Από τη Νάπολη ως τον Πειραιά

Αυτές τις μέρες παρακολουθώ με αγγλικούς υπότιτλους και μεγάλο θαυμασμό το My Brilliant Friend της Elena Ferrante. Κανένα άλλο βιβλίο δεν έχει αποδοθεί τόσο πιστά στην οθόνη, καμιά προδοσία, καμιά απογοήτευση, γίνεσαι κι εσύ μέρος αυτής της ναπολιτάνικης φτωχογειτονιάς στις δεκαετίες του 50 και του 60. Τις νύχτες ακούω τη Maestra Oliviero να φωνάζει Cerullo, Greco και μου θυμίζει τη δική μου δασκάλα της τρίτης δημοτικού, την κυρία Φιλία Γούλα…

Ένα πρωί, τον Μάρτη του 1960, η κυρία Φιλία δεν ήρθε στην τάξη. Ήταν στο γραφείο κλεισμένη με όλες τις δασκάλες και τον δάσκαλο της έκτης τον κύριο Θεοδωράκη, που ήταν ο διευθυντής του σχολείου. Δεν κάναμε μάθημα εκείνο το πρωί, μας πρόσεχαν τα μεγάλα παιδιά της έκτης. Στο διάλειμμα κατεβήκαμε στην αυλή, όπου ήταν και το γραφείο των δασκάλων. Κοίταξα από το παράθυρο και είδα την κυρία Φιλία όρθια. Δεν ξέρω αν με είδε κι εκείνη, αλλά αμέσως άνοιξε την πόρτα και μου είπε: «Δίνεται μια υποτροφία για το Κολλέγιο. Είναι για παιδί της τρίτης δημοτικού από τον Πειραιά. Κάθε σχολείο θα στείλει τον καλύτερό του μαθητή και θα γίνουν εξετάσεις. Εμείς θα στείλουμε εσένα και να πας να φέρεις τον πατέρα σου να υπογράψει την αίτηση».

Τρέχοντας κατέβηκα την οδό Βιτωλίων. Στη Σπάρτης έστριψα δεξιά, γιατί πιο κάτω ήταν έξω πάλι το μεγάλο αγόρι. Όχι, δεν τον φοβόμουν. Μια φορά μόνο τον φοβήθηκα. Την προηγούμενη χρονιά που είχαμε πάρει τους ελέγχους. Περπατούσα κρατώντας τον έλεγχο στο χέρι κι εκείνος μού τον άρπαξα. Φοβήθηκα τότε ότι θα μου τον έσκιζε, αλλά εκείνος μέτρησε ένα ένα τα δέκα δεκάρια και μονολόγησε. Δέκα οι δέκα εκατό, διά του δέκα, δέκα. Βγαίνεις με δέκα μου είπε, μου έδωσε πίσω τον έλεγχο και με χτύπησε φιλικά στην πλάτη. Τώρα θα ήθελε να με ρωτήσει πού τρέχω κι άλλα τέτοια, αλλά εγώ βιαζόμουν. Έστριψα στης Σπάρτης και ξανά στη Μεσολογγίου. Δεν πρόσεξα και πάτησα στο αυλάκι με τα βρωμόνερα, που κυλούσαν μόνιμα μπροστά από τις παράγκες κι ο πλαστικός άσπρος γιακάς πήρε τρεις στροφές γύρω από το λαιμό μου μέχρι να φτάσω σπίτι μας. Η μάνα μου ήταν στην ταράτσα και έπλενε ρούχα στη σκάφη. Η λαχανιασμένη μου φωνή «μαμάααααα» ανέβηκε τις σκαλες πριν από μένα και την βρήκε σκυμμένη πάνω από τη σκάφη, ιδρωμένη να στάζει ο ιδρώτας από το μέτωπό της, με το κεφάλι τυλιγμένο με άσπρο τουλπάνι, για να μην την κάψει ο ήλιος του Μάρτη. Μέχρι να φτάσω στην ταράτσα είχε ισιώσει το κορμί της, είχε παραμερίσει το τουλπάνι από το πρόσωπο και με κοίταζε σαστισμένη. Της τα είπα γρήγορα γρήγορα. Σκούπισε τα χέρια της, έβγαλε την ποδιά και το μαντήλι, άφησε την πλύση και το καζάνι με το νερό να ζεσταίνεται στη γκαζιέρα και με έπιασε από το χέρι. «Πάμε στον πατέρα σου, μου είπε». Τα είπα και σε εκείνον κι όσο μιλούσα σκυθρώπιαζε. «Δεν πάω πουθενά, είπε. Δεν υπογράφω τίποτε. Δεν θέλω ο γιος μου να μπλέξει με την αλητεία». Η μάνα μου δεν απάντησε. Με άρπαξε από το χέρι πάλι και πήγαμε δίπλα, στο θείο μου. «Πήγαινε να υπογράψεις εσύ, του είπε, γιατί ο αδελφός σου δεν πάει, τον ξέρεις τι είναι».

Όλη την υπόλοιπη ημέρα δεν κάναμε μάθημα, ούτε την επομένη. Στο γραφείο των δασκάλων ετοιμαζόταν η έκθεση που θα συνόδευε την αίτηση. Ακόμη αναρωτιέμαι τι έγραφαν τόσες ώρες.

Μετά από λίγες ημέρες ήρθε η ειδοποίηση να παρουσιαστώ την Τρίτη σε ένα σχολείο στην Καλλίπολη του Πειραιά για εξετάσεις. Τριανταένα κουρεμένα αγόρια 9 ετών. Γράφαμε όλο το πρωινό. Το μεσημέρι φεύγοντας μας είπαν πως την άλλη μέρα θα έστελναν τηλεγράφημα στα παιδιά που είχαν γράψει καλύτερα, για να ξανάρθουν την Πέμπτη.

Μπήκαμε στο λεωφορείο, για να γυρίσουμε σπίτι και η μάνα μου, μού εξήγησε ότι δεν θα ερχόταν τηλεγράφημα, γιατί από αυτά που είδε κι άκουσε, όσο εγώ έγραφα, κατάλαβε πως τηλεγράφημα δεν θα ερχόταν. «Θα έρθει», απάντησα κοφτά.

Την άλλη μέρα ξύπνησα με ψηλό πυρετό. Η μάνα μου μού είπε. Είσαι άρρωστος. Δεν μπορείς αύριο να πας κι έτσι κι αλλιώς τηλεγράφημα δεν θα έρθει. «Θα έρθει το απόγευμα, της είπα, και θα πάω. Θα γίνω καλά.» Την άλλη μέρα, στο ίδιο σχολείο της Καλλίπολης εμφανιστήκαμε για εξετάσεις οχτώ παιδιά.

