Για τον Ιάσωνα

Άλλες εποχές θα λέγαμε ότι πήγες σαν το σκυλί στ’ αμπέλι. Δεν το λέμε πια, γιατί στην εποχή μας η ζωή των σκύλων έχει αξία.
Για κάποιους όμως η δική σου ζωή δεν είχε αξία.
Ούτε το όνομα σου δεν θα ξέραμε αν δεν το ανέφεραν οι άνθρωποι των δημοσίων σχέσεων, που έγραψαν την ανάρτηση της Μπακογιάννη. Δεν το έγραψαν, γιατί τους ένοιαξες εσύ, το έγραψαν, για να προσδώσουν λίγη συγκίνηση στο κείμενο που δήθεν έγραψε η Μπακογιάννη.
Για τον Αλέξανδρο, για τον Παύλο, για τον Ζακ, για τον Βασίλειο μάθαμε και τα επώνυμά τους, είδαμε και φωτογραφίες τους, είδαμε τις οικογένειές τους, είδαμε τις κηδείες τους. Για σένα τίποτε.
Ούτε είδαμε να έχουν στείλει στεφάνι η Μπακογιάννη και ο Τασούλας.
Ακόμη και το βίντεο του θανάτου σου στην είσοδο της Βουλής θεωρήθηκε απόρρητο και αντί αμέσως να το δώσει στη δημοσιότητα ο πρόεδρος της Βουλής, διέταξε ΕΔΕ, για να μάθει πώς διέρρευσε. Και μετά είπανε ότι έτρεχες, γιατί όσοι αρμέγουν την κρατική γίδα δεν ξέρουν ότι κάποιοι άλλοι τρέχουν καθημερινά για τον επιούσιο.
Ούτε μάθαμε και ούτε θα μάθουμε πόσα οχήματα και πόσοι άντρες διαφυλάσσουν την ασφάλεια της Μπακογιάννη, γιατί η δική της ζωή δεν είναι σαν τη δική σου. Η δική της έχει αξία. Αλλά το ότι η δική της ζωή έχει μεγαλύτερη αξία από τη δική σου το ήξερες. Αυτό που δεν ήξερες και δεν πρόφτασες να μάθεις είναι ότι η δική σου ζωή έχει πολύ μικρότερη αξία από το πολιτικό κόστος. Το πολιτικό κόστος μετράει πάνω από όλα, γιαυτό εσύ καταδικάστηκες στη σιωπή και στη λήθη.
Για σένα δεν πήραν συνεντεύξεις οι δημοσιογράφοι από τη γειτονιά. Για σένα δεν βγήκε κανείς να πει πως δεν είχες δώσει δικαιώματα, δεν είπαν αν ήσουν αιμοδότης κι αν είχες πάει στους προσκόπους. Εσύ πρέπει να ξεχαστείς. Ξεχάστηκε η Ζήμενς, ξεχάστηκε ο Χριστοφοράκος, ξεχάστηκε το αδήλωτο εκατομμύριο, ξεχάστηκαν και ξεχάστηκαν, δεν θα αφήσουν να τους χαλάσει τη ζαχαρένια ένας Ιάσωνας.
Αλλά είμαστε εμείς πίσω σου κι εμείς δεν θα αφήσουμε να ξεχαστείς.
Και όχι δεν ήσουν θύμα τροχαίου.
Ήσουν θύμα της μεγαλομανίας με τα πολλά υπηρεσιακά οχήματα.
Ήσουν θύμα κρατικής αμέλειας και αδιαφορίας.
Ήσουν θύμα αστυνομικής αναλγησίας.
Ήσουν θύμα του μόνιμου κουκουλώματος και της μη απόδοσης ευθύνης.
Αλλά είμαστε εμείς πίσω σου.

