Όχι κ. Χρυσοχοΐδη ο Γρηγορόπουλος δεν προκάλεσε

Μας έχει συνηθίσει και σε κτηνώδη λόγια και σε κτηνώδεις πράξεις. Δεν έχω κάτι εναντίον των πραγματικών κτηνών, το αντίθετο μάλιστα. Στην απάνθρωπη με πολλαπλούς τρόπους συμπεριφορά του Χρυσοχοΐδη αναφέρομαι με βδελυγμία και φρίκη. Βέβαια είναι πολλοί στον κυβερνητικό περίγυρο που διεκδικούν ρόλο Κασιδιάρη, αλλά ας σταθούμε μόνο στην τελευταία δήλωση του ανάλγητου υπουργού: «Κάποιοι θέλουν ένα νέο Γρηγορόπουλο».

Δεν μπορώ να φανταστώ άλλη κοινωνική ομάδα που να θέλει τη δολοφονία ενός αθώου δεκαπεντάχρονου, εκτός από την αστυνομία και τους συνοδοιπόρους της. Αυτοί θέλησαν τον θάνατο του Αλέξανδρου, αυτοί τον δολοφόνησαν και αυτοί υποστήριξαν τους δολοφόνους και τους υποστηρίζουν ακόμη. Προφανώς όμως μέσα στους «κάποιους» ο Χρυσοχοΐδης δεν φωτογράφιζε τους δικούς του ανθρώπους. Αντίθετα άλλο πράγμα εννοούσε. Αυτό που εννοούν και υποστηρίζουν οι ακροδεξιοί υποστηρικτές της ΝΔ από την πρώτη στιγμή της δολοφονίας, που μιλούσαν για ένα παλιόπαιδο, για έναν αλήτη.

Από τις πρώτες δηλώσεις του Κούγια έως την τελευταία αγόρευση του συνηγόρου του Κορκονέα, η προσπάθεια τους απέβλεπε στο να παρουσιαστούν ο Κορκονέας και ο Σαραλιώτης ως τα θύματα του Γρηγορόπουλου, που προκάλεσε, έριξε μολότοφ και απείλησε την ασφάλεια και τη ζωή των δύο αστυνομικών και ανάγκασε τον Κορκονέα να πυροβολήσει για εκφοβισμό στον αέρα. Οι ισχυρισμοί αυτοί κατέπεσαν. Ακόμη και οι δολοφόνοι παραδέχθηκαν πως δεν υπήρχαν μολότοφ, οι αυτόπτες μάρτυρες και το βίντεο της δολοφονίας κατέδειξαν ότι δεν υπήρχαν προκλήσεις. Το πενταμελές εφετείο της Λαμίας αντιμετώπισε την υπόθεση με μεγάλη προκατάληψη, έδειξε μεγάλη επιείκεια και τελικά αποφυλάκισε τον Κορκονέα και αθώωσε τον Σαραλιώτη. Παρόλα αυτά αποφάσισε ότι ο Κορκονέας ήταν ένοχος ανθρωποκτονίας από πρόθεση με άμεσο δόλο. Ο συνήγορος του δολοφόνου με απύθμενο θράσος ως την τελευταία στιγμή ζήτησε να αναγνωριστεί στον πελάτη του το ελαφρυντικό ότι προκλήθηκε από τον Γρηγορόπουλο. Όμως ούτε ο εισαγγελέας, ούτε το δικαστήριο δέχθηκαν αυτό το ελαφρυντικό και αποφάνθηκαν ότι δεν υπήρξε καμία πρόκληση.

Για άλλη μια φορά ο Χρυσοχοΐδης είναι αδιάβαστος κι ας μην είχε μπροστά του ένα πολυσέλιδο μνημόνιο. Δεν διαβάζει, γιατί δεν χρειάζεται να διαβάσει. Οι ακροδεξιοί, ακόμη μια όταν φέρουν ένα δήθεν μετριοπαθές προσωπείο, τρέφονται από τις προκαταλήψεις τους και απαξιώνουν τη γνώση. Όταν λέει ότι κάποιοι θέλουν ένα νέο Γρηγορόπουλο, προφανώς εννοεί ότι κάποιοι θα προκαλέσουν, θα απειλήσουν τη ζωή των αστυνομικών και αυτοί θα αναγκαστούν και πάλι να σκοτώσουν, για να γλιτώσουν το τομάρι τους. Θα απειληθούν ακόμη μια φορά, όπως τους απείλησε ο Καλτεζάς, ο Γρηγορόπουλος, ο Σακελίων, ο Ζακ Κωστόπουλος και τόσοι άλλοι αθώοι που καταλήγουν καθημερινά στα νοσοκομεία.

Ο Χρυσοχοΐδης προετοιμάζει το έδαφος, για να βγει στο απολιτίκ ακροατήριο να πει ότι είχε προειδοποιήσει και ότι σε καμιά περίπτωση δεν φταίνε οι δικοί του.

Ο Χρυσοχοΐδης, όπως ασέλγησε τότε πάνω στην υπόληψη των οροθετικών γυναικών, ασελγεί και τώρα πάνω στη μνήμη του δολοφονημένου Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου.

Για τον Νίκο Ρωμανό

Χάρηκα που βγήκε επιτέλους από τη φυλακή. Χάρηκα πολύ. Αλλά αυτή η χαρά δεν ήταν ικανή να διαλύσει τις πικρίες του παρελθόντος. Πικρίες πολλές. Για την απάνθρωπη μεταχείριση του, για τις τεράστιες ποινές λες και ήταν δολοφόνος, για τον διασυρμό της οικογένειάς του. Τι να πρωτοθυμηθώ; Πόσα είπαν για εκείνη τη μητέρα; Όλο το ανάθεμα της κοινωνίας έπεσε επάνω της, επάνω σε μια μάνα που είμαι σε θέση να ξέρω πόσο στοργική ήταν και πόσο πολύ αγαπούσε και φρόντιζε το παιδί της. Την κατηγόρησαν ακόμη και για το ότι του διάβαζε διηγήματα του Μάριου Χάκκα. Κατά τη γνώμη τους τον διέφθειρε ο Μάριος Χάκκας, γιατί ο Μάριος Χάκκας δεν ήθελε 51 υπουργούς, αλλά φανταζόταν ένα τριμελές υπουργικό συμβούλιο με ένα δεκαοχτάρη στο υπουργείο του έρωτα, μια μάνα στο υπουργείο γεννήσεων και ένα γεροντάκι στο υπουργείο θανάτου. Ένα μόνο υπουργείο θανάτου, όχι τόσα πολλά που είχαμε και έχουμε τα τελευταία χρόνια.

Πώς να ξεχάσω τα σχόλια του Κούγια, του Ζούλα ακόμη και αυτά που μου είπε ο εισαγγελέας στο εφετείο Λαμίας, λες και δικαζόταν εκεί ο Ρωμανός και όχι οι δολοφόνοι του Γρηγορόπουλου.

