Προς τους συλλόγους γονέων που στηρίζουν τον νόμο για την ιδιωτική εκπαίδευση

Απευθύνομαι κυρίως στους συλλόγους γονέων που με την ανακοίνωσή τους υποστηρίζουν τον νέο νόμο για την ιδιωτική εκπαίδευση. Αλλά βεβαίως αυτός ο νόμος πρέπει να απασχολήσει όλους τους έντιμους και υπεύθυνους πολίτες.

Θα ήθελα πρωταρχικά να κάνω μια παρατήρηση. Οι γονείς που μπαίνουν στα συμβούλια γονέων είναι συχνά γονείς που θέλουν να χειραγωγήσουν την εκπαιδευτική διαδικασία και όχι, για να προσφέρουν σε αυτή. Είναι αυτοί που θα απαιτήσουν να μπει το παιδί τους στη χορωδία, να γίνει σημαιοφόρος και να επιλέξουν τους εκπαιδευτικούς που θα διδάξουν στην τάξη του παιδιού τους. Είναι συνήθως αυτοί που διαχωρίζουν τους εκπαιδευτικούς σε καλούς και κακούς με αυθαίρετα και ιδιοτελή κριτήρια και εκπροσωπούν το πιο συντηρητικό τμήμα της κοινωνίας.

Ως διευθυντής σχολείου επί 23 χρόνια συζητούσα καθημερινά με πολλούς γονείς και έχω συνολικά γνωρίσει χιλιάδες γονείς. Βεβαίως υπήρχε μια μερίδα γονέων σαν αυτή που περιγράφω και σαν αυτή που υπέγραψε την ανακοίνωση. Αλλά είναι η μειοψηφία. Η πλειοψηφία ήταν γονείς αξιοπρεπείς με ηθικές και κοινωνικές αξίες, που δεν διεκδικούσαν χαριστική μεταχείριση για το παιδί τους και διατηρούσαν με τους εκπαιδευτικούς σχέσεις αλληλοσεβασμού και αλληλοεκτίμησης.

Ως προς τον νόμο έχω να κάνω αρνητικά σχόλια για όλα τα άρθρα του, αλλά θα επικεντρωθώ στο πλέον προκλητικό άρθρο, το δέκατο, που απελευθερώνει πλήρως τις απολύσεις των ιδιωτικών εκπαιδευτικών, χωρίς να χρειάζεται καμιά αιτιολόγηση.

Καταλαβαίνω τη λογική αυτών που επιδοκιμάζουν το άρθρο. Κατά την άποψή τους τα σχολεία θα αξιολογούν τους εκπαιδευτικούς και θα απολύουν αυτούς που δεν ανταποκρίνονται στους υψηλούς εκπαιδευτικούς στόχους του καλού ιδιωτικού σχολείου. Οι «κοπρίτες», όπως έγραψε κάποιος θα βρίσκονται εκτός σχολείου. «Δεν θα τους πληρώνω να κάθονται, δεν θα τους έχω να βόσκουν» έλεγε η ιδιοκτήτρια του σχολείου, στο οποίο εργαζόμουν εγώ. Ναι κι εγώ σε μεγάλο ιδιωτικό σχολείο εργαζόμουν επί 31 χρόνια, εκ των οποίων τα 23 ήμουν διευθυντής, και απολύθηκα στη μέση της χρονιάς, έξι μήνες πριν αποχωρήσω συνταξιοδοτούμενος, με θυροκόλληση της απόλυσης και χωρίς να αποχαιρετίσω τους μαθητές μου και τους συναδέλφους μου. Αν ήμουν κοπρίτης και αν έβοσκα μπορείτε να επισκεφθείτε την ιστοσελίδα μου giorgosthalassis.com (επιλέγοντας στο μενού Σχολή Μωραΐτη) και να συμπεράνετε μόνοι σας. Εκεί θα διαβάσετε τους λόγους της απόλυσής μου καθώς και όσα έγραψαν για μένα οι μαθητές, οι γονείς και οι εκπαιδευτικοί του σχολείου.

Όλα αυτά τα 23 χρόνια που ήμουν διευθυντής, μπορούσα να ξέρω πράγματα που δεν ήταν ευρύτερα γνωστά. Το αρχείο μου είναι ογκώδες. Νομίζετε, λοιπόν, με βάση τον παραπάνω συλλογισμό, ότι απολύονται οι κακοί εκπαιδευτικοί; Για παράδειγμα νομίζετε ότι απολύθηκε ο καθηγητής που έκανε ιδιαίτερα μαθήματα με υπέρογκες τιμές; Όχι βέβαια, ήταν φίλος της ιδιοκτήτριας. Νομίζετε ότι απολύθηκε ο καθηγητής που έβγαινε από την τάξη την ώρα του μαθήματος, για να δώσει τηλεφωνικά οδηγίες για αγοραπωλησία μετοχών; Όχι βέβαια, αυτός ήταν του σιναφιού.

Μήπως απολύθηκε ο καθηγητής που έκανε μόνιμα σεξιστικά και ρατσιστικά σχόλια; Όχι, γιατί αυτός συνέβαλε στην πολυφωνία του σχολείου. Κι όταν είπα ότι τα σχόλια αυτά δεν συμβάλλουν στην πολυφωνία, αλλά στη διασάλευση της ηθικής τάξης δεν εισακούστηκα, γιατί ο καθηγητής αυτός δεν απεργούσε και αγαπούσε το σχολείο.

Από την εμπειρία που είχα ως μαθητής, ως καθηγητής και ως διευθυντής είδα ότι επικρατούσε ευνοιοκρατία και αναξιοκρατία. Το ότι εγώ έγινα διευθυντής το αποδίδω σε λάθος των ιδιοκτητών. Μάλλον τους θάμπωσε το διδακτορικό της Οξφόρδης και δεν έβλεπαν τίποτε άλλο. Γιατί στις διευθυντικές θέσεις τοποθετούνται κυρίως αδύναμα άτομα, που ξέρουν μόνο να υποκλίνονται στην ιεραρχία και να καταπιέζουν τους υφισταμένους τους. Και αυτό στην καλύτερη περίπτωση. Στο σχολείο που εργαζόμουν έγινε διευθυντής ενός μεγάλου τμήματος του σχολείου ο γιος της ιδιοκτήτριας, ο οποίος δεν είχε καμιά σχέση με την εκπαίδευση και δεν είχε εργαστεί ποτέ πριν, ούτε στο σχολείο, ούτε πουθενά αλλού. Και διοικεί, όπως και η υπόλοιπη οικογένειά του με το επιχείρημα: «Σε όποιον αρέσει. Σε όποιον δεν αρέσει η πόρτα είναι ανοιχτή και περιμένουν χιλιάδες απέξω». Γιατί είναι άνθρωποι που δεν μπορούν να προκαλέσουν σεβασμό και εκτίμηση, αλλά το μόνο τους μέσο είναι η τρομοκράτηση.

Και σε αυτό θα ήθελα να σταθώ. Ο νόμος αυτός δεν δίνει τη δυνατότητα. στους ιδιοκτήτες των σχολείων να απολύουν. Πάντα μπορούσαν να απολύουν αιτιολογημένα. Με αυτόν τον νόμο μπορούν να απολύουν αναιτιολόγητα και για αυτόν τον λόγο ο νόμος αυτός λειτουργεί τρομοκρατικά. Και οποιοσδήποτε γονιός που δεν είναι ευχαριστημένος με το βαθμό του παιδιού του μπορεί να απαιτήσει την απόλυση του εκπαιδευτικού ή και να απειλήσει τον εκπαιδευτικό απευθείας.

Ένας γονιός δεν είναι σαν τον πελάτη ενός ξενοδοχείου που διανυκτέρευσε ένα βράδυ και δεν έμεινε ευχαριστημένος με το room service και ο λόγος του δεν μετράει πολύ. Ο πελάτης του ιδιωτικού σχολείου μπορεί να είναι πελάτης για 14 χρόνια, από το νηπιαγωγείο ως το τέλος του λυκείου. Κι αν έχει δύο ή τρία παιδιά μπορεί αυτά τα χρόνια να επεκταθούν στα 20 και παραπάνω. Και συχνά βλέπει κανείς στο ίδιο σχολείο να έχουν φοιτήσει και παιδιά και ανίψια και εγγόνια. Και όσο μεγαλύτερη σύνδεση έχει ένας γονιός με το σχολείο, τόσο μεγαλύτερες απαιτήσεις έχει και θεωρεί ότι το σχολείο είναι δικό του. Και ο πελάτης του ιδιωτικού σχολείου πρέπει να είναι πάντα ευχαριστημένος και έχει πάντα δίκιο. Κι αυτό το δίκιο το έχει αγοράσει ακριβά. Θυμάμαι περίπτωση μητέρας που έφερε στην ιδιοκτήτρια του σχολείου, μετά την έκδοση της ετήσιας βαθμολογίας, τετράδιο γραμμένο με το χέρι της και ισχυρίστηκε ότι ήταν το τετράδιο του γιου της, ο οποίος βεβαίως δεν είχε ποτέ τετράδιο. Ο καθηγητής του μαθήματος απέδειξε ότι ο γραφικός χαρακτήρας ήταν της μητέρας και όχι του παιδιού και ότι το τετράδιο αυτό δεν του είχε παρουσιαστεί ποτέ στη διάρκεια της χρονιάς, αλλά η ιδιοκτήτρια αποδέχτηκε το τετράδιο και ζήτησε να διορθωθεί αναδρομικά η απορριπτική βαθμολογία. Ο καθηγητής παραιτήθηκε και έφυγε από το σχολείο, αλλά επικοινωνώ μαζί του και μπορεί να επιβεβαιώσει το γεγονός.

Ο νόμος αυτός αποβλέπει στο να έχει τους ιδιωτικούς εκπαιδευτικούς τρομαγμένους και απειλημένους, ώστε να υποκύπτουν πάντα και να μην απεργούν. Η κυβέρνηση δεν θέλει απεργίες, αλλά ούτε και οι γονείς. Και ο βασικός λόγος που δεν θέλουν οι γονείς απεργίες είναι για να μην έχουν διεκδικήσεις οι εκπαιδευτικοί. Αυτό τους βολεύει πολύ. Εδώ και πολλά χρόνια δεν έχουν γίνει αυξήσεις στα δίδακτρα, αλλά τα έσοδα των ιδιοκτητών δεν μειώνονται, γιατί μειώνουν ανάλογα τους μισθούς των εκπαιδευτικών. Και όταν οι ιδιοκτήτες καθυστερούν τη μισθοδοσία λέγοντας ότι οι γονείς δεν πληρώνουν τα δίδακτρα, οι εκπαιδευτικοί δεν πρέπει ούτε να διαμαρτύρονται, ούτε να διεκδικούν, ούτε να απεργούν. Οι διεκδικήσεις και οι απεργίες των εκπαιδευτικών είναι αντιστρόφως ανάλογες προς τα συμφέροντα των ιδιοκτητών και των γονέων.

Είμαι βέβαιος ότι οι αξιοπρεπείς γονείς που στέλνουν τα παιδιά τους σε ιδιωτικά σχολεία είναι αντίθετοι με αυτόν τον νόμο, γιατί αυτός ο νόμος, παρόλο που ικανοποιεί τα συμφέροντα των ιδιοκτητών των ιδιωτικών σχολείων, στην ουσία του υποβιβάζει και φθείρει την ιδιωτική εκπαίδευση. Αν, βέβαια, μιλάμε για εκπαίδευση και όχι για δουλειές του ποδαριού. Γιατί δεν μπορούμε να μιλάμε για εκπαίδευση όταν ο νόμος μετατρέπει τους μαθητές σε έσοδα και τους εκπαιδευτικούς σε απώλειες εσόδων και τίποτε άλλο.

Η υποβάθμιση και όχι η αναβάθμιση της παιδείας

Η νέα υποβάθμιση της παιδείας δεν συντελέσθηκε αργά αργά και σταδιακά. Αυτή τη φορά το μεγάλο βήμα έγινε μια και έξω, με ένα νόμο. Με ένα νόμο που κατάργησε μαθήματα και άφησε εκπαιδευτικούς χωρίς αντικείμενο εργασίας, οδηγώντας τους στην απόλυση στον ιδιωτικό τομέα και στη διαθεσιμότητα στο δημόσιο. Άλλά ένας νόμος που μειώνει τα μαθήματα και τους εκπαιδευτικούς μόνο κατ’ ευφημισμό μπορεί να επικαλείται την αναβάθμιση της παιδείας σε ένα δημοκρατικό πολίτευμα. Σε μη δημοκρατικό πολίτευμα και λαϊκιστικό περιβάλλον μπορεί βεβαίως να επικαλείται οτιδήποτε. Άλλωστε τα προπαγανδιστικά κανάλια της τηλεόρασης θα αναλάβουν να παρουσιάσουν την υποβάθμιση ως αναβάθμιση.

Όταν πριν από χρόνια εισήχθησαν τα μαθήματα επιλογής στο λύκειο είχα χαρακτηρίσει το μέτρο πολύ άτολμο, γιατί τα μαθήματα που προσφέρονταν ήταν πολύ λίγα και οι διδακτικές ώρες ελάχιστες. Άτολμο και μικρόψυχο ήταν το μέτρο. Τα μαθήματα επιλογής πρέπει να αρχίζουν από τα πρώτα εφηβικά χρόνια και συνεχώς να αυξάνουν. Στις τελευταίες τάξεις πρέπει να υπάρχουν μόνο, και το επαναλαμβάνω, μόνο μαθήματα επιλογής.

Η ελληνική εκπαίδευση έχει υποστεί δύο μεγάλες στρεβλώσεις. Και οι δύο έγιναν από τη δικτατορία του Μεταξά. Ο Μεταξάς κατάργησε τα πολλά και διαφορετικά σχολικά εγχειρίδια και επέβαλε το ένα και μοναδικό, ώστε να μπορεί να ελέγχει απόλυτα το περιεχόμενό του. Το άλλο μέτρο του Μεταξά ήταν η επιβολή των μιλιταριστικών μαθητικών παρελάσεων. Η δικτατορία παρήλθε, αλλά αυτά τα δύο δικτατορικά μέτρα έμειναν και μάλιστα θεωρείται ότι υπηρετούν τη δημοκρατία. Οι εθνικιστικές και μιλιταριστικές παρελάσεις θεωρήθηκαν ότι αποτελούν δημοκρατική απάντηση απέναντι σε φασιστικές κατακτητικές προθέσεις και το ελεγχόμενο σχολικό εγχειρίδιο θεωρείται ότι περιορίζει τις αντιδημοκρατικές ανισότητες. Και έτσι απαγορεύεται, για παράδειγμα οι εκπαιδευτικοί να εισαγάγουν στο μάθημα της Ιστορίας ένα βοήθημα ή μια πηγή που δεν έχει την έγκριση του υπουργείου παιδείας ή να δείξουν ένα πίνακα με συγκριτικά στοιχεία, που έχει εκδώσει το ίδρυμα Ρόζα Λούξεμπουργκ. Κάτι τέτοιο για ένα ιδιωτικό σχολείο μπορεί να αποτελεί και λόγο απόλυσης και στο δημόσιο να επιφέρει διοικητικές κυρώσεις εις βάρος των εκπαιδευτικών. Οι μόνες αποκλίσεις που επιτρέπονται είναι πάντα οι εθνικιστικές. Αυτές μπορεί να είναι και καλοδεχούμενες. Συμβάλλουν δήθεν στην πολυφωνία.

Η αυταρχικότητα και εδώ ονομάζεται δημοκρατικότητα. Όλα τα παιδιά πρέπει να κάνουν ακριβώς τα ίδια. Εάν ένας εκπαιδευτικός παραπέμψει σε κείμενο εκτός του σχολικού εγχειριδίου, τότε δεν διδάσκονται όλα τα παιδιά ακριβώς τα ίδια, οπότε κινδυνεύει η ισοπεδωτική δημοκρατία.