Θύματα αστυνομικής βίας

Υπουργός αστυνομικής βίας ήταν ο Μιχάλης Χρυσοχοΐδης, όταν στις 19 Ιανουαρίου του 2000 δολοφονήθηκε από αστυνομικούς στην πλατεία Βάθης ο εικοσάχρονος Ρουμάνος Βασίλιε Ιόν. Η είδηση σπαραχτικά σύντομη, πιο σύντομη κι από τα είκοσι χρόνια της ζωής του.

Ακόμη πιο σπαραχτικά σύντομη η είδηση για τη δολοφονία ανώνυμου Αλβανού από τον αστυνομικό Διονύση Καρακαϊδό σε επιχείρηση «σκούπα» στον Ωρωπό στις 20 Ιανουαρίου 1996.

Το ατίθασο όπλο του αστυνομικού εκπυρσοκρότησε από δική του πρωτοβουλία και η υπόθεση μπήκε στο αρχείο. Κανείς δεν ασχολήθηκε να μάθει ποιος ήταν ο άτυχος μετανάστης. Παρέμεινε για πάντα ανώνυμος. Αναρωτιέμαι από πού προκύπτει η βεβαιότητα πως επρόκειτο για Αλβανό μετανάστη. Υπουργός αστυνομικής βίας ο Σήφης Βαλυράκης. Δύο ημέρες μετά τον διαδέχθηκε ο Κώστας Γείτονας στην κυβέρνηση Σημίτη.

Στις 21 Ιανουαρίου του 1991 συνελήφθη ο Τούρκος πρόσφυγας Σουλεϊμάν Ακιάρ, με την κατηγορία της διακίνησης ναρκωτικών. Η κατηγορία ουδέποτε επαληθεύτηκε, ούτε έγινε δικαστήριο. Στις 29 Ιανουαρίου, οχτώ ημέρες μετά τη σύλληψή του και ενώ ήταν κρατούμενος στην Ασφάλεια της Αθήνας, ο Ακιάρ βρέθηκε νεκρός. Η νεκροψία απέδειξε ότι ο θάνατός του οφειλόταν σε τραύματα από χτυπήματα σε όλο το σώμα, σε πολλαπλά κατάγματα, κακώσεις των γεννητικών οργάνων, ρήξη πρωκτικού δακτυλίου, βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση. Όμως οι τρεις υπεύθυνοι αστυνομικοί απηλλάγησαν, διότι τον χτυπούσαν «αμυνόμενοι». Υπουργός αστυνομικής βίας ο Ιωάννης Βασιλειάδης, στην κυβέρνηση Κωνσταντίνου Μητσοτάκη.

Θα ήθελα να αναφερθώ και σε ένα άλλο θύμα, τον δεκαεφτάχρονο Γιάννη Καραγιαννόπουλο, που πυροβολήθηκε εξ επαφής στο κεφάλι, αλλά επέζησε με παράλυση 100%, σύμφωνα με τη διάγνωση του ιατροδικαστή, και δεν μπορεί ούτε να μιλήσει.

Ο μεγάλος αδελφός του Γιάννη είχε κρύψει στο σπίτι του, στο Ποντισμένο Σερρών, μια μικρή ποσότητα 37 γραμμαρίων ινδικής κάνναβης. Στις 28 Ιανουαρίου του 1998, σε στιγμή που έλειπε ο μεγάλος αδελφός, οι αστυνομικοί εισέβαλαν στο σπίτι, παραβιάζοντας την πόρτα με πυροβολισμούς, έδειραν πολύ άγρια τον μικρό αδελφό μπροστά στους γονείς του, έψαξαν όλο το σπίτι, βρήκαν τα ναρκωτικά, για τα οποία δεν γνώριζαν τίποτε ούτε οι γονείς, ούτε ο μικρός γιός. Στη συνέχεια πέρασαν χειροπέδες στον Γιάννη και τον πήραν μαζί τους, για να τον ανακρίνουν στο τμήμα. Αντί όμως να πάνε στο αστυνομικό τμήμα πήγαν στο πάρκιν νυχτερινού κέντρου, όπου έβγαλαν το παιδί από το περιπολικό και συνέχισαν να το δέρνουν με τα χέρια δεμένα πισώπλατα, για να τους υποδείξει και άλλες κρυψώνες ναρκωτικών. Ο Γιάννης τους έλεγε ότι δεν γνώριζε τίποτε για το τι έκανε ο αδελφός του και εκείνοι  τον πυροβόλησαν εξ επαφής στο κεφάλι.