Πώς να ξεχάσω την απεργία πείνας για το δικαίωμά του στη μόρφωση και όσα διαμείφθηκαν μέσα στη Βουλή το Δεκέμβριο του 14. Πώς να ξεχάσω τα απαξιωτικα σχόλια γονέων της Σχολής Μωραΐτη, έχω σωρεία από τέτοια μέιλ, που τον παρουσίαζαν ως αδίστακτο δολοφόνο. Ακόμη είπαν και ότι θα ανατίναζε το Mall Σαββατοκύριακο που πήγαιναν τα παιδιά τους. Όχι γιατί δεν τον ήξεραν, όπως τον ήξερα εγώ από παιδί, αλλά γιατί δεν ήθελαν να τον ξέρουν.

Αλλά ποια ήταν και η στάση του σχολείου του που τον ήξερε; Ακόμη και συνάδελφος (όχι βέβαια εκπαιδευτικός), που τον ήξερε και ήξερε καλά και τη μητέρα του, μου είπε πως ήταν αντίθετη με την εκπαιδευτική άδεια με βραχιολάκι, γιατί θα έκανε τρομοκρατικό χτύπημα, θα τον κυνηγούσε η αστυνομία, θα τον πυροβολούσε και η σφαίρα θα εξοστρακιζόταν, όπως έγινε με τη σύλληψη του Μαζιώτη στο Μοναστηράκι, και αυτή τη φορά θα σκότωνε το γιο της που συχνάζει στο Μοναστηράκι.

Η Σχολή Μωραΐτη όχι μόνο δεν είπε έναν καλό λόγο για αυτό το παιδί και την οικογένειά του, που τους ήξερε καλά, γιατί και η μητέρα ήταν απόφοιτη αυτού του σχολείου, αλλά, ακολουθώντας τον δρόμο του χρήματος και της πελατείας, περιέθαλψε και ενθάρρυνε την τρομολαγνεία της και συμπεριφέρθηκε η ίδια τρομοκρατικά προς τους εκπαιδευτικούς κι εμένα.

Όμως ο Ρωμανός δεν τρομοκράτησε δικαστές και κοινωνία με τις πράξεις του, αλλά κυρίως με τις ιδέες του και το αστραφτερό του μυαλό.

(Σένα τα λέγω, σένα τα λέγω κι άκουτα,

πάρε χαρτί και πέννα, κάτσε και γράψε τα)

Η κατάθεσή μου στο εφετείο Λαμίας για τη δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου

Στις 4 Ιουλίου κατέθεσα για δεύτερη φορά σε δίκη για τη δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου. Αυτή τη φορά σε δεύτερο βαθμό, στο εφετείο Λαμίας. Να θυμίσω ότι η δίκη άρχισε την άνοιξη του 2017 και συνεχίζεται με αργούς ρυθμούς. Τους προηγούμενους μήνες κατέθεταν οι αυτόπτες μάρτυρες. Εγώ κλήθηκα να μιλήσω για το χαρακτήρα και την προσωπικότητα του παιδιού, ως διευθυντής του σχολείου του.

 Η υπερασπιστική γραμμή των δικηγόρων των κατηγορουμένων Κορκονέα και Σαραλιώτη παρέμεινε η ίδια με τη δίκη σε πρώτο βαθμό στην Άμφισσα. Έφταιγε, δηλαδή, η ομάδα των αντιεξουσιαστών που δημιουργούσε έντονα επεισόδια και οι κατηγορούμενοι ένιωσαν μεγάλη απειλή, με αποτέλεσμα να πυροβολήσει ο Κορκονέας. Καμιά διαφοροποίηση στην υπερασπιστική γραμμή, κανένα ίχνος μεταμέλειας. Ούτε οι αυτόπτες μάρτυρες ούτε τα βίντεο που αποδείκνυαν ότι δεν προϋπήρξαν επεισόδια και προκλήσεις ήσαν ικανά να κλονίσουν τους ισχυρισμούς της υπεράσπισης, οι οποίοι επαναλαμβάνονταν με πρόθεση να παγιδεύσουν και να προκαλέσουν αμφιβολίες στους μάρτυρες και εν προκειμένω σε μένα.

Με σαφήνεια και κατηγορηματικό τρόπο απάντησα στις ερωτήσεις της προέδρου και περιέγραψα την προσωπικότητα του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου. Ήταν παιδί ιδιαίτερα ντροπαλό, με ενδιαφέρον για τον αθλητισμό, με άριστη διαγωγή και με άριστες σχέσεις με τους εκπαιδευτικούς και τους συμμαθητές του, αλλά χωρίς κοινωνικούς προβληματισμούς και πολιτική συνείδηση, πράγμα που τονιζόταν πολύ από τους φιλολόγους του ως μειονέκτημα.

Με ρώτησε η πρόεδρος πώς τα ήξερα όλα αυτά, αφού δεν υπήρξα καθηγητής του. Εξήγησα πως στο σχολείο γίνονταν συνεχώς συνεδριάσεις με τους καθηγητές κάθε τάξης, όπου συζητούσαμε για κάθε παιδί διεξοδικά κι εγώ, ως διευθυντής κρατούσα πρακτικά, ώστε να παρακολουθώ την πορεία κάθε παιδιού και να είμαι σε θέση να ενημερώνω και τους γονείς. Η μητέρα μάλιστα του Γρηγορόπουλου ερχόταν στο σχολείο κάθε εβδομάδα, για να δει καθηγητές κι εμένα, οπότε φρόντιζα να είμαι πάντα ενημερωμένος. Επιπλέον καλούσα το παιδί στο γραφείο μου, για να του μιλήσω για τις καθυστερήσεις του στο σχολείο το πρωί στην έναρξη των μαθημάτων. Συγκεκριμένα, ο Αλέξανδρος είχε μια αδελφή που πήγαινε στο Λύκειο. Στο γυμνάσιο το μάθημα άρχιζε στις 8:05, ενώ στο Λύκειο η προσέλευση διαρκούσε ως τις 8:15. Τα δύο αδέλφια έμεναν σχετικά κοντά στο σχολείο κι έρχονταν μαζί με τα πόδια. Το κορίτσι όμως, που φρόντιζε περισσότερο την εμφάνισή του και είχε περιθώριο χρόνου μεγαλύτερο, κάποιες φορές καθυστερούσε λίγα λεπτά, οπότε ο Αλέξανδρος χρεωνόταν με απουσία, γιατί έμπαινε καθυστερημένος στην τάξη του. Όταν του μιλούσα, όπως έκανα με όλα τα παιδιά, του έλεγα να λέει στην αδελφή του να μην καθυστερεί με πολύ μαλακό τρόπο, γιατί έδινα μεγαλύτερη αξία στην αδελφική αγάπη, παρά στις καθυστερήσεις, και δεν ήθελα να διαταράξω τη σχέση των δύο παιδιών.

