εσάς το μόνο που σας ενδιαφέρει είναι ο πολιτικός ανταγωνισμός και η σύγκριση με το Μάτι. Μόνο οι εντυπώσεις σάς ενδιαφέρουν και καμιά ουσία. Γιαυτό επιμένετε ότι δεν χάθηκε καμιά ζωή. Μόνο σε αυτό στοχεύσατε απλά κι ανέξοδα εκκενώνοντας όλες τις περιοχές με το ζόρι και γιαυτό κάηκαν τόσα σπίτια. Γιατί τα σπίτια τα σώζουν οι ιδιοκτήτες τους και όχι οι ανεπαρκέστατες και συχνά αδιάφορες και κακοκαθοδηγούμενες πυροσβεστικές δυνάμεις. Και τώρα όμως τα λίγα σπίτια που σώθηκαν στη Βαρυμπόμπη σώθηκαν από νέους άντρες από τις οικογένειες των ιδιοκτητών και των γειτόνων τους. Γιατί η ολιγωρία των πυροσβεστικών δυνάμεων ήταν παροιμιώδης και την Τρίτη στην πρώτη φωτιά και την Παρασκευή στη δεύτερη. Όλα ξεκίνησαν από φωτιές που εγώ και η σύζυγός μου νομίζαμε ότι θα είχαν σβήσει σε μισή ώρα.

Βρισκόμαστε τώρα σε μια καβουρνιασμένη περιοχή και δεν έχουμε ούτε σάλιο να γλείψουμε τις πληγές μας και με μόνη φροντίδα του ΔΕΔΔΗΕ την επομένη της φωτιάς να ηλεκτροδοτήσει με υπόγεια γραμμή τα ανάκτορα Τατοΐου.

Εδώ σε μας δεν πετάει κανένα πουλί, καμιά μέλισσα, κανένα τζιτζίκι. Και τα μυρμήγκια έχουν αντικατασταθεί από τα αναρίθμητα περιπολικά που έχετε αγοράσει και τους αναρίθμητους αστυνομικούς που έχετε προσλάβει και στήνουν μπλόκα αυθαιρεσίας σε κάθε σταυροδρόμι, που μας θυμίζουν ντροπιαστικές εικόνες της ελληνικής ιστορίας. Και όλα αυτά δήθεν για την ασφάλειά μας, ενώ η πραγματικότητα είναι ότι θέλετε να εμποδίσετε τον κόσμο να έρθει και να δει την κατάντια αυτού του κράτους.

Σίγουρα όμως εσάς όλα αυτά δεν σας ενδιαφέρουν. Το μόνο που σας ενδιαφέρει είναι να κομπάζετε ότι δεν χάθηκε καμιά ζωή. Όμως έξω από τη δική σας κοινωνική τάξη οι λέξεις ο βίος και το βιος είναι συνώνυμες. Όταν καίγεται το βιος μου καίγεται κι ένα μεγάλο μέρος του βίου μου. Και ο υπόλοιπος βίος μου που δεν κάηκε γίνεται βίος αβίωτος. Αλλά πού να καταλάβετε εσείς από αυτά.