Η ΕΔΕ αποφάνθηκε ότι επρόκειτο περί ατυχήματος. Ο αστυνομικός που τον πυροβόλησε είπε απολογούμενος: «Ο Καραγιαννόπουλος προσπάθησε να αρπάξει το υπηρεσιακό μου περίστροφο και στη συνέχεια αυτοπυροβολήθηκε στο κεφάλι». Η επιτροπή που διενέργησε την ΕΔΕ αποδέχθηκε αυτήν την περιγραφή, απάλλαξε τον αστυνομικό, αλλά του επέβαλε πρόστιμο 90€ επειδή ανέκρινε το παιδί στο πάρκιν και όχι στο τμήμα. Υπουργός αστυνομικής βίας ο Γεώργιος Ρωμαίος.

Εννέα χρόνια μετά ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου παρατηρεί: «Με αφήνει έκπληκτο η εξαιρετική έλλειψη επαγγελματισμού που διέκρινε τον αστυνομικό της υποθέσεως ». Το ευρωπαϊκό δικαστήριο επιδίκασε στον Γιάννη Καραγιαννόπουλο αποζημίωση 120.000€.

Όχι δεν είναι χούντα, αλλά..

.

Συχνά ακούγεται στις μέρες μας το «χούντα είναι».

Βεβαίως δεν είναι χούντα, αλλά θα θέσω παρακάτω ένα ερώτημα. Όταν έγινε η χούντα των συνταγματαρχών ένας μεγάλος αριθμός πολιτικών συνεργάστηκε με το καθεστώς και κατέλαβε υπουργικά αξιώματα. Ο πρώην πρωθυπουργός Παναγιώτης Πιπινέλης παρέμεινε ως υπουργός εξωτερικών της χούντας έως το θάνατό του από καρκίνο το 1970. Ο αρχηγός των Προοδευτικών, Σπύρος Μαρκεζίνης, έγινε πρωθυπουργός της χούντας και μεταξύ των πολιτικών, κυρίως της ΕΡΕ, που πήραν υπουργικές θέσεις ήταν οι Άγγελος Τσουκαλάς, Αθανάσιος Καψάλης, Λάμπρος Ευταξίας, Χρήστος Ξανθόπουλος-Παλαμάς, Στυλιανός Σκανδάλης, Θεόδωρος Σαράντης, Χρήστος Μίχαλος, Νικόλαος Μομφεράτος, Χαράλαμπος Παναγιωτόπουλος, Αλέξανδρος – Κωνσταντίνος Βούλτζος, Επαμεινώνδας Τσέλλος, Κλεάνθης Δαμιανός, Σπύρος Κατσώτας, Φαίδων Άννινος-Καβαλιεράτος, Κωνσταντίνος Ράλλης, Τρύφων Τριανταφυλλάκος, Παναγιώτης Χρήστου, ενώ ο Δημήτριος Ρίτσος διορίστηκε δήμαρχος Αθηναίων.

Και τώρα έχω να κάνω μια καίρια ερώτηση: Ποιοι/ες κατά τη γνώμη σας υπουργοί και βουλευτές του κυβερνώντος κόμματος, και όχι μόνο, θα ήσαν πρόθυμοι να συνεργαστούν με ένα δικτατορικό καθεστώς σήμερα; Αυτό έχει την πρώτιστη σημασία. Η ιδεολογική συγγένεια, που καθορίζει την πολιτική και το έργο της κυβέρνησης.

Ασχολούμαι μόνο με τα υπουργικά αξιώματα επί χούντας και παραλείπω αναγκαστικά το πλήθος των διορισμένων δημάρχων, προέδρων δημοσίων οργανισμών, δημοσίων επιχειρήσεων, συνομοσπονδιών και ομοσπονδιών, ανωτάτων δικαστηρίων και πρυτανικών αρχών.