Μετά  άρχισαν οι ερωτήσεις για τον Νίκο Ρωμανό, ο οποίος είχε προσκαλέσει τον Γρηγορόπουλο να πάνε μαζί σε καφετέρια στα Εξάρχεια, επειδή ήταν του Αγίου Νικολάου και γιόρταζε και μπροστά του ξεψύχησε ο Αλέξανδρος.

Τον Ρωμανό τον γνώριζα μέσα από τις διαδικασίες των συνεδριάσεων και φρόντιζα να είμαι πάντα ενημερωμένος, γιατί και η δική του μητέρα με επισκεπτόταν πολύ συχνά. Και με τον ίδιο όμως είχα συζητήσει αρκετά με δική του πρωτοβουλία για τις ανησυχίες που είχε. Ο Νίκος δεν ήταν καθόλου ντροπαλός και ήθελε πολύ να εκθέτει τις απόψεις του. Είχε και αυτός άριστη διαγωγή, με γονείς που τον παρακολουθούσαν σε κάθε του βήμα, αλλά με έντονο κοινωνικό προβληματισμό και μεγάλη ενημέρωση για το τι συνέβαινε στην κοινωνία. Οι φιλόλογοί του εντυπωσιάζονταν για τις εύστοχες παρατηρήσεις του στα κείμενα και την Ιστορία. Ο Ρωμανός ήταν τραυματισμένος συναισθηματικά, γιατί δύο χρόνια πριν το θάνατο του Γρηγορόπουλου πέθανε ξαφνικά η γιαγιά του μπροστά στα μάτια του. Την επόμενη χρονιά πέθανε φίλος του, μαθητής του σχολείου, αφού έμεινε επί δύο μήνες στην εντατική. Κατά την περίοδο της αρρώστιας και στη συνέχεια μετά το θάνατο του παιδιού, ο Νίκος επισκεπτόταν συνεχώς την οικογένεια, για να παρηγορεί τους γονείς και κυρίως τον άλλο τους γιο, που ήταν επίσης φίλος του. Επίσης, τα πρωινά, πριν αρχίσει το μάθημα, ερχόταν συχνά στο γραφείο μου, περιμένοντας από εμένα να καταπραΰνω τις μεταφυσικές του ανησυχίες και το πένθος που ένιωθε, ενώ κατέβαλε προσπάθεια να συγκρατήσει τα δάκρυά του. Την επόμενη χρονιά ήρθε ο θάνατος του Γρηγορόπουλου, που ξεψύχησε στην αγκαλιά του. Να θυμόμαστε πως στις εφηβικές ηλικίες το βαρύ πένθος εκδηλώνεται με μεγάλο θυμό.

Όταν άρχισε η δίκη στην Άμφισσα ο Ρωμανός παραβρέθηκε την πρώτη μέρα και άκουσε τους χαρακτηρισμούς του Κούγια για τα δύο παιδιά, που όλοι γνωρίζουμε και τους παρουσίαζε ως τέρατα: «Αυτά τα παιδιά δεν είναι σαν τα δικά σας και σαν τα δικά μας» και άλλα πολλά. Μετά από αυτό αρνήθηκε να παρουσιαστεί ξανά στη δίκη. Οι γονείς του τον πήγαν σε ψυχολόγο, για να του συμπαρασταθεί, γιατί ήταν τρομοκρατημένος, ρωτούσαν κι εμένα τι να κάνουν και πώς να τον αντιμετωπίσουν. Όταν ο Νίκος κατάλαβε ότι μπορούσε το δικαστήριο να διατάξει τη βίαιη προσαγωγή του, έφυγε από το σπίτι του και οι γονείς του δεν ήξεραν πού βρισκόταν τα επόμενα δύο χρόνια. Μετά ακολούθησε το δρόμο που ακολούθησε.

Όταν αναφέρθηκα στον Κούγια, η υπεράσπιση άρχισε να διαμαρτύρεται, η πρόεδρος τους έκανε παρατήρηση, ενώ ο εφέτης δίπλα της μού υπέδειξε ευγενικά «ο κύριος Κούγιας».

Η υπεράσπιση με ρώτησε με δηκτικό ύφος αν ήξερα τη δήλωση του Ρωμανού στην οποία έλεγε ότι αυτός και ο Γρηγορόπουλος ήταν σύντροφοι ενταγμένοι στον αντιεξουσιαστικό χώρο. Απάντησα πως βεβαίως τη γνωρίζω. Ο Ρωμανός με αυτή τη δήλωση προσπάθησε να μας πείσει και κυρίως να πείσει τον εαυτό του ότι δεν οδηγήθηκε στις επιλογές του σπρωγμένος από τις καταστάσεις, αλλά από ελεύθερη και ανεπηρέαστη βούληση. Προσπάθησε να μας πείσει και να πειστεί κι ο ίδιος ότι όλα αυτά που συνέβησαν δεν τον άλλαξαν, παρόλο που ήταν 15 ετών. Εμένα πάντως και με επηρέασαν και με άλλαξαν, παρόλο που τότε ήμουν 56 ετών.

Τότε ακολούθησε η αναμενόμενη ερώτηση, γιατί πήγαν τα παιδιά στα Εξάρχεια.

Στην απάντησή μου αναφέρθηκα στο ότι δύο ημέρες μετά τη δολοφονία μερικοί συμμαθητές του Αλέξανδρου μού ζήτησαν να μιλήσουν στο θέατρο για το συμμαθητή τους και να ενημερώσουν τα μικρότερα παιδιά. Όταν τέλειωσε η ενημέρωση που έγινε σε πολύ φορτισμένο κλίμα με μεγάλη συγκίνηση, ένα αγόρι της πρώτης γυμνασίου ρώτησε «όμως τι γύρευε στα Εξάρχεια;» Και το μεγάλο αγόρι, που ήταν ο βασικός ομιλητής, τού  απάντησε: «Εκεί που δολοφονήθηκε ο Αλέξανδρος είναι το σπίτι μου. Θα με ρωτήσεις κι εμένα γιατί μένω στα Εξάρχεια;»