Για τον Ιάσωνα

Άλλες εποχές θα λέγαμε ότι πήγες σαν το σκυλί στ’ αμπέλι. Δεν το λέμε πια, γιατί στην εποχή μας η ζωή των σκύλων έχει αξία.
Για κάποιους όμως η δική σου ζωή δεν είχε αξία.
Ούτε το όνομα σου δεν θα ξέραμε αν δεν το ανέφεραν οι άνθρωποι των δημοσίων σχέσεων, που έγραψαν την ανάρτηση της Μπακογιάννη. Δεν το έγραψαν, γιατί τους ένοιαξες εσύ, το έγραψαν, για να προσδώσουν λίγη συγκίνηση στο κείμενο που δήθεν έγραψε η Μπακογιάννη.
Για τον Αλέξανδρο, για τον Παύλο, για τον Ζακ, για τον Βασίλειο μάθαμε και τα επώνυμά τους, είδαμε και φωτογραφίες τους, είδαμε τις οικογένειές τους, είδαμε τις κηδείες τους. Για σένα τίποτε.
Ούτε είδαμε να έχουν στείλει στεφάνι η Μπακογιάννη και ο Τασούλας.
Ακόμη και το βίντεο του θανάτου σου στην είσοδο της Βουλής θεωρήθηκε απόρρητο και αντί αμέσως να το δώσει στη δημοσιότητα ο πρόεδρος της Βουλής, διέταξε ΕΔΕ, για να μάθει πώς διέρρευσε. Και μετά είπανε ότι έτρεχες, γιατί όσοι αρμέγουν την κρατική γίδα δεν ξέρουν ότι κάποιοι άλλοι τρέχουν καθημερινά για τον επιούσιο.
Ούτε μάθαμε και ούτε θα μάθουμε πόσα οχήματα και πόσοι άντρες διαφυλάσσουν την ασφάλεια της Μπακογιάννη, γιατί η δική της ζωή δεν είναι σαν τη δική σου. Η δική της έχει αξία. Αλλά το ότι η δική της ζωή έχει μεγαλύτερη αξία από τη δική σου το ήξερες. Αυτό που δεν ήξερες και δεν πρόφτασες να μάθεις είναι ότι η δική σου ζωή έχει πολύ μικρότερη αξία από το πολιτικό κόστος. Το πολιτικό κόστος μετράει πάνω από όλα, γιαυτό εσύ καταδικάστηκες στη σιωπή και στη λήθη.
Για σένα δεν πήραν συνεντεύξεις οι δημοσιογράφοι από τη γειτονιά. Για σένα δεν βγήκε κανείς να πει πως δεν είχες δώσει δικαιώματα, δεν είπαν αν ήσουν αιμοδότης κι αν είχες πάει στους προσκόπους. Εσύ πρέπει να ξεχαστείς. Ξεχάστηκε η Ζήμενς, ξεχάστηκε ο Χριστοφοράκος, ξεχάστηκε το αδήλωτο εκατομμύριο, ξεχάστηκαν και ξεχάστηκαν, δεν θα αφήσουν να τους χαλάσει τη ζαχαρένια ένας Ιάσωνας.
Αλλά είμαστε εμείς πίσω σου κι εμείς δεν θα αφήσουμε να ξεχαστείς.
Και όχι δεν ήσουν θύμα τροχαίου.
Ήσουν θύμα της μεγαλομανίας με τα πολλά υπηρεσιακά οχήματα.
Ήσουν θύμα κρατικής αμέλειας και αδιαφορίας.
Ήσουν θύμα αστυνομικής αναλγησίας.
Ήσουν θύμα του μόνιμου κουκουλώματος και της μη απόδοσης ευθύνης.
Αλλά είμαστε εμείς πίσω σου.

Θύματα αστυνομικής βίας

Υπουργός αστυνομικής βίας ήταν ο Μιχάλης Χρυσοχοΐδης, όταν στις 19 Ιανουαρίου του 2000 δολοφονήθηκε από αστυνομικούς στην πλατεία Βάθης ο εικοσάχρονος Ρουμάνος Βασίλιε Ιόν. Η είδηση σπαραχτικά σύντομη, πιο σύντομη κι από τα είκοσι χρόνια της ζωής του.

Ακόμη πιο σπαραχτικά σύντομη η είδηση για τη δολοφονία ανώνυμου Αλβανού από τον αστυνομικό Διονύση Καρακαϊδό σε επιχείρηση «σκούπα» στον Ωρωπό στις 20 Ιανουαρίου 1996.

Το ατίθασο όπλο του αστυνομικού εκπυρσοκρότησε από δική του πρωτοβουλία και η υπόθεση μπήκε στο αρχείο. Κανείς δεν ασχολήθηκε να μάθει ποιος ήταν ο άτυχος μετανάστης. Παρέμεινε για πάντα ανώνυμος. Αναρωτιέμαι από πού προκύπτει η βεβαιότητα πως επρόκειτο για Αλβανό μετανάστη. Υπουργός αστυνομικής βίας ο Σήφης Βαλυράκης. Δύο ημέρες μετά τον διαδέχθηκε ο Κώστας Γείτονας στην κυβέρνηση Σημίτη.