Και βέβαια να μην ξεχνάμε και το «έχω εμπιστοσύνη στην ελληνική δικαιοσύνη». Πρώτος πρωθυπουργός της χούντας έγινε ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνος Κόλλιας.

Ακολούθως υπουργοί έγιναν οι Κωνσταντίνος Καλαμποκιάς, Αντιπρόεδρος του Α.Π., οι αρεοπαγίτες Λεωνίδας Ροζάκης, Νικόλαος Οικονομόπουλος, Δημήτριος Οικονομόπουλος, ο αντιεισαγγελέας του Α.Π. Παναγιώτης Τσαρούχης, ο εισαγγελέας εφετών Ιωάννης Τσαντίλας και ο νομικός σύμβουλος του κράτους Αλέξανδρος Λέκκας. Για την εκτροπή από τον κοινοβουλευτισμό ο Άρειος Πάγος, με την 496/1970 απόφασή του, έκανε λόγο για κυβέρνηση προερχόμενη «εξ επαναστάσεως ήτις δημιουργεί δίκαιον.»

Αυτό που με απασχολεί περισσότερο δεν είναι οι τότε πολιτικοί και δικαστές σε σύγκριση με τους τωρινούς. Κυρίως με ενδιαφέρει η ομοιότητα στην κοινωνία την τότε και την τώρα και οι κοινές αξίες τους. Γιατί δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι ένα πλήθος από καθηγητές πανεπιστημίου έγιναν υπουργοί της χούντας. Βεβαίως πολλοί πολιτικοί, δικαστές και ακαδημαϊκοί διώχθηκαν, βασανίστηκαν, φυλακίστηκαν και εξορίστηκαν, αλλά αυτό το γεγονός αναδεικνύει ακόμη περισσότερο την ευτέλεια αυτών που συνεργάστηκαν με το καθεστώς. Οι συλλήψεις, φυλακίσεις και βασανισμοί φοιτητών μεγαλώνει πολύ περισσότερο την ευθύνη των καθηγητών με υπουργικά αξιώματα καθώς και του υπουργού δικαιοσύνης Άγγελου Τσουκαλά.

Όμως, όπως ήδη είπα, πιο πολύ με απασχολεί η ευθύνη της κοινωνίας, και οι αξίες της, που ψηφίζει και προωθεί σε ανώτατα αξιώματα τέτοια άτομα. Και τότε και τώρα. Και η κοινωνία που ξεχνά ή δεν θέλει να θυμάται και να ξέρει. Τα παραδείγματα πολλά, αλλά θα αναφέρω δύο. Ο Στυλιανός Κορρές, καθηγητής της κλασικής φιλολογίας, που ήταν υφυπουργός παιδείας όταν έγινε η εξέγερση του Πολυτεχνείου, δεν είχε πρόβλημα στη συνέχεια να γίνει πρόεδρος της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας από το 1976 έως το 1986. Ο διορισμένος από τη χούντα δήμαρχος του Πειραιά Αριστείδης Σκυλίτσης στη συνέχεια έθεσε υποψηφιότητα για δήμαρχος στις εκλογές του 1978 και πήρε από τον πρώτο γύρο το 48,5% των ψήφων των «δημοκρατικών» Πειραιωτών. Και όταν πέθανε το 2006 την κηδεία του τέλεσε ο Μητροπολίτης Πειραιώς Σεραφείμ παρουσία του τότε δημάρχου, Χρήστου Αγραπίδη, και του τότε υφυπουργού Άμυνας, Βασίλη Μιχαλολιάκου

Πόσο έχει αλλάξει η κοινωνία μας από τότε έως σήμερα; Αυτό είναι για μένα το κύριο ερώτημα. Χούντα δεν είναι, αλλά μήπως είμαστε χουντοκοινωνία;

Οι εμμονές περί αισθητικής και κομψότητας πάντως παραμένουν αναλλοίωτες. Ο Σπύρος Μαρκεζίνης φόρεσε φράκο, για να επισκεφθεί τον δικτάτορα Γεώργιο Παπαδόπουλο και να πάρει εντολή σχηματισμού κυβέρνησης. Το καπέλο που φόρεσε ήταν πιο ψηλό κι από το μπόι του.

