Στις τράπεζες λεφτά, στη νεολαία σφαίρες

398B8C72-D590-4417-8170-52702016CE72

Ο Κορκονέας, ο δολοφόνος του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου, δήλωσε στο εφετείο της Λαμίας, όπου εκδικάζεται η δολοφονία σε δεύτερο βαθμό, ότι δεν ζητάει συγγνώμη. Σύμφωνα με δήλωσή του δεν ζητάει συγγνώμη, γιατί σκότωσε έναν αντιεξουσιαστή. Και ήταν αντιεξουσιαστής ο Γρηγορόπουλος, επειδή βρέθηκε στα Εξάρχεια. Όποιος βρεθεί στα Εξάρχεια είναι αντιεξουσιαστής και πρέπει να πεθάνει. Αυτή είναι η λογική και δεν είναι μόνο η λογική του Κορκονέα. Αν ήταν μόνο δική του η λογική αυτή θα δίσταζε να τη διατυπώσει ενώπιον του δικαστηρίου. Τη διατυπώνει έτσι με θράσος, γιατί ξέρει ότι εκφράζει την κοινή ιδεολογική γραμμή του σώματος, στο οποίο υπηρετούσε και το οποίο φροντίζει να τον υποστηρίζει ιδεολογικά και υλικά. Το σώμα των ειδικών φρουρών είχε καλύψει τα έξοδα της πρώτης δίκης και προσέλαβε ως δικηγόρο τον Κούγια.
Ο δεκαπεντάχρονος Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος δεν ήταν αντιεξουσιαστής, όπως θα φανεί και από την κατάθεσή μου στο εφετείο, η οποία θα δημοσιοποιηθεί το Σάββατο, 8 Δεκεμβρίου. Ο Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος ήταν ένα αθώο παιδί, όχι πως αν ήταν αντιεξουσιαστής θα έπαυε να είναι αθώος. Αλλά ήταν αθώος, υπό την έννοια πως οποιαδήποτε κατηγορία προσπάθησε η υπεράσπιση των δολοφόνων να του επιρρίψει κατέπεσε πολύ εύκολα. Ο Αλέξανδρος ήταν ένα ήσυχο και ευγενικό παιδί, που συμπτωματικά βρέθηκε στα Εξάρχεια και έγινε στόχος του δολοφόνου του. Ούτε ο Αλέξανδρος, ούτε τα άλλα παιδιά αποτελούσαν πρόβλημα. Το πρόβλημα διαχρονικά είναι οι δολοφονικές αντιλήψεις αυτών που επιβάλλουν την «τάξη» και άλλωστε ο Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος δεν είναι ο μόνος νεκρός. Είναι και ο Ζακ Κωστόπουλος και ο Σακελίων από τους πιο πρόσφατους και αρκετοί πρόσφυγες ανώνυμοι, είτε γιατί δεν γνωρίζουμε τα ονόματά τους, είτε γιατί δεν μπορούμε να τα προφέρουμε. Και εκτός από τις δολοφονίες να μην ξεχνάμε τους ξυλοδαρμούς, τα βασανιστήρια και τους τραυματισμούς.
Ο Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος ήταν ένα αθώο δεκαπεντάχρονο παιδί, που δολοφονήθηκε το 2008, στην αρχή της οικονομικής, αλλά και γενικότερης κρίσης, θύματα της οποίας είναι κατεξοχήν τα παιδιά και οι νέοι άνθρωποι γενικότερα. Στις πορείες που γίνονται κάθε χρόνο στις 6 Δεκεμβρίου, βλέπει και ακούει κανείς συνθήματα που συνοψίζουν τα δεινά που έχει υποστεί η νεολαία όλα αυτά τα χρόνια, με αποτέλεσμα να έχει αναδειχθεί ο Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος στο σύμβολο μιας ανάλγητα κατατρεγμένης γενιάς.
Θα μπορούσα να αναφερθώ σε πολλά συνθήματα, αλλά επιλέγω ένα μόνο πολύ σύντομο και πολύ περιεκτικό: «Στις τράπεζες λεφτά, στη νεολαία σφαίρες». Τα χρήματα που δανείστηκε η Ελλάδα κατέληξαν στη σωτηρία των ξένων τραπεζών και στη χρηματοδότηση των ελληνικών πιστωτικών ιδρυμάτων με παράλληλη αφαίμαξη της κοινωνίας. Και βέβαια τα χρήματα δόθηκαν μετά τη δολοφονία του Γρηγορόπουλου, μετά το 2008, αλλά όπως είπαμε ο Γρηγορόπουλος είναι πλέον ένα σύμβολο. Ο Γρηγορόπουλος δέχθηκε κατάκαρδα την πρώτη σφαίρα, αλλά οι άλλες σφαίρες προς την νεολαία είναι και αυτές μεταγενέστερες και μεταφορικές, αλλά πολύ επώδυνες. Τα παιδιά που πάνε σχολείο νηστικά, η εξαθλίωση της παιδείας, τα υποβαθμισμένο πτυχία, η εκτεταμένη και παρατεταμένη ανεργία, η εργασιακή εκμετάλλευση, οι μισθοί πείνας, η μετανάστευση είναι οι σφαίρες που δέχεται καθημερινά η νεολαία. Ακόμη και η αυτοκτονία του Βαγγέλη Γιακουμάκη, χωρίς απαγγελία κατηγοριών μετά τέσσερα χρόνια, και η αυτοκτονία του δεκαπεντάχρονου στην Αργυρούπολη δηλώνουν κράτος αδιάφορο και ανάλγητο, που δεν υιοθετεί και δεν εφαρμόζει γενικευμένη εκπαιδευτική πολιτική για το bullying και την ομοφοβία, αλλά επαφίεται στην εξύμνηση της ελληνικής λεβεντιάς.
Σε λίγες πλέον ημέρες ή εβδομάδες θα εκδοθεί η απόφαση του Εφετείου Λαμίας. Ο δεύτερος ένοχος, ο Σαραλιώτης, παρόλο που είχε καταδικαστεί σε δεκαετή φυλάκιση, έμεινε ελάχιστα στη φυλακή, επειδή ήταν άρρωστος ο πατέρας του. Βλέπετε της Ηριάννας και του Θεοφίλου οι γονείς ήταν υγιέστατοι. Πολύ φοβούμαι ότι αν δεν κινητοποιηθούμε όλοι μας και ο Κορκονέας θα είναι σύντομα ελεύθερος. Όλοι εμείς που κινητοποιηθήκαμε και φωνάξαμε για τον Αλέξανδρο Γρηγορόπουλο το 2008, για τον Θεοφίλου και την Ηριάννα αργότερα, για τον Ζακ Κωστόπουλο και την καθαρίστρια πρόσφατα, ας κινητοποιηθούμε και ας φωνάξουμε ξανά για τον Αλέξανδρο Γρηγορόπουλο. Για εκείνη την πρώτη σφαίρα και για τις άλλες που ακολούθησαν.