Στις 21 Ιανουαρίου του 1991 συνελήφθη ο Τούρκος πρόσφυγας Σουλεϊμάν Ακιάρ, με την κατηγορία της διακίνησης ναρκωτικών. Η κατηγορία ουδέποτε επαληθεύτηκε, ούτε έγινε δικαστήριο. Στις 29 Ιανουαρίου, οχτώ ημέρες μετά τη σύλληψή του και ενώ ήταν κρατούμενος στην Ασφάλεια της Αθήνας, ο Ακιάρ βρέθηκε νεκρός. Η νεκροψία απέδειξε ότι ο θάνατός του οφειλόταν σε τραύματα από χτυπήματα σε όλο το σώμα, σε πολλαπλά κατάγματα, κακώσεις των γεννητικών οργάνων, ρήξη πρωκτικού δακτυλίου, βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση. Όμως οι τρεις υπεύθυνοι αστυνομικοί απηλλάγησαν, διότι τον χτυπούσαν «αμυνόμενοι». Υπουργός αστυνομικής βίας ο Ιωάννης Βασιλειάδης, στην κυβέρνηση Κωνσταντίνου Μητσοτάκη.

Θα ήθελα να αναφερθώ και σε ένα άλλο θύμα, τον δεκαεφτάχρονο Γιάννη Καραγιαννόπουλο, που πυροβολήθηκε εξ επαφής στο κεφάλι, αλλά επέζησε με παράλυση 100%, σύμφωνα με τη διάγνωση του ιατροδικαστή, και δεν μπορεί ούτε να μιλήσει.

Ο μεγάλος αδελφός του Γιάννη είχε κρύψει στο σπίτι του, στο Ποντισμένο Σερρών, μια μικρή ποσότητα 37 γραμμαρίων ινδικής κάνναβης. Στις 28 Ιανουαρίου του 1998, σε στιγμή που έλειπε ο μεγάλος αδελφός, οι αστυνομικοί εισέβαλαν στο σπίτι, παραβιάζοντας την πόρτα με πυροβολισμούς, έδειραν πολύ άγρια τον μικρό αδελφό μπροστά στους γονείς του, έψαξαν όλο το σπίτι, βρήκαν τα ναρκωτικά, για τα οποία δεν γνώριζαν τίποτε ούτε οι γονείς, ούτε ο μικρός γιός. Στη συνέχεια πέρασαν χειροπέδες στον Γιάννη και τον πήραν μαζί τους, για να τον ανακρίνουν στο τμήμα. Αντί όμως να πάνε στο αστυνομικό τμήμα πήγαν στο πάρκιν νυχτερινού κέντρου, όπου έβγαλαν το παιδί από το περιπολικό και συνέχισαν να το δέρνουν με τα χέρια δεμένα πισώπλατα, για να τους υποδείξει και άλλες κρυψώνες ναρκωτικών. Ο Γιάννης τους έλεγε ότι δεν γνώριζε τίποτε για το τι έκανε ο αδελφός του και εκείνοι  τον πυροβόλησαν εξ επαφής στο κεφάλι.

Η ΕΔΕ αποφάνθηκε ότι επρόκειτο περί ατυχήματος. Ο αστυνομικός που τον πυροβόλησε είπε απολογούμενος: «Ο Καραγιαννόπουλος προσπάθησε να αρπάξει το υπηρεσιακό μου περίστροφο και στη συνέχεια αυτοπυροβολήθηκε στο κεφάλι». Η επιτροπή που διενέργησε την ΕΔΕ αποδέχθηκε αυτήν την περιγραφή, απάλλαξε τον αστυνομικό, αλλά του επέβαλε πρόστιμο 90€ επειδή ανέκρινε το παιδί στο πάρκιν και όχι στο τμήμα. Υπουργός αστυνομικής βίας ο Γεώργιος Ρωμαίος.

Εννέα χρόνια μετά ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου παρατηρεί: «Με αφήνει έκπληκτο η εξαιρετική έλλειψη επαγγελματισμού που διέκρινε τον αστυνομικό της υποθέσεως ». Το ευρωπαϊκό δικαστήριο επιδίκασε στον Γιάννη Καραγιαννόπουλο αποζημίωση 120.000€.