Για αυτό δεν επιτρέπονται και τα μαθήματα επιλογής. Και τα ελάχιστα που προσφέρονταν καταργούνται τώρα με τον νόμο Κεραμέως. Στην αυταρχική, ισοπεδωτική δημοκρατία το καλούπι της εκπαιδευτικής παραγωγής πρέπει να είναι ένα. Δεν επιτρέπονται οι αποκλίσεις, δεν επιτρέπονται οι ιδιαίτερες κλίσεις, δεν επιτρέπονται οι ελευθερίες. Και κυρίως δεν επιτρέπεται η ωριμότητα. Γιατί όταν ένα παιδί μαθαίνει από τα πρώτα εφηβικά του χρόνια να επιλέγει, αρχίζει να αποκτά και ευθύνη για τις επιλογές του, για τις ιδιαίτερες κλίσεις και αποκλίσεις του. Και η ανάληψη ευθύνης οδηγεί σταδιακά και σε ωριμότητα. Αλλά η ωριμότητα δεν είναι επιθυμητή στην ιδιόμορφη ελληνική δημοκρατία. Τα παιδιά της τελευταίας τάξης του λυκείου, μπορούν να ψηφίζουν, αλλά δεν μπορούν να επιλέγουν τα μαθήματα που διδάσκονται. Και θα τους επιβάλλουμε και ένα «κόντρα» μάθημα. Κόντρα στη θέλησή τους, κόντρα στις ανάγκες τους, κόντρα στις κλίσεις τους, κόντρα στην ωριμότητά τους. Τους αφήνουμε να επιλέγουν θετική ή θεωρητική κατεύθυνση, να μην τα θέλουν όλα δικά τους. Και τους κόβουμε και την κοινωνιολογία, για να μην ωριμάσουν πριν από την ώρα τους. Ναι θέλουμε την «κριτική σκέψη», την πιπιλάμε συνεχώς αυτήν την καραμέλα, αλλά θα κατευθύνουμε την κριτική σκέψη προς τα εκεί που πρέπει. Θα ρωτήσουμε τα παιδιά για παράδειγμα: «πώς νομίζετε ότι θα είχε εξελιχθεί ο ευρωπαϊκός πολιτισμός, αν στους περσικούς πολέμους είχαν νικήσει οι Πέρσες;» Αυτή είναι μια ερώτηση που καλλιεργεί την κριτική σκέψη εντός του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος. Αντίθετα η κοινωνιολογία συσκοτίζει την ελληνική διαύγεια και την ελληνική γελοιότητα ακολούθως.

Δεν είμαι εναντίον των Λατινικών. Δεν είμαι εναντίον κανενός μαθήματος εφόσον δεν είναι υποχρεωτικό και προσφέρεται ως μάθημα επιλογής. Όσο περισσότερα μαθήματα επιλογής προσφέρονται τόσο το καλύτερο.

Συχνά οι γλωσσαμύντορες στην Ελλάδα επικαλούνται το επιχείρημα ότι τα αρχαία Ελληνικά διδάσκονται σε πάρα πολλές χώρες. Παραλείπουν όμως συστηματικά να πουν ότι προσφέρονται ως μάθημα επιλογής μαζί με τα Λατινικά, τα Κινέζικα και τα Ρώσικα.

Η κατάργηση όμως των επιλογών παράλληλα με το έλλειμμα δημοκρατικότητας εξασφαλίζει και περίσσευμα χρημάτων. Στο μυαλό της κυβέρνησης δεν κυριαρχεί η άποψη ότι όσο μικρότερες είναι οι δαπάνες για την παιδεία, τόσο μεγαλύτερη η αναβάθμιση. Ελπίζει όμως ότι τα τηλεοπτικά κανάλια και τα δημοσιογραφικά έντυπα που την υπηρετούν με το αζημίωτο θα πείσουν την «πλέμπα» για το αντίθετο. Για την παιδεία και για την υγεία της «πλέμπας» η κυβέρνηση δεν δίνει δεκάρα τσακιστή. Οι δικοί της άνθρωποι, οι προνομιούχες τάξεις έχουν και ιδιωτική ασφάλιση υγείας και τα ιδιωτικά σχολεία θα συνεχίσουν να προσφέρουν ευκαιρίες που δεν προσφέρουν τα δημόσια. Τα καλλιτεχνικά μαθήματα δεν είναι για την «πλέμπα». Την αισθητική αγωγή της πλέμπας έχει αναλάβει αποκλειστικά η τηλεόραση.

Οι ιδεολογικές αγκυλώσεις της παιδείας

Δεν είναι δυνατόν να μιλήσει κανείς για την εκπαίδευση στην Ελλάδα και να αποφύγει την επισήμανση ότι η Ελλάδα δεν γνώρισε διαφωτισμό, γιατί ο διαφωτισμός εμποδίστηκε και εξοβελίστηκε από την εκκλησία, με αποτέλεσμα η παιδεία στη χώρα μας να διακατέχεται ως σήμερα από ρομαντικά ιδεολογήματα, τα οποία δεν θίγουν οι κατά καιρούς εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις.
Η τελευταία κάπως ρηξικέλευθη εκπαιδευτική μεταρρύθμιση ήταν αυτή του 1976 από τον υπουργό παιδείας της ΝΔ Γεώργιο Ράλλη. Παρόλο που ο Ράλλης ήταν υπουργός δεξιάς κυβέρνησης αναγνώρισε πως η κοινωνία της εποχής επιθυμούσε κάθαρση από το «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών» της δικτατορίας και αποκήρυξη της καραβανάδικης γλώσσας των συνταγματαρχών και όλων εκείνων που ήσαν πρόθυμοι να «συμμεθέξουν» και να «παρέξουν» στέγη στα ιδεολογήματά της, όπως οι ιεράρχες της εκκλησίας. Ο Γεώργιος Ράλλης επέβαλε εννέα χρόνια υποχρεωτικής παιδείας, αναγνώρισε τη δημοτική ως επίσημη γλώσσα και διέκοψε τη διδασκαλία της καθαρεύουσας, ενώ συγχρόνως περιόρισε τη διδασκαλία της αρχαίας ελληνικής στο λύκειο. Εισήγαγε όμως τη διδασκαλία μεταφρασμένων αρχαίων κειμένων στο γυμνάσιο, υπερτονίζοντας την αξία της αρχαίας γραμματείας.
Έξι χρόνια αργότερα, η πρώτη κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ επέβαλε το μονοτονικό σύστημα με τροπολογία σε νόμο, ως αναγκαία επέκταση της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης της ΝΔ, πράγμα που είχε ως αποτέλεσμα να αρχίσει μεγάλη ιδεολογική αντίδραση που εγκαινίασε μια επιχειρηματολογία περί κινδύνων και καταστροφών. Είχε προηγηθεί η ένταξη της Ελλάδας στην τότε ΕΟΚ από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή το 1981, η οποία, παρά τους πανηγυρισμούς, προκάλεσε και ένα κλίμα πολιτισμικής ανασφάλειας και ανησυχίας μήπως κινδυνεύσει η «ελληνικότητά» και γενικά η ταυτότητά μας.
Το μονοτονικό ήταν πλέον η αφορμή που πυροδότησε έναν ιδεολογικό πόλεμο. Όλοι οι νέοι της Ελλάδας ανακηρύχθηκαν αγγράμματοι, γιατί δεν ήξεραν αρχαία Ελληνικά και επομένως προέκυπτε το συμπέρασμα ότι δεν ήξεραν ούτε τη σύγχρονη γλώσσα. Οι νέοι δεν μπορούσαν σύμφωνα με αυτούς να κατανοήσουν τη γλώσσα της εκκλησίας ούτε να καταλάβουν τον άγιο της λογοτεχνίας Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη. Από τον Μπαμπινιώτη ως την Αρβελέρ και τον Ελύτη και από τον Γιανναρά και τον Ράμφο έως τον Σαββόπουλο και τον Ζουράρη το αίτημα για επιστροφή των αρχαίων Ελληνικών στο γυμνάσιο και τη διαχρονική διδασκαλία της γλώσσας ήταν επιτακτικό παράλληλα με την ανάγκη να «βιώνουμε» την ορθοδοξία. Και επιπλέον διατυπώνεται το επιχείρημα ότι μόνο «βιώνοντας» την ορθοδοξία μπορούμε να κατανοήσουμε τον Αριστοτέλη και τους τραγικούς, πράγμα που εμποδίζει τους ξένους μελετητές να αντιληφθούν τα αληθινά νοήματα της τραγωδίας. Όλα αυτά επέφεραν σταδιακά μία μεταστροφή στην κοινωνία.
Τον Δεκαπενταύγουστο του 1982 ο Ανδρέας Παπανδρέου, που είχε προηγουμένως ταχθεί υπέρ του διαχωρισμού εκκλησίας και κράτους πηγαίνει για προσκύνημα στην Παναγία Σουμελά.
Το 1983 εκδίδεται το έργο του Μακρυγιάννη «Οράματα και Θάματα» που κατατάσσει και τον Μακρυγιάννη στους αγίους της λογοτεχνίας και το 1985 εκδίδεται η Αποκάλυψη του Ιωάννη σε μετάφραση Ελύτη, ενώ είχε ήδη μεταφραστεί και από τον Σεφέρη. Το 1985 η ΝΔ προσέρχεται στις εκλογές με το σύνθημα «για τη γλώσσα, για τη θρησκεία, ψηφίστε Νέα Δημοκρατία», αλλά το «Τσοβόλα δώστα όλα» αποδείχτηκε πιο ισχυρό και χάρισε την εκλογική νίκη και πάλι στο ΠΑΣΟΚ. Ο υπουργός παιδείας Τρίτσης τάσσεται από το 1986 υπέρ της διδασκαλίας των αρχαίων στο γυμνάσιο. Την ίδια χρονιά το περιοδικό «Χάρτης» εκδίδει ένα τόμο αφιερωμένο στον Ελύτη, στον οποίο περιλαμβάνεται και μεταφρασμένο από τον Χειμωνά το «Ποίημα Κασσιανής Μοναχής», ο οποίος το αφιερώνει στον Ελύτη ως αναγνώριση της υποχρέωσης που αισθάνεται προς αυτόν για τη μετάφραση της Αποκάλυψης. Ο Χειμωνάς αφιερώνει τη μετάφραση του ποιήματος της Κασσιανής ως ένα «ασημένιο τάμα» σε μια προσπάθεια αγιοποίησης και του Ελύτη.
Αποκορύφωμα όλων αυτών είναι ότι το 1988 αρχίζει η μεταφορά του αγίου φωτός με αεροπλάνο με δαπάνες του δημοσίου και η υποδοχή του με τιμές αρχηγού κράτους. Με τιμές αρχηγού κράτους γίνεται και η υποδοχή λειψάνων αγίων.
Στις επόμενες εκλογές και τα δύο μεγάλα κόμματα υπόσχονται στις προεκλογικές τους δηλώσεις πως αν σχηματίσουν κυβέρνηση θα επαναφέρουν τη διδασκαλία των αρχαίων Ελληνικών στο γυμνάσιο. Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης κερδίζει τις εκλογές του 1990 και ο Σουφλιάς ως υπουργός παιδείας πραγματοποιεί την προεκλογική δέσμευση, όπως είχε διαποτιστεί από τις θέσεις του Μπαμπινιώτη. Σε όλο τον κόσμο η επιστήμη της γλωσσολογίας πρεσβεύει ότι οι γλώσσες πρέπει να διδάσκονται συγχρονικά, αλλά ο Μπαμπινιώτης επιδόθηκε στο εθνικιστικό παραλήρημα ότι η ελληνική γλώσσα πρέπει να διδάσκεται διαχρονικά σε όλα της τα στάδια. Καθώς η άποψη περί καθαρότητας και συνέχειας της φυλής δεν μπορεί να σταθεί στην εποχή μας, έχει αντικατασταθεί με την ίδια εθνικιστική επιμονή από τη συνέχεια του ελληνισμού και της γλώσσας. Και μια και η συνέχεια του αίματος στα γενεαλογικά δέντρα εξυπακούεται από τη συνέχεια του ονόματος, ο εθνικισμός από το 1992 και εντεύθεν συμπυκνώθηκε γύρω από το όνομα Μακεδονία. Δεν μιλάμε για το αίμα, για να μην κατηγορηθούμε ως φυλετιστές, αλλά μιλάμε για το όνομα. Μιλάμε για τον ελληνισμό, για την ελληνικότητα, για τη γλώσσα και την ορθοδοξία, γιατί ποτέ δεν απομακρυνθήκαμε ουσιαστικά από το Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών. Εντωμεταξύ η ασθένεια των τρελών αγελάδων απειλεί με απαγόρευση την κατανάλωση εντοσθίων και υπάρχει κίνδυνος για το ελληνικό κοκορέτσι, το ελληνικό Πάσχα και την ελληνική κουλτούρα. Έξαλλοι Έλληνες δημιουργούν τον ιστότοπο kokoretsi.com, όπου διοχετεύουν το περίσσευμα του ανδρισμού τους και της ελληνικής τους περηφάνειας. Το μακεδονικό, τα συλλαλητήρια, η μη αναγραφή του θρησκεύματος στις ταυτότητες, οι ολυμπιακοί αγώνες, ο αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος, το βιβλίο της Ρεπούση, η βαθειά οικονομική κρίση, η Χρυσή Αυγή, τα μνημόνια, το προσφυγικό, τα θρησκευτικά του Φίλη έγιναν αιτίες και αφορμές, για να φουντώνει η εθνικιστική ελληνοχριστιανική υστερία μετακινώντας την κοινωνία και το κοινοβούλιο σε πιο δεξιές επιλογές. Ακόμη και οι «μένουμε Ευρώπη» διεκδικούν μόνο τον δυτικό τρόπο ζωής και τον καταναλωτισμό, χωρίς να υποχωρούν στο ρομαντικό ιδεολόγημα της ελληνικότητας.
Μέσα σε όλο αυτό το κοινωνικό και ιστορικό πλαίσιο η παιδεία είναι καταδικασμένη και εγκλωβισμένη σε αναχρονιστικά ιδεολογήματα. Βασικό ιδεολόγημα ότι η σωστή χρήση της δημοτικής προϋποθέτει την καλή γνώση της αρχαίας. Και γνώση της αρχαίας σημαίνει άριστη γνώση της γραμματικής και του συντακτικού, ερήμην των κειμένων. Έχω γνωρίσει καθηγητές της Οξφόρδης που μιλούν και γράφουν αρχαία Ελληνικά, αλλά αγνοούν τους όρους ειδικό και τελικό απαρέμφατο, κατηγορηματική μετοχή και δοτική προσωπική. Δεν τα ξέρουν επειδή τους είναι άχρηστα. Έχω γνωρίσει και καθηγητές της νέας Ελληνικής, που μιλούν και γράφουν άριστα Ελληνικά, που όμως δεν ξέρουν καθόλου αρχαία, γιατί δεν τους χρειάζονταν, για τη γνώση της σύγχρονης γλώσσας. Ξέρω και κληρικούς που δεν ξέρουν Λατινικά και χρησιμοποιούν το αντιμήνσιο, για να κάνουν λειτουργία σε εξωτερικό χώρο, χωρίς να ξέρουν ότι το αντιμήνσιο παράγεται από το αντί και τη λατινική λέξη mensa, που σημαίνει τράπεζα.
Τα παιδιά του ελληνικού σχολείου όμως σπαταλούν πολλές ώρες σε χρονικές και εγκλιτικές αντικαταστάσεις, λες και πρόκειται να γράψουν ή να μιλήσουν αρχαία Ελληνικά, υπό το πρόσχημα ότι έτσι μαθαίνουν καλά τη δημοτική γλώσσα. Τη γλώσσα όμως την μαθαίνει κανείς μιλώντας και γράφοντας. Αντίθετα τα παιδιά στο ελληνικό σχολείο μιλούν πολύ λίγο και γράφουν ελάχιστα. Η γλώσσα δεν μαθαίνεται με οχτώ εκθέσεις το χρόνο, ούτε στο μάθημα των νέων Ελληνικών. Τα παιδιά πρέπει να γράφουν πολύ τακτικά εκτενείς εργασίες, από τις οποίες θα προκύπτει η βαθμολογία τους, σε όλα τα μαθήματα. Εργασίες στην Ιστορία, στη Φυσική, στη Χημεία, στη Βιολογία, στη Γεωγραφία, στη μελέτη περιβάλλοντος, στη Μουσική, στα Καλλιτεχνικά και όλα τα άλλα. Αλλά για να γίνουν όλα αυτά πρέπει τα μονόωρα και τα δίωρα μαθήματα να γίνουν τουλάχιστον τετράωρα και ας διδάσκονται λιγότερα χρόνια. Ένας/μία εκπαιδευτικός που διδάσκει μονόωρο μάθημα πρέπει να μπει σε 20 τουλάχιστον τμήματα, για να συμπληρώσει το ωράριο. Αν δίδασκε τέσσερις ώρες θα χρειαζόταν να μπει σε πέντε τμήματα και θα ήταν εφικτό να διαβάσει και να βαθμολογήσει τις εργασίες πέντε ολιγομελών τμημάτων και να επισημάνει και τα γλωσσικά προβλήματα σε αυτές. Είναι όμως αδύνατον να το κάνει σε είκοσι τμήματα.
Μιλάμε δηλαδή για ένα άλλο σχολείο, για ένα άλλο εκπαιδευτικό σύστημα, που πρέπει να σχεδιαστεί εξαρχής. Με μάθημα κοινωνιολογίας και με μάθημα σεξουαλικής αγωγής. Κι όταν μιλάω για μάθημα σεξουαλικής αγωγής δεν αναφέρομαι κυρίως στην τεχνική του σεξ, αλλά για κάτι απείρως σημαντικότερο. Αναφέρομαι κυρίως σε θέματα σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων του ίδιου ή διαφορετικού φύλου. Πρέπει τα παιδιά μέσα στο σχολείο να διδάσκονται, να μιλούν πολύ και να γράφουν πολύ για ισότητα, για ρατσισμό, για σεξισμό, για ομοφυλοφιλία, για ομοφοβία, για αντισύλληψη, για συμβίωση, για συζυγικές σχέσεις, για εξωσυζυγικές σχέσεις, για διαζύγια, για γηρατειά.
Και το μάθημα της ελληνικής λογοτεχνίας με τις στερεοτυπικές αναπαραστάσεις της ελληνικής κοινωνίας και την έμφαση στη μορφολογία και τις αφηγηματολογικές τεχνικές να αντικατασταθεί από μάθημα, το οποίο εκτός από κείμενα της διεθνούς λογοτεχνίας να εξετάζει και άλλα κείμενα που προκαλούν γενικότερο προβληματισμό, με έμφαση στην ανάδειξη της ιδεολογίας του κειμένου. Πρέπει τα παιδιά, τελειώνοντας το σχολείο, να έχουν μάθει να ερμηνεύουν, να αναδεικνύουν τα ιδεολογικά συμφραζόμενα και να κινδυνεύουν όσο το δυνατόν λιγότερο να μεταβληθούν σε οπαδούς. Σε ένα σύγχρονο και ευυπόληπτο εκπαιδευτικό σύστημα θα έπρεπε να διδάσκονται το σεξιστικό βίντεο της πολιτικής προστασίας και τα κείμενα που γράφτηκαν για αυτό (και αυτά που το υποστηρίζουν) καθώς επίσης να δίνονται για σημειολογικές αναλύσεις οι τηλεοπτικές εμφανίσεις των Τσιόδρα και Χαρβαλιά.
Σήμερα ψηφίζεται στη Βουλή ένας νέος νόμος για την «αναβάθμιση» του σχολείου. Ενός εθνικιστικού, αρχαιόπληκτου και θρησκόληπτου σχολείου, με αγιασμούς, εκκλησιασμούς, σημαιοφορίες και παρελάσεις, στο οποίο η κυρία Κεραμέως παρέλειψε να προσκαλέσει και τον διαφωτισμό «να συμμεθέξει».
Αυτό μας αξίζει. Γιατί έχουμε μείνει στο 1980, τότε που ο αξιωματικός στο στρατό μού έδωσε μια ανακοίνωση μειοδοτικού διαγωνισμού να ελέγξω αν είναι σωστά γραμμένη. Στεκόταν από πάνω μου και μούγκριζε δυσανασχετώντας με τις διορθώσεις και όταν διόρθωσα το ανύπαρκτο και καταγέλαστο «να συμμεθέξουν» σε «να συμμετάσχουν» μού πήρε το χαρτί λέγοντας: «Δεν τα ξέρεις καλά τα Ελληνικά, δάσκαλε». Και δεν θα τα μάθουμε.