Την επόμενη εβδομάδα, Μεγάλη Τετάρτη πλέον και δεν είχαμε σχολείο, ήρθε ο μακρόστενος φάκελος. Λίγο αργότερα και η εφημερίδα. Αλλά το όνομά μου γραφόταν παντού Γεώργιος Δημητρίου Θαλάσσης, όχι Κωνσταντίνου. Κι ο θείος ο Μήτσος, που δεν είχε παιδιά, καμάρωνε. Χρειάστηκαν πιστοποιητικά και δεν ξέρω τι άλλο, για να αλλάξει το όνομα και να γίνει Κωνσταντίνου.

Ο πατέρας μου δεν πάτησε ποτέ στο Κολλέγιο, παρά μόνο στην τελετή αποφοίτησης. Την επόμενη χρονιά πέθανε και δεν είχα πλέον κανένα να μου ξεφλουδίζει μία μία τις ρόγες από το ροζακί σταφύλι, να βγάζει τα κουκούτσια και να με ταΐζει στο στόμα.

Την αλητεία δεν την γνώρισα. Μόνο γελαστά, καλοσυνάτα παιδιά. Και βαθιά δημοκράτες εκπαιδευτικούς. Ύστερα πήραμε ο καθένας το δρόμο του. Κι ο Αντώνης Σαμαράς κι ο Νίκος Μπίστης κι ο Αρίστος Δοξιάδης. Κι ο αγαπημένος φίλος μου ο Ανδρέας, που έγινε σπουδαίος γιατρός στην Αμερική και κάποτε γύρισε πίσω. Μου έκανε αίτημα φιλίας και χάρηκα τόσο πολύ. Και μετά μου έγραψε πως το κείμενο που δημοσίευσα για τις επιθέσεις της ΕΟΚΑ Β στους Τουρκοκύπριους ήταν απαράδεκτο. Κι αν ξανακάνω ανάλογο λάθος θα με διαγράψει. Του είπα να με διαγράψει αμέσως, πως θα ξαναδημοσιεύσω και πως προτιμούσα να τον θυμάμαι όπως ήταν τότε κι όχι όπως εξελίχθηκε. «Συ είπας» απάντησε και με διέγραψε.

Τελευταία ήρθε ένα ενημερωτικό τεύχος του Κολλεγίου. Μια από τις ειδήσεις ήταν ότι σχεδόν το μισό υπουργικό συμβούλιο ήταν απόφοιτοι του Κολλεγίου. Από τον Μητσοτάκη, τον Δένδια και τον Βορίδη ως την Κεραμέως και τη Δόμνα Μιχαηλίδου. Μου έφερε μια θλίψη αυτό. Αλλά το ότι κι αυτοί κι εγώ (και τόσοι άλλοι) τελειώσαμε το ίδιο σχολείο δεν λέει τίποτε για αυτούς, όπως δεν λέει και για μένα. Αλί που το χει η κούτρα του να κατεβάζει ψείρες.

Η χειμάζουσα νεολαία

Η κυνική και αδιάντροπη δήλωση του Άδωνι Γεωργιάδη με την ιδιότητα του Υπουργού Ανάπτυξης ότι επιβιώνεις με 200€ το μήνα είναι ένα επιπλέον πλήγμα στο ήδη ζοφερό μέλλον της χειμάζουσας ελληνικής νεολαίας. Η δήλωση αυτή αυτοαναιρεί την υποτιθέμενη ανάπτυξη και προετοιμάζει για ένα ακόμη δυσχερέστερο και αβέβαιο μέλλον την ελληνική κοινωνία και ιδιαίτερα το πιο ευαίσθητο και ευάλωτο τμήμα της που είναι οι νέες γενιές.

Δεν ξεχνούμε τα πλήγματα που έχει δεχθεί η νεολαία μας στο πρόσφατο παρελθόν με την ανεργία και τον κατώτατο μισθό πείνας, που ανάγκασε όσους είχαν τα προσόντα και τη δυνατότητα να αναζητήσουν καλύτερες ευκαιρίες στο εξωτερικό. Παράλληλα, η κάθε τόσο εξαγγελλόμενη ανάπτυξη απέστρεφε το βλέμμα της από τα παιδιά που μεγάλωναν χωρίς θέρμανση, χωρίς ηλεκτρικό, χωρίς σωστή και επαρκή διατροφή και κυρίως χωρίς ελπίδα.

Όλα αυτά, έως πρόσφατα, παρουσιάζονταν ως παράπλευρες απώλειες ή ως αναπόφευκτες θυσίες του ελληνικού λαού και δεν είχαν τον χαρακτήρα μια στοχευμένης επίθεσης απέναντι στην νεολαία. Τώρα όμως η κυβέρνηση έχει μπει σε ανοιχτό πόλεμο με τη νέα γενιά, με εξαίρεση αυτούς που είναι ηλικιακά νέοι, αλλά είναι ιδεολογικά παροπλισμένοι στο λιμάνι της συντήρησης και της οπισθοδρόμησης, στο λιμάνι δηλαδή από το οποίο η κυβέρνηση αντλεί τους ψηφοφόρους της και η εκκλησία τους πιστούς της. Για την υπόλοιπη όμως νεολαία που ιδεοφορεί και αγωνίζεται για ένα κόσμο πιο έντιμο και πιο δίκαιο, για την νεολαία που είναι ικανή και πρόθυμη να πάει τον κόσμο ένα βήμα πιο μπροστά, για την νεολαία που πολλοί ευτυχώς καμαρώνουμε, για αυτή την νεολαία η κυβέρνηση έχει κηρύξει έναν αμείλικτο πόλεμο. Κατάργησε το πανεπιστημιακό άσυλο και ευαγγελίζεται πανεπιστήμιο αποστειρωμένο από το μικρόβιο του προβληματισμού, της αναζήτησης, των κοινωνικών και ιδεολογικών ζυμώσεων που έφερε σε όλο τον κόσμο τα πανεπιστήμια και τους φοιτητές στην πρωτοπορία των εξελίξεων.

Κήρυξε τον πόλεμο στα Εξάρχεια που ανέκαθεν ήταν το στέκι των φοιτητών και γενικά των ασυμβίβαστων νέων, αυτών στους οποίους στηρίζεται η ελπίδα της κοινωνίας μας για έναν κόσμο χωρίς εκμετάλλευση, χωρίς καταπίεση, χωρίς πατριαρχία, χωρίς σεξισμό, χωρίς ομοφοβία. Κήρυξε έναν πόλεμο που περιλαμβάνει πολύ ξύλο, πολύ αίμα, πολλούς τραυματίες, πολλά χημικά, πολύ εκφοβισμό, πολλές παραβιάσεις της νομοθεσίας, πολλούς προπηλακισμούς, πολλές σεξουαλικές παρενοχλήσεις και άλλες ατιμωτικές πράξεις.