Εξήγησα πως η ερώτηση «τι γύρευε στα Εξάρχεια» δεν αποβλέπει μόνο στη δικαίωση των δολοφόνων, αλλά στον εφησυχασμό της κοινωνίας. Η κοινωνία καθησυχάζεται και εφησυχάζει όταν φταίει το θύμα. Όταν φταίει το θύμα δεν χρειάζεται να αλλάξει τίποτε. Όταν φταίει η γυναίκα για το βιασμό της, γιατί ήταν προκλητικά ντυμένη, η κοινωνία δεν χρειάζεται να αλλάξει. Ας πρόσεχε το θύμα. Αν έφταιγε ο Αλέξανδρος που βρέθηκε στα Εξάρχεια, δεν φταίνε οι δολοφόνοι, ούτε χρειάζεται να αλλάξει νοοτροπία η αστυνομία. Και οι οικογένειες που ζουν εκτός Αθηνών δεν χρειάζεται να πάρουν θέση, γιατί τα παιδιά τους δεν θα πάνε στα Εξάρχεια και το θέμα δεν τους αφορά. Να μην ξεχνάμε ότι ο Αλέξανδρος είχε συνεννοηθεί με τη μητέρα του να ανέβουν μαζί στο σπίτι, όταν θα έκλεινε το κατάστημά της στο κέντρο της Αθήνας. Ο Αλέξανδρος δεν κυκλοφορούσε τις νύχτες. Και όταν χτύπησε το τηλέφωνο της μητέρας του που την καλούσαν από το κινητό του γιου της νόμιζε πως ήταν ώρα, για να περάσει να τον πάρει και όχι για να της πουν πως ο γιος της δολοφονήθηκε. Ξέρουμε πολλούς αντιεξουσιαστές που περνάει η μαμά τους να τους πάρει με το αυτοκίνητο, όταν κλείνουν τα καταστήματα; Και ο Ρωμανός είμαι βέβαιος πως θα είχε κανονίσει να είναι στο σπίτι του νωρίς το βράδυ την ημέρα της γιορτής του, να είναι με τους γονείς του.

Παρόλο που το επιχείρημα περί εξοστρακισμού της σφαίρας έχει καταρριφθεί ποικιλοτρόπως και έχει αποδειχθεί ότι ο Κορκονέας πυροβόλησε στοχευμένα σε ευθεία βολή, η υπεράσπιση επικαλούμενη τον «ανθρωπισμό» μου με ρώτησε αν συμφωνώ να είναι στη φυλακή δέκα χρόνια αυτό το θύμα (ο Κορκονέας) λόγω εξοστρακισμού της σφαίρας. Απάντησα πως θύμα δεν είναι ο κατηγορούμενος, αλλά ο Γρηγορόπουλος, που συνεχίζει να θυματοποιείται και μετά τη δολοφονία του. Έφερα μάλιστα ως παράδειγμα κείμενο του δημοσιογράφου Κασιμάτη της Καθημερινής, ο οποίος ένα ή δύο χρόνια μετά το πέρας της πρώτης δίκης έγραφε παραμονή του Αγίου Νικολάου «αύριο του οσίου Γρηγορόπουλου του μολοτοφόρου». Και αυτό παρόλο που αποδείχθηκε ότι δεν προϋπήρξαν ταραχές πριν τη δολοφονία, ότι οι αστυνομικοί μόνοι τους προκάλεσαν τις φθορές στο περιπολικό μετά τη δολοφονία, για να εμφανίσουν τη δολοφονία ως άμυνα και κανείς ποτέ δεν ισχυρίστηκε, ούτε η υπεράσπιση ότι ο Γρηγορόπουλος πέταξε ποτέ μολότοφ. Και πάλι επεσήμανα πόσο ανακουφίζει την κοινωνία να αποδίδει ευθύνες στο θύμα και να το θυματοποιεί ακόμη περισσότερο.

Η υπεράσπιση όλη χτίζεται στο επιχείρημα ότι, για να είναι στα Εξάρχεια ο δεκαπεντάχρονος Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος το απόγευμα εκείνου του Σαββάτου, σημαίνει ότι ήταν αντιεξουσιαστής και οι δύο αστυνομικοί ένιωσαν ότι απειλείται η ζωή τους. Ο αστυνομικός μάλιστα που κατέθετε πριν από μένα ως μάρτυρας υπεράσπισης δήλωσε ότι οι νεότεροι αντεξουσιαστές στα Εξάρχεια που προκαλούν επεισόδια είναι  δεκατριών ετών!

Ενώ λέγονταν αυτά, οι αστυνομικοί που βρίσκονταν μέσα στην αίθουσα του δικαστηρίου σηκώνονταν κάθε τόσο και πατούσαν τις κατσαρίδες που κυκλοφορούσαν στο βρώμικο πάτωμα. Ίσως και να ήταν Ερινύες που μεταμορφώθηκαν σε κατσαρίδες. 