Ας μιλήσουμε για αξιολόγηση των εκπαιδευτικών

Ας μιλήσουμε, λοιπόν, για αξιολόγηση, χωρίς φόβο και πάθος, αν και για το πάθος δεν είμαι τόσο σίγουρος.

Ξέρετε ότι σε μερικά ιδιωτικά σχολεία, για να γίνει πρόσληψη εκπαιδευτικού πρέπει να προηγηθεί επιτυχής δοκιμαστική διδασκαλία ενώπιον επιτροπής;

Υπήρχε κάποιος εκπαιδευτικός που εκτιμούσα και σεβόμουν πολύ. Ήταν πολύ αναγνωρισμένη η αξία του στο σχολείο που δίδασκε και ήταν στην επιτροπή προσλήψεων και παρακολουθούσε τις δοκιμαστικές διδασκαλίες. Την τελευταία φορά που μίλησα μαζί του ήταν πολύ εκνευρισμένος, λόγω της διδασκαλίας υποψήφιας καθηγήτριας που παρακολούθησε. «Ήταν τόσο άσχετη, μου είπε, που πήρε την κιμωλία και άρχισε να γράφει στον πίνακα, αντί να βάλει ένα παιδί να γράφει. Δεν ήξερε κάτι τόσο απλό, ότι μια καθηγήτρια δεν γράφει η ίδια στον πίνακα, γιατί από κάτω τα αγόρια θα σχολιάζουν τα οπίσθιά της». Δεν είπε ακριβώς «οπίσθια», άλλη λέξη χρησιμοποίησε, αλλά θα μου συγχωρήσετε την έλλειψη ακριβολογίας.

Θα αφήσω ασχολίαστη την απόρριψη της υποψήφιας καθηγήτριας, επειδή απευθύνομαι σε νοήμον κοινό κι ελπίζω επιπλέον να καταλάβατε, γιατί αυτή ήταν η τελευταία φορά που συνομίλησα με εκείνον τον εκπαιδευτικό. Ποιος εγγυάται ότι τα κριτήρια του αξιολογητή δεν εμφορούνται από σεξισμό ή μισαλλοδοξία; Άλλωστε κι εγώ έχω επιδείξει μισαλλοδοξία και δεν κάλεσα σε συνέντευξη υποψήφια/ο εκπαιδευτικό για πρόσληψη, αν στην αίτησή είχε επισυνάψει και συστατική επιστολή από βουλευτή η μητροπολίτη.

Αντικειμενικά κριτήρια δεν υπάρχουν, ας το παραδεχτούμε.

Επίσης ας παραδεχτούμε πως όλοι/ες οι εκπαιδευτικοί δεν βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο τελειότητας, ούτε αποδίδουν το ίδιο καλά σε όλη τη διάρκεια της διδακτικής τους καριέρας. Και επίσης ξέρω πόσο πολύ μερικοί γονείς δεν εμπιστεύονται εκπαιδευτικούς πολύ νεαρής ή μεγάλης ηλικίας. Είναι βέβαιοι πως οι πολύ νέοι δεν έχουν γνώσεις, εμπειρία και κύρος, ενώ οι μεγάλοι δεν έχουν κατανόηση για τα παιδιά και έχουν ξεπερασμένες ιδέες.

Ας παρακάμψουμε όμως προς το παρόν μαζί με τις σεξιστικές και ηλικιακές προκαταλήψεις και όλες τις άλλες που καθορίζονται από την ομοφοβία, την εμφάνιση, την αρτιμέλεια, την προφορά και ό,τι άλλο βάλει ο νους του ανθρώπου. Και ας αναρωτηθούμε για δυο πράγματα. Πόσοι είπαν να μπουν οι κάμερες μέσα στην τάξη, για να δούμε τι μάθημα κάνουν οι εκπαιδευτικοί, ενώ κανείς δεν είπε να μπουν κάμερες στα αστυνομικά τμήματα, όχι για να αναμεταδίδουν, δεν είμαστε όλοι λάτρεις της κλειδαρότρυπας, αλλά μόνο, για να καταγράφουν τις παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που γίνονται εκεί μέσα.

Κι επίσης να αναρωτηθούμε γιατί οι άνθρωποι δεν απαιτούν να γίνει αξιολόγηση των νοσοκομειακών γιατρών και των γιατρών του ΕΣΥ; Επειδή είναι τέλειοι και είμαστε όλοι πολύ ευχαριστημένοι; Θα απαντήσω αμέσως.

Γιατί οι γιατροί, παρά τις ενδεχόμενες οικονομικές και εργασιακές αδικίες που τους γίνονται, είναι ηθικά και και κοινωνικά καταξιωμένοι και αντιμετωπίζονται με εκτίμηση και σεβασμό από όλους.

Και για τους αστυνομικούς ο υπουργός προστασίας του πολίτη είπε ότι περπατούν στο δρόμο και ο κόσμος τους χειροκροτεί. Δεν είπε κάτι ανάλογο για τους εκπαιδευτικούς η υπουργός παιδείας. Πώς να το πει; Οι εκπαιδευτικοί είναι ένας κλάδος απαξιωμένος οικονομικά, εργασιακά και κυρίως κοινωνικά. Ακούσαμε και διαβάσαμε από πολιτικά και δημοσιογραφικά στόματα για τους άχρηστους και τεμπέληδες εκπαιδευτικούς που μόνο διεκδικούν αμοιβές και δικαιώματα. Αυτή η απαξίωση οδηγεί στην απαίτηση για αξιολόγηση, να ξεχωρίσουμε τα πρόβατα από τα ερίφια και να τα κατασπαράξουμε. Γιατί όλοι οι Έλληνες ξέρουν την αληθινή ιστορία, όχι αυτή που λένε οι ιστορικοί, γιατί οι στρατιωτικοί ξέρουν καλύτερα τη γραμματική από τους δασκάλους και τους φιλόλογους, γιατί οι πολιτικοί μηχανικοί που έχουν βγάλει Πολυτεχνείο ξέρουν καλύτερα μαθηματικά, φυσική και χημεία από τους εκπαιδευτικούς που έχουν βγάλει ένα απλό πανεπιστήμιο. Γιατί δικηγόροι, γιατροί και καπετάνιοι ξέρουν καλύτερα παιδαγωγικά. Γιατί το πανεπιστήμιο της ζωής είναι αυτό που δίνει τα καλύτερα διπλώματα σε όλες τις ειδικότητες των εκπαιδευτικών.

Πώς θα αξιολογηθούν άνθρωποι τόσο πολύ απαξιωμένοι; Άνθρωποι που δεν τους επιτρέπεται να αναπτύξουν καμιά πρωτοβουλία; Που ολόκληρη η δουλειά τους πρέπει να κινείται σε πλαίσια πολύ αυστηρά προκαθορισμένα από το υπουργείο. Ποια κεφάλαια του βιβλίου θα διδάξουν αναλυτικά, ποια περιληπτικά, ποιες σελίδες ή ποιες παραγράφους απαγορεύεται να διδάξουν και όλα αυτά να αλλάζουν σε κάθε ανασχηματισμό της κυβέρνησης ή μετά από εκλογές. Και πρέπει να ανησυχούν μόνιμα μήπως γράψουν στο βιβλίο της ύλης απαγορευμένες σελίδες, μήπως βάλουν ερώτηση σε τεστ από τις απαγορευμένες, μήπως βάλουν εργασία από τα κεφάλαια που πρέπει να διδάξουν περιληπτικά. Και δεν πρέπει να βάζουν ασκήσεις που δεν είναι στο βιβλίο, να μην κάνουν «άσχετες» ερωτήσεις και οι ερωτήσεις κρίσεως να είναι μόνο εθνοπατριωτικού χαρακτήρα. Οι καλοί εκπαιδευτικοί πρέπει να διδάσκουν πως κανένας λαός δεν αγάπησε την ελευθερία όσο οι Έλληνες, κανένας λαός δεν ύμνησε την αγάπη προς την πατρίδα όσο οι Έλληνες, καμιά γλώσσα δεν είναι τόσο πλούσια, τόσο πλήρης, τόσο ωραία όσο η Ελληνική, που μπορεί να εκφράσει νοήματα και αισθήματα που καμιά άλλη γλώσσα δεν μπορεί. Και πρέπει ο καλός εκπαιδευτικός να λέει μπράβο και να βάζει καλό βαθμό στο παιδί που διάβασε μέσα στην τάξη το απόκομμα της εφημερίδας που του έδωσε ο μπαμπάς του και που λέει για την ελληνική γλώσσα και την Microsoft.

Δεν θα ξεχάσω ποτέ πως για να βγάλουμε θέματα προαγωγικών εξετάσεων σε όλα τα φιλολογικά μαθήματα έπρεπε να καθόμαστε όλοι μαζί που διδάσκαμε το μάθημα με ανοιχτές τις οδηγίες του υπουργείου. Πόσες σειρές να είναι το κείμενο, τι να ρωτάει η πρώτη ερώτηση, τι η δεύτερη, πόσα υποσκέλη έχουν η τρίτη και η τέταρτη και τι ρωτάει το καθένα και πόσες μονάδες παίρνει στη βαθμολογία. Και να αναρωτιέμαι πώς είναι δυνατόν να ρωτάμε τα παιδιά τόσες πολλές και τόσο μεγάλες μπούρδες, που υποτίθεται ότι τις είχαμε κιόλας διδάξει. Και αυτές τις οδηγίες του υπουργείου δεν άξιζε τον κόπο να τις μάθουμε απέξω, αφού θα άλλαζαν σύντομα έτσι κι αλλιώς.

Αυτό το άθλιο εκπαιδευτικό σύστημα ποιος θα το αξιολογήσει και πότε; Αυτό το εκπαιδευτικό σύστημα που καταδικάζει τους εκπαιδευτικούς σε θάνατο από ασφυξία ποιος θα το αποτιμήσει;

Θα πρέπει να γίνει κατανοητό από όλη την κοινωνία ότι διαχρονικά το υπουργείο παιδείας, οι υπηρεσίες του και τα συμβούλιά του αποβλέπουν μόνο στο να στερήσουν από τους εκπαιδευτικούς κάθε πρωτοβουλία, κάθε δυνατότητα, για να αποφασίζουν και για τα πιο απλά ζητήματα λειτουργικής, παιδαγωγικής και διδακτικής φύσης για ένα πολύ απλό λόγο. Το υπουργείο παιδείας και σύσσωμη η ελληνική κοινωνία δεν εμπιστεύεται για τίποτε τους εκπαιδευτικούς. Τους απομυζά, απαιτεί θυσίες, που ποτέ δεν είναι αρκετές, τους απαξιώνει και τους απορρίπτει.

Και όχι, το επαναλαμβάνω, δεν είναι όλοι οι εκπαιδευτικοί το ίδιο καλοί. Υπάρχουν λιγότερο καλοί και περισσότερο καλοί. Ας παρακάμψουμε προς το παρόν το πώς και από ποιον θα αξιολογηθούν. Ας υποθέσουμε ότι γίνεται μια πολύ δίκαιη και σωστή αξιολόγηση και αναδεικνύονται οι πολύ καλοί. Τους άλλους τι θα τους κάνουμε; Είναι ευκαιρία να τους απολύσουμε τώρα που έχουμε κυβέρνηση Μητσοτάκη ή θα τους στείλουμε σε καμιά απομακρυσμένη επαρχία, σε καμιά υποβαθμισμένη συνοικία, γιατί τα παιδιά αυτών των περιοχών έχουν λιγότερες απαιτήσεις και λιγότερα δικαιώματα; Η μήπως θα τους στερήσουμε μισθολογικό κλιμάκιο και έτσι θα ωφεληθούν οι μαθητές τους από αυτήν την ταπείνωση;

Νομίζω ότι καταλήγουμε σε αδιέξοδο. Αλλά μπορούμε να βγούμε από αυτό το αδιέξοδο. Πρέπει να ακολουθήσουμε άλλη πορεία και άλλη σειρά σκέψεων. Κι ερωτώ αυτούς τους γίγαντες της πολιτικής και της δημοσιογραφίας που κατακρίνουν τους εκπαιδευτικούς τόσο επαίσχυντα μήπως θεωρούν ότι οι νέες και οι νέοι των 18 ετών που μελετούν, για να μπουν στις πανεπιστημιακές σχολές, για να γίνουν εκπαιδευτικοί και πάρα πολλοί/ές κάνουν και μεταπτυχιακές σπουδές και μαθαίνουν ξένες γλώσσες φιλοδοξούν να κάνουν μια τεμπέλικη δουλειά, κακά αμειβόμενη; Στόχος τους είναι να συγκεντρώσουν στο πρόσωπό τους όλη την απαξίωση της κοινωνίας;

Όχι, είναι παιδιά με κέφι, με μεράκι, με ζωντάνια, με όρεξη για δουλειά που θέλουν να προσφέρουν τις γνώσεις τους στις επερχόμενες γενιές. Αλλά ξεκινάνε στραβά. Εκπαιδευτικοί γίνονται οι κοινωνικά και οικονομικά παρακατιανοί. Τα παιδιά των εύπορων και ταξικά ανώτερων οικογενειών δεν γίνονται εκπαιδευτικοί. Νομίζετε ποτέ πως κάποιος γόνος των οικογενειών Σαμαρά, Μητσοτάκη, Κεραμέως θα γινόταν εκπαιδευτικός; Ή μήπως δεν θα γινόταν εκπαιδευτικός για να μη γίνει τεμπέλης και άχρηστος; Αυτοί θα γίνονταν δικηγόροι, οικονομολόγοι, γιατροί, αρχιτέκτονες, ειδικότητες που τους ταιριάζουν. Προσωπικά δίδασκα επί 31 χρόνια σε μεγάλο ιδιωτικό Σχολείο. Από τα τέσσερα μέλη της οικογένειας που διοικούν το σχολείο αυτό κανείς δεν είναι εκπαιδευτικός, κανείς τους ποτέ δεν μπήκε σε τάξη. Κανείς τους δεν επέλεξε να γίνει δάσκαλος φιλόλογος ή μαθηματικός και να μπει σε τάξη. Όχι, τα οικονομικά και η διοίκηση επιχειρήσεων είναι αυτά που τους ταιριάζουν καλύτερα. Αλλά την παιδαγωγική επιστήμη θεωρούν ότι την κατέχουν καλύτερα από όλους τους εκπαιδευτικούς.