Παράλληλα η υπουργός Σκοταδισμού, που κατ’ ευφημισμό ονομάζεται Παιδείας, φροντίζει να κάνει τη φοίτηση στα πανεπιστήμια δυσχερέστερη, αγνοώντας, πώς άλλωστε να το ξέρει, πως πολλοί φοιτητές εργάζονται σκληρά και κοπιαστικά, για να έχουν τα μέσα να σπουδάσουν. Και προσβλέπει σε ένα σχολείο που ακόμη περισσότερο θα καλλιεργεί τον εθνικισμό και τη μισαλλοδοξία, δικαιολογημένα βέβαια αφού αυτά τα στοιχεία την ανέδειξαν στο υπουργικό αξίωμα. Και κάθε μέρα μού θυμίζει εκείνους/ες τους/τις εκπαιδευτικούς που έχω συγκρουστεί μαζί τους και δεν ανέχονταν ένα αγόρι με σκουλαρίκι, ένα κορίτσι με βαμμένα νύχια, μια πράσινη τούφα στα μαλλιά και που μόνο ήξεραν να περιθωριοποιούν παιδιά, αντί να τα αγκαλιάζουν, γιατί δεν ήξεραν πως κανένα παιδί δεν πρέπει να ζει και να μεγαλώνει στο περιθώριο, αλλά πάντα μέσα στην αγκαλιά του σχολείου και της κοινωνίας.

Να μην ξεχάσουμε και τα άλλα παιδιά, που μεγαλώνουν σε σκηνές, που ξεπαγιάζουν, που πεινούν, που κακοποιούνται, που δεν πάνε σχολείο, που μεγαλώνουν «ασυνόδευτα» και γενικά όλο αυτό το έντιμο αίμα που μια μέρα θα ζητήσει εκδίκηση και θα την λάβει δικαίως από όλους μας.

Οι μαύροι

-Γιατί τους λέτε μαύρους;

-Δεν είναι απέξω τους μαύροι, παιδί μου. Το μέσα τους είναι μαύρο. Είχα ακούσει για άλλους που έλεγαν ότι «έχουν μαύρη ψυχή» και κατάλαβα πως δεν μιλούσαν πράγματι για χρώμα.

Όταν μεγάλωσα λίγο περισσότερο μού έγινε φανερό ότι οι μαύροι ήταν οι δεξιοί. Αλλά δεν έλεγαν όλους τους δεξιούς μαύρους, όπως δεν έλεγαν τον νονό μου που είχε κρεμασμένη στον τοίχο τη φωτογραφία του Καραμανλή. Για τον νονό έλεγαν μόνο ότι είναι καραμανλικός κι αυτό ήταν κάπως σαν αστείο, γιατί, όταν το έλεγαν γελούσαν κοροϊδευτικά. Κι αυτό με στενοχωρούσε τότε, γιατί ήξερα πως το να είσαι καραμανλικός ήταν πολύ κακό.

Στις 21 Απριλίου του 1967 θα άρχιζαν οι διακοπές του Πάσχα. Όταν ξύπνησα εκείνο το πρωί το ραδιόφωνο έπαιζε δυνατά εμβατήρια κι ο πατέρας μου μού είπε πως δεν θα πήγαινα σχολείο, γιατί είχε γίνει δικτατορία. Αμέσως κατάλαβα ότι οι μαύροι την έκαναν, αλλά έλπιζα ότι θα ήταν κάτι παροδικό κι αμέσως ρώτησα τον πατέρα μου πόσο θα κρατήσει, ελπίζοντας ότι θα μου έλεγε «λίγες μέρες, ως τις εκλογές τον άλλο μήνα». Δεν μου είπε όμως αυτό. Μου είπε «εγώ δεν θα προλάβω να τη δω να πέφτει. Θα έχω πεθάνει». Τότε κατάλαβα πόσο άσχημη ήταν η κατάσταση. Και, πράγματι, ο πατέρας μου πέθανε το 1971.

Κλειστήκαμε στο σπίτι εκείνη την ημέρα, αλλά το μεσημέρι  μας χτύπησε το κουδούνι η αδελφή του πατέρα μου, η θεία Τούλα που τότε ήταν εξήντα έξι ετών. Έμενε μακριά, στη Χαραυγή, λεωφορεία δεν κυκλοφορούσαν, αλλά εκείνη περπάτησε όλη αυτή την απόσταση, για να δει αν είμαστε καλά. Την είδε και η γειτόνισσα από δίπλα και είπε:   «μόνο οι παλιογυναίκες κυκλοφορούν τις απαγορευμένες ώρες».

Το επόμενο διάστημα ήμασταν μουδιασμένοι. Δεν μιλούσαμε με κανένα παρά μόνο με τους συγγενείς και η ζωή έδειχνε να συνεχίζεται, αλλά δεν ήταν ίδια. Κι ο θείος μου ο Μήτσος, ο αδελφός του πατέρα μου, που έμενε δίπλα μας και ήταν συνταξιούχος σιδηροδρομικός των ΣΕΚ, εξακολουθούσε να πηγαίνει κάθε πρωί στο καφενείο και να παίζει πρέφα κι εξήντα έξι. Και στις 12 παρά δέκα ήταν στο σπίτι. Πήγαινε πρώτα στο μπάνιο και μετά καθόταν στο στρωμένο τραπέζι. Στερέωνε την πετσέτα στο λαιμό του και έβγαζε από την τσέπη το ρολόι. Ρολόι Longines, με το σήμα των ΣΕΚ επάνω, κουρδιστό, μεγάλης ακρίβειας. Κρατούσε το ρολόι και περίμενε. Και μόλις έδειχνε δώδεκα η ώρα φώναζε: «Καλλιόπη, δώδεκα» και την ίδια στιγμή άνοιγε η πόρτα της κουζίνας και έμπαινε η θειά μου με την πιατέλα γεμάτη.