Το αντιεπιστημονικό κύρος του Γεωργίου Μπαμπινιώτη

Ο Γεώργιος Μπαμπινιώτης κατάφερνε πάντα να προσεταιρίζεται τη δεξιά παράταξη και τη συντηρητική κοινωνία, να είναι στην επικαιρότητα και να προσπορίζεται οφέλη, παρεμβαίνοντας στα κρίσιμα θέματα με το δεξιόστροφο και εθνικιστικό «επιστημονικό» του κύρος. Καταξιώθηκε να γίνει και ολέθριος υπουργός παιδείας στην κυβέρνηση Σαμαρά, οπότε πρόβαλε και την αξίωση να παραμείνει μόνιμος υπουργός για το καλό της παιδείας!

Πρόσφατα με επιχειρήματα αποικιοκρατικής ιδεολογίας αποφάνθηκε πως δεν υπάρχει μακεδονική γλώσσα, χαρακτηρίζοντας τη γλώσσα αυτή σερβοσλαβική διάλεκτο. Η τοποθέτηση του αυτή αντικρούσθηκε πολύ εύστοχα από τον Άκη Γαβριηλίδη κι εγώ μόνο προσθέτω ένα βασικό στοιχείο διάκρισης ανάμεσα σε γλώσσα και διάλεκτο που αντιγράφω από κείμενο της καθηγήτριας της γλωσσολογίας Μαρίας Κακριδή Φερράρι: «ονομάζουμε συνήθως γλώσσα μια ποικιλία η οποία περιγράφεται ως πρότυπη σε γραμματικές και λεξικά, επιτελεί δημόσιες λειτουργίες και διδάσκεται στην εκπαίδευση». Και η μακεδονική γλώσσα βεβαίως περιγράφεται σε γραμματικές και λεξικά, χρησιμοποιείται ως κυρίαρχη γλώσσα του κράτους και διδάσκεται στα σχολεία της Β. Μακεδονίας.