Στις τράπεζες λεφτά, στη νεολαία σφαίρες

398B8C72-D590-4417-8170-52702016CE72

Ο Κορκονέας, ο δολοφόνος του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου, δήλωσε στο εφετείο της Λαμίας, όπου εκδικάζεται η δολοφονία σε δεύτερο βαθμό, ότι δεν ζητάει συγγνώμη. Σύμφωνα με δήλωσή του δεν ζητάει συγγνώμη, γιατί σκότωσε έναν αντιεξουσιαστή. Και ήταν αντιεξουσιαστής ο Γρηγορόπουλος, επειδή βρέθηκε στα Εξάρχεια. Όποιος βρεθεί στα Εξάρχεια είναι αντιεξουσιαστής και πρέπει να πεθάνει. Αυτή είναι η λογική και δεν είναι μόνο η λογική του Κορκονέα. Αν ήταν μόνο δική του η λογική αυτή θα δίσταζε να τη διατυπώσει ενώπιον του δικαστηρίου. Τη διατυπώνει έτσι με θράσος, γιατί ξέρει ότι εκφράζει την κοινή ιδεολογική γραμμή του σώματος, στο οποίο υπηρετούσε και το οποίο φροντίζει να τον υποστηρίζει ιδεολογικά και υλικά. Το σώμα των ειδικών φρουρών είχε καλύψει τα έξοδα της πρώτης δίκης και προσέλαβε ως δικηγόρο τον Κούγια.
Ο δεκαπεντάχρονος Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος δεν ήταν αντιεξουσιαστής, όπως θα φανεί και από την κατάθεσή μου στο εφετείο, η οποία θα δημοσιοποιηθεί το Σάββατο, 8 Δεκεμβρίου. Ο Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος ήταν ένα αθώο παιδί, όχι πως αν ήταν αντιεξουσιαστής θα έπαυε να είναι αθώος. Αλλά ήταν αθώος, υπό την έννοια πως οποιαδήποτε κατηγορία προσπάθησε η υπεράσπιση των δολοφόνων να του επιρρίψει κατέπεσε πολύ εύκολα. Ο Αλέξανδρος ήταν ένα ήσυχο και ευγενικό παιδί, που συμπτωματικά βρέθηκε στα Εξάρχεια και έγινε στόχος του δολοφόνου του. Ούτε ο Αλέξανδρος, ούτε τα άλλα παιδιά αποτελούσαν πρόβλημα. Το πρόβλημα διαχρονικά είναι οι δολοφονικές αντιλήψεις αυτών που επιβάλλουν την «τάξη» και άλλωστε ο Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος δεν είναι ο μόνος νεκρός. Είναι και ο Ζακ Κωστόπουλος και ο Σακελίων από τους πιο πρόσφατους και αρκετοί πρόσφυγες ανώνυμοι, είτε γιατί δεν γνωρίζουμε τα ονόματά τους, είτε γιατί δεν μπορούμε να τα προφέρουμε. Και εκτός από τις δολοφονίες να μην ξεχνάμε τους ξυλοδαρμούς, τα βασανιστήρια και τους τραυματισμούς.
Ο Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος ήταν ένα αθώο δεκαπεντάχρονο παιδί, που δολοφονήθηκε το 2008, στην αρχή της οικονομικής, αλλά και γενικότερης κρίσης, θύματα της οποίας είναι κατεξοχήν τα παιδιά και οι νέοι άνθρωποι γενικότερα. Στις πορείες που γίνονται κάθε χρόνο στις 6 Δεκεμβρίου, βλέπει και ακούει κανείς συνθήματα που συνοψίζουν τα δεινά που έχει υποστεί η νεολαία όλα αυτά τα χρόνια, με αποτέλεσμα να έχει αναδειχθεί ο Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος στο σύμβολο μιας ανάλγητα κατατρεγμένης γενιάς.
Θα μπορούσα να αναφερθώ σε πολλά συνθήματα, αλλά επιλέγω ένα μόνο πολύ σύντομο και πολύ περιεκτικό: «Στις τράπεζες λεφτά, στη νεολαία σφαίρες». Τα χρήματα που δανείστηκε η Ελλάδα κατέληξαν στη σωτηρία των ξένων τραπεζών και στη χρηματοδότηση των ελληνικών πιστωτικών ιδρυμάτων με παράλληλη αφαίμαξη της κοινωνίας. Και βέβαια τα χρήματα δόθηκαν μετά τη δολοφονία του Γρηγορόπουλου, μετά το 2008, αλλά όπως είπαμε ο Γρηγορόπουλος είναι πλέον ένα σύμβολο. Ο Γρηγορόπουλος δέχθηκε κατάκαρδα την πρώτη σφαίρα, αλλά οι άλλες σφαίρες προς την νεολαία είναι και αυτές μεταγενέστερες και μεταφορικές, αλλά πολύ επώδυνες. Τα παιδιά που πάνε σχολείο νηστικά, η εξαθλίωση της παιδείας, τα υποβαθμισμένο πτυχία, η εκτεταμένη και παρατεταμένη ανεργία, η εργασιακή εκμετάλλευση, οι μισθοί πείνας, η μετανάστευση είναι οι σφαίρες που δέχεται καθημερινά η νεολαία. Ακόμη και η αυτοκτονία του Βαγγέλη Γιακουμάκη, χωρίς απαγγελία κατηγοριών μετά τέσσερα χρόνια, και η αυτοκτονία του δεκαπεντάχρονου στην Αργυρούπολη δηλώνουν κράτος αδιάφορο και ανάλγητο, που δεν υιοθετεί και δεν εφαρμόζει γενικευμένη εκπαιδευτική πολιτική για το bullying και την ομοφοβία, αλλά επαφίεται στην εξύμνηση της ελληνικής λεβεντιάς.
Σε λίγες πλέον ημέρες ή εβδομάδες θα εκδοθεί η απόφαση του Εφετείου Λαμίας. Ο δεύτερος ένοχος, ο Σαραλιώτης, παρόλο που είχε καταδικαστεί σε δεκαετή φυλάκιση, έμεινε ελάχιστα στη φυλακή, επειδή ήταν άρρωστος ο πατέρας του. Βλέπετε της Ηριάννας και του Θεοφίλου οι γονείς ήταν υγιέστατοι. Πολύ φοβούμαι ότι αν δεν κινητοποιηθούμε όλοι μας και ο Κορκονέας θα είναι σύντομα ελεύθερος. Όλοι εμείς που κινητοποιηθήκαμε και φωνάξαμε για τον Αλέξανδρο Γρηγορόπουλο το 2008, για τον Θεοφίλου και την Ηριάννα αργότερα, για τον Ζακ Κωστόπουλο και την καθαρίστρια πρόσφατα, ας κινητοποιηθούμε και ας φωνάξουμε ξανά για τον Αλέξανδρο Γρηγορόπουλο. Για εκείνη την πρώτη σφαίρα και για τις άλλες που ακολούθησαν.

Το αντιεπιστημονικό κύρος του Γεωργίου Μπαμπινιώτη

Ο Γεώργιος Μπαμπινιώτης κατάφερνε πάντα να προσεταιρίζεται τη δεξιά παράταξη και τη συντηρητική κοινωνία, να είναι στην επικαιρότητα και να προσπορίζεται οφέλη, παρεμβαίνοντας στα κρίσιμα θέματα με το δεξιόστροφο και εθνικιστικό «επιστημονικό» του κύρος. Καταξιώθηκε να γίνει και ολέθριος υπουργός παιδείας στην κυβέρνηση Σαμαρά, οπότε πρόβαλε και την αξίωση να παραμείνει μόνιμος υπουργός για το καλό της παιδείας!

Πρόσφατα με επιχειρήματα αποικιοκρατικής ιδεολογίας αποφάνθηκε πως δεν υπάρχει μακεδονική γλώσσα, χαρακτηρίζοντας τη γλώσσα αυτή σερβοσλαβική διάλεκτο. Η τοποθέτηση του αυτή αντικρούσθηκε πολύ εύστοχα από τον Άκη Γαβριηλίδη κι εγώ μόνο προσθέτω ένα βασικό στοιχείο διάκρισης ανάμεσα σε γλώσσα και διάλεκτο που αντιγράφω από κείμενο της καθηγήτριας της γλωσσολογίας Μαρίας Κακριδή Φερράρι: «ονομάζουμε συνήθως γλώσσα μια ποικιλία η οποία περιγράφεται ως πρότυπη σε γραμματικές και λεξικά, επιτελεί δημόσιες λειτουργίες και διδάσκεται στην εκπαίδευση». Και η μακεδονική γλώσσα βεβαίως περιγράφεται σε γραμματικές και λεξικά, χρησιμοποιείται ως κυρίαρχη γλώσσα του κράτους και διδάσκεται στα σχολεία της Β. Μακεδονίας.