Οι εκπαιδευτικοί ξεκινούν την καριέρα τους με το στίγμα της κακομοιριάς και επομένως ό,τι τους δοθεί πολύ τους είναι. Και βεβαίως αντιμετωπίζονται με έλλειψη εμπιστοσύνης και επιφυλακτικότητα, που τους καταδικάζει σε αυτοπεριορισμό και αυτολογοκρισία, σε μόνιμη αβεβαιότητα και αμφισβήτηση που τους οδηγεί σε επιστημονικό μαρασμό και στασιμότητα.

Αυτά είναι που πρέπει να αλλάξουν. Οι εκπαιδευτικοί πρέπει να μπαίνουν στα σχολεία νέοι και όχι μετά από χρόνια ταλαιπωρίας, ΑΣΕΠ, αναπλήρωσης, φροντιστηρίων και ιδιαιτέρων μαθημάτων και όλα τα είδη ταπείνωσης και μαρασμού της προσωπικότητάς τους και της επιστημονικής τους κατάρτισης.

Οι εκπαιδευτικοί πρέπει να προσλαμβάνονται χωρίς ταλαιπωρίες, όσο διατηρούν το κέφι τους για δουλειά και προσφορά. Και το υπουργείο και το σχολείο πρέπει συνεχώς να τους ενδυναμώνουν αφήνοντάς τους πολλά περιθώρια πρωτοβουλίας. Οι εκπαιδευτικοί πρέπει να μπορούν να ενημερώνονται σε νέες επιστημονικές θεωρίες της ειδικότητάς τους και της παιδαγωγικής και να μπορούν να τις εφαρμόσουν στη διδασκαλία τους και στη δουλειά τους. Ο σύλλογος των εκπαιδευτικών πρέπει να μπορεί να αποφασίζει για τη λειτουργία του σχολείου και την καθημερινότητά του. Ο σύλλογος διδασκόντων πρέπει να αποφασίζει για το αν θα γίνει αγιασμός στην έναρξη της σχολικής χρονιάς και όχι το υπουργείο. Ο σύλλογος διδασκόντων πρέπει να αποφασίζει αν θα κάνει γιορτή για τους Τρεις Ιεράρχες και όχι το υπουργείο. Ο σύλλογος των διδασκόντων πρέπει να αποφασίζει για το πρόγραμμα των προαγωγικών και απολυτήριων εξετάσεων, χωρίς να το στέλνει στις υπηρεσίες του υπουργείου για έγκριση.

Οι εκπαιδευτικοί πρέπει να αισθάνονται ότι έχουν λόγο και δεν ανήκουν στο περιθώριο της εκπαίδευσης και του σχολείου. Πρέπει να συνδιοικούν και να συναποφασίζουν σε κοινές και τακτικές συνεδριάσεις που θα προβλέπονται από το διδακτικό τους πρόγραμμα. Και πρέπει το κλίμα του σχολείου να είναι τέτοιο, ώστε οι εκπαιδευτικοί συνεχώς να γίνονται καλύτεροι, συνεχώς να βελτιώνονται. Και αυτή η βελτίωση και προσφορά να αναγνωρίζονται και να επιδοκιμάζονται με κάθε τρόπο.

Θα φέρω ένα παράδειγμα. Κάποτε μου τηλεφώνησε μητέρα μαθητή πολύ δυσαρεστημένη. Πριν μία βδομάδα είχε στείλει σημείωμα σε έναν καθηγητή του γιου της και τον παρακαλούσε να της τηλεφωνήσει, για να μιλήσουν για ένα σοβαρό θέμα του παιδιού. Ο καθηγητής πήρε το σημείωμα, αλλά δεν ανταποκρίθηκε στο αίτημα της μητέρας. Κάλεσα τον ?καθηγητή και τον ρώτησα τι συμβαίνει και μου είπε ότι εκείνη την εποχή είχε πολλά τεστ να διορθώσει και ότι, όταν θα τα τέλειωνε σε λίγες ημέρες, θα τηλεφωνούσε στη μητέρα. Την επόμενη ημέρα στην τακτή συνεδρίαση έθεσα στους εκπαιδευτικούς το ερώτημα: Αν μας ζητήσει μια μητέρα να της τηλεφωνήσουμε, πότε πρέπει να κάνουμε το τηλεφώνημα; Όσοι και όσες μίλησαν είπαν πως το τηλεφώνημα πρέπει να γίνει στο πρώτο διάλειμμα κι αν αυτό είναι αδύνατο, πρέπει οπωσδήποτε να γίνει στο δεύτερο. Όλοι ήταν κατηγορηματικοί σε αυτό. Δεν αναφέρθηκα στο συμβάν, δεν εξέθεσα τον καθηγητή που παρευρισκόταν στη συνεδρίαση. Η αξιολόγηση όμως έγινε ταχύτατα με πλάγιο τρόπο από τους άλλους συναδέλφους και πολύ αποτελεσματικά. Μετά από λίγο μου τηλεφώνησε η μητέρα και μου είπε ότι της τηλεφώνησε ο καθηγητής και της ζήτησε συγγνώμη για την καθυστέρηση και το θέμα είχε λήξει. Και πράγματι είχε λήξει για πάντα. Μετά με βρήκε ο καθηγητής και ζήτησε κι από μένα συγγνώμη και μου είπε πως δεν είχε καταλάβει πόσο λάθος είχε χειριστεί το θέμα.

Το σχολείο είναι ένας χώρος μέσα στον οποίο οφείλουμε όλες και όλοι να γινόμαστε καλύτερες/οι. Παιδιά, εκπαιδευτικοί, διευθυντές/τριες πρέπει να μαθαίνουμε και να βελτιωνόμαστε, να προοδεύουμε χωρίς εμμονή σε ιδέες και γνώσεις που μπορεί πλέον να είναι ξεπερασμένες.

Κάποτε σε συζήτηση που είχα με υποψήφια για πρόσληψη φιλόλογο ρώτησα πώς θα δίδασκε το μάθημα των αρχαίων Ελληνικών. Μου είπε ότι θα διάβαζαν μια παράγραφο, θα ζητούσε από τα παιδιά να κάνουν χωρισμό και αναγνώριση προτάσεων, μετά πλήρη συντακτική και γραμματική αναγνώριση και κατόπιν μετάφραση. Ρώτησα γιατί επέλεγε αυτόν τον τρόπο και μου είπε γιατί κι εκείνη έτσι έμαθε αρχαία Ελληνικά. Την ρώτησα αν και τα Αγγλικά που διδάσκονται τα παιδιά πρέπει να τα διδάσκονται με τον ίδιο τρόπο, αλλά δεν μπόρεσε να μου απαντήσει. Όμως αυτή η καθηγήτρια αν βρισκόταν σε ένα περιβάλλον που δεν θεωρεί τα θέματα της παιδείας ως θέσφατα, σε περιβάλλον που έχει μάθει να θέτει ερωτήματα, σε περιβάλλον που συνεχώς διαβάζει και ανανεώνεται είμαι βέβαιος πως θα μπορούσε να δώσει άλλες απαντήσεις.

Κανείς και καμιά μας δεν είναι τόσο καλός/ή που να μη μπορεί να γίνει καλύτερος/η. Και σε αυτό πρέπει να βοηθάει το σχολικό περιβάλλον με την ανάλογη ενίσχυση από το υπουργείο. Ενίσχυση οικονομική για συμμετοχή σε επιστημονικά συνέδρια, για συνδιοργάνωση με άλλα σχολεία της περιοχής επιστημονικών και παιδαγωγικών συνεδρίων στα οποία οι εκπαιδευτικοί θα ενθαρρύνονται να συμμετέχουν ως ομιλήτριες,ές. Ενίσχυση οικονομική για τη δημιουργία σχολικής βιβλιοθήκης με βιβλία υψηλού επιστημονικού επιπέδου, για χρήση από τους εκπαιδευτικούς, οικονομική ενίσχυση για συνδρομή σε βιβλιοθήκες του εξωτερικού, καθορισμένη ώρα στο διδακτικό ωράριο, στην οποία οι εκπαιδευτικοί μιας ειδικότητας θα συζητούν τα θέματά τους, θα θέτουν στόχους και θα αλληλοενημερώνονται. Και ακόμη οι εκπαιδευτικοί των ξένων γλωσσών να έχουν διδακτική ώρα στο τέλος του σχολικού προγράμματος, για να διδάσκουν ξένες γλώσσες σε όσες/ους συναδέλφους τους επιθυμούν.

Με λίγα λόγια δηλαδή, ας σταματήσουμε να μιλάμε για αξιολόγηση των εκπαιδευτικών και να αρχίσουμε να μιλάμε για την αξιοποίηση τους μέσα σε ένα κλίμα εμπιστοσύνης που θα αφήνει πολλά περιθώρια για ανάπτυξη πρωτοβουλιών. Και οι εκπαιδευτικοί πρέπει να συνδιοικούν το σχολείο και να συναποφασίζουν για ζωτικά θέματα και όχι απλώς να συνυπογράφουν μνημεία της γραφειοκρατίας. Και ας αρχίσουμε με επαναπροσδιορισμό των ρόλων και των προσόντων των διευθυντών των σχολικών μονάδων και των προϊσταμένων των εκπαιδευτικών περιφερειών, που έχουν καταλήξει ιερείς της γραφειοκρατίας.

Η εισήγησή μου στην τηλεδιάσκεψη με θέμα: Το άνοιγμα των σχολείων και η μετατροπή της εκπαίδευσης σε reality.

Θέλω να ευχαριστήσω τους διοργανωτές της τηλεδιάσκεψης που με κάλεσαν, παρόλο που εγώ δεν ανήκω σε κανένα πολιτικό σχηματισμό, αλλά από την άλλη πρέπει να πω ότι σέβομαι και εκτιμώ τους ανθρώπους που υποστηρίζουν τον Σύριζα.
Συγχρόνως αισθάνομαι και κάπως παρείσακτος, γιατί ίσως θα έπρεπε στη θέση μου να είναι μία γυναίκα εκπαιδευτικός, μια και η εκπαίδευση είναι ένα κατεξοχήν γυναικείο επάγγελμα και θα έπρεπε σε ό,τι αφορά την εκπαίδευση η γυναικεία φωνή, όχι απλώς να ακούγεται, αλλά και να υπερτερεί μεταξύ των εισηγητών.

Μετά τον σάλο που επακολούθησε και τις αποστάσεις που κράτησε η αρχή προστασίας προσωπικών δεδομένων μάς λένε τώρα ότι δεν θα εγκατασταθούν κάμερες στην τάξη, ότι θα γίνεται απευθείας μετάδοση του μαθήματος από την κάμερα ενός υπολογιστή η ενός τηλεφώνου, που θα εστιάζει μόνο στην έδρα και στον πίνακα, όπως δηλαδή γίνεται τώρα με εμένα. Αλλά εγώ τώρα δεν κάνω μάθημα σε παιδιά. Εγώ τώρα απευθύνομαι σε ένα κοινό που στην πλειοψηφία του μου είστε άγνωστοι και σας είμαι άγνωστος. Δεν ξέρω τα ονόματά σας, δεν έχω σκύψει πάνω από τη ζωή σας, δεν μου έχετε πει τα προβλήματά σας, δεν σας έχω φροντίσει στις δυσκολίες και στις αδυναμίες σας, δεν έχω προσπαθήσει να κερδίσω την εμπιστοσύνη σας και δεν είμαι για σας ένας φαρμακοποιός που διανυκτερεύει. Είμαι μόνο ένα στόμα που μιλάει και τίποτε άλλο. Ένα στόμα που μπορείτε να το κλείσετε, να το μουντζώσετε, να το χλευάσετε ελεύθερα, να το πάρανοήσετε τελείως και να το ξεχάσετε. Το μάθημα στην τάξη όμως δεν είναι ακαδημαϊκή ή δημόσια διάλεξη.
Όταν ήμουν μαθητής στην τελευταία τάξη του Λυκείου παρακολουθούσα το μάθημα με μεγάλο ενδιαφέρον. Έτσι κι αλλιώς οι γονείς μου δεν ήταν σε θέση να αναλάβουν το οικονομικό βάρος του φροντιστηρίου και τα μοναδικά μου μέσα ήταν το σχολικό μάθημα και η προσωπική μου μελέτη. Ήταν άνοιξη όπως και τώρα και στο μάθημα συμμετείχαμε όλα τα παιδιά από τις θέσεις μας. Ο καθηγητής περιφερόταν ανάμεσά μας. Ποτέ άλλωστε δεν είχα καθηγητή που εκφωνούσε ένα μονόλογο. Κάποια στιγμή ο καθηγητής στάθηκε πάνω από το θρανίο μου, με ακούμπησε απαλά στον ώμο και μου είπε πολύ χαμηλόφωνα. «Να μαζέψεις τα πράγματά σου, να πάρεις την τσάντα σου και να πας στο αναρρωτήριο.» «Μα, του είπα, δεν είμαι άρρωστος.» «Εγώ νομίζω ότι είσαι. Αν κάνω λάθος σε λίγα λεπτά θα είσαι πίσω, δεν έγινε τίποτε». Πράγματι πήγα στο αναρρωτήριο, μου έβαλε θερμόμετρο η αδελφή Δαρμή και είχα 39 πυρετό.

Σε κείμενό μου που κυκλοφόρησε τις προηγούμενες μέρες είχα αναφερθεί στον Νίτσε που έλεγε ότι ο δάσκαλος είναι ο κατεξοχήν πατέρας και είχα σχολιάσει λέγοντας πως ο δάσκαλος είναι η κατεξοχήν μητέρα. Έχουμε ανάγκη από δάσκαλους και δασκάλες που αγκαλιάζουν τα παιδιά μας σαν δεύτερη μάνα. Σαν μάνα που μπορεί από μακριά να καταλάβει ότι ένα από τα παιδιά της ανέβασε ξαφνικά 39 πυρετό. Όχι ένα παιδάκι του δημοτικού ή του νηπιαγωγείου, αλλά ένας μαντράχαλος 18 ετών.

Το σχολικό μάθημα δεν είναι ένας μονόλογος του δάσκαλου ή της δασκάλας που αδιαφορεί για το ποιος έμαθε ή δεν έμαθε, ποιος κατάλαβε ή δεν κατάλαβε, ποιος έχει δυσκολία να συγκεντρωθεί ή να προσέξει. Το μάθημα γίνεται με τη συμμετοχή των παιδιών, τα παιδιά μέσα στην τάξη πρέπει να μιλάνε πιο πολύ από τους εκπαιδευτικούς. Τα παιδιά πρέπει να κάνουν ερωτήσεις, πρέπει να λένε τη γνώμη τους, πρέπει να διατυπώνουν αντιρρήσεις, πολλές αντιρρήσεις που υποστηρίζουν με επιχειρήματα. Τα παιδιά δεν ανέχονται τις αυθεντίες και όσα τις ανέχονται πρέπει να μάθουν να μην τις ανέχονται.
Αντίθετα όταν λένε ότι η κάμερα θα αναμεταδίδει τον πίνακα, την έδρα και τον διδάσκοντα επιθυμούν στην πραγματικότητα έναν κακό δάσκαλο. Τον αδιάφορο για τα παιδιά και την αποτελεσματικότητα του μαθήματος, έναν δάσκαλο αυθεντία. Δάσκαλο που μηχανικά διεκπεραιώνει τη διδακτέα ύλη. Δάσκαλο που ξέχασε στο σπίτι την προσωπικότητά του, τη φαντασία του και τη δημιουργικότητά του. Δάσκαλο ακυρωμένο και υποβαθμισμένο. Σαν δημόσιο αγαθό τεχνητά απαξιωμένο, για να πωληθεί κατόπιν σε ιδιώτες σε χαμηλή τιμή.

Πολλές φορές στα διδακτικά μου χρόνια χρειάστηκε να πάω κοντά σε ένα ντροπαλό παιδί, που μιλούσε χαμηλόφωνα, για να του κάνω μια ερώτηση που ήμουν απόλυτα σίγουρος ότι μπορούσε να απαντήσει, να το ενθαρρύνω με ένα άγγιγμα στον ώμο και στη συνέχεια καθώς μιλούσε να κάνω μικρά βήματα προς τα πίσω, για να το αναγκάσω να μιλήσει πιο δυνατά. Γιατί μέσα στην τάξη έχουμε και παιδιά πολύ ντροπαλά, παιδιά πιο αργά, παιδιά που τραυλίζουν, παιδιά υπερκινητικά, παιδιά με διάσπαση προσοχής, παιδιά στο φάσμα του αυτισμού, παιδιά με δυσκολίες στην ακοή και στην όραση, παιδιά με νεανικό διαβήτη κι εκείνο το αγόρι της μονογονεϊκής οικογένειας που το έπιασε πανικός όταν άρχισε ξαφνικά να βρέχει την ώρα του μαθήματος, γιατί είχε ξεχάσει ρούχα απλωμένα στο σχοινί και θα θύμωνε ο πατέρας του.