Όμως μια μέρα, τέλη Ιουνίου του 67, που είχαν κλείσει το σχολείο και είχαμε βγει με τη θεία μου στο πεζοδρόμιο να περιμένουμε το θείο, εγώ δεν κοίταζα προς τα κάτω το δρόμο, μόνο η θεία μου κοίταζε και μια στιγμή έκανε «ωχ, τι με περιμένει!»  Τι έγινε, της λέω. «Δε βλέπεις, πάνε πάνω κάτω οι ώμοι του, Φουρκισμένος έρχεται». Ήρθε χωρίς να μου πει τα συνηθισμένα γλυκόλογα κι η θειά μου μού είπε να κάτσω να φάμε μαζί, μήπως και ηρεμήσει. Και φάγαμε αμίλητοι. Και μόνο στο τέλος ξεσπάθωσε. «Ακούς εκεί;» Οι φίλοι του στο καφενείο του είπαν ότι οι συνταγματάρχες ήταν καλοί άνθρωποι και το έκαναν για το καλό μας. Κι ο θείος μου έδωσε μια κλωτσιά στο τραπέζι, πλήρωσε τα σπασμένα κι έφυγε. Και είπε στη θειά μου να ετοιμαστεί να φύγουν νωρίτερα για το χωριό. Και το Σεπτέμβρη που γύρισαν άλλαξε καφενείο και στο παλιό δεν ξαναπάτησε. 

Τους μαύρους όμως τους συναντούσαμε παντού. Και το 1973, τότε με το Πολυτεχνείο, παντού ξεφύτρωναν μαύροι που έλεγαν «οι αλήτες τι μας έκαναν! Θα έκανε εκλογές ο Μαρκεζίνης και θα είχαμε δημοκρατία σε λίγο, αλλά τα παλιόπαιδα μας γύρισαν πίσω».

Και τώρα πια οι μαύροι είναι παντού και πολλοί. Και πάντα για αλήτες μιλάνε. Αλήτες όσοι πάνε στην πορεία για το Πολυτεχνείο, αλήτης ο Αλέξανδρος, αλήτες όσοι πάνε στην πορεία για το παιδί, αλήτες όσοι περνούν από τα Εξάρχεια.

Και μας κάνουν τη ζωή μαύρη, όπως είναι το μέσα τους.

ΥΓ Το «μαύρο» υπήρχε από παλιά στη γλώσσα μας και στο δημοτικό τραγούδι με σημασίες στενόχωρες, που δεν είχαν σχέση με το χρώμα. Με εξαίρεση μόνο τα άλογα και μερικά οικόσιτα ζώα, που είχαν μαύρο τρίχωμα. Ως προς τους δεξιούς όμως ήταν ένας πολύ συνηθισμένος χαρακτηρισμός στα παιδικά μου χρόνια και μάλλον συνδέεται με το μαύρο χρώμα του φασισμού. 

Όχι κ. Χρυσοχοΐδη ο Γρηγορόπουλος δεν προκάλεσε

Μας έχει συνηθίσει και σε κτηνώδη λόγια και σε κτηνώδεις πράξεις. Δεν έχω κάτι εναντίον των πραγματικών κτηνών, το αντίθετο μάλιστα. Στην απάνθρωπη με πολλαπλούς τρόπους συμπεριφορά του Χρυσοχοΐδη αναφέρομαι με βδελυγμία και φρίκη. Βέβαια είναι πολλοί στον κυβερνητικό περίγυρο που διεκδικούν ρόλο Κασιδιάρη, αλλά ας σταθούμε μόνο στην τελευταία δήλωση του ανάλγητου υπουργού: «Κάποιοι θέλουν ένα νέο Γρηγορόπουλο».

Δεν μπορώ να φανταστώ άλλη κοινωνική ομάδα που να θέλει τη δολοφονία ενός αθώου δεκαπεντάχρονου, εκτός από την αστυνομία και τους συνοδοιπόρους της. Αυτοί θέλησαν τον θάνατο του Αλέξανδρου, αυτοί τον δολοφόνησαν και αυτοί υποστήριξαν τους δολοφόνους και τους υποστηρίζουν ακόμη. Προφανώς όμως μέσα στους «κάποιους» ο Χρυσοχοΐδης δεν φωτογράφιζε τους δικούς του ανθρώπους. Αντίθετα άλλο πράγμα εννοούσε. Αυτό που εννοούν και υποστηρίζουν οι ακροδεξιοί υποστηρικτές της ΝΔ από την πρώτη στιγμή της δολοφονίας, που μιλούσαν για ένα παλιόπαιδο, για έναν αλήτη.

Από τις πρώτες δηλώσεις του Κούγια έως την τελευταία αγόρευση του συνηγόρου του Κορκονέα, η προσπάθεια τους απέβλεπε στο να παρουσιαστούν ο Κορκονέας και ο Σαραλιώτης ως τα θύματα του Γρηγορόπουλου, που προκάλεσε, έριξε μολότοφ και απείλησε την ασφάλεια και τη ζωή των δύο αστυνομικών και ανάγκασε τον Κορκονέα να πυροβολήσει για εκφοβισμό στον αέρα. Οι ισχυρισμοί αυτοί κατέπεσαν. Ακόμη και οι δολοφόνοι παραδέχθηκαν πως δεν υπήρχαν μολότοφ, οι αυτόπτες μάρτυρες και το βίντεο της δολοφονίας κατέδειξαν ότι δεν υπήρχαν προκλήσεις. Το πενταμελές εφετείο της Λαμίας αντιμετώπισε την υπόθεση με μεγάλη προκατάληψη, έδειξε μεγάλη επιείκεια και τελικά αποφυλάκισε τον Κορκονέα και αθώωσε τον Σαραλιώτη. Παρόλα αυτά αποφάσισε ότι ο Κορκονέας ήταν ένοχος ανθρωποκτονίας από πρόθεση με άμεσο δόλο. Ο συνήγορος του δολοφόνου με απύθμενο θράσος ως την τελευταία στιγμή ζήτησε να αναγνωριστεί στον πελάτη του το ελαφρυντικό ότι προκλήθηκε από τον Γρηγορόπουλο. Όμως ούτε ο εισαγγελέας, ούτε το δικαστήριο δέχθηκαν αυτό το ελαφρυντικό και αποφάνθηκαν ότι δεν υπήρξε καμία πρόκληση.

Για άλλη μια φορά ο Χρυσοχοΐδης είναι αδιάβαστος κι ας μην είχε μπροστά του ένα πολυσέλιδο μνημόνιο. Δεν διαβάζει, γιατί δεν χρειάζεται να διαβάσει. Οι ακροδεξιοί, ακόμη μια όταν φέρουν ένα δήθεν μετριοπαθές προσωπείο, τρέφονται από τις προκαταλήψεις τους και απαξιώνουν τη γνώση. Όταν λέει ότι κάποιοι θέλουν ένα νέο Γρηγορόπουλο, προφανώς εννοεί ότι κάποιοι θα προκαλέσουν, θα απειλήσουν τη ζωή των αστυνομικών και αυτοί θα αναγκαστούν και πάλι να σκοτώσουν, για να γλιτώσουν το τομάρι τους. Θα απειληθούν ακόμη μια φορά, όπως τους απείλησε ο Καλτεζάς, ο Γρηγορόπουλος, ο Σακελίων, ο Ζακ Κωστόπουλος και τόσοι άλλοι αθώοι που καταλήγουν καθημερινά στα νοσοκομεία.