Ωστόσο η πιο ολέθρια επιρροή του Μπαμπινιώτη στην ελληνική κοινωνία και εκπαίδευση αφορά τη διαχρονική διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας, που ενίσχυσε το επιχείρημα ότι για να γνωρίζουμε καλά και να χρησιμοποιούμε σωστά τη νέα ελληνική γλώσσα πρέπει να γνωρίζουμε καλά αρχαία Ελληνικά και όλα τα ενδιάμεσα στάδια της ελληνικής γλώσσας με έμφαση βεβαίως στους εκκλησιαστικούς πατέρες. Να θυμίσω ότι η πρώτη κυβέρνηση του πασόκ κατάργησε τη διδασκαλία των αρχαίων Ελληνικών στο γυμνάσιο, αλλά στις επόμενες εκλογές του 1985 το προεκλογικό σύνθημα της ΝΔ ήταν «για τη γλώσσα, για τη θρησκεία, ψηφίστε νέα δημοκρατία». Η ΝΔ δημοκρατία έχασε τις εκλογές, αλλά η διάβρωση της κοινωνίας ήταν τόσο μεγάλη, ώστε στις επόμενες και τα δύο μεγάλα κόμματα δεσμεύθηκαν προεκλογικά να επαναφέρουν τη διδασκαλία των αρχαίων Ελληνικών, πράγμα το οποίο έγινε από την κυβέρνηση Μητσοτάκη. Και παρέμεινε η διδασκαλία των αρχαίων Ελληνικών στο γυμνάσιο και μάλιστα, πολύ αργότερα, η Μαριέτα Γιαννάκου Κουτσίκου, ως υπουργός παιδείας της ΝΔ αφαίρεσε μία ώρα από τη διδασκαλία της ξένης γλώσσας και την πρόσθεσε στη διδασκαλία των αρχαίων Ελληνικών.

Σχεδόν κάθε χρόνο έκανα συνεντεύξεις υποψηφίων για κενές θέσεις φιλολόγων στη Σχολή Μωραΐτη. Μεταξύ των υποψηφίων ήταν και φιλόλογοι μετεκπαιδευμένοι στη γλωσσολογία σε πανεπιστήμια του εξωτερικού και συχνά επαναλαμβανόταν περίπου ο εξής διάλογος:

-Τι γνώμη έχετε για τη διδασκαλία των αρχαίων Ελληνικών στο γυμνάσιο;

-Είναι απαραίτητη.

-Γιατί;

-Γιατί είναι η γλώσσα μας. Και εξάλλου δεν μπορείς να ξέρεις σωστά νέα Ελληνικά χωρίς να ξέρεις αρχαία.

-Είστε λοιπόν υπέρ της διαχρονικής διδασκαλίας της γλώσσας;

-Σαφώς.

-Αυτό σας δίδαξαν στο Sussex;

-Όχι, στο πανεπιστήμιο Αθηνών.

-Στο Sussex τι σας δίδαξαν;

-Ότι η γλώσσα διδάσκεται συγχρονικά.

-Και ποια θεωρία από τις δύο είναι σωστή;

-Για τις άλλες γλώσσες ισχύει η θεωρία του Sussex και για την ελληνική η θεωρία του πανεπιστημίου Αθηνών.

Επομένως προκύπτει ότι για μερικούς  η ελληνική γλώσσα είναι ανάδελφη και συμπαρασύρουν και άλλους ανθρώπους, λιγότερο προβληματισμένους.

Η έμμονη και αντιεπιστημονική άποψη ότι η καλή γνώση των νέων Ελληνικών προϋποθέτει την γνώση των αρχαίων είχε ως αποτέλεσμα την επιμονή στη λεπτομερή γνώση της γραμματικής και του συντακτικού. Τα παιδιά καλούνται να σχηματίζουν τύπους, να κλίνουν ονόματα, αντωνυμίες και ρήματα λες και πρόκειται να μιλήσουν αρχαία Ελληνικά, ενώ αρκεί μόνο να αναγνωρίζουν τους τύπους, για να μπορούν να μεταφράζουν. Και δεν χρειάζεται βεβαίως να γνωρίζουν τύπους που ποτέ δεν θα συναντήσουν σε κείμενα. Παράλληλα σπαταλούν ατέλειωτες ώρες για να μάθουν συντακτικό και της αρχαίας και της νέας ελληνικής, ενώ αυτή η γνώση δεν χρησιμεύει σε τίποτε. Το δυστύχημα είναι ότι το συντακτικό επιβαρύνθηκε και με άλλα ιδεολογήματα, ότι είναι σαν τα Μαθηματικά, ότι είναι η φιλοσοφία της γλώσσας, ότι όποιος δεν ξέρει συντακτικό δεν μπορεί να μεταφράσει. Ποτέ δεν αναρωτήθηκαν πώς διδάσκονται τα αρχαία Ελληνικά σε άλλες χώρες. Όμως οι κλασικοί φιλόλογοι του Χάρβαρντ, του Κέμπριτζ και της Οξφόρδης, που είναι σε θέση να μεταφράζουν ένα σύγχρονο κείμενο στα αρχαία Ελληνικά, αγνοούν τους όρους ειδικό και τελικό απαρέμφατο και όλα τα υπόλοιπα.

Τα παιδιά στην Αγγλία που πρόκειται να κάνουν κλασικές σπουδές, έχουν επιλέξει να διδαχθούν αρχαία Ελληνικά και δίνουν πολλές και πολύωρες εξετάσεις στα GCE, για να εισαχθούν στο πανεπιστήμιο, που περιλαμβάνουν μετάφραση και σχολιασμό ποιητικών κειμένων  του Ομήρου και των τραγικών καθώς και πεζών κειμένων και μετάφραση άγνωστου σύγχρονου κειμένου στα αρχαία Ελληνικά, χωρίς να έχουν κλίνει ποτέ ένα όνομα ή ένα ρήμα και χωρίς να έχουν διδαχθεί επιθετικούς και κατηγορηματικούς προσδιορισμούς. 

Θα μου πείτε βέβαια πως όλα αυτά δεν τα μαθαίνουν, γιατί ο στόχος τους δεν είναι να μάθουν σωστά νέα Ελληνικά. Αλλά το μοναδικό «επιστημονικό» επιχείρημα που προβάλλει το ιδεολόγημα ότι για να μάθουμε σωστά νέα Ελληνικά πρέπει να ξέρουμε αρχαία είναι η μεταφορά που λέει ότι τα αρχαία είναι οι ρίζες και η σύγχρονη γλώσσα είναι τα κλαδιά και τα φύλλα και αν ξεραθούν οι ρίζες θα ξεραθούν τα κλαδιά και τα φύλλα. Όμως οι μεταφορές δεν λένε την αλήθεια. Όταν λέμε ότι τα μυαλά του πήραν αέρα ξέρουμε ότι είναι κλεισμένα ασφαλώς μέσα στο κρανίο.

Πρόσφατα ο Μπαμπινιώτης πρότεινε αντί για drone να λέμε «ανεπάνδρωτο», λέξη που κατασκεύασε ο ίδιος από το ρήμα επανδρώνω. Η άποψή του όμως ότι δεν πρέπει να χρησιμοποιούμε ξένες λέξεις και το ότι κατασκευάζει παράγωγο από το σεξιστικό ρήμα επανδρώνω, το οποίο πριν μερικές δεκαετίες αντικαταστάθηκε από το ρήμα στελεχώνω, μας δείχνει ότι είναι άνθρωπος άλλης εποχής, χαμένος στα βάθη του αντιεπιστημονικού ρομαντισμού.