Για όλα αυτά τα παιδιά πρέπει να αδιαφορήσουμε, πρέπει να τα ξεχάσουμε. Έτσι κάνουν οι καλοί εκπαιδευτικοί σύμφωνα με την υπουργό παιδείας. Αλλά όχι, έτσι κάνουν οι κακοί εκπαιδευτικοί. Και αντιστεκόμαστε, γιατί όπως έλεγε ο Γκαίτε: «μαθαίνει κανείς μόνον απ’εκείνον που αγαπάει». Σε κακούς εκπαιδευτικούς θέλει να μας μετατρέψει η υπουργός, θέλει να μην αγαπάμε τα παιδιά και να μη μας αγαπούν. Θέλει να γίνουμε η ασώματος κεφαλή που μιλάει πίσω από την έδρα, γιατί αγνοεί πως ένα παιδί δεν μπορεί να παρακολουθήσει ένα μονόλογο για περισσότερο από πέντε, το πολύ 10 λεπτά. Αλλά όχι δεν το αγνοεί, απλώς αδιαφορεί. Γιατί δεν την ενδιαφέρει πραγματικά η παιδεία, παρά μόνο η πολιτική σκοπιμότητα.

Τις προηγούμενες ημέρες μού διατυπώθηκαν τρεις ομάδες αρνητικών σχολίων στην εναντίωση μου για τις κάμερες.
Η πρώτη ομάδα έλεγε «δεν θέλετε τις κάμερες, γιατί φοβάστε την αξιολόγηση, γιατί θα φανεί η ανεπάρκειά σας».
Εάν μεταβληθούμε σε στόμα που μονολογεί, όπως θέλει η υπουργός, τότε πράγματι θα είμαστε πολύ κακοί εκπαιδευτικοί.
Αλλά επειδή όλες οι συζητήσεις περιστρέφονται γύρω από την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών θα θέσω ένα ερώτημα. Πώς θα αξιολογηθούν άνθρωποι τελείως απαξιωμένοι; Το λειτούργημα του εκπαιδευτικού είναι τελείως απαξιωμένο. Απαξιωμένο οικονομικά, εργασιακά και κοινωνικά.
Πότε ρωτήθηκαν οι εκπαιδευτικοί για τους σκοπούς της εκπαίδευσης και της παιδείας γενικότερα; Αυτή είναι ερώτηση που απευθύνεται μόνο σε δικαστικούς και μητροπολίτες και μπορεί ακόμη να εκφράσουν απόψεις ο στρατός και η αστυνομία. Πότε οι εκπαιδευτικοί ρωτήθηκαν για το αναλυτικό πρόγραμμα ή για το περιεχόμενο των μαθημάτων που διδάσκουν; Κι όταν μιλούν χωρίς να ερωτηθούν ποιος τους άκουσε; Ποιος τους ρώτησε για τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν, για τις ελλείψεις των σχολείων. Πότε διατύπωσαν άποψη για το πώς πρέπει να διοικείται και να λειτουργεί ένα σχολείο; Ποιος νοιάστηκε σε πόσα σχολεία και σε πόσες τάξεις πρέπει να μπαίνει ένας εκπαιδευτικός που διδάσκει μονόωρο ή δίωρο μάθημα, για να συμπληρώσει το ωράριο;
Ακόμη και αυτό το επαίσχυντο νομοσχέδιο για την παιδεία κατατέθηκε στη διάρκεια της επιδημίας χωρίς δημόσια διαβούλευση. Γιατί ποιοι θα έπαιρναν μέρος στη διαβούλευση, οι εκπαιδευτικοί; Μα αυτοί δεν έχουν καμιά αξία, ποιος τους λογαριάζει;
Αλλά κάτι που έχει απαξιωθεί τόσο πολύ δεν μπορεί να αξιολογηθεί. Γιατί έχει χάσει την αξία του. Γιατί το κράτος έχει διαχρονικά απαξιώσει τους εκπαιδευτικούς. Γιατί απαξίωσε αυτούς και αυτές που ξεκίνησαν τη ζωή τους με όνειρα, με πολυετείς και δύσκολες σπουδές, με πολλή μελέτη, με πολύ μεράκι και αυταπάρνηση. Δώστε τους πίσω την αξία που τους υποκλέψατε με τόσες υπονομεύσεις και τότε θα ξαναμιλήσουμε για αξιολόγηση, τι είδους και από ποιους.

Αλλά και τώρα μπορεί να γίνει αξιολόγηση στην παιδεία. Και καταρχήν πρέπει να γίνει αξιολόγηση του εκπαιδευτικού συστήματος. Θέλετε αξιολόγηση; Ζητήστε από τους εκπαιδευτικούς να αξιολογήσουν το εκπαιδευτικό σύστημα. Γιατί το εκπαιδευτικό σύστημα πρέπει να αξιολογηθεί από αυτούς που το δουλεύουν. Και να αξιολογήσουν οι εκπαιδευτικοί στη συνέχεια τις εκπαιδευτικές περιφέρειες και τις σχολικές μονάδες. Και όχι με ερωταποκρίσεις προκατασκευασμένες από το υπουργείο παιδείας για να βγουν όλα ρόδινα.
Γιατί έχω πάρει μέρος σε αξιολόγηση που ρωτούσε αν θεωρείς το σχολείο δεύτερο σπίτι σου. Κι αν η απάντηση ήταν όχι οδηγούσε στο συμπέρασμα πως δεν είσαι καλός εκπαιδευτικός και όχι πως το σχολείο δεν κατάφερε, ούτε προσπάθησε να σε κάνει να αισθανθείς σαν στο σπίτι σου.

Η δεύτερη ομάδα σχολίων μου ζητούσε να προτείνω λύσεις, για να μη μείνουν πίσω τα παιδιά στη σχολική ύλη, παρόλο που δεν θα εξεταστούν σε αυτήν, δεν θα γίνουν προαγωγικές και απολυτήριες εξετάσεις και η βαθμολογία θα εξαχθεί με τα προ πανδημίας δεδομένα.
Άλλος συνομιλητής θα μιλήσει διεξοδικά για το ότι δεν θα έπρεπε να ανοίξουν τα σχολεία. Εγώ θα περιοριστώ μόνο για να πω ότι δίνεται η ευκαιρία στους γονείς και στις γιαγιάδες και στους παππούδες να μιλήσουν στα παιδιά.
Τώρα είναι η ευκαιρία να μάθουν από σας πολύτιμα πράγματα.
Να μάθουν για τις κοινωνικές ανισότητες και την κοινωνική και εργασιακή εκμετάλλευση.
Να μάθουν για τους άστεγους, για τους άνεργους, για τους ανθρώπους στο περιθώριο της κοινωνίας.
Για τους πρόσφυγες και την απομόνωση των μειονοτήτων.
Για τους φυλακισμένους και τις συνθήκες διαβίωσής τους. Για το ποιοι μπαίνουν φυλακή και ποιοι κυκλοφορούν ελεύθεροι και με καμάρι.
Για τα ιδρύματα εγκλεισμού, που δεν ονομάζονται φυλακές, αλλά έχουν ωραία ονόματα.
Για το σύστημα υγείας και γενικότερα την έλλειψη κοινωνικής πρόνοιας.
Για τις αυθαιρεσίες της αστυνομίας.
Για τα πρόσωπα που βλέπουν στην τηλεόραση και για αυτά που λένε.
Για όλα αυτά δηλαδή που θα έπρεπε να αποτελούν βασική διδακτέα ύλη σε ένα δημοκρατικό εκπαιδευτικό σύστημα, που θέλει να διαμορφώσει κοινωνικά υπεύθυνους και ενεργούς πολίτες

Η Τρίτη ομάδα αρνητικών σχολίων έλεγε πως είμαστε κατά της εξέλιξης, γιατί αρνιόμαστε την πραγματική πρόοδο, γιατί είναι εκσυχρονισμός η σύγχρονη αναμετάδοση του μαθήματος.

Η πρόοδος και η οπισθοδρόμηση στην εκπαίδευση κρίνεται μερικώς μόνο από τα μέσα διδασκαλίας. Κυρίως εξαρτάται από το περιεχόμενο της εκπαίδευσης. Εξαρτάται και από το πως διδάσκουμε, αλλά κυρίως από το τι διδάσκουμε.
Η αντικατάσταση της Κοινωνιολογίας από τα Λατινικά είναι σαφώς εκπαιδευτική οπισθοδρόμηση.
Οι θέσεις της υπουργού για τα μαθήματα των Θρησκευτικών και της Ιστορίας χαρακτηρίζονται ως σαφής εκπαιδευτικός σκοταδισμός.
Οι παρεμβάσεις του αρχιεπισκόπου και των μητροπολιτών και τώρα και παλιότερα όχι μόνο για τη διδασκαλία των θρησκευτικών, αλλά και των αρχαίων ελληνικών, της Ιστορίας και της σεξουαλικής αγωγής, ακόμη και για το ποιος θα είναι υπουργός παιδείας, μας πάνε αιώνες πίσω.
Η δυνατότητα της σύγχρονης αναμέταδοσης είναι τεχνολογικό επίτευγμα, αλλά η ιδεολογία της κάμερας μέσα στην αίθουσα διδασκαλίας είναι καθαρά οργουελική.

Η τροπολογία δεν θα εφαρμοστεί, γιατί δεν θα επιτρέψουμε να εφαρμοστεί. Δεν θα ακυρωθεί μόνο στην πράξη, πρέπει να ακυρωθεί και να αποκηρυχθεί στις συνείδηση της κοινωνίας. Στη συνείδηση των γονέων και των παιδιών. Γιατί αλλιώς τα κινητά τηλέφωνα θα εφορμήσουν μέσα στην τάξη. Πάντα κάποιο παιδί θα λείπει από το μάθημα για κάποιο λόγο και τα υπόλοιπα θα αναλαμβάνουν την ενημέρωσή του. Οι γονείς θα απαιτούν πάντα να στέλνονται τα μαθήματα στο σπίτι, απευθείας η βιντεοσκοπημένα. Τα κινητά τηλέφωνα και το YouTube θα δουλεύουν υπερωρίες. Και όλα θα είναι νόμιμα ή νομιμοφανή. Από τη στιγμή που θα μπουν τα κινητά στο μάθημα μία φορά, δεν θα βγουν ποτέ.

Η τροπολογία θα ακυρωθεί εκ του νόμου ή εκ των πραγμάτων.
Αλλά δεν θα ξεχαστεί ποτέ. Ποτέ δεν μπορούσα να φανταστώ ότι μια τέτοια τροπολογία θα ψηφιζόταν από το ελληνικό κοινοβούλιο, έστω και μόνο από τους βουλευτές του κυβερνώντος κόμματος. Και ψηφίστηκε και από βουλευτές που στο παρελθόν ήταν ανώτατοι δικαστές και υπουργοί δικαιοσύνης. Η ευθύνη δεν είναι μόνο της υπουργού. Είναι όλων αυτών που υπερψήφισαν. Η τροπολογία θα ακυρωθεί, έστω και με πολλούς αγώνες, αλλά η ντροπή δεν θα σβηστεί ποτέ. Αυτό το άγος, αυτό το όνειδος θα βαραίνει στις πλάτες όσων υπερψήφισαν. Και θα φροντίσουμε εμείς για αυτό. Και εμείς και οι επόμενες γενιές.

Όχι στη μαγνητοσκόπηση του μαθήματος

Επί 23 χρόνια που ήμουν διευθυντής γυμνασίου στη Σχολή Μωραΐτη αντιστάθηκα πολύ έντονα στις φωτογραφήσεις και τις μαγνητοσκοπήσεις κάθε είδους, με εξαίρεση για τις σχολικές γιορτές και τις θεατρικές παραστάσεις και πάντα με αυστηρές προδιαγραφές.

Είχα ακούσει πολλές φορές αιτήματα γονέων για παρακολούθηση των κοινόχρηστων χώρων του Σχολείου με κάμερα για λόγους ασφάλειας. Μου είχε ζητηθεί να τοποθετηθεί κάμερα ακόμη και στα αποδυτήρια και στους προθάλαμους των τουαλετών, αλλά, παρά τα τόσο παράλογα αιτήματα από μια πολύ μικρή μερίδα γονέων ευτυχώς, κανείς δεν μου ζήτησε να μπει κάμερα και μέσα στις αίθουσες διδασκαλίας. Και όταν η γενική διεύθυνση του Σχολείου μου ζήτησε να μπαίνω στις τάξεις, για να παρακολουθώ την ποιότητα του μαθήματος αρνήθηκα κατηγορηματικά σε αυτό το παιχνίδι εξουσίας. Η αίθουσα διδασκαλίας και το μάθημα δεν πρέπει να παραβιάζονται από κανένα μάτι, κανένα αυτί, καμιά παρουσία τρίτου προσώπου. Και μπορώ να διαβεβαιώσω ότι τα μάτια και τα αυτιά των τρίτων είναι στην πλειοψηφία τους κακόβουλα.

Μου είχε τύχει να κυκλοφορούν μαγνητοσκοπημένα στιγμιότυπα από κινητά μαθητών σε ώρα αντικατάστασης απόντος καθηγητή ή ακόμη και κατά την ώρα του διαλείμματος, που τα χρησιμοποιούσαν γονείς, για να ισχυριστούν ότι ο εικονιζόμενος καθηγητής δεν μπορεί να επιβάλει την τάξη και να κάνει μάθημα. Και δεν θέλω να θυμάμαι το μπούλιγκ που γινόταν με μαγνητοσκοπημένες ιδιωτικές στιγμές παιδιών.

Τώρα βρισκόμαστε αντιμέτωποι με την απαίτηση του υπουργείου παιδείας να μαγνητοσκοπούνται τα μαθήματα, για να προβάλλονται στα παιδιά που αδυνατούν να παρακολουθήσουν το μάθημα.

Κατανοώ την ανάγκη, κατανοώ τις έκτακτες ανάγκες αυτής της περιόδου, αλλά ούτε σε αυτήν, ούτε σε άλλη περίπτωση εγώ ως διευθυντής σχολείου δεν θα επέτρεπα να γίνει μαγνητοσκόπηση την ώρα του μαθήματος. Υπάρχουν κάποια όρια που δεν πρέπει ποτέ και κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες ή ανάγκες να παραβιάζονται. Και αν γίνει υποχώρηση σε αυτή την ανάγκη, πάντα θα εμφανίζονται τέτοιες ανάγκες στο μέλλον με αυτήν ή με άλλη ηγεσία στο υπουργείο παιδείας, με αυτήν ή με άλλη κυβέρνηση. Κάθε τόσο αδειάζουν από παιδιά οι σχολικές αίθουσες λόγω γρίπης, πάντα θα υπάρχουν παιδιά που λείπουν, παιδιά που έχουν απορίες, παιδιά που κάνουν επανάληψη, παιδιά που προετοιμάζονται για εξετάσεις. Γιαυτό η άρνηση πρέπει και τώρα και στο μέλλον να είναι κατηγορηματική.

Το σχολικό μάθημα δεν είναι ακαδημαϊκή διάλεξη, δεν είναι δημόσια διάλεξη, δεν είναι ανακοίνωση σε επιστημονικό συνέδριο. Το σχολικό μάθημα δεν παράγεται από μια επιστημονική αυθεντία, αλλά από όλη την τάξη. Δεν παράγεται μόνο από τον εκπαιδευτικό, αλλά και από όλα τα παιδιά. Ο/η εκπαιδευτικός δεν απευθύνεται σε ένα απρόσωπο και ανώνυμο ακροατήριο από ένα χειρόγραφο που έχει μπροστά του. Απευθύνεται σε όλα τα παιδιά μαζί, αλλά και σε καθένα χωριστά, κάνει το μάθημα μαζί με όλα τα παιδιά, αλλά και με το καθένα χωριστά. Και κυρίως η σχολική αίθουσα είναι κατεξοχήν ο χώρος όπου γίνονται λάθη, πολλά λάθη, γιατί τα παιδιά μαθαίνουν κυρίως από τα λάθη τους. Λάθη που προσπερνιούνται, που ξεχνιούνται, λάθη που δεν στιγματίζουν. Μέσα στη σχολική αίθουσα τα παιδιά που μιλάνε πολύ θα συγκρατηθούν, για να μιλήσουν και τα παιδιά που μιλάνε λίγο ή καθόλου. Τα παιδιά που έχουν απορίες θα ενθαρρυνθούν να διατυπώσουν τις απορίες τους και τα παιδιά που έχουν καταλάβει το μάθημα θα μάθουν να είναι υπομονετικά με τα παιδιά που έχουν κενά στις γνώσεις τους. Τα παιδιά μέσα στην τάξη δεν μιλάνε μόνο για να ελεγχθούν οι γνώσεις τους. Κυρίως μιλάνε, για να προχωρήσει το μάθημα παρακάτω. Με τη συμμετοχή των παιδιών προχωράει το μάθημα, όχι με τον μονόλογο του εκπαιδευτικού.