Ωστόσο η πιο ολέθρια επιρροή του Μπαμπινιώτη στην ελληνική κοινωνία και εκπαίδευση αφορά τη διαχρονική διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας, που ενίσχυσε το επιχείρημα ότι για να γνωρίζουμε καλά και να χρησιμοποιούμε σωστά τη νέα ελληνική γλώσσα πρέπει να γνωρίζουμε καλά αρχαία Ελληνικά και όλα τα ενδιάμεσα στάδια της ελληνικής γλώσσας με έμφαση βεβαίως στους εκκλησιαστικούς πατέρες. Να θυμίσω ότι η πρώτη κυβέρνηση του πασόκ κατάργησε τη διδασκαλία των αρχαίων Ελληνικών στο γυμνάσιο, αλλά στις επόμενες εκλογές του 1985 το προεκλογικό σύνθημα της ΝΔ ήταν «για τη γλώσσα, για τη θρησκεία, ψηφίστε νέα δημοκρατία». Η ΝΔ δημοκρατία έχασε τις εκλογές, αλλά η διάβρωση της κοινωνίας ήταν τόσο μεγάλη, ώστε στις επόμενες και τα δύο μεγάλα κόμματα δεσμεύθηκαν προεκλογικά να επαναφέρουν τη διδασκαλία των αρχαίων Ελληνικών, πράγμα το οποίο έγινε από την κυβέρνηση Μητσοτάκη. Και παρέμεινε η διδασκαλία των αρχαίων Ελληνικών στο γυμνάσιο και μάλιστα, πολύ αργότερα, η Μαριέτα Γιαννάκου Κουτσίκου, ως υπουργός παιδείας της ΝΔ αφαίρεσε μία ώρα από τη διδασκαλία της ξένης γλώσσας και την πρόσθεσε στη διδασκαλία των αρχαίων Ελληνικών.

Σχεδόν κάθε χρόνο έκανα συνεντεύξεις υποψηφίων για κενές θέσεις φιλολόγων στη Σχολή Μωραΐτη. Μεταξύ των υποψηφίων ήταν και φιλόλογοι μετεκπαιδευμένοι στη γλωσσολογία σε πανεπιστήμια του εξωτερικού και συχνά επαναλαμβανόταν περίπου ο εξής διάλογος:

-Τι γνώμη έχετε για τη διδασκαλία των αρχαίων Ελληνικών στο γυμνάσιο;

-Είναι απαραίτητη.

-Γιατί;

-Γιατί είναι η γλώσσα μας. Και εξάλλου δεν μπορείς να ξέρεις σωστά νέα Ελληνικά χωρίς να ξέρεις αρχαία.

-Είστε λοιπόν υπέρ της διαχρονικής διδασκαλίας της γλώσσας;

-Σαφώς.

-Αυτό σας δίδαξαν στο Sussex;

-Όχι, στο πανεπιστήμιο Αθηνών.

-Στο Sussex τι σας δίδαξαν;

-Ότι η γλώσσα διδάσκεται συγχρονικά.

-Και ποια θεωρία από τις δύο είναι σωστή;

-Για τις άλλες γλώσσες ισχύει η θεωρία του Sussex και για την ελληνική η θεωρία του πανεπιστημίου Αθηνών.

Επομένως προκύπτει ότι για μερικούς  η ελληνική γλώσσα είναι ανάδελφη και συμπαρασύρουν και άλλους ανθρώπους, λιγότερο προβληματισμένους.

Η έμμονη και αντιεπιστημονική άποψη ότι η καλή γνώση των νέων Ελληνικών προϋποθέτει την γνώση των αρχαίων είχε ως αποτέλεσμα την επιμονή στη λεπτομερή γνώση της γραμματικής και του συντακτικού. Τα παιδιά καλούνται να σχηματίζουν τύπους, να κλίνουν ονόματα, αντωνυμίες και ρήματα λες και πρόκειται να μιλήσουν αρχαία Ελληνικά, ενώ αρκεί μόνο να αναγνωρίζουν τους τύπους, για να μπορούν να μεταφράζουν. Και δεν χρειάζεται βεβαίως να γνωρίζουν τύπους που ποτέ δεν θα συναντήσουν σε κείμενα. Παράλληλα σπαταλούν ατέλειωτες ώρες για να μάθουν συντακτικό και της αρχαίας και της νέας ελληνικής, ενώ αυτή η γνώση δεν χρησιμεύει σε τίποτε. Το δυστύχημα είναι ότι το συντακτικό επιβαρύνθηκε και με άλλα ιδεολογήματα, ότι είναι σαν τα Μαθηματικά, ότι είναι η φιλοσοφία της γλώσσας, ότι όποιος δεν ξέρει συντακτικό δεν μπορεί να μεταφράσει. Ποτέ δεν αναρωτήθηκαν πώς διδάσκονται τα αρχαία Ελληνικά σε άλλες χώρες. Όμως οι κλασικοί φιλόλογοι του Χάρβαρντ, του Κέμπριτζ και της Οξφόρδης, που είναι σε θέση να μεταφράζουν ένα σύγχρονο κείμενο στα αρχαία Ελληνικά, αγνοούν τους όρους ειδικό και τελικό απαρέμφατο και όλα τα υπόλοιπα.