Ο Χρυσοχοΐδης προετοιμάζει το έδαφος, για να βγει στο απολιτίκ ακροατήριο να πει ότι είχε προειδοποιήσει και ότι σε καμιά περίπτωση δεν φταίνε οι δικοί του.

Ο Χρυσοχοΐδης, όπως ασέλγησε τότε πάνω στην υπόληψη των οροθετικών γυναικών, ασελγεί και τώρα πάνω στη μνήμη του δολοφονημένου Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου.

Η Κιλότα

Τη δεκαετία του 60 ο κόσμος άρχισε να παίρνει τα πάνω του μετά τον πόλεμο και τον εμφύλιο. Άρχισαν και οι εισαγωγές και μερικοί λεφτάδες καμάρωναν για τα αποκτήματά τους που έρχονταν από το εξωτερικό, πάντα σε ζεύγη. Το ένα το έπαιρνε ο βασιλιάς και το άλλο κάποιος από αυτούς. Δεν ξέρω αν αυτός ο μύθος προερχόταν από τους καταστηματάρχες, για να αυξήσουν τις πωλήσεις τους ή ήταν φαντασίωση των αγοραστών. Η κουμπάρα η Σταμάτω ήταν πάντως πολύ περήφανη για το ψυγείο της. Δύο είχαν έρθει στην Ελλάδα, έλεγε. Το ένα το πήρε ο βασιλιάς και το άλλο αυτή. Δεν μπορούσε να συγκριθεί με το δικό μας το ψυγείο του πάγου που ήταν ελληνικής κατασκευής και όμοιό του σίγουρα δεν υπήρχε στο παλάτι. 

Η Σταμάτω έμενε στο διώροφο απέναντι μας, πάνω από το καφενείο του Φίλιππα. Αλλά ποτέ δεν την είχαμε δει να σφουγγαρίζει το μπαλκόνι της ή τις σκάλες της. Πρέπει να έκανε αυτές τις δουλειές νύχτα, για να μη τη δει ο κόσμος και την περάσει για καμιά παρακατιανή που καταπιάνεται με δουλειές του σπιτιού. Ούτε έβγαινε για ψώνια, αλλά τηλεφωνούσε στο μπακάλικο δίπλα της και της άφηναν τα ψώνια στο σκαλοπάτι της εξώπορτας. Κι όταν έβγαινε από το σπίτι της, για να σταματήσει κανένα ταξί, ποτέ δεν κοίταζε δεξιά-αριστερά και ποτέ δεν καλημέριζε κανένα. 

Τα έφερε όμως έτσι ο διάολος που μια φορά που η μάνα μου είχε ανέβει στην Αθήνα και στο γυρισμό περίμενε το τρένο για Πειραιά στο Μοναστηράκι, να σου κι εμφανίζεται η Σταμάτω. Με κρυφό ενθουσιασμό η μάνα μου και δήθεν σοκαρισμένη της λέει «κουμπάρα μου τι είναι αυτό;» ενώ ο κόσμος τριγύρω ήταν ξεκαρδισμένος στα γέλια. Η Σταμάτω πήγαινε με το τρένο στον Πειραιά, αλλά από κει έπαιρνε ταξί, για να πάει σπίτι της, για να μην τη δει ο κόσμος να χρησιμοποιεί συγκοινωνία. Αφού τέλειωσε τις δουλειές στην Αθήνα πέρασε κι από την Αγία Ειρήνη κι αγόρασε μια γαρυφαλλιά που στηριζόταν σε ένα καλάμι. Πήρε αγκαλιά η Σταμάτω τη γλάστρα και περπατούσε προς το Μοναστηράκι, ενώ γύρω της ο κόσμος πέθαινε στα γέλια. Η Σταμάτω όμως, ως κυρία του καλού κόσμου κοίταζε μόνο μπροστά, ούτε πάνω, ούτε κάτω, ούτε δεξιά, ούτε αριστερά. Κι έτσι δεν είδε ότι από τις κρεμασμένες στο δρόμο πραμάτειες των μαγαζιών το καλάμι της γαρυφαλλιάς ψάρεψε μιά κόκκινη κιλότα με μαύρη δαντέλα, την έκανε σημαία και την ξανέμιζε. «Ας το καλό κουμπάρα μου κι εγώ έλεγα τι γελάνε όλοι αυτοί, τόσο αστείο τους φαίνεται που κρατάω τη γλάστρα!». Εκείνη τη μέρα η μάνα μου ήρθε στο σπίτι με ταξί κι εμείς αναρωτιόμασταν μήπως η κιλότα ήταν εισαγωγής, μήπως είχαν έρθει στην Ελλάδα μόνο δύο, τη μια τη φόρεσε η βασίλισσα και η άλλη κρεμάστηκε στο καλάμι της Σταμάτως.

Όταν λέγαμε στη μάνα μου να μας πει την ιστορία με την κιλότα, πάντα μας έλεγε για το πάθημα της κουμπάρας. Έπρεπε να επιμείνουμε πολύ, για να μας πει και την άλλη ιστορία.

« Λίγο καιρό αφότου ήρθε να μείνει κοντά μας στον Πειραιά ο αδελφός μου ο ήρθε κι η κόρη του η Κούλα.  Eίχαν ξενοικιαστεί τα δύο μέσα δωμάτια κι ήρθε κι εκείνη με τον άντρα της για να ‘χει και τη μάνα της κοντά, γιατί ‘χε δυο μικρά παιδιά κι ένα στην κοιλιά τρία. Kαι μια μέρα να ‘σου και μού ‘ρχεται στο σπίτι η Κούλα, γκαστρωμένη τώρα ε, με την κοιλιά στο στόμα. «Kαλέ θεία», μου λέει «έχεις να μου δώσεις μια κιλότα δανεικιά, γιατί τις δικές μου τις έπλυνα κι είναι βρεγμένες στο σχοινί. Θέλω να αλλάξω, να πάω στο γιατρό να με κοιτάξει, γιατί πονάει η μέση μου». «Tι να σε κοιτάξει, μωρή, ο γιατρός», της λέω, «αφού γεννάς». «Όχι καλέ θεία, τώρα μπήκα στον έβδομο». «Mωρή, μήπως έχεις χάσει τις μέρες σου; Γιατί δε σε βλέπω καλά, κακομοίρα μου. Έχει κατέβει χαμηλά η κοιλιά σου κι αυτός ο πόνος στη μέση είναι σημάδι γέννας». «Tι λές, καλέ θεία, δεν ξέρω εγώ; Aφού σου λέω τώρα μπήκα στον έβδομο».