πατρίδα ή χώρα;

«Γιούχα και πάλε γιούχα των πατρίδων!»

Κωστή Παλαμά: Ο δωδεκάλογος του Γύφτου.

Τον τελευταίο καιρό με τα ελληνοτουρκικά, το μακεδονικό και τις εκδηλώσεις της 25ης Μαρτίου άκουσα και διάβασα αμέτρητες αναφορές στην πατρίδα. Γενικά όμως η λέξη «πατρίδα» είναι σε ημερήσια διάταξη στα χείλη των Ελλήνων και κυρίως των πολιτικών. Όμως η πατρίδα δεν είναι συνώνυμη ούτε με την Ελλάδα, ούτε με τη χώρα, γιατί έχει και αναπόφευκτες σηματοδοτήσεις, που θα έπρεπε να αποφεύγουμε.
Η πατρίδα είναι το θεμέλιο της πατριαρχίας, τα πάτρια εδάφη, η γη των πατέρων μας. Η γη στην οποία γεννήθηκαν οι πατέρες μας και οι πατέρες των πατέρων μας, που στη συνέχεια την παρέδωσαν στους γιούς τους, για να την προασπίζονται και να τη διαφυλάττουν, για να την παραδώσουν κι εκείνοι στους δικούς τους γιούς. Η πατρίδα έχει αποκλειστική σχέση με τον πατέρα και καμιά σχέση με τη μητέρα. Αλλά στην Ελλάδα τα πάντα είναι πατροπαράδοτα. Ακόμη κι αν οι γυναίκες φτιάχνουν κουραμπιέδες και μελομακάρονα, αν ζυμώνουν τσουρέκια και βάφουν αυγά, αν φτιάχνουν κόλυβα και μοιρολογούν, τα έθιμα είναι πατροπαράδοτα. Θυμάμαι μάλιστα μια εγκύκλιο του υπουργείου Παιδείας με οδηγίες διδασκαλίας «της μητρικής γλώσσας, όπως αυτή παραδίδεται από πατέρα σε γιο». Αποκορύφωση της πατριαρχίας είναι ο ύμνος των ολυμπιακών αγώνων, που έγραψε ο Παλαμάς. «Αρχαίο πνεύμα, αθάνατο, αγνέ πατέρα του ωραίου, του μεγάλου και του αληθινού». Σε αυτούς τους στίχους επιβεβαιώνεται η ανδρική φαντασίωση, ο πατέρας είναι αυτός που γεννά, χωρίς τη μεσολάβηση γυναίκας. Το αρχαίο πνεύμα αναβιώνει μέσω των πατέρων και γεννά τις μεγάλες αξίες της πατρίδας, το ωραίο, το μεγάλο και το αληθινό.
Εκτός όμως από τη συγγένεια της πατρίδας με την πατριαρχία δεν πρέπει να παραβλέπουμε τη σχέση της με τον εθνικισμό. Οι ευρωπαίοι μεταφραστές ελληνικών κειμένων αποδίδουν την έννοια της πατρίδας με τη λέξη «fatherland» ή άλλη συνώνυμη, που όμως βαρύνεται από ναζιστικούς συνειρμούς.
Η πατρίδα είναι μια έννοια αποκλείουσα (exclusive). Αποκλείει όλους/ες που δεν έχουν τη σειρά του αίματος, που τους πάει πολλές γενιές πίσω στην ελληνική γενεαλογία. Η γενεαλογία του έθνους αποκλείει τις/τους συζύγους των μικτών γάμων, αποκλείει τα παιδιά ξένων γονέων που γεννήθηκαν στην Ελλάδα, αποκλείει τις μειονότητες, τους πρόσφυγες και τους μετανάστες.
Αυτούς όλους δεν τους αποκλείουμε αν αναφερόμαστε στη χώρα μας και όχι στην πατρίδα μας.
Η χώρα είναι έννοια περικλείουσα (inclusive) και περιλαμβάνει χωρίς αποκλεισμούς και διακρίσεις όλες και όλους που ζούμε σε αυτήν. Η χώρα είναι ο χώρος που μας χωράει όλους/ες, χωρίς πατριαρχικούς και εθνικιστικούς περιορισμούς.

Η ελληνική ονοματοπληξία

Οι Αρχαίοι Έλληνες έδιναν ονόματα σε ηπείρους, όπως Ευρώπη και Ασία, σε περιοχές που κατοικούνταν από διαφορετικούς λαούς, όπως Μεσοποταμία, και σε ξένους λαούς, όπως Αιθίοπες (αίθω+ωψ), που σημαίνει «αυτοί που έχουν καπνισμένο πρόσωπο». Σήμερα φαίνεται πως οι σύγχρονοι Έλληνες επιθυμούν, ως γνήσιοι απόγονοι, να συνεχίσουν αυτήν την παράδοση και επιθυμούν να είναι αυτοί που θα δώσουν όνομα στον γειτονικό λαό.

Όμως το ότι εμείς σήμερα ονομαζόμαστε Έλληνες μπορεί να μοιάζει αυτονόητο, αλλά δεν είναι. Στην εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας το 1822 υπήρξε προβληματισμός για την επιλογή του εθνικού ονόματος. Τα υποψήφια ονόματα ήταν: Ρωμιός, Έλλην και Γραικός. Οι Ευγένιος Βούλγαρης, Αδαμάντιος Κοραής και Αλέξανδρος Υψηλάντης υποστήριζαν το όνομα Γραικός και απέρριπταν το Έλλην, που ως εκείνη την εποχή σήμαινε ειδωλολάτρης. Ο εθνικισμός όμως επιβάλλει κάθε νεότερος λαός να συνδέεται  με έναν αρχαιότερο ένδοξο λαό και τελικώς επικράτησαν τα ονόματα Ελλάς και Έλληνες.

Στη συνέχεια οι νεότεροι Έλληνες επιδόθηκαν στην εξαφάνιση κάθε ίχνους της ενδιάμεσης ιστορίας τους και διατήρησαν και πρόβαλαν μόνο ότι τους συνέδεε με την αρχαία Ελλάδα. Τα βυζαντινά, υστεροβυζαντινά και οθωμανικά κτίσματα στην Ακρόπολη και γύρω από αυτήν γκρεμίστηκαν, χωρίς να καταγραφούν και αποτυπωθούν. Το υπουργείο πολιτισμού ουδέποτε ενδιαφέρθηκε για τη συντήρηση και αποκατάσταση της οικίας Μπενιζέλου στην οδό Αδριανού, μέχρις ότου πρόσφατα την παρέδωσε στην Εκκλησία, ως κατοικία της Αγίας Φιλοθέης και έτσι αποκαταστάθηκε.