Τα παιδιά στην Αγγλία που πρόκειται να κάνουν κλασικές σπουδές, έχουν επιλέξει να διδαχθούν αρχαία Ελληνικά και δίνουν πολλές και πολύωρες εξετάσεις στα GCE, για να εισαχθούν στο πανεπιστήμιο, που περιλαμβάνουν μετάφραση και σχολιασμό ποιητικών κειμένων  του Ομήρου και των τραγικών καθώς και πεζών κειμένων και μετάφραση άγνωστου σύγχρονου κειμένου στα αρχαία Ελληνικά, χωρίς να έχουν κλίνει ποτέ ένα όνομα ή ένα ρήμα και χωρίς να έχουν διδαχθεί επιθετικούς και κατηγορηματικούς προσδιορισμούς. 

Θα μου πείτε βέβαια πως όλα αυτά δεν τα μαθαίνουν, γιατί ο στόχος τους δεν είναι να μάθουν σωστά νέα Ελληνικά. Αλλά το μοναδικό «επιστημονικό» επιχείρημα που προβάλλει το ιδεολόγημα ότι για να μάθουμε σωστά νέα Ελληνικά πρέπει να ξέρουμε αρχαία είναι η μεταφορά που λέει ότι τα αρχαία είναι οι ρίζες και η σύγχρονη γλώσσα είναι τα κλαδιά και τα φύλλα και αν ξεραθούν οι ρίζες θα ξεραθούν τα κλαδιά και τα φύλλα. Όμως οι μεταφορές δεν λένε την αλήθεια. Όταν λέμε ότι τα μυαλά του πήραν αέρα ξέρουμε ότι είναι κλεισμένα ασφαλώς μέσα στο κρανίο.

Πρόσφατα ο Μπαμπινιώτης πρότεινε αντί για drone να λέμε «ανεπάνδρωτο», λέξη που κατασκεύασε ο ίδιος από το ρήμα επανδρώνω. Η άποψή του όμως ότι δεν πρέπει να χρησιμοποιούμε ξένες λέξεις και το ότι κατασκευάζει παράγωγο από το σεξιστικό ρήμα επανδρώνω, το οποίο πριν μερικές δεκαετίες αντικαταστάθηκε από το ρήμα στελεχώνω, μας δείχνει ότι είναι άνθρωπος άλλης εποχής, χαμένος στα βάθη του αντιεπιστημονικού ρομαντισμού.

πατρίδα ή χώρα;

«Γιούχα και πάλε γιούχα των πατρίδων!»

Κωστή Παλαμά: Ο δωδεκάλογος του Γύφτου.