Αλλά μέσα στην τάξη μπορεί να γίνουν κι άλλα πράγματα. Δεν ήταν λίγες οι φορές που κάποιο παιδί το έπαιρνε ο ύπνος κι εγώ έκανα νόημα στα άλλα παιδιά να κάνουν ησυχία κι εγώ μιλούσα χαμηλόφωνα, για να μην ξυπνήσει το παιδί που κοιμόταν. Γιατί συχνά οι έφηβοι υποφέρουν από αϋπνία κι αν το παιδί κοιμόταν δέκα-δεκαπέντε λεπτά θα μπορούσε να συνεχίσει με πιο καθαρό μυαλό την υπόλοιπη μέρα. Κι άλλοτε πάλι που τα έβλεπα αγχωμένα, γιατί είχαν τεστ την επόμενη ώρα, τα άφηνα το τελευταίο δεκαπεντάλεπτο να συζητήσουν μεταξύ τους τις απορίες τους και να κάνουν μια τελευταία επανάληψη. Και τα άφηνα να γελούν και τα έκανα να γελούν. Γιατί το γέλιο είναι ιερή στιγμή για το παιδί, εφόσον δεν γελάει εις βάρος κάποιου άλλου.

Πριν από λίγες ημέρες μια παλιά μου μαθήτρια μου έστειλε ένα μήνυμα: «Σας αγαπώ πάντα… Ήμουν μαθήτριά σας δεκαετία 80… Μας κάνατε πλάκα τσα πίσω από την κουρτίνα…»

Γιατί η σχολική τάξη είναι μια μεγάλη αγκαλιά. Και μέσα στην αγκαλιά χωράει πολύ κλάμα και πολύ γέλιο. Αυτό που δεν χωράει είναι η κάμερα, φανερή ή κρυφή.

Ο Νίτσε έλεγε ότι ο δάσκαλος είναι ο κατεξοχήν πατέρας. Εγώ, λοιπόν, σας λέω πως ο δάσκαλος πρέπει να είναι η κατεξοχήν μητέρα. Και πρέπει να παραμείνει μητέρα που δεν υποκαθίσταται, ούτε αντικαθίσταται από την τεχνολογία.

Το μισό χαρτοφυλάκιο της κυρίας Κεραμέως μαγνητοσκοπείται και προβάλλονται από την τηλεόραση λειτουργίες και ακολουθίες. Ας μείνει το άλλο μισό χαρτοφυλάκιο στην ησυχία του. Με την μαγνητοσκόπηση του μαθήματος δεν εξυπηρετείται η παιδεία. Η πολιτική του υπουργείου παιδείας εξυπηρετείται. Κανένας και καμιά εκπαιδευτικός με στοιχειώδη αυτοσεβασμό δεν πρέπει να ενδώσει σε αυτήν την πολιτική. Με το όχι στη μαγνητοσκόπηση διαφυλάσσουμε τις θεμελιώδεις αξίες της δημοκρατικής παιδείας και της ανθρωπιάς μας.

Δεν Ξαναπάω Στις Γυναίκες

Ημέρες Εγκλεισμού και Απόδρασης

Όπως ήμουν με τα ρούχα της δουλειάς. Βρακί, φανελάκι και πέδιλα. Ούτε που σκέφτηκα να φορέσω κάτι από πάνω. Άλλωστε δεν υπήρχε και ο χρόνος. Όλα έπρεπε να γίνουν βιαστικά και γρήγορα. Όταν δραπετεύεις δεν σκέφτεσαι την εμφάνισή σου, ούτε κοιτάζεσαι στον καθρέφτη. Το μόνο που σε νοιάζει είναι να μη σε πάρουν χαμπάρι και μπει βίαιο τέλος στην επιχείρηση απόδρασης.
Άνοιξα αθόρυβα την πόρτα της αυλής. Έξω ησυχία. Κανείς δεν κυκλοφορούσε τόσο νωρίς στο δρόμο. Άφησα την πόρτα ανοιχτή, για να μην κάνει θόρυβο κλείνοντας και έστριψα προς τα πάνω. Έφτασα στη γωνία Βιτωλίων και Σπάρτης κι έστριψα δεξιά χωρίς να κοιτάξω πίσω μου. Δεν ήθελα συγκινήσεις και δεν είχα αναστολές. Ήμουν αποφασισμένος για όλα. Έβαλα το κεφάλι κάτω και προχώρησα με γοργό βήμα χωρίς να κοιτάζω δεξιά κι αριστερά και προπαντός χωρίς να γίνομαι στόχος και να κινώ υποψίες.
Έφτασα στη στάση Παναγιωτάκου, πέρασα τις γραμμές του τραμ, χωρίς να κοιτάξω και αψηφώντας κάθε κίνδυνο. Σε λίγο έφτασα στην απέναντι πλευρά. Για κακή μου τύχη εκεί είχε σταματήσει ένας πλανόδιος μανάβης με την πραμάτειά του φορτωμένη σε ένα κάρο που το έσερνε ένα γαϊδούρι. Άγνωστος μανάβης αυτός, δεν ήταν ο δικός μας, πράγμα καλό σε αυτήν την περίπτωση. Άγνωστος αυτός, άγνωστο και το γαϊδούρι του. Γύρω από το κάρο είχαν μαζευτεί πολλές γυναίκες που ψώνιζαν τα ζαρζαβατικά τους και τα φρούτα τους. Άλλη θα έφτιαχνε γεμιστά και ζούλαγε τις ντομάτες, άλλη θα έφτιαχνε ιμάμ και ζούλαγε τις μελιτζάνες, άλλη είχε ήδη ψωνίσει μπάμιες και τώρα ζούλαγε τα ροδάκινα. Πάντως όλες έδειχναν προσηλωμένες, πράγμα καλό, γιατί δεν κοίταζαν το δρόμο, δεν με είχαν δει, ούτε αυτές, ούτε ο μανάβης που ήταν αφοσιωμένος στην παλάντζα του και στους υπολογισμούς του, στα τάλιρα και τα δεκάρικα που άλλαζαν χέρι.
Και τότε έγινε το κακό. Κάποια από αυτές με έδειχνε με το δάχτυλο και έλεγε στις άλλες «κοιτάχτε, κοιτάχτε» κι αυτές παράτησαν ντομάτες και μελιτζάνες, παράτησαν τον μανάβη που ανησυχούσε μη φύγει καμιά χωρίς να πληρώσει, θορυβήθηκε και το γαϊδούρι που άρχισε να γκαρίζει. Από τη μια στιγμή στην άλλη άλλαξαν όλα. Στην αρχή μπήκαν μπροστά μου και μου έκλεισαν το δρόμο και μετά με περικύκλωσαν και ήταν πολλές, πάρα πολλές και φώναζαν και μιλούσαν γρήγορα και δεν ήξερα τι έλεγαν, όλα ήταν μπερδεμένα, ώσπου ένα χέρι ξεχώρισε ανάμεσά τους και μ’ άρπαξε.

Άργησα να καταλάβω ποιο ήταν αυτό το χέρι, γιατί όλα γίνονταν γρήγορα, πολύ γρήγορα και με φωνές. Και το χέρι φώναζε «τον βρήκα, τον βρήκα.» Και τότε ξεθάρρεψα. Το χέρι ήταν της Μαρίας, της κόρης της Ερηνούλας που έμενε απέναντι μας κι εκείνη με είχε σηκώσει στην αγκαλιά της και έτρεχε και μια άλλη πιο πέρα φώναζε «βρέθηκε, βρέθηκε». Και ξαφνικά ο δρόμος είχε γεμίσει από γυναίκες που φώναζαν και κουνούσαν τα χέρια τους και η Μαρία είχε λαχανιάσει γιατί έτρεχε με μένα στην αγκαλιά και έφτασε ξεψυχισμένη στο σπίτι μας, η πόρτα της αυλής ήταν ορθάνοιχτη κι η μάνα μου στεκόταν με μια βέργα. Και μόλις την είδα έτσι αγριεμένη και απειλητική άρχισα να φωνάζω «μαμά μου δε θα ξαναπάω στις γυναίκες, δε θα ξαναπάω στις γυναίκες». Και τότε έγινε το θαύμα κι άρχισε η μάνα μου να γελάει και γελούσαν και οι άλλες γυναίκες κι η μάνα μου γελώντας είπε «μαυρόμοιρο έχε χάρη» κι εγώ δεν κατάλαβα γιατί γλίτωσα το ξύλο και πέρασαν αρκετές ημέρες πριν ξανανοίξω την πόρτα της αυλής. Αυτή τη φορά όμως όταν έφτασα στη γωνία Βιτωλίων και Σπάρτης δεν έστριψα δεξιά, αλλά αριστερά.

Η χαμένη σχολική ύλη

Μην ανησυχείτε για τη σχολική ύλη που χάνεται. Ας χάνεται.
Η γνώση που προσφέρουν τα σχολεία είναι σε πολύ μεγάλο βαθμό άχρηστη και σε κάποιο βαθμό βλαβερή, αν σκεφτεί κανείς ότι στα σχολικά θρανία μπαίνουν οι βάσεις του εθνικισμού, της μισαλλοδοξίας και των κοινωνικών στερεοτύπων.
Ελάχιστες από τις γνώσεις του σχολείου δεν θα ξεχαστούν και ακόμη πιο λίγες θα κάνουν τα παιδιά υπεύθυνα μέλη της κοινωνίας που θα συμβάλουν στην εξέλιξή της.
Τώρα όμως, αυτές τις ημέρες του εγκλεισμού, είναι η μεγάλη ευκαιρία για τα παιδιά να μάθουν, κλεισμένα στα σπίτια, μακριά από τα σχολεία.
Να μάθουν για τις κοινωνικές ανισότητες και την κοινωνική και εργασιακή εκμετάλλευση.
Να μάθουν για τους άστεγους, για τους άνεργους, για τους ανθρώπους στο περιθώριο της κοινωνίας.
Για τους πρόσφυγες και την απομόνωση των μειονοτήτων.
Για τους φυλακισμένους και τις συνθήκες διαβίωσής τους. Για το ποιοι μπαίνουν φυλακή και ποιοι κυκλοφορούν ελεύθεροι και με καμάρι.
Για τα ιδρύματα εγκλεισμού, που δεν ονομάζονται φυλακές, αλλά έχουν ωραία ονόματα.
Για το σύστημα υγείας και γενικότερα την έλλειψη κοινωνικής πρόνοιας.
Για τις μούρες που βλέπουν στην τηλεόραση και για αυτά που λένε.
Κι ακόμη για το Άγιο Φως που θά έρθει με τιμές αρχηγού κράτους και το σκοτάδι που μας περιστοιχίζει.
Κι άλλα πολλά.

Γίνετε εσείς χρήσιμοι δάσκαλοι των παιδιών σας. Για μια καλύτερη κοινωνία.

Ο πολιτικός ρόλος του Τσιόδρα

Απαντώ σε όσους/ες επιμένουν πως ο ρόλος και ο λόγος του Τσιόδρα περιορίζονται σε αυστηρά επιστημονικά πλαίσια.
Διευκρινίζω πως η θρησκευτικότητά του, η οικογενειακή του κατάσταση, η σχέση του με εκκλησιαστικές οργανώσεις και η επιστημονική του κατάρτιση δεν επηρεάζουν την επιχειρηματολογία μου.

  • Δεν υπάρχει αυστηρά επιστημονικός λόγος. Δεν υπάρχει επιστημονική μεταγλώσσα. Ο επιστημονικός λόγος εκφέρεται με γλώσσα και η γλώσσα είναι φορέας ιδεολογίας και επιδέχεται ερμηνείας.
  • Δεν υπάρχει επιστημονικός ρόλος που να μην εμφορείται από κοινωνικοπολιτικές επιλογές.
  • Ακόμη και όταν ο γιατρός συνταγογραφεί ένα φάρμακο δεν περιορίζεται σε αυστηρά επιστημονικό ρόλο. Μαζί με το φάρμακο συνταγογραφεί και τη φαρμακοβιομηχανία που το παράγει, το εργασιακό και ερευνητικό καθεστώς της, τις δοσοληψίες της με κυβερνήσεις και πολιτικούς, το ρόλο της σε αναπτυσσόμενες χώρες και γενικότερα τις κοινωνικοπολιτικές της επιλογές. Ακόμη και όταν ο γιατρός συνταγογραφεί ένα φάρμακο ασκεί πολιτική.
    *Ο Τσιόδρας είναι επίσημος εκπρόσωπος του υπουργείου υγείας. Η θέση αυτή είναι καθαρά κυβερνητική.
  • Κάποιος που εμφανίζεται καθημερινά και καθορισμένη ώρα στην κρατική (κυβερνητική) τηλεόραση, απευθύνεται σε όλο τον κόσμο και απαντάει σε ερωτήσεις δημοσιογράφων σαφέστατα ασκεί πολιτική.
  • Κάποιος που εμφανίζεται συστηματικά στην τηλεόραση ανάμεσα σε δύο υφυπουργούς αναμφισβήτητα ασκεί πολιτική. Δεδομένου ότι ουδέποτε διατυπώνει αντίρρηση στα λεγόμενα των υφυπουργών ασκεί κυβερνητική πολιτική.
  • Κάποιος που περιβάλλει με επιστημονικό κύρος τις κυβερνητικές επιλογές όχι μόνο ασκεί κυβερνητική πολιτική αλλά εμφανίζει τις κυβερνητικές επιλογές ως τις μόνες σωστές.
  • Κάποιος που αποσιωπά και αποφεύγει τα δύσκολα θέματα και περιβάλλει τα υπόλοιπα με συγκινησιακό φορτίο ασκεί πολιτική και μάλιστα λαϊκιστική πολιτική.
  • Κάποιος που υποτίθεται ότι δίνει συνέντευξη, αλλά ο/η δημοσιογράφος ούτε ακούγεται, ούτε μπορεί να ζητήσει διευκρινίσεις για την απάντηση που έλαβε, ούτε να διατυπώσει αντιρρήσεις για την αοριστία και στρεψοδικία της απάντησης δεν δίνει πράγματι συνέντευξη. Συμμετέχει εγνωσμένα σε μια παράσταση. Κι αυτό είναι μια πολιτική επιλογή.
  • Η διαχείριση μιας πανδημίας είναι πρωτίστως πολιτική πράξη και δευτερευόντως επιστημονική. Ο Τσιόδρας ανέλαβε πρωτίστως πολιτικό ρόλο. Ανέλαβε να διαβεβαιώνει τον κόσμο ότι οι κυβερνητικές επιλογές είναι οι σωστές. Ο επιστημονικός ρόλος έχει ανατεθεί σε επιτροπή λοιμωξιολόγων και όχι αποκλειστικά στον Τσιόδρα. Ο Τσιόδρας στα δύσκολα θέματα επικαλείται τον επιστημονικό του ρόλο. Όταν θέλει όμως μπορεί να ασκεί και κοινωνική πολιτική και να συμβουλεύει τους άνδρες όταν θυμώνουν και θέλουν να δείρουν τη γυναίκα τους να προτιμήσουν να πάνε έναν περίπατο, για να ξεσκάσουν.
  • Ο αριστερός κόσμος έχει μείνει άφωνος, γιατί πρώτη φορά ακούει κάποιον δεξιό που δεν χρησιμοποιεί ρατσιστικό λόγο. Δεν χρησιμοποιεί όμως ρατσιστικό λόγο όχι επειδή είναι γιατρός και περιορίζεται στον επιστημονικό του ρόλο. Δεν χρησιμοποιεί ρατσιστικό λόγο, επειδή υπάρχουν και κάποιοι δεξιοί που δεν χρησιμοποιούν ρατσιστικό λόγο. Και ο ρατσιστικός και ο μη ρατσιστικός λόγος είναι λόγοι πολιτικοί.