Εκτιμούσα την Ελένη Χαλκούση ως ηθοποιό, μεταφράστρια και αρθογράφο. Το βιβλίο της «Σαβουάρ Βιβρ» δείχνει όλες τις αξίας της μεσοαστικής κοινωνίας της εποχής. Το 1971 τη ρώτησα περιπαιχτικά, αλλά ευγενικά: «Κυρία Χαλκούση, ποιος άντρας στην εποχή μας φοράει γκρι αρζάν γραβάτα με μια πέρλα στο κέντρο, όπως προτείνετε στο βιβλίο σας;» Και μου απάντησε με αμηχανία και έκπληξη: «Όταν το έγραφα αυτό είχα στο νου μου τον Πιπινέλη».

Λέτε αν ζούσε σήμερα ο Πιπινέλης η φωτογραφία του εμβολιασμού του να έκανε το γύρο του κόσμου;

Αχ αυτές οι αναλλοίωτες αξίες του ελληνικού πολιτισμού και της χουντοκοινωνίας.

Στη μία φωτογραφία ο πρώην πρωθυπουργός και υπουργός της χούντας Παναγιώτης Πιπινέλης με την πέρλα στο κέντρο της γραβάτας και στην άλλη ο σημερινός υπέρκομψος πρωθυπουργός με την πέρλα πιο δω, στο μέρος της καρδιάς.

Μοχάμετ και Λούτφη: Δύο ακόμη θύματα της αστυνομίας

13 και 14 Ιανουαρίου. Δύο επέτειοι δολοφονιών από την αστυνομία. Τα ονόματα των θυμάτων δεν είναι ελληνικά, δεν απομνημονεύονται εύκολα και δεν αναφέρονται συχνά, όπως αναφέρονται τα ονόματα της Κανελλοπούλου ή του Καλτεζά. Τα ειδησεογραφικά ρεπορτάζ είναι σύντομα, λίγες αράδες μόνο. Κι όλα αυτά βοηθούν στη λήθη. Παραγράφονται και μένουν ατιμώρητες και αδιερεύνητες οι δολοφονίες. Παραγράφονται και οι άνθρωποι όσο δεν αντιστεκόμαστε στην βία του κράτους.

13 Ιανουαρίου του 2004. Υπουργός της αστυνομικής βίας ο Γιώργος Φλωρίδης.

Θύμα της ο πρόσφυγας από τη Συρία Μοχάμετ Χαμούτ, ετών 42, μπογιατζής που ζούσε και εργαζόταν στο Ρέθυμνο. Σε μπλόκο της αστυνομίας συλλαμβάνονται ο Μοχάμετ και ο Αχμέτ, 25 ετών σοβατζής. Οι αστυνομικοί τους γονατίζουν και τους γρονθοκοπούν. Ο Μοχάμετ τους λέει ότι έχει καρδιολογικό πρόβλημα, ότι έχει κάνει εγχείρηση καρδιάς πριν από ένα χρόνο και ότι πρέπει να παίρνει τα φάρμακά του, που τα έχει στο σπίτι του. Οι αστυνομικοί δεν συγκινούνται, μεταφέρουν και τους δύο στο αστυνομικό τμήμα, όπου συνεχίζεται η κακοποίησή τους. Αργότερα ο Μοχάμετ μεταφέρεται στο νοσοκομείο Ρεθύμνου, όπου διαπιστώνεται ο θάνατός του, ο οποίος αποδίδεται σε παθολογικά αίτια με την επισήμανση όμως ότι ο ξυλοδαρμός του επιδείνωσε την κατάστασή του. Αυτά τα «παθολογικά αίτια» έκλρεισαν την υπόθεση του θανάτου, χωρίς να αποδοθούν ευθύνες. Ο Αχμέτ παρέμεινε φυλακισμένος, του αποδόθηκαν πέντε κατηγορίες και μετά από λίγες ημέρες μεταφέρθηκε στα επείγοντα, λόγω των βασανιστηρίων που υπέστη.