Τον τελευταίο καιρό με τα ελληνοτουρκικά, το μακεδονικό και τις εκδηλώσεις της 25ης Μαρτίου άκουσα και διάβασα αμέτρητες αναφορές στην πατρίδα. Γενικά όμως η λέξη «πατρίδα» είναι σε ημερήσια διάταξη στα χείλη των Ελλήνων και κυρίως των πολιτικών. Όμως η πατρίδα δεν είναι συνώνυμη ούτε με την Ελλάδα, ούτε με τη χώρα, γιατί έχει και αναπόφευκτες σηματοδοτήσεις, που θα έπρεπε να αποφεύγουμε.
Η πατρίδα είναι το θεμέλιο της πατριαρχίας, τα πάτρια εδάφη, η γη των πατέρων μας. Η γη στην οποία γεννήθηκαν οι πατέρες μας και οι πατέρες των πατέρων μας, που στη συνέχεια την παρέδωσαν στους γιούς τους, για να την προασπίζονται και να τη διαφυλάττουν, για να την παραδώσουν κι εκείνοι στους δικούς τους γιούς. Η πατρίδα έχει αποκλειστική σχέση με τον πατέρα και καμιά σχέση με τη μητέρα. Αλλά στην Ελλάδα τα πάντα είναι πατροπαράδοτα. Ακόμη κι αν οι γυναίκες φτιάχνουν κουραμπιέδες και μελομακάρονα, αν ζυμώνουν τσουρέκια και βάφουν αυγά, αν φτιάχνουν κόλυβα και μοιρολογούν, τα έθιμα είναι πατροπαράδοτα. Θυμάμαι μάλιστα μια εγκύκλιο του υπουργείου Παιδείας με οδηγίες διδασκαλίας «της μητρικής γλώσσας, όπως αυτή παραδίδεται από πατέρα σε γιο». Αποκορύφωση της πατριαρχίας είναι ο ύμνος των ολυμπιακών αγώνων, που έγραψε ο Παλαμάς. «Αρχαίο πνεύμα, αθάνατο, αγνέ πατέρα του ωραίου, του μεγάλου και του αληθινού». Σε αυτούς τους στίχους επιβεβαιώνεται η ανδρική φαντασίωση, ο πατέρας είναι αυτός που γεννά, χωρίς τη μεσολάβηση γυναίκας. Το αρχαίο πνεύμα αναβιώνει μέσω των πατέρων και γεννά τις μεγάλες αξίες της πατρίδας, το ωραίο, το μεγάλο και το αληθινό.
Εκτός όμως από τη συγγένεια της πατρίδας με την πατριαρχία δεν πρέπει να παραβλέπουμε τη σχέση της με τον εθνικισμό. Οι ευρωπαίοι μεταφραστές ελληνικών κειμένων αποδίδουν την έννοια της πατρίδας με τη λέξη «fatherland» ή άλλη συνώνυμη, που όμως βαρύνεται από ναζιστικούς συνειρμούς.
Η πατρίδα είναι μια έννοια αποκλείουσα (exclusive). Αποκλείει όλους/ες που δεν έχουν τη σειρά του αίματος, που τους πάει πολλές γενιές πίσω στην ελληνική γενεαλογία. Η γενεαλογία του έθνους αποκλείει τις/τους συζύγους των μικτών γάμων, αποκλείει τα παιδιά ξένων γονέων που γεννήθηκαν στην Ελλάδα, αποκλείει τις μειονότητες, τους πρόσφυγες και τους μετανάστες.
Αυτούς όλους δεν τους αποκλείουμε αν αναφερόμαστε στη χώρα μας και όχι στην πατρίδα μας.
Η χώρα είναι έννοια περικλείουσα (inclusive) και περιλαμβάνει χωρίς αποκλεισμούς και διακρίσεις όλες και όλους που ζούμε σε αυτήν. Η χώρα είναι ο χώρος που μας χωράει όλους/ες, χωρίς πατριαρχικούς και εθνικιστικούς περιορισμούς.

Η ελληνική ονοματοπληξία

Οι Αρχαίοι Έλληνες έδιναν ονόματα σε ηπείρους, όπως Ευρώπη και Ασία, σε περιοχές που κατοικούνταν από διαφορετικούς λαούς, όπως Μεσοποταμία, και σε ξένους λαούς, όπως Αιθίοπες (αίθω+ωψ), που σημαίνει «αυτοί που έχουν καπνισμένο πρόσωπο». Σήμερα φαίνεται πως οι σύγχρονοι Έλληνες επιθυμούν, ως γνήσιοι απόγονοι, να συνεχίσουν αυτήν την παράδοση και επιθυμούν να είναι αυτοί που θα δώσουν όνομα στον γειτονικό λαό.

Όμως το ότι εμείς σήμερα ονομαζόμαστε Έλληνες μπορεί να μοιάζει αυτονόητο, αλλά δεν είναι. Στην εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας το 1822 υπήρξε προβληματισμός για την επιλογή του εθνικού ονόματος. Τα υποψήφια ονόματα ήταν: Ρωμιός, Έλλην και Γραικός. Οι Ευγένιος Βούλγαρης, Αδαμάντιος Κοραής και Αλέξανδρος Υψηλάντης υποστήριζαν το όνομα Γραικός και απέρριπταν το Έλλην, που ως εκείνη την εποχή σήμαινε ειδωλολάτρης. Ο εθνικισμός όμως επιβάλλει κάθε νεότερος λαός να συνδέεται  με έναν αρχαιότερο ένδοξο λαό και τελικώς επικράτησαν τα ονόματα Ελλάς και Έλληνες.