Ελλάς Ελλήνων Χριστιανοφασιστών

Δέχομαι πως υπήρχαν και τιμωρητικές ψήφοι προς τον Σύριζα που εξασφάλισαν την αυτοδυναμία της κυβέρνησης, αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε και να παραβλέπουμε τις ακροδεξιές ψήφους. Οι τιμωρητικές ψήφοι αποδείχτηκαν πολύ χρήσιμες, αλλά είναι συγκυριακές, δεν τις έχει ο Μητσοτάκης στην τσέπη του και γιαυτό ξέρει πως οι τσέπες του πρέπει να φουσκώσουν από ρατσιστικές, φασιστικές ψήφους. Η ΝΔ έχει μια σταθερή βάση στην κοινωνία που κυμαίνεται γύρω στο 28% και η ακροδεξιά διαθέτει ένα 6%. Αυτό το 34% εξασφαλίζει στη ΝΔ να είναι το πρώτο κόμμα αλλά δεν εξασφαλίζει αυτοδυναμία, ούτε εξασφαλίζει κυβέρνηση παντός εκλογικού νόμου. Το εθνικιστικό παιχνίδι τού εξασφάλισε μακεδονικές ψήφους, αλλά κινδυνεύει να στραφεί εναντίον του και δεν μπορεί και λόγω Αιγαίου να επενδύσει σε αυτό. Η λύση όμως που του προσφέρθηκε στο πιάτο είναι ο ρατσισμός, η ξενοφοβία και ο φασισμός. Μοναδική ευκαιρία να αυξήσει τους φασίστες που έπαιζαν κρυφτό πίσω από άλλα κόμματα.

Και ο Σύριζα έπαιξε άσχημο παιχνίδι με τους πρόσφυγες και επιδόθηκε σε αντιπροσφυγικές πολιτικές, αλλά δεν υιοθέτησε την αντιπροσφυγική και ρατσιστική ρητορική της ΝΔ. Έκανε μερικά πείσματα με την Εκκλησία, για να ρίξει στάχτη στα μάτια σε μια μερίδα των ψηφοφόρων του, αλλά δεν συγκρούστηκε με αυτήν, απλώς την κρατούσε στη γωνία. Η Εκκλησία όμως καραδοκούσε να βρει την ευκαιρία που δεν άργησε.

Ο Μητσοτάκης ήξερε πως για να πραγματοποιήσει τα αδίστακτα σχέδιά του έπρεπε να ενεργοποιήσει τον προαιώνιο ακροδεξιό μοχλό της Εκκλησίας που υπήρξε σύμμαχος και όργανο όλων των φασιστικών καθεστώτων στη χώρα. Τοποθέτησε μια παρωχημένη και υποκλινομένη θεούσα υπουργό παιδείας και θρησκευμάτων και επέβαλε στους κρατικούς λειτουργούς να λένε πως η μετάληψη και οι εκκλησιαστικοί χώροι δεν μεταδίδουν τον κορωνοϊό.

Και στη συνέχεια άνοιξε τους κρουνούς του ρατσισμού και του φασισμού. Γιατί ο ρατσισμός και ο φασισμός έχουν κοινό έχθρό τον Άλλο, τον ξένο, τον λίγο διαφορετικό, τον πολύ διαφορετικό, αυτόν που δεν ξέρουμε από πού κρατάνε τα γεννοφάσκια του. Η γλώσσα του φασισμού είναι απλή, εύκολη, κατανοητή που την ξέρουμε όλοι. Γιατί τι μας λέει ο φασισμός: Θυμάσαι που όταν ήσουν μωρό έκλαιγες όταν έβλεπες έναν ξένο; Καλά έκανες. Αλλά τώρα που είσαι μεγάλος να μην κλαις. Να ουρλιάζεις από θυμό και να παίρνεις ένα ξύλο και να χτυπάς, να χτυπάς αλύπητα. Να χτυπάς μέχρι να τους εξαφανίσεις. Γιατί αν δεν τους εξαφανίσεις εσύ θα σε εξαφανίσουν εκείνοι. Γιατί αυτοί δεν είναι άνθρωποι. Δεν σου μοιάζουν. Κτήνη είναι. Διάλεξε με ποιους είσαι. Με μας που θέλουμε το καλό σου ή με τα κτήνη;

Και ήρθε κι ο αρχιεπίσκοπος και σου είπε μπράβο που σκέφτεσαι έτσι. Σωστά σκέφτεσαι και χτύπα, χτύπα ανελέητα, για να σωθούμε. Και το επανέλαβαν κι άλλοι μητροπολίτες και παπάδες και η Κεραμέως και άλλοι υπουργοί, κι άλλοι πολιτικοί, και δημοσιογράφοι και καλλιτέχνες και η τηλεόραση με τις ψεύτικες ειδήσεις σού λέει όλη μέρα χτύπα, χτύπα, σκότωσέ τους πνίξε τους, αλλά δεν στο λέει έτσι ξεκάθαρα, στο λέει με ωραία λόγια σαν σε ωραίο παραμύθι που θα σκοτώσεις τον δράκοντα και θα παντρευτείς τη βασιλοπούλα.

Και το έμαθαν κι άλλοι φασίστες και ήρθαν από ξένες χώρες, από τη Γερμανία, από την Αυστρία, από τη Σουηδία και ενώνονται μαζί σου στη Λέσβο, στη Χίο, στον Έβρο. Κι εσύ δεν ντρέπεσαι που αυτοί οι φασίστες σε θεωρούν όμοιό τους, σε βλέπουν σαν αδελφό τους κι έγινες ένα με αυτούς.

Δεν έχω αυταπάτες. Αν τα προηγούμενα χρόνια κάναμε ένα δημοψήφισμα κατά των Εβραίων, κατά των Γύφτων, κατά των μειονοτήτων της Θράκης, κατά των ομοφυλοφίλων, τα αποτελέσματα θα μας έφερναν σκοτοδίνη. Ευτυχώς όμως απαγορεύονται τα δημοψηφίσματα κατά των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Όλοι εσείς όμως που θα ήσασταν πρόθυμοι να στραφείτε εναντίον των μειονοτήτων και των μειοψηφιών δεν ήσασταν αναγκαστικά Χρυσαυγίτες. Όχι, κρυβόσασταν μέσα σε όλα τα κόμματα, γιατί κυκλοφορούσε ένα «δεν κάνει να σκέφτεστε έτσι» και λουφάζατε. Τώρα όμως σας είπε η κυβέρνηση πως σωστά σκέφτεστε και βγήκατε από τα λαγούμια σας με ένα κοντάρι. Και χτυπάτε και χτυπάτε και εμπιστεύεστε τον πρωθυπουργό μας και τον κάνετε να καμαρώνει.

Αλλά το ποτάμι του φασισμού δεν γυρίζει εύκολα πίσω και οι ιδέες του θα εισχωρήσουν βαθιά μέσα στην κοινωνία. Οι ωραίες ιδέες σας θα μπουν στα σχολεία και τα παιδιά δεν θα καταδυναστεύουν μόνο τα προσφυγόπουλα. Οι συμμαθητές θα κοροϊδεύουν και θα χτυπάνε το χοντρό παιδί σας, το κοντό παιδί σας, το ψηλό παιδί σας, το ΑΜΕΑ παιδί σας, το αυτιστικό παιδί σας, το δυσλεκτικό παιδί σας, το γκέι παιδί σας, το άτολμο παιδί σας, το παιδί σας που δεν είναι καλό στα μαθήματα, το παιδί σας που είναι πολύ καλό στα μαθήματα, το παιδί σας που δεν είναι καλό στα αθλητικά. Και σας θα σας ποδοπατάει το αφεντικό σας και θα βάζει χέρι στην κόρη σας και στη γυναίκα σας, ίσως και στον γιο σας, κι ο γιος σας θα υποφέρει στο στρατό και δεν θα βρίσκει δουλειά κι οι γονείς σας θα λιμοκτονούν με την ψωροσύνταξη και δεν θα μπορείτε να σηκώσετε κεφάλι, γιατί θα σας δέρνουν τα ΜΑΤ και οι παπάδες θα σας λένε να κάνετε υπομονή. Κι εσείς θα χαμογελάτε ευτυχείς, γιατί θα έχετε πρωθυπουργό τον Μητσοτάκη και γιατί δείξατε στους δυστυχείς πρόσφυγες ότι είστε υπερήφανοι που είστε Έλληνες. Αλλά εγώ θα ντρέπομαι που είμαι Έλληνας και θα είμαι πρόσφυγας ανάμεσά σας.

Ίτε Παίδες Ελλήνων

Γενναία κι ακούραστα τα παλικάρια της Ελλάδας. Τα παλικάρια του λιμενικού, του στρατού και της αστυνομίας που ξημεροβραδιάζονται στο Αιγαίο, στα νησιά και στον Έβρο, για να απωθήσουν αυτούς που θέλουν να μπουν στη χώρα μας. Γενναία και ακούραστα και τα άλλα παλικάρια μας που δεν ανήκουν στα σώματα ασφαλείας, αλλά εθελοντικά αρπάζουν τουφέκια, κοντάρια και ό,τι άλλο βρουν, για να βοηθήσουν κι αυτοί, για να μην περάσει κανείς τα σύνορα.

Κι από την άλλη μεριά των συνόρων άνθρωποι εξαθλιωμένοι, πεινασμένοι, ξεπαγιασμένοι στη στεριά κι άλλοι βρεγμένοι και μισοπνιγμένοι στη θάλασσα, γυναίκες, άντρες, παιδιά, μωρά, ηλικιωμένοι, άρρωστοι. Όλο το μπλεγμένο κουβάρι της δυστυχίας και της αθλιότητας.

Και βρίσκονται και κάποιοι που φωνάζουν στα παλικάρια μας για τον ξένιο θεό, για την πατροπαράδοτη φιλοξενία των Ελλήνων. Αλλά τα παλικάρια μας δεν πτοούνται, όχι μόνο γιατί εκτελούν διαταγές, αλλά γιατί πιστεύουν στο έργο τους. Γιατί ξέρουν καλά ότι δεν υπάρχουν φιλόξενοι λαοί. Γιατί αυτοί που πάντα λέγαμε φιλόξενους είναι αυτοί που φοβούνται περισσότερο τους ξένους. Γιατί οι ξένοι είναι επικίνδυνοι και μόνο αν τους καθίσεις στο τραπέζι σου και τους προσφέρεις ένα πιάτο φαΐ, τότε αυτοί δεν μπορούν να σε βλάψουν, δεν μπορούν να κάνουν κακό στον ομοτράπεζο και σε αυτόν που πρόσφερε ένα ταβάνι να κοιμηθούν.

Κι έτσι αναγκάζονται τα παλικάρια μας να ξημεροβραδιάζονται και να βρίσκονται σε κατάσταση πολέμου. Κι ευτυχώς υπάρχουν άλλοι πατριώτες που τους πάνε φαγητά και μπισκότα και πορτοκαλάδες, για να αντέχουν τα παλικάρια μας και να μας προστατεύουν από το κακό που μας βρήκε.

Θα σας πω μια ιστορία. Το 1853 έπεσε χολέρα στον Πειραιά. Κι απαγορεύτηκε να πηγαίνουν Πειραιώτες στην Αθήνα, για να μη μεταφέρουν την αρρώστια. Και το 1854 οι Αθηναίοι βρήκαν δυο χρονιάρικα δίδυμα αρσενικά μοσχάρια που δεν είχαν μπει ακόμη στο ζυγό. Τα έζεψαν στο άροτρο και όργωσαν ένα κύκλο γύρω από την Αθήνα, για να κλείσουν την αρρώστια απέξω. Αλλά η αρρώστια είχε ήδη περάσει κι έτσι, αντί να την κλείσουν έξω την έκλεισαν μέσα στην πόλη και δεν την άφηναν να φύγει. Και πέθαναν εκείνη τη χρονιά στην Αθήνα τρεις χιλιάδες, που έτσι κι αλλιώς μετρούσε λίγες ψυχές εκείνη την εποχή.

Φοβάμαι πως και τώρα έχει γίνει το ίδιο. Φοβάμαι πως η αρρώστια έχει περάσει μέσα. Φοβάμαι πως ο εχθρός δεν είναι στα σύνορα, αλλά έχει μπει στα σπίτια μας, πως τρώει στο τραπέζι μας και κοιμάται στο κρεβάτι μας. Κι αυτόν τον εχθρό τον λένε ρατσισμό, τον λένε φασισμό, τον λένε απονιά, τον λένε απανθρωπιά και αδιαντροπιά. Έχει πολλά ονόματα, γιατί συνεχώς μεταλλάσσεται κι έτσι γίνεται αήττητος σαν κακιά αρρώστια.

Αυτός είναι ο χειρότερος εχθρός του ανθρώπου. Από αυτόν κινδυνεύουμε. Από αυτόν κινδύνεψε η ανθρωπότητα στο παρελθόν και πέθαναν εκατομμύρια άνθρωποι. Από αυτόν εξαθλιώθηκε η χώρα μας και άργησε να ξανασταθεί στα πόδια της. Από αυτόν αρχίζει και πάλι να κινδυνεύει η Ευρώπη και ολόκληρη η ανθρωπότητα. Ο εχθρός δεν είναι ο εξαθλιωμένος και ξεσπιτωμένος κόσμος στα σύνορά μας που περιμένει ένα ανθρώπινο χέρι για να πιαστεί, έναν ώμο για να ακουμπήσει και μια γωνιά, για να σταθεί. Ο εχθρός είναι το φαρμάκι που έχει μπει στις καρδιές μας.

Σας λένε για τον πολιτισμό μας που κινδυνεύει. Αλλά ο πολιτισμός μας δεν είναι ο χαρταετός της Καθαρής Δευτέρας ούτε το στεφάνι της Πρωτομαγιάς. Πολιτισμός είναι η ανθρωπιά μας κι αν χάσουμε την ανθρωπιά μας δεν έχουμε κανένα πολιτισμό. Και δεν θα μπορούμε πλέον να μιλάμε για τον «πολιτισμό τριών χιλιάδων χρόνων».

Οι κυβερνήσεις, οι πολιτικοί παίζουν τα δικά τους παιχνίδια. Ας μην παρασυρόμαστε κι ας μην παίζουμε το παιχνίδι τους που ποτέ δεν ήταν για το καλό μας.

Ίτε παίδες Ελλήνων, ας ξεριζώσουμε τον φασισμό και τον ρατσισμό από τις καρδιές μας.

Ο Ορέστης

Μερικές φορές, όταν περπατώ στην αγορά της Αθήνας, νομίζω πως τον βλέπω να στρίβει στην Ευριπίδου. Φευγαλέα, για κλάσματα δευτερολέπτου. Έτσι κι αλλιώς αυτό είναι ένα ξένο σκηνικό, δεν είναι δικό του, δεν τον είχα δει ποτέ εκεί. Ίσως το μέρος να συμπυκνώνει ένα μίγμα νοσταλγίας και θλίψης και το βλέμμα να δραπετεύει σε οπτασίες του παρελθόντος.

Το δικό του σκηνικό ήταν άλλο. Οι χωμάτινοι δρόμοι του Πειραιά με τα χαμηλά φτωχικά σπίτια. Σε αυτούς τους δρόμους περπατούσε όλη μέρα, ατσαλάκωτος, φροντισμένος, με το γκρίζο κουστούμι, το λευκό πουκάμισο και τα χρυσά γυαλιά. Και μόνο η λεπτή σκόνη που είχε σταθεί στις μύτες των παπουτσιών έδειχνε πόσο πολύ είχε περπατήσει από το πρωί.

Όταν έπαιζα στο δρόμο και τον έβλεπα να στρίβει από την οδό Σπάρτης παρατούσα το παιχνίδι και έτρεχα στο σπίτι: «Ο Ορέστης έρχεται». Ερχόταν συχνά, χωρίς λόγο. Έκανε μια στάση στα γρήγορα, για να πιει τον καφέ, που του έφτιαχνε η μάνα μου. Κι όσο ψηνόταν ο καφές με έπαιρνε στα γόνατά του και μου έδινε τις δυο μπανάνες, που μου είχε φέρει. Πανάκριβες και δυσεύρετες οι μπανάνες τότε και μόνο ως δώρα για μένα έμπαιναν σπίτι μας. Μετά έφερνε η μάνα μου τον καφέ και μού ‘λεγε να κατέβω από τα γόνατά του, για να μην κάνω καμιά απότομη κίνηση και χυθεί ο καφές. Τις περισσότερες φορές ο Ορέστης ύψωνε το δάχτυλο του χεριού του και της έλεγε «ένα, ένα παιδάκι ήθελα κι εγώ στη ζωή μου και τίποτε άλλο», αλλά δεν δάκρυζε όλες τις φορές.