Σε μια συγκινητική ανταπόκριση από το Ρέθυμνο, που δημοσιεύτηκε στο Indymedia τρεις ημέρες μετά, στις 16 Ιανουαρίου του 2004, περιγράφεται η πομπή που ακολούθησε το φέρετρο του νεκρού Μοχάμετ ως το λιμάνι. «Το πανό των μεταναστών έγραφε:ΟΧΙ ΣΤΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΤΕΣ ΟΙ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΙ ΔΟΛΟΦΟΝΟΥΝ ΝΤΟΠΙΟΥΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ.»

14 Ιανουαρίου 1996. Υπουργός της αστυνομικής βίας ο Σήφης Βαλυράκης. Θύμα της ο Τούρκος από την Ξάνθη Λούτφη Οσμάντζε, ετών 40.

Πολύ ολιγόλογες οι αναφορές για τον Λούτφη. Τον συνέλαβαν μεθυσμένο στον Βύρωνα και τον μετέφεραν στο αστυνομικό τμήμα. Την επόμενη μέρα στις 10 το βράδυ ήταν νεκρός. Ο ιατροδικαστής Εμμανουήλ Νόνας διαπίστωσε ότι ο θάνατος οφειλόταν σε οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου κατά τη διάρκεια του ξυλοδαρμού του.

Δεν έχουμε καμιά πληροφορία για τον ίδιο και την οικογένειά του. Ποιος νοιάζεται;

Παντού αναφέρεται ως «μουσουλμάνος» από την Ξάνθη. Εγώ τον χαρακτήρισα Τούρκο, πράγμα που θα ενοχλήσει πολλούς πατριώτες, που δεν αναγνωρίζουν εθνικές μειονότητες στην Ελλάδα. Πριν από λίγες ημέρες σχολίασε κάποιος άλλο κείμενό μου γράφοντας: « Ως προς το άλλο θέμα,προφανώς και κρίνονται και οι διεθνείς συνθήκες και ιδεολογικά και “πρακτικά”, αλλά όπως γνωρίζετε σε αυτά τα ζητήματα αυτό που καθορίζει την μακροβιότητά τους (γιατί τίποτα δεν είναι τελεσίδικο στη γεωπολιτική) είναι ο συσχετισμός ισχύος. Όσο αυτός παραμένει συντριπτικά πατριωτικός-και θα παραμείνει, θα το φροντίσουμε αυτό- στην Ελλάδα δεν υπάρχουν και δεν θα υπάρξουν “εθνικές” μειονότητες.» Ίσως ένας από τους τρόπους, για να το «φροντίσουμε αυτό» είναι ο ξυλοδαρμός έως θανάτου.

Άραγε πώς βρέθηκε στον Βύρωνα ο Λούτφη; Πού ζούσε, πού εργαζόταν, πού έγινε η κηδεία του, πού θάφτηκε; Και αυτά δεν είναι τα μοναδικά ερωτήματα.