Στη συνέχεια οι νεότεροι Έλληνες επιδόθηκαν στην εξαφάνιση κάθε ίχνους της ενδιάμεσης ιστορίας τους και διατήρησαν και πρόβαλαν μόνο ότι τους συνέδεε με την αρχαία Ελλάδα. Τα βυζαντινά, υστεροβυζαντινά και οθωμανικά κτίσματα στην Ακρόπολη και γύρω από αυτήν γκρεμίστηκαν, χωρίς να καταγραφούν και αποτυπωθούν. Το υπουργείο πολιτισμού ουδέποτε ενδιαφέρθηκε για τη συντήρηση και αποκατάσταση της οικίας Μπενιζέλου στην οδό Αδριανού, μέχρις ότου πρόσφατα την παρέδωσε στην Εκκλησία, ως κατοικία της Αγίας Φιλοθέης και έτσι αποκαταστάθηκε.

Το ελληνικό κράτος όμως προχώρησε και στη σταδιακή αλλαγή των τοπωνυμίων. Το 1909 συγκροτήθηκε μια επιτροπή, υπό την προεδρία του Νικόλαου Πολίτη, της οποίας οι στόχοι περιγράφονται  ως εξής: «Είναι βεβαίως λυπηρόν το φαινόμενον τούτο, διότι τα βάρβαρα ονόματα και τα κακόφωνα ελληνικά λυπούσι μεν το γλωσσικόν συναίσθημα, έχουσι δε και επιβλαβή μορφωτικήν επήρειαν εις τους κατοικούντας συστέλλοντά πως και ταπεινούντα το φρόνημα αυτών, αλλά και παρέχουσι ψευδή υπόνοιαν περί της εθνικής συστάσεις των χωρίων αυτών, ων τα ξενικά ονόματα ηδύναντο να εκληφθώσιν ως μαρτυρούντα και ξενικήν καταγωγήν».

Κι έτσι, για να μη ταπεινωθεί το φρόνημά μας το Ζητούνι έγινε Λαμία, η Βοστίτσα Αίγιον, το Μπογιάτι Οίον, το Χασάνι Ελληνικόν, η Γκιουλμουτζίνα Κομοτηνή, ενώ η Βιτρινίτσα της Δωρίδας έγινε Ερατεινή από το όνομα της συζύγου του Δημάρχου της. Οι Σπέτσες μετονομάστηκαν σε Τυπάρηνος, όχι όμως για πολύ. Όπως γράφει ο Τερτσέτης «οι δύο πρωτόγεροι Χατζηγιάννης Μέξης και Ανδρέας Αναργύρου και ο ναύαρχος Ανδρούτσος δεν το έστεργαν ότι είναι Τυπαρήνιοι. Πιάνονται από άρματα είπαν … και οι Σπετζιώτες έμειναν Σπετζιώτες».

Αυτά είναι απλά παραδείγματα, αλλά οι μετονομασίες είναι πολλές και πολύ εκτεταμένες και φθάνουν ως τις μέρες μας. Στην περίοδο της δικτατορίας το Τουρκολίμανο έγινε Μικρολίμανο, το Πασαλιμάνι λιμήν Ζέας και ο τούρκικος καφές ελληνικός. Τελευταία σε μια εκδρομή στην Εύβοια πριν από δημοτικές εκλογές διέσχισα τους δήμους Ελυμνίων, Μεσσαπίων και Ταμινέων.

Από τις πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις όμως είναι το Δεδέ Αγάτς. Στο ψαροχώρι αυτό της Θράκης έφτασε το 1920 ο βασιλιάς Αλέξανδρος λίγο πριν από το θάνατό του από δάγκωμα μαϊμούς. Το δημοτικό συμβούλιο αποφάσισε τότε να μετονομάσει προς τιμή του νεαρού βασιλιά το Δεδέ Αγάτς σε Αλεξανδρούπολη. Ο Αλέξανδρος όμως δεν ήταν ούτε ένδοξος ούτε αγαπητός από την οικογένειά του λόγω του γάμου του με την Ασπασία Μάνου και βασίλεψε μόνο τρία χρόνια, όταν εξορίστηκε ο πατέρας του. Για αυτό σιγά σιγά και με τη βοήθεια του ήλιου της Βεργίνας  αφήνεται να σχηματισθεί η εντύπωση ότι η πόλη πήρε το όνομά της από τον Μέγα Αλέξανδρο.

