Από τη στιγμή που ανέλαβα τη διεύθυνση του γυμνασίου δεν είχα ψευδαισθήσεις για τις προσδοκίες της ιδιοκτησίας και συγχρόνως ήξερα πως δεν έπρεπε να επιτρέψω στον εαυτό μου να μεταβληθεί σε διευθυντικό στέλεχος ανώνυμης εταιρίας. Ήμουν και έπρεπε να παραμείνω εκπαιδευτικός και να φροντίσω να βελτιωθεί το εκπαιδευτικό έργο με μοναδικούς γνώμονες το παιδαγωγικό συμφέρον των παιδιών και την προάσπιση του ρόλου των εκπαιδευτικών. Δεν είχα διλήμματα, γιατί ήξερα τι έπρεπε να γίνει από τότε που ήμουν καθηγητής, χωρίς καμιά διοικητική θέση. Για να γίνει το εκπαιδευτικό έργο καλύτερο, έπρεπε να αναβαθμισθεί ο ρόλος των εκπαιδευτικών. Όταν οι εκπαιδευτικοί αισθάνονται πως ο λόγος τους δεν μετράει σε τίποτε, πως δεν συμμετέχουν στις αποφάσεις, που λαμβάνονται πρόχειρα και χωρίς παιδαγωγικά κριτήρια, πως όλα γίνονται ερήμην τους, πως δεν επιβραβεύονται η προσφορά και η σκληρή εργασία, αλλά οι δημόσιες σχέσεις, τότε το εκπαιδευτικό και το παιδαγωγικό έργο δεν πάνε καλά. Δεν μπορούν να πάνε καλά, γιατί σταδιακά μειώνονται το κέφι για προσφορά, η διάθεση για ενημέρωση και καλύτερη κατάρτιση, η πρωτοβουλία για ανανέωση. Οι εκπαιδευτικοί καταλήγουν να είναι διεκπεραιωτές μιας αποσκελετωμένης ύλης. Ήξερα επομένως πως έπρεπε να αναβαθμισθεί ο ρόλος τους, παράλληλα με πιέσεις για οικονομική ικανοποίηση. Και μπορεί για τα οικονομικά άλλοι να είχαν τον τελευταίο λόγο, αλλά για την ηθική αναβάθμισή τους και την αύξηση του κύρους τους ήμουν αποκλειστικά υπεύθυνος και αρμόδιος, παρά τις δυσκολίες και τα εμπόδια.
Συνέχεια →