Κάποτε είχε έρθει στο Σχολείο να μιλήσει στα παιδιά κάποια κυρία, που εκπροσωπούσε το Ελληνικό Συμβούλιο για τους Πρόσφυγες. Καλή ομιλία, παρά τον διαχωρισμό που έκανε για τους πρόσφυγες και τους μετανάστες και τον απαξιωτικό τρόπο που μίλησε για τους δεύτερους. Στο τέλος ζήτησε από τα παιδιά να υποβάλουν ερωτήσεις. Σε αυτές τις περιπτώσεις τα παιδιά είναι στην αρχή διστακτικά και για να ενθαρρύνω τη διαδικασία των ερωτήσεων έκανα εγώ μια ερώτηση: «Εκτός Θράκης, όπου υπάρχουν μουσουλμανικά νεκροταφεία, πού θάβονται οι μουσουλμάνοι, όταν πεθαίνουν;» Η κυρία αιφνιδιάστηκε πολύ. Είπε πως δεν την είχε ποτέ απασχολήσει το θέμα και πως δεν ήξερε. Θα φρόντιζε όμως να μάθει και θα μου τηλεφωνούσε να με ενημερώσει. Πράγματι μου τηλεφώνησε μετά από δύο ημέρες. Δεν είχε μάθει κάτι συγκεκριμένο, μόνο πως κάπου τους παραχώνουν, αλλά δεν ήξερε πού. Τους μουσουλμάνους, λοιπόν, δεν τους θάβουν, αλλά κάπου τους παραχώνουν.

Άραγε τον Λούτφη τον μετέφεραν νεκρό στην Ξάνθη, να τον θάψουν κανονικά ή κάπου τον παράχωσαν;

Η δολοφονία του Θοδωρή Γιάκα από τον αρχιφύλακα Λαγογιάννη

.

10 Ιανουαρίου του 1994

Ο Θοδωρής Γιάκας, ένας νεαρός μουσικός δολοφονήθηκε στα 28 του χρόνια από τον αρχιφύλακα Λαγογιάννη τελείως αναίτια και απρόκλητα.

Παρόλη την αγανάκτηση που προκαλεί και αυτή η δολοφονία μού προξενεί ιδιαίτερη λύπη το ότι δεν υπάρχει στο διαδίκτυο ούτε μία φωτογραφία του, ούτε μια πληροφορία για τη ζωή του, για την οικογενειακή του κατάσταση. Βεβαίως το 1994 που έγινε η δολοφονία δεν ήταν ανεπτυγμένο το διαδίκτυο, όμως απασχολούσε τις αίθουσες των δικαστηρίων έως το 2000, που το διαδίκτυο είχε αναπτυχθεί πολύ. Άλλωστε υπάρχουν δύο φωτογραφίες του δολοφόνου, που δεν θέλω να αναδημοσιεύσω. Δεν πρόκειται για κάποιον ανώριμο και άπειρο αστυνομικό, αλλά για έναν μεσήλικα, που αν τον τοποθετούσε κανείς μέσα σε υπουργικό συμβούλιο δεν θα έδειχνε παράταιρος.

Νωρίς το βράδυ εκείνης της μέρας ο Θοδωρής Γιάκας έκανε περίπατο στους δρόμους του Μοσχάτου. Ξαφνικά σταματάει δίπλα του ένα αυτοκίνητο, όχι περιπολικό, και κατεβαίνει με πολιτικά ο αρχιφύλακας κρατώντας το περίστροφο στο χέρι του. Τρομοκρατημένος ο νεαρός αρχίζει να τρέχει και ο Λαγογιάννης τον πυροβολεί τέσσερις φορές.

Αμέσως η αστυνομία, που πάντα μηχανορραφεί σε τέτοιες περιπτώσεις, έστησε απαλλακτικό σενάριο. Ο Γιάκας παρουσιάστηκε ως δραπέτης ψυχιατρείου, ο Λαγογιάννης προσπάθησε να τον συλλάβει, ο επικίνδυνος δραπέτης επιτέθηκε στον άτυχο και ευσυνείδητο αρχιφύλακα με μαχαίρι, οπότε ο αμυνόμενος Λαγογιάννης αναγκάστηκε να πυροβολήσει τέσσερις φορές, ώσπου το αιμόφυρτο σώμα του νέου άνδρα κατέληξε στο πεζοδρόμιο.

Παρόλο που αμέσως αποδείχθηκε ότι ο Γιάκας δεν ήταν τρόφιμος ψυχιατρείου και δεν είχε δραπετεύσει, το σενάριο ότι ο Λαγογιάννης πυροβόλησε αμυνόμενος παρέμεινε μέχρι τέλους.