Το όνομα για τους σύγχρονους Έλληνες είναι πολύ σημαντικό. Η συνέχεια του ονόματος αποδεικνύει και τη συνέχεια του αίματος. Ο πρωτότοκος γιος θα πάρει όχι μόνο το επώνυμο, αλλά και το όνομα του παππού του και θα διασφαλίσει τη συνέχεια της γενιάς. Ο πατέρας δίνει τη συνέχεια του αίματος και του ονόματος. Η μητέρα είναι ένας αμελητέος ξενιστής, που το επώνυμό της είναι σε πτώση γενική και δεν είναι σε θέση να διαταράξει ούτε τη συνέχεια του αίματος, ούτε τη συνέχεια του ονόματος.

Το οικογενειακό όνομα διασφαλίζει τη συνέχεια του αίματος της πατριάς και το τοπωνύμιο τη συνέχεια του αίματος της κοινότητας ή της κοινωνίας. Αλλά η συνέχεια δεν είναι αυταξία. Έχει τόση αξία, όση ακριβώς της δίνουμε.

Στις μέρες μας αποφεύγουμε να μιλάμε για τη συνέχεια του αίματος, γιατί κινδυνεύουμε να χαρακτηριστούμε ρατσιστές. Μιλάμε μόνο, για τη συνέχεια του ονόματος, αλλά πίσω από το όνομα υπολανθάνει ο εθνικιστικός πόθος για τη συνέχεια του αίματος. Το όνομα ως σημαίνον παραπέμπει σε ένα σημαινόμενο, που συχνά είναι φανταστικό ή μεταφυσικό.

Για όλους αυτούς τους λόγους δεν αναγνωρίζουμε στο γειτονικό λαό το όνομα που έχει επιλέξει, ούτε την ταυτότητά του. Θέλουμε εμείς να του επιβάλουμε όνομα και μάλιστα erga omnes.

Πριν από λίγες δεκαετίες είχε δημιουργηθεί μια εθνικιστική κίνηση να επιβληθεί στους υπόλοιπους λαούς, όταν αναφέρονται στην Ελλάδα και στους Έλληνες να χρησιμοποιούν αποκλειστικά το όνομα Hellas και τα παράγωγά του. Κάτι αντίστοιχο δηλαδή με το να μας επιβάλει η Γερμανία να χρησιμοποιούμε το όνομα Deutschland και μόνο αυτό erga omnes. Θυμάμαι μάλιστα τα χρόνια των σπουδών στην Οξφόρδη, που μια ομάδα φοιτητών ζήτησε να μετονομαστεί το φοιτητικό Greek Society σε Hellenic. Αρνηθήκαμε οι περισσότεροι και η ομάδα αυτή αποσχίστηκε και δημιούργησε το Hellenic Society.

Αντίθετα ας φανταστούμε για μια στιγμή τι θα γινόταν αν κάποιο κράτος ή κάποια κράτη θεωρούσαν ότι δεν έχουμε δικαίωμα να ιδιοποιούμαστε αποκλειστικά τον ελληνικό πολιτισμό και  απαιτούσαν να χρησιμοποιούμε το όνομα Greeks erga omnes. Οι μόνοι που θα χαίρονταν θα ήταν ο Βούλγαρης, ο Κοραής και ο Υψηλάντης, αλλά αυτοί δεν ζουν πια. Ίσως καλύτερη τύχη θα είχε η πρόταση να χρησιμοποιούμε erga omnes το όνομα λεβέντες. Γιατί αναγνωρίζουμε σε αυτό μόνο τη σημασία που του έχουμε δώσει και αγνοούμε ότι προέρχεται από τη λέξη levante και άρα σημαίνει ανατολίτες.

Ο Αμίρ και η σημαία από άλλη οπτική

Διάβασα με ειλικρινή συγκίνηση όσα έχουν γραφεί για συμπαράσταση προς τον Αμίρ και σε σχέση με τη σημαία που δεν κράτησε και σε σχέση με την επίθεση που έγινε στο σπίτι του. Δεν θέλω να ασχοληθώ με την επίθεση ούτε με την καπηλεία του θέματος από την κυβέρνηση και προσωπικά από τον πρωθυπουργό, γιατί δεν έχω κάτι σημαντικό να προσθέσω. Θέλω όμως να προσπαθήσουμε να δούμε το θέμα της σημαίας από άλλη οπτική γωνία.

Έχω επανειλημμένα αντιταχθεί στις μαθητικές παρελάσεις (και τις παρελάσεις γενικότερα) και στις σημαιοφορίες. Η σημαία, ως σύμβολο του κράτους, πρέπει γενικότερα να χρησιμοποιείται όπου απαιτείται η εκπροσώπηση του κράτους και όχι για εθνικιστικές εξάρσεις. Οι λόγοι είναι πολλοί, αλλά τώρα θα επιμείνω μόνο σε ένα.