Nα μη σ’ τα πολυλογώ της δίνω την κιλότα. Mια ροζ ήτανε με μπιμπιλίτσα στο μπατζάκι. Tις είχα πάρει τρεις απο του Bασιλάκη και αυτήν την είχα αφόρετη. Tο θυμάμαι σαν να ‘τανε τώρα. «Θα τη βάλεις, τώρα, μωρή;», της λέω. «Nαι, καλέ θεία, κατευθείαν θα πάω». «Άντε», της λέω «και καλή λευτεριά».

Tο μεσημέρι μάθαμε πως ίσα που πρόλαβε, μόλις μπήκε στο γιατρείο του Ρόζενμπεργκ γέννησε, αγοράκι τέσσερα κιλά, «να το δεις, Σοφία μου, ένας παίδαρος, να μη βασκαθεί, το βράδυ με το καλό θα ‘ρθει σπίτι, πόσο να την κρατήσει κι ο γιατρός στο γιατρείο του, δεν είναι και κλινική βλέπεις». Το απόγευμα πράγματι γύρισε στο σπίτι. Eίχε πάει η μάνα της να την πάρει από νωρίς και, κάποια στιγμή που βγήκα στην πόρτα, τις είδα από μακριά να ‘ρχονται με το μωρό αγκαλιά. Δρόμος τους ήταν έτσι κι αλλιώς και είπα να σταθώ στην πόρτα να τις περιμένω, γιατί αυτές ήταν ικανές να μπούνε και μέσα και ασαράντιστη λεχώνα εγώ δε βάζω σπίτι μου.

«Nα σου ζήσει μωρή», της λέω, αφού ήρθανε κοντά, να μη μας ακούει κι ο κόσμος. «Σε ευχαριστώ, θεία μου, σε ευχαριστώ. Kαι την κιλότα θα την πλύνω και θα στη στείλω καθαρή».

Δε λέω βέβαια, λεχώνα ήταν, δε θα ‘βαζε μπουγάδα αμέσως. Kαι πάνω στη βδομάδα μάθαμε ότι σκοτώθηκε ο άντρας της. Στα ναυπηγεία δούλευε, κάνανε οξυγονοκόλληση  σ’ ένα καζάνι καί έγινε έκρηξη και πάνε έξι νομάτοι. Tους πήγαν στο Tζάννειο, όλοι τους τελειωμένοι, κατέβηκε κι ο υπουργός μάλιστα.

Mετά απ’ αυτό τα μάζεψε η ανιψιά μου και πήγε στης πεθεράς της να μείνει. Πολύ μεγάλη δυστυχία. Ποιος νοιαζόταν για την κιλότα.

Η Απεργία στη Σχολή Μωραΐτη

Η κ. Χρυσάνθη Μωραΐτη-Καρτάλη, ιδιοκτήτρια της Σχολής Μωραΐτη, κάλεσε τους εκπαιδευτικούς εκτάκτως την Πέμπτη 26 Σεπτεμβρίου στο θέατρο του Σχολείου μετά τη λήξη των μαθημάτων, για να τους επιπλήξει, επειδή συμμετείχαν στην απεργία της 24ης Σεπτεμβρίου.

Με λίγα λόγια τους είπε ότι δεν σκέφτονται και απέργησαν, επειδή παρασύρθηκαν από την Πόπη, τη Βιβή και τον Τάκη, έκαναν μεγάλο κακό στο Σχολείο και τώρα πρέπει να δουλέψουν δυο και τρεις φορές περισσότερο, για να ξεχαστεί το κακό που έκαναν. Εμμέσως τους απείλησε λέγοντας πως εκείνη δεν έκανε απολύσεις, ενώ μπορούσε, όπως έκαναν άλλα σχολεία. Δήλωσε πως οι γονείς είναι πολύ δυσαρεστημένοι με αυτή την απεργία και πως δεν έχει τι να τους απαντήσει. Όταν οι εκπαιδευτικοί ζήτησαν να λάβουν το λόγο και να δώσουν εξηγήσεις, δήλωσε πως δεν θα έκανε διάλογο μαζί τους και αποχώρησε.

Ωστόσο με κάθε ευκαιρία δηλώνει «είμαστε ένα δημοκρατικό σχολείο» και ο Αντώνης Καρτάλης στην εναρκτήρια συνεδρίαση δήλωσε πως αυτό που χαρακτηρίζει το σχολείο είναι η ηθική στάση.

Και στις 25 Σεπτεμβρίου επέπληξε δημόσια ένα μέλος του ΔΣ του συλλόγου των εκπαιδευτικών λόγω της απεργίας. Όμως το να επιπλήττουν και εμμέσως να απειλούν, μητέρα και γιος, τους εκπαιδευτικούς για τη συμμετοχή τους στην απεργία ούτε ηθικό είναι, ούτε δημοκρατικό. Κι επίσης ανήθικο και αντιδημοκρατικό είναι να μη δέχεσαι διάλογο και μόνο να καταφεύγεις σε καταγγελίες. Αντίθετα η συμμετοχή των εκπαιδευτικών στην απεργία είναι μέσα στα πλαίσια της δημοκρατίας, της κοινωνικής ευαισθησίας και της νομιμότητας, αφού την απεργία κήρυξε η ομοσπονδία των ιδιωτικών εκπαιδευτικών, αλλά και της ηθικής, τη στιγμή που δεν αμείβονται για την ημέρα της απεργίας.