Το ελληνικό κράτος όμως προχώρησε και στη σταδιακή αλλαγή των τοπωνυμίων. Το 1909 συγκροτήθηκε μια επιτροπή, υπό την προεδρία του Νικόλαου Πολίτη, της οποίας οι στόχοι περιγράφονται  ως εξής: «Είναι βεβαίως λυπηρόν το φαινόμενον τούτο, διότι τα βάρβαρα ονόματα και τα κακόφωνα ελληνικά λυπούσι μεν το γλωσσικόν συναίσθημα, έχουσι δε και επιβλαβή μορφωτικήν επήρειαν εις τους κατοικούντας συστέλλοντά πως και ταπεινούντα το φρόνημα αυτών, αλλά και παρέχουσι ψευδή υπόνοιαν περί της εθνικής συστάσεις των χωρίων αυτών, ων τα ξενικά ονόματα ηδύναντο να εκληφθώσιν ως μαρτυρούντα και ξενικήν καταγωγήν».

Κι έτσι, για να μη ταπεινωθεί το φρόνημά μας το Ζητούνι έγινε Λαμία, η Βοστίτσα Αίγιον, το Μπογιάτι Οίον, το Χασάνι Ελληνικόν, η Γκιουλμουτζίνα Κομοτηνή, ενώ η Βιτρινίτσα της Δωρίδας έγινε Ερατεινή από το όνομα της συζύγου του Δημάρχου της. Οι Σπέτσες μετονομάστηκαν σε Τυπάρηνος, όχι όμως για πολύ. Όπως γράφει ο Τερτσέτης «οι δύο πρωτόγεροι Χατζηγιάννης Μέξης και Ανδρέας Αναργύρου και ο ναύαρχος Ανδρούτσος δεν το έστεργαν ότι είναι Τυπαρήνιοι. Πιάνονται από άρματα είπαν … και οι Σπετζιώτες έμειναν Σπετζιώτες».

Αυτά είναι απλά παραδείγματα, αλλά οι μετονομασίες είναι πολλές και πολύ εκτεταμένες και φθάνουν ως τις μέρες μας. Στην περίοδο της δικτατορίας το Τουρκολίμανο έγινε Μικρολίμανο, το Πασαλιμάνι λιμήν Ζέας και ο τούρκικος καφές ελληνικός. Τελευταία σε μια εκδρομή στην Εύβοια πριν από δημοτικές εκλογές διέσχισα τους δήμους Ελυμνίων, Μεσσαπίων και Ταμινέων.

Από τις πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις όμως είναι το Δεδέ Αγάτς. Στο ψαροχώρι αυτό της Θράκης έφτασε το 1920 ο βασιλιάς Αλέξανδρος λίγο πριν από το θάνατό του από δάγκωμα μαϊμούς. Το δημοτικό συμβούλιο αποφάσισε τότε να μετονομάσει προς τιμή του νεαρού βασιλιά το Δεδέ Αγάτς σε Αλεξανδρούπολη. Ο Αλέξανδρος όμως δεν ήταν ούτε ένδοξος ούτε αγαπητός από την οικογένειά του λόγω του γάμου του με την Ασπασία Μάνου και βασίλεψε μόνο τρία χρόνια, όταν εξορίστηκε ο πατέρας του. Για αυτό σιγά σιγά και με τη βοήθεια του ήλιου της Βεργίνας  αφήνεται να σχηματισθεί η εντύπωση ότι η πόλη πήρε το όνομά της από τον Μέγα Αλέξανδρο.

Το όνομα για τους σύγχρονους Έλληνες είναι πολύ σημαντικό. Η συνέχεια του ονόματος αποδεικνύει και τη συνέχεια του αίματος. Ο πρωτότοκος γιος θα πάρει όχι μόνο το επώνυμο, αλλά και το όνομα του παππού του και θα διασφαλίσει τη συνέχεια της γενιάς. Ο πατέρας δίνει τη συνέχεια του αίματος και του ονόματος. Η μητέρα είναι ένας αμελητέος ξενιστής, που το επώνυμό της είναι σε πτώση γενική και δεν είναι σε θέση να διαταράξει ούτε τη συνέχεια του αίματος, ούτε τη συνέχεια του ονόματος.

Το οικογενειακό όνομα διασφαλίζει τη συνέχεια του αίματος της πατριάς και το τοπωνύμιο τη συνέχεια του αίματος της κοινότητας ή της κοινωνίας. Αλλά η συνέχεια δεν είναι αυταξία. Έχει τόση αξία, όση ακριβώς της δίνουμε.

Στις μέρες μας αποφεύγουμε να μιλάμε για τη συνέχεια του αίματος, γιατί κινδυνεύουμε να χαρακτηριστούμε ρατσιστές. Μιλάμε μόνο, για τη συνέχεια του ονόματος, αλλά πίσω από το όνομα υπολανθάνει ο εθνικιστικός πόθος για τη συνέχεια του αίματος. Το όνομα ως σημαίνον παραπέμπει σε ένα σημαινόμενο, που συχνά είναι φανταστικό ή μεταφυσικό.

Για όλους αυτούς τους λόγους δεν αναγνωρίζουμε στο γειτονικό λαό το όνομα που έχει επιλέξει, ούτε την ταυτότητά του. Θέλουμε εμείς να του επιβάλουμε όνομα και μάλιστα erga omnes.

Πριν από λίγες δεκαετίες είχε δημιουργηθεί μια εθνικιστική κίνηση να επιβληθεί στους υπόλοιπους λαούς, όταν αναφέρονται στην Ελλάδα και στους Έλληνες να χρησιμοποιούν αποκλειστικά το όνομα Hellas και τα παράγωγά του. Κάτι αντίστοιχο δηλαδή με το να μας επιβάλει η Γερμανία να χρησιμοποιούμε το όνομα Deutschland και μόνο αυτό erga omnes. Θυμάμαι μάλιστα τα χρόνια των σπουδών στην Οξφόρδη, που μια ομάδα φοιτητών ζήτησε να μετονομαστεί το φοιτητικό Greek Society σε Hellenic. Αρνηθήκαμε οι περισσότεροι και η ομάδα αυτή αποσχίστηκε και δημιούργησε το Hellenic Society.

Αντίθετα ας φανταστούμε για μια στιγμή τι θα γινόταν αν κάποιο κράτος ή κάποια κράτη θεωρούσαν ότι δεν έχουμε δικαίωμα να ιδιοποιούμαστε αποκλειστικά τον ελληνικό πολιτισμό και  απαιτούσαν να χρησιμοποιούμε το όνομα Greeks erga omnes. Οι μόνοι που θα χαίρονταν θα ήταν ο Βούλγαρης, ο Κοραής και ο Υψηλάντης, αλλά αυτοί δεν ζουν πια. Ίσως καλύτερη τύχη θα είχε η πρόταση να χρησιμοποιούμε erga omnes το όνομα λεβέντες. Γιατί αναγνωρίζουμε σε αυτό μόνο τη σημασία που του έχουμε δώσει και αγνοούμε ότι προέρχεται από τη λέξη levante και άρα σημαίνει ανατολίτες.