Είμαστε πλέον μια πολυπολιτισμική κοινωνία, όπως οφείλει κάθε σύγχρονη κοινωνία να είναι. Τα σχολεία μας είναι ευτυχώς και αυτά πολυπολιτισμικά, όσον αφορά τις μαθήτριες και τους μαθητές. Δυστυχώς όμως η παιδεία μας είναι άκρως εθνικιστική. Άλλωστε, όταν στις μέρες μας με δήθεν προοδευτική διάθεση θεωρούμε ότι είναι Έλληνες «οι της ημετέρας παιδείας μετέχοντες» αυτό κυρίως εννοούμε. Όσοι ενστερνίζονται τα διδάγματα και τα παραγγέλματα της εθνικιστικής παιδείας είναι Έλληνες, στα πλαίσια ενός πολιτισμικού ιμπεριαλισμού.

Όταν όμως καλούμε τον Αμίρ να φέρει την ελληνική σημαία και να παρελάσει με αυτήν παρουσιάζοντας το εγχείρημα ως μεγάλο του προνόμιο, στην ουσία προβαίνουμε σε ένα εθνοτικό προσηλυτισμό, πιο απαράδεκτο ή έστω εξίσου απαράδεκτο με τον θρησκευτικό προσηλυτισμό. Κανένα παιδί άλλης εθνότητας και μάλιστα προσφυγόπουλο δεν μπορεί να αντισταθεί σε αυτή την τόσο καλά οργανωμένη διαδικασία αλλοτρίωσης. Οι πρόσφυγες και γενικότερα οι μειονότητες πρέπει να μπορούν, χωρίς περιορισμούς και πιέσεις, να διατηρούν τα εθνοτικά τους στοιχεία. Δεν περιμένω από τον Αμίρ να αρνηθεί να κρατήσει τη ελληνική σημαία και να μη συμμετάσχει στην παρέλαση. Περιμένω ματαιοπονώντας από την πολιτεία να προχωρήσει σε μια ανεξίθρησκη και μη εθνικιστική εκπαίδευση και να καταργήσει τις παρελάσεις και τις σημαιοφορίες.

Ο πρωθυπουργός χάρισε στον Αμίρ την ελληνική σημαία (να την κάνει τι;) και παράλληλα είναι σε αγαστή συνεννόηση με τη γερμανική κυβέρνηση για τη μη συνένωση των οικογενειών των προσφύγων. Ο πατέρας του Αμίρ βρίσκεται στη Γερμανία και δεν του επιτρέπεται να συναντήσει την οικογένειά του. Μήπως κι εκείνος θέλει να κρατήσει τη γερμανική σημαία; Μήπως η κ. Μέρκελ του χαρίσει μια σημαία, για να τον παρηγορήσει που δεν μπορεί να δει την οικογένειά του; Ο Αμίρ δεν έχει ανάγκη από πατέρα. Τώρα έχει την ελληνική σημαία.  Να σε κάψω Γιάννη, να σ´ αλείψω μέλι, όπως θα ´λεγε και ο πρωθυπουργός, που του αρέσουν οι παροιμίες.

Άκουγα χθες τον πρόεδρο της Δημοκρατίας να αγορεύει για τη μειονότητα της Θράκης και να καταγγέλλει για παραβίαση του διεθνούς δικαίου όποιον την θεωρεί κάτι άλλο εκτός από μουσουλμανική. Στην Ελλάδα μόνιμα και ηθελημένα συγχέουμε τις έννοιες υπηκοότητα και εθνότητα, ακριβώς για να μην αποκτήσει εθνότητα η μειονότητα. Αφού είναι Έλληνες υπήκοοι, άρα είναι Έλληνες. Το να αρνείσαι όμως σε μια μειονότητα τον εθνοτικό της αυτοπροσδιορισμό συνιστά κατάφωρη παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Και όταν παραβιάζεις ανθρώπινα δικαιώματα δεν μπορείς να επικαλείσαι ούτε νόμους, ούτε διεθνείς συνθήκες που υπεγράφησαν πριν εκατό χρόνια.

Θα μου πείτε, βέβαια, ας είχε και ο Αμίρ, και όλοι οι Αμίρ, την ελληνική υπηκοότητα και θα βλέπαμε για τα υπόλοιπα.