Ως προς τις αντιδράσεις των γονέων έχω να πω τα εξής: (Ναι σε σας, τη διοίκηση του Σχολείου, τα λέω)

Να μην ακούτε μόνο τους ακροδεξιούς γονείς και να αγνοείτε την πλειοψηφία των δημοκρατικών γονέων που στέλνουν τα παιδιά τους στο σχολείο. Αρκετά ακούσατε τις ενστάσεις τους για όλα τα θέματα, με αποτέλεσμα να έχετε αλλοιώσει την παιδαγωγική γραμμή του σχολείου. Τώρα ήρθε η ώρα να τους μιλήσετε εσείς. Να τους εξηγήσετε πως έχετε κάνει περικοπές στις αποδοχές των εκπαιδευτικών, που υπερβαίνουν το 20% και έχετε αυξήσει τα ωράρια και τις υποχρεώσεις τους. Να τους πείτε πως πρέπει, αντί να διαμαρτύρονται για τους εκπαιδευτικούς, να τους έχουν μεγάλη ευγνωμοσύνη, γιατί, αντί να κάνετε αυξήσεις στα δίδακτρα κάνετε περικοπές στις αποδοχές των εκπαιδευτικών (δεν είναι ανάγκη να αναφερθείτε σε αποπληρωμή δανείου, ούτε γιατί πήρατε δάνειο).

Ως προς την απεργία να καταλάβουν ότι η ΝΔ, την οποία οι ίδιοι ψήφισαν, προσπαθεί με κάθε τρόπο να βλάψει το εργασιακό τους καθεστώς και το επαγγελματικό τους μέλλον. Σε αυτό το σημείο δεν χρειάζεται να δείξετε ότι εσείς συμφωνείτε με τους νόμους που ψηφίζονται και ότι για σας οι καλύτεροι υπουργοί παιδείας που πέρασαν είναι ο Αρβανιτόπουλος και ο Μπαμπινιώτης. Ας μην καταλάβουν οι γονείς πως θέλετε να έχετε εκπαιδευτικούς αδιόριστους και με ετήσιες συμβάσεις και γενικά ότι επιδιώκετε ένα καθεστώς ελεύθερων απολύσεων, γιατί δεν θέλετε πλέον οι εκπαιδευτικοί να σας σέβονται και να σας εκτιμούν όπως έκαναν παλιά, αλλά το μόνο που θέλετε είναι σας φοβούνται και η απειλή της απόλυσης σας εξασφαλίζει αυτόν τον τρόμο.

Το να τους πείτε ότι θεωρείτε τους εκπαιδευτικούς ταξικά κατώτερούς σας και ότι πρέπει να είναι ευγνώμονες για τη φιλανθρωπία που τους δείχνετε είναι περιττό. Το έχουν καταλάβει μόνοι τους. Επίσης δεν χρειάζεται οι γονείς να καταλάβουν πόσα μεταπτυχιακά έχουν οι εκπαιδευτικοί, πόσα διδακτορικά, πόσα χρόνια φοίτησης σε πανεπιστημιακές σχολές της Ελλάδας και του εξωτερικού, πόσες δημοσιεύσεις, πόσες συμμετοχές σε ερευνητικά προγράμματα και επιστημονικά συνέδρια. Τίποτε από αυτά. Αφήστε τους να πιστεύουν πως το εκπαιδευτικό έργο συντελείται με τρόπο μαγικό, επειδή εσείς κουνάτε με χάρη το μαγικό σας ραβδάκι. Ούτε χρειάζεται να καταλάβουν οι γονείς πως και οι εκπαιδευτικοί, όπως όλοι οι εργαζόμενοι, αποδίδουν καλύτερα σε ένα ευχάριστο περιβάλλον έμπρακτης αναγνώρισης, κατανόησης, ασφάλειας και αποδοχής. Αφήστε τους στην πλάνη τους ότι τα ζωντόβολα αποδίδουν καλύτερα κάτω από συνθήκες τρόμου, απόρριψης και εκμετάλλευσης.

Ούτε να τους πείτε ότι με την απεργία των εκπαιδευτικών τα παιδιά παίρνουν ένα μάθημα κοινωνικής ευαισθησίας, ώστε να μην είναι ανάλγητα απέναντι στο μόχθο των εργαζομένων και τις πιέσεις που δέχονται, γιατί δεν θα τα πείτε καλά και δεν θα τους πείσετε. Ως προς το ότι πρέπει να διδάσκονται τα παιδιά την ιστορία των απεργιών και τα επιτεύγματα τους στον τομέα των ανθρώπινων και εργασιακών δικαιωμάτων ούτε λόγος.

Τίποτε από αυτά μην πείτε. Δεν έχετε την ανάλογη παιδεία, για να αναπτύξετε τέτοια θέματα.

Να τους πείτε μόνο ότι κάνετε περικοπές στις αποδοχές των εκπαιδευτικών, για να μην κάνετε αυξήσεις στα δίδακτρα. Και ότι κάπου κάπου κάνουν και μια απεργία, για να εκτονώνονται. Και ότι δεσμεύεστε ότι θα επιστρέφετε στους γονείς τα χρήματα που παρακρατήσατε από τους εκπαιδευτικούς την ημέρα της απεργίας. Κι αν τους φανούν ψίχουλα, θα καταλάβουν τι ποσοστό των διδάκτρων πάει στη μισθοδοσία των εκπαιδευτικών και δεν θα σας ξαναενοχλήσουν με το ίδιο θέμα. Μπορεί με άλλο.

Γιατί δεν με καθησυχάζει η παρέμβαση του Αρείου Πάγου στην απόφαση για Κορκονέα και Σαραλιώτη

Όχι δεν με καθησυχάζει η παρέμβαση του Αρείου Πάγου, που έγινε λίγες ημέρες μετά την απαράδεκτη απόφαση του Εφετείου Λαμίας που αθωώνει τον Σαραλιώτη και αποφυλακίζει τον Κορκονέα, με την αναγνώριση του ελαφρυντικού του πρότερου σύννομου βίου.

Δεν με καθησυχάζει γιατί η δίκη αυτή με δίδαξε να αντιμετωπίζω με μεγάλη καχυποψία οτιδήποτε σχετικό με αυτήν. Και τώρα δεν ξέρω αν ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου πραγματικά ανησυχεί για την αποδοθείσα «δικαιοσύνη» από το εφετείο ή προβαίνει σε ένα ελιγμό, ώστε να εκτονωθούν οι αντιδράσεις της κοινωνίας και να μην κλιμακωθούν περισσότερο, δεδομένου ότι εισερχόμαστε σε μια πολύμηνη διαδικασία αναβολής πριν οριστικοποιηθεί η δικαστική απόφαση.

Και εξηγώ: Ο εισαγγελέας ζήτησε να του αποσταλεί η απόφαση με τα συνημμένα πρακτικά. Για μια δίκη διάρκειας περίπου τριών ετών θα απαιτηθούν μήνες, για να καθαρογραφηθούν τα πρακτικά και ίσως μήνες, για να μελετηθούν από τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, πριν αποφασίσει αν θα ασκήσει αναίρεση. Ίσως οι δικαστικοί παράγοντες να ελπίζουν ότι και αν στο τέλος δεν ασκηθεί η αναίρεση, η κοινωνία θα έχει σταδιακά αποδεχθεί το αποτέλεσμα και με αυτόν τον τρόπο τελικά θα αποφευχθούν οι αντιδράσεις. Στην περίπτωση της καθαρίστριας τα πράγματα έγιναν γρήγορα, γιατί σε εκείνη την δίκη τα πρακτικά ήταν πολύ σύντομα και όχι ένας ογκώδης τόμος.