Ο αρχιφύλακας δεν συνελήφθη και συνέχισε να υπηρετεί στην ΕΛ.ΑΣ ως την δίκη το 1997. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο τον έκρινε ένοχο για ανθρωποκτονία από πρόθεση καθ’ υπέρβαση των ορίων της άμυνας και τον καταδίκασε σε ποινή κάθειρξης 10 ετών και 5 μηνών. Ο Λαγογιάννης άσκησε έφεση και αφέθηκε ελεύθερος.

Το μεικτό ορκωτό εφετείο της Αθήνας συνεδρίασε επί τρεις ημέρες και μετέτρεψε το κατηγορητήριο σε ανθρωποκτονία από αμέλεια καθ’ υπέρβαση των ορίων της άμυνας.

Η μετατροπή του κατηγορητηρίου υπέρ του συνταξιούχου πλέον Ευάγγελου Λαγογιάννη στο Εφετείο είχε ως συνέπεια να του επιβληθεί πολύ μικρότερη ποινή από την πρωτόδικη: 4 χρόνια και 3 μήνες κατά πλειοψηφία 4-3. Τα τρία μέλη, που μειοψήφησαν, ήθελαν να του επιβληθεί ποινή φυλάκισης τριών μόνο χρόνων.

Ο κατηγορούμενος ήταν βέβαιος ότι δεν θα έμπαινε ούτε μια μέρα φυλακή. Στο άκουσμα της απόφασης κατέρρευσε και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο, ενώ η οικογένειά του καταριόταν τους δικαστές που μόλις είχαν μετατρέψει το κατηγορητήριο σε ανθρωποκτονία από αμέλεια.

Μετά την αποκατάσταση της υγείας του ο Λαγογιάννης οδηγήθηκε στις φυλακές για πολύ λίγες μέρες. Πολύ γρήγορα παρουσιάστηκε στο πενταμελές εφετείο της Αθήνας και ζήτησε την αναστολή της ποινής του για λόγους υγείας. Το εφετείο ανέστειλε την ποινή έγκαιρα, ώστε ο Λαγογιάννης να γιορτάσει με την οικογένειά του τα Χριστούγεννα του 2000.

Η περίπτωση του Λαγογιάννη έχει πολλά κοινά στοιχεία με την αρχική καταδίκη του Σαραλιώτη σε δεκαετή κάθειρξη, την αναστολή της ποινής του και την αθώωσή του τελικά από το εφετείο Λαμίας.

Είναι πλέον εμφανές ότι τα δικαστήρια οπλίζουν τα χέρια των αστυνομικών. Τα δικαστήρια διασφαλίζουν στους αστυνομικούς την πεποίθηση ότι τα εγκλήματά τους θα μείνουν ατιμώρητα.

Στην έρευνα που έκανα των στοιχείων για αυτή τη δολοφονία ήρθα αντιμέτωπος με αυτή την είδηση: από το 2000 μέχρι τον Ιούνιο του 2002 εκδόθηκαν πέντε αποφάσεις δικαστικών συμβουλίων ή δικαστηρίων για υποθέσεις θανατηφόρων πυροβολισμών από αστυνομικούς. Σε δύο περιπτώσεις δεν απαγγέλθηκε καν κατηγορία, σε άλλες τρεις οι αστυνομικοί καταδικάστηκαν για ανθρωποκτονία από αμέλεια με αναστολή.

Ποιες είναι αυτές οι ανθρωποκτονίες;

Ας συμβάλουμε όλοι μας, ώστε να ανασυρθούν από τη λήθη και την αφάνεια, όλα τα θύματα, όλα τα εγκλήματα της αστυνομίας. Και άνθρωποι σαν τον Θοδωρή Γιάκα να μην παραμένουν ένα όνομα σε μια ληξιαρχική πράξη θανάτου.

Υποψιάζομαι ότι οι κατάλογοι που κυκλοφορούν δεν είναι πλήρεις.