Επιπλέον δεν έχω εμπιστοσύνη στα πρακτικά. Τα πρακτικά δεν μαγνητοφωνούνται και η γραμματέας στην ουσία κρατάει σημειώσεις, γιατί η δίκη δεν διεξάγεται σε ρυθμό υπαγόρευσης. Αλλά και από τα καταγραμμένα πρακτικά η πρόεδρος διαγράφει αρκετά. Για παράδειγμα στη δική μου εξέταση ως μάρτυρα η πρόεδρος μού έκανε πάρα πολλές ερωτήσεις σε σχέση με το International Bacalaureat. Ποια σχολεία το προσφέρουν, σε ποια γλώσσα γίνεται το μάθημα, τι μαθήματα προσφέρονται, σε ποια πανεπιστήμια εισάγονται τα παιδιά. Ερωτήσεις των οποίων την απάντηση δεν γνώριζα πάντα και που ήταν παντελώς άσχετες με την εκδικαζόμενη υπόθεση. Ερωτήσεις που είχαν σχέση ενδεχομένως μόνο με τις σπουδές κάποιου συγγενικού προσώπου τής προέδρου και καμιά με τη δολοφονία του Γρηγορόπουλου. Η πρόεδρος δημόσια έδειξε ότι πρωτίστως ενδιαφέρεται να μάθει για το International Bacalaureat και δευτερευόντως για ό,τι αφορά τη δίκη. Άλλωστε και αυτό είναι ένα επιχείρημα στον ισχυρισμό μου ότι η απόφαση ήταν προειλημμένη και δεν διαμορφώθηκε από την ακροαματική διαδικασία. Όμως όλος αυτός ο διάλογος περί International Bacalaureat νομίζετε ότι θα περιλαμβάνεται στα πρακτικά; Όχι βεβαίως.

Ακόμη και την τελευταία ημέρα, μετά την απόφαση ο Νίκος Κωνσταντόπουλος προέβη σε μια δήλωση, ενώ η πρόεδρος δεν του επέτρεπε να μιλήσει και όρθιος ο Νίκος Κωνσταντόπουλος της εξηγούσε ότι είναι αναφαίρετο δικαίωμά του να προβαίνει σε δηλώσεις. Πριν ολοκληρώσει τη δήλωσή του ο εξαίρετος νομικός η πρόεδρος έδωσε τον λόγο στην υπεράσπιση, στην οποία υποσχέθηκε ότι δεν θα επιτρέψει «να γραφούν αυτά στα πρακτικά». Και πάλι αναγκάστηκε να σηκωθεί όρθιος ο Νίκος Κωνσταντόπουλος και να πει: «Όχι, κυρία πρόεδρε, δεν έχετε δικαίωμα να διαγράψετε τίποτε», αλλά η πρόεδρος κοίταζε αλλού.

Επιπλέον δεν με καθησυχάζει η παρέμβαση του Αρείου Πάγου, επειδή κατεξοχήν οι δύο δίκες σε πρώτο και σε δεύτερο βαθμό με έμαθαν να μην έχω εμπιστοσύνη στους δικαστές. Γιατί και στην πρώτη δίκη στην Άμφισσα η πρόεδρος του δικαστηρίου Αντζελίτα Παπαβασιλείου και ο δικαστής Νικόλαος Νταής μειοψήφισαν σε όλες τις αποφάσεις. Ξεχώρισε μόνον ένας δικαστής ο Γεώργιος Βώττης, ο οποίος τάχθηκε με την πλευρά των ενόρκων. Τις καταδικαστικές αποφάσεις στην πρώτη δίκη σήκωσαν στις πλάτες τους ο δικαστής Γεώργιος Βώττης και οι τρεις γυναίκες ένορκοι, ενώ στην απόρριψη του ελαφρυντικού του προτέρου εντίμου βίου συντάχτηκε και ο τέταρτος ένορκος. Και βέβαια δεν φταίει ο νέος ποινικός κώδικας για την αναγνώριση του σύννομου πρότερου βίου, γιατί και στην προηγούμενη δίκη συζητήθηκε διεξοδικά το ελαφρυντικό του πρότερου έντιμου βίου και απορρίφθηκε από την πλειοψηφία που αποτελούσαν ο Γεώργιος Βώττης και οι τέσσερις ένορκοι. Εάν είχε αναγνωριστεί το ελαφρυντικό, τα ισόβια θα είχαν σπάσει από τότε.

Είτε έντιμος, είτε σύννομος ονομάζεται ο πρότερος βίος δεν μπορεί να αναγνωρίζεται σε άτομο που δεν εμφορείται από τις αξίες της ισότητας, της δικαιοσύνης και της ανεκτικότητας απέναντι στη διαφορετικότητα, που οι συνάδελφοί του μόνον αυτόν αποκαλούσαν Ράμπο και η πολιτεία του όπλισε το χέρι για την προστασία και όχι τη δολοφονία των πολιτών.

Να επισημάνω ότι από τις τρεις γυναίκες ενόρκους οι δύο ήταν εκπαιδευτικοί. Και οι εκπαιδευτικοί έχουν μάθει να υψώνουν το ανάστημά τους και να αντιστέκονται στην αδικία. Επιπλέον ο διορισμός τους στο δημόσιο είναι άμεμπτος, δεν έχουν υποχρέωση σε κανένα πολιτικό πρόσωπο που μεσολάβησε και πιστεύω ότι το ίδιο ισχύει και για τους δύο άλλους συναδέλφους τους στη δίκη.

Ελπίζω ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, τον οποίο βεβαίως δεν γνωρίζω, να είναι του αναστήματος του Γεωργίου Βώττη και να μην αποτελεί ο Γεώργιος Βώττης μοναδική εξαίρεση.

Και ελπίζω η τωρινή παρέμβασή του να μην είναι ένας ελιγμός απέναντι στις διαδηλώσεις που χαλάνε το κυβερνητικό αφήγημα, ώστε να έχει τον χρόνο η κυβέρνηση να προσλάβει τους νέους 1500 σύννομους Κορκονείς και αθώους Σαραλιώτες, που θα καταστείλουν τις αντιδράσεις.