Ο Ορέστης ήταν ο «δοντογιατρός» μας. Πλανόδιος οδοντίατρος με το βαλιτσάκι στο χέρι πήγαινε από σπίτι σε σπίτι, από μαγαζί σε μαγαζί και έφτιαχνε τα δόντια των ανθρώπων. Είχε έναν βραχνό τροχό, όχι σαν αυτούς τους τσιριχτούς που έχουν οι γιατροί τώρα. Τον έβαζε στην πρίζα και με το πόδι πατούσε ένα κουμπί που έκανε τον τροχό να βγάζει έναν ήχο σαν βραχνό τριζόνι. Ο τροχός, τα άγκιστρα, η σύριγγα, οι ενέσεις, οι τανάλιες, οι σκόνες για τα σφραγίσματα, όλα χωρούσαν στο μαύρο βαλιτσάκι. Όλοι οι γείτονες, οι φίλοι, οι συγγενείς, όλοι μα όλοι τον είχαν θεό τους. Πολύ τους εξυπηρετούσε ο Ορέστης. Οι μανάδες, που δεν είχαν πού να αφήσουν τα παιδιά τους, δεν χρειαζόταν να τρέχουν στα οδοντιατρεία κι οι εργαζόμενοι δεν έχαναν τα μεροκάματά τους. Τους φρόντιζε ο Ορέστης τα απογεύματα, τα βράδια, ακόμη και τις Κυριακές. Η μόνη δυσκολία ήταν να τον ειδοποιήσεις για κάτι επείγον, για κάποιο ξαφνικό πονόδοντο. Ούτε τηλέφωνο είχαμε, ούτε πού έμενε ξέραμε. Όλο και σε κάποιο συγγενή, γνωστό ή γείτονα θα πήγαινε και έτσι τον ειδοποιούσαμε, ο ένας με τον άλλον. Και τα λεφτά που έπαιρνε λίγα, κι αυτά με δόσεις. Όπως μπορούσε ο καθένας και όλοι βολεύονταν. Και ποτέ στις τακτικές επισκέψεις του δεν παραπονέθηκε πως κάποιος ήταν κακοπληρωτής, πως δεν τον πλήρωσε και του έφαγε λεφτά. Δεν θα είχαν γίνει κι αυτά; Σίγουρα θα είχαν γίνει, αλλά ο Ορέστης δεν ήξερε καν ποιος του χρωστούσε και πόσα. Δεν είχε τεφτέρι, για να τα γράφει, όπως είχε ο μπακάλης μας.

Τα ξόδευε όμως τα λεφτά ο Ορέστης, τα ξόδευε πολύ. Είχε πάθος με τα λαχεία. Αγόραζε πολλά λαχεία, ό,τι υπήρχε και δεν υπήρχε. Πού θα πάει θα το πιάσω. Κι άμα το πιάσω, το βλέπεις αυτό, έλεγε δείχνοντας το βαλιτσάκι του, μπλουμ, μπλουμ, μπλουμ στα πιο βαθιά νερά. Αλλά ποτέ δεν κέρδισε τίποτε. Για δυο νούμερα τού ξεγλιστρούσε το άτιμο.

Όταν άρχισα να πηγαίνω σχολείο ο Ορέστης ήθελε να του δείχνω τα τετράδιά μου και να με γεμίζει μπράβο. Κάποτε όμως, στην Πέμπτη δημοτικού είδε ότι ο δάσκαλος μού είχε βάλει λάθος το ένα από τα δύο προβλήματα στο τεστ που γράφαμε κάθε Παρασκευή. Ο Ορέστης διάβασε το πρόβλημα με προσοχή. Απλό πρόβλημα. Σε ένα μπάνιο με πλευρές τόσο επί τόσο θα στρώνανε πλακάκια με πλευρές τόσο επί τόσο. Πόσα πλακάκια χρειάζονταν; Ο δάσκαλος ήθελε να βρούμε τα δύο εμβαδό και να κάνουμε διαίρεση. Εγώ όμως διαίρεσα την κάθε πλευρά του μπάνιου με την κάθε πλευρά που είχε το πλακάκι και πολλαπλασίασα τα δυό πηλίκα. Ο δάσκαλος μού είπε ότι η σκέψη ήταν λάθος και ότι συμπτωματικά βρήκα το ίδιο αποτέλεσμα. Ο Ορέστης σκέφτηκε λίγη ώρα και μετά είπε της μάνας μου. «Αυτός εδώ έχει δίκιο, ο δάσκαλος έχει λάθος».

Ένας θρίαμβος απλώθηκε στο πρόσωπό του και μου είπε συνωμοτικά: «Αυτό που σκέφτηκες ήταν καταπληκτικό. Εσύ όταν μεγαλώσεις θα γίνεις οικονομολόγος κι εγώ τότε θα σου πω ένα μυστικό και με αυτό το μυστικό θα γίνουμε πλούσιοι. Πολύ πλούσιοι. Και τότε το βλέπεις αυτό; Μπλουμ, μπλουμ, μπλουμ, στα πιο βαθιά νερά».

Παρόλα αυτά εγώ δεν έγινα οικονομολόγος, ούτε ο Ορέστης μού είπε ποτέ το μυστικό που θα μας έκανε πλούσιους. Όταν όμως μεγάλωσα λίγο ακόμη μου δημιουργήθηκε μεγάλη απορία, γιατί οι γονείς μου ήθελαν να με στείλουν σε οδοντιατρείο για ένα δόντι που με πόνεσε και δεν ήθελαν να το δείξω στον Ορέστη. «Ο Ορέστης, παιδί μου, είπε η μάνα μου, δεν έχει δίπλωμα γιατρού γιαυτό δεν έχει και γιατρείο με ταμπέλα. Η οικογένειά του ήταν πρόσφυγες και με πολλές στερήσεις μπήκε στην Οδοντιατρική Σχολή, αλλά δεν κατάφερε να τελειώσει. Την τελευταία χρονιά τα παράτησε και πήγε και δούλεψε οδοντοτεχνίτης κι έμαθε κι αυτήν την τέχνη. Τό ‘χε όμως μεγάλο καημό κι έτσι πήρε το βαλιτσάκι κι έτρεχε στις γειτονιές. Γιαυτό θέλει κάποτε να το ξεφορτωθεί το βαλιτσάκι».

Καθώς μεγάλωνα κι έλειπα από το σπίτι δεν πολυέβλεπα τον Ορέστη. Έφηβος ήμουν όταν τον είδα τελευταία φορά. Μεγάλωνε κι εκείνος, άλλαζε και η κοινωνία και τελικά χαθήκαμε.

Μετά από χρόνια είπανε πως για όλα τα κακά της χώρας έφταιγαν άνθρωποι σαν τον Ορέστη.

Ο Ορέστης ήταν καλός άνθρωπος.

Από τη Νάπολη ως τον Πειραιά

Αυτές τις μέρες παρακολουθώ με αγγλικούς υπότιτλους και μεγάλο θαυμασμό το My Brilliant Friend της Elena Ferrante. Κανένα άλλο βιβλίο δεν έχει αποδοθεί τόσο πιστά στην οθόνη, καμιά προδοσία, καμιά απογοήτευση, γίνεσαι κι εσύ μέρος αυτής της ναπολιτάνικης φτωχογειτονιάς στις δεκαετίες του 50 και του 60. Τις νύχτες ακούω τη Maestra Oliviero να φωνάζει Cerullo, Greco και μου θυμίζει τη δική μου δασκάλα της τρίτης δημοτικού, την κυρία Φιλία Γούλα…

Ένα πρωί, τον Μάρτη του 1960, η κυρία Φιλία δεν ήρθε στην τάξη. Ήταν στο γραφείο κλεισμένη με όλες τις δασκάλες και τον δάσκαλο της έκτης τον κύριο Θεοδωράκη, που ήταν ο διευθυντής του σχολείου. Δεν κάναμε μάθημα εκείνο το πρωί, μας πρόσεχαν τα μεγάλα παιδιά της έκτης. Στο διάλειμμα κατεβήκαμε στην αυλή, όπου ήταν και το γραφείο των δασκάλων. Κοίταξα από το παράθυρο και είδα την κυρία Φιλία όρθια. Δεν ξέρω αν με είδε κι εκείνη, αλλά αμέσως άνοιξε την πόρτα και μου είπε: «Δίνεται μια υποτροφία για το Κολλέγιο. Είναι για παιδί της τρίτης δημοτικού από τον Πειραιά. Κάθε σχολείο θα στείλει τον καλύτερό του μαθητή και θα γίνουν εξετάσεις. Εμείς θα στείλουμε εσένα και να πας να φέρεις τον πατέρα σου να υπογράψει την αίτηση».

Τρέχοντας κατέβηκα την οδό Βιτωλίων. Στη Σπάρτης έστριψα δεξιά, γιατί πιο κάτω ήταν έξω πάλι το μεγάλο αγόρι. Όχι, δεν τον φοβόμουν. Μια φορά μόνο τον φοβήθηκα. Την προηγούμενη χρονιά που είχαμε πάρει τους ελέγχους. Περπατούσα κρατώντας τον έλεγχο στο χέρι κι εκείνος μού τον άρπαξα. Φοβήθηκα τότε ότι θα μου τον έσκιζε, αλλά εκείνος μέτρησε ένα ένα τα δέκα δεκάρια και μονολόγησε. Δέκα οι δέκα εκατό, διά του δέκα, δέκα. Βγαίνεις με δέκα μου είπε, μου έδωσε πίσω τον έλεγχο και με χτύπησε φιλικά στην πλάτη. Τώρα θα ήθελε να με ρωτήσει πού τρέχω κι άλλα τέτοια, αλλά εγώ βιαζόμουν. Έστριψα στης Σπάρτης και ξανά στη Μεσολογγίου. Δεν πρόσεξα και πάτησα στο αυλάκι με τα βρωμόνερα, που κυλούσαν μόνιμα μπροστά από τις παράγκες κι ο πλαστικός άσπρος γιακάς πήρε τρεις στροφές γύρω από το λαιμό μου μέχρι να φτάσω σπίτι μας. Η μάνα μου ήταν στην ταράτσα και έπλενε ρούχα στη σκάφη. Η λαχανιασμένη μου φωνή «μαμάααααα» ανέβηκε τις σκαλες πριν από μένα και την βρήκε σκυμμένη πάνω από τη σκάφη, ιδρωμένη να στάζει ο ιδρώτας από το μέτωπό της, με το κεφάλι τυλιγμένο με άσπρο τουλπάνι, για να μην την κάψει ο ήλιος του Μάρτη. Μέχρι να φτάσω στην ταράτσα είχε ισιώσει το κορμί της, είχε παραμερίσει το τουλπάνι από το πρόσωπο και με κοίταζε σαστισμένη. Της τα είπα γρήγορα γρήγορα. Σκούπισε τα χέρια της, έβγαλε την ποδιά και το μαντήλι, άφησε την πλύση και το καζάνι με το νερό να ζεσταίνεται στη γκαζιέρα και με έπιασε από το χέρι. «Πάμε στον πατέρα σου, μου είπε». Τα είπα και σε εκείνον κι όσο μιλούσα σκυθρώπιαζε. «Δεν πάω πουθενά, είπε. Δεν υπογράφω τίποτε. Δεν θέλω ο γιος μου να μπλέξει με την αλητεία». Η μάνα μου δεν απάντησε. Με άρπαξε από το χέρι πάλι και πήγαμε δίπλα, στο θείο μου. «Πήγαινε να υπογράψεις εσύ, του είπε, γιατί ο αδελφός σου δεν πάει, τον ξέρεις τι είναι».

Όλη την υπόλοιπη ημέρα δεν κάναμε μάθημα, ούτε την επομένη. Στο γραφείο των δασκάλων ετοιμαζόταν η έκθεση που θα συνόδευε την αίτηση. Ακόμη αναρωτιέμαι τι έγραφαν τόσες ώρες.

Μετά από λίγες ημέρες ήρθε η ειδοποίηση να παρουσιαστώ την Τρίτη σε ένα σχολείο στην Καλλίπολη του Πειραιά για εξετάσεις. Τριανταένα κουρεμένα αγόρια 9 ετών. Γράφαμε όλο το πρωινό. Το μεσημέρι φεύγοντας μας είπαν πως την άλλη μέρα θα έστελναν τηλεγράφημα στα παιδιά που είχαν γράψει καλύτερα, για να ξανάρθουν την Πέμπτη.

Μπήκαμε στο λεωφορείο, για να γυρίσουμε σπίτι και η μάνα μου, μού εξήγησε ότι δεν θα ερχόταν τηλεγράφημα, γιατί από αυτά που είδε κι άκουσε, όσο εγώ έγραφα, κατάλαβε πως τηλεγράφημα δεν θα ερχόταν. «Θα έρθει», απάντησα κοφτά.

Την άλλη μέρα ξύπνησα με ψηλό πυρετό. Η μάνα μου μού είπε. Είσαι άρρωστος. Δεν μπορείς αύριο να πας κι έτσι κι αλλιώς τηλεγράφημα δεν θα έρθει. «Θα έρθει το απόγευμα, της είπα, και θα πάω. Θα γίνω καλά.» Την άλλη μέρα, στο ίδιο σχολείο της Καλλίπολης εμφανιστήκαμε για εξετάσεις οχτώ παιδιά.

Την επόμενη εβδομάδα, Μεγάλη Τετάρτη πλέον και δεν είχαμε σχολείο, ήρθε ο μακρόστενος φάκελος. Λίγο αργότερα και η εφημερίδα. Αλλά το όνομά μου γραφόταν παντού Γεώργιος Δημητρίου Θαλάσσης, όχι Κωνσταντίνου. Κι ο θείος ο Μήτσος, που δεν είχε παιδιά, καμάρωνε. Χρειάστηκαν πιστοποιητικά και δεν ξέρω τι άλλο, για να αλλάξει το όνομα και να γίνει Κωνσταντίνου.

Ο πατέρας μου δεν πάτησε ποτέ στο Κολλέγιο, παρά μόνο στην τελετή αποφοίτησης. Την επόμενη χρονιά πέθανε και δεν είχα πλέον κανένα να μου ξεφλουδίζει μία μία τις ρόγες από το ροζακί σταφύλι, να βγάζει τα κουκούτσια και να με ταΐζει στο στόμα.

Την αλητεία δεν την γνώρισα. Μόνο γελαστά, καλοσυνάτα παιδιά. Και βαθιά δημοκράτες εκπαιδευτικούς. Ύστερα πήραμε ο καθένας το δρόμο του. Κι ο Αντώνης Σαμαράς κι ο Νίκος Μπίστης κι ο Αρίστος Δοξιάδης. Κι ο αγαπημένος φίλος μου ο Ανδρέας, που έγινε σπουδαίος γιατρός στην Αμερική και κάποτε γύρισε πίσω. Μου έκανε αίτημα φιλίας και χάρηκα τόσο πολύ. Και μετά μου έγραψε πως το κείμενο που δημοσίευσα για τις επιθέσεις της ΕΟΚΑ Β στους Τουρκοκύπριους ήταν απαράδεκτο. Κι αν ξανακάνω ανάλογο λάθος θα με διαγράψει. Του είπα να με διαγράψει αμέσως, πως θα ξαναδημοσιεύσω και πως προτιμούσα να τον θυμάμαι όπως ήταν τότε κι όχι όπως εξελίχθηκε. «Συ είπας» απάντησε και με διέγραψε.

Τελευταία ήρθε ένα ενημερωτικό τεύχος του Κολλεγίου. Μια από τις ειδήσεις ήταν ότι σχεδόν το μισό υπουργικό συμβούλιο ήταν απόφοιτοι του Κολλεγίου. Από τον Μητσοτάκη, τον Δένδια και τον Βορίδη ως την Κεραμέως και τη Δόμνα Μιχαηλίδου. Μου έφερε μια θλίψη αυτό. Αλλά το ότι κι αυτοί κι εγώ (και τόσοι άλλοι) τελειώσαμε το ίδιο σχολείο δεν λέει τίποτε για αυτούς, όπως δεν λέει και για μένα. Αλί που το χει η κούτρα του να κατεβάζει ψείρες.

Η χειμάζουσα νεολαία

Η κυνική και αδιάντροπη δήλωση του Άδωνι Γεωργιάδη με την ιδιότητα του Υπουργού Ανάπτυξης ότι επιβιώνεις με 200€ το μήνα είναι ένα επιπλέον πλήγμα στο ήδη ζοφερό μέλλον της χειμάζουσας ελληνικής νεολαίας. Η δήλωση αυτή αυτοαναιρεί την υποτιθέμενη ανάπτυξη και προετοιμάζει για ένα ακόμη δυσχερέστερο και αβέβαιο μέλλον την ελληνική κοινωνία και ιδιαίτερα το πιο ευαίσθητο και ευάλωτο τμήμα της που είναι οι νέες γενιές.

Δεν ξεχνούμε τα πλήγματα που έχει δεχθεί η νεολαία μας στο πρόσφατο παρελθόν με την ανεργία και τον κατώτατο μισθό πείνας, που ανάγκασε όσους είχαν τα προσόντα και τη δυνατότητα να αναζητήσουν καλύτερες ευκαιρίες στο εξωτερικό. Παράλληλα, η κάθε τόσο εξαγγελλόμενη ανάπτυξη απέστρεφε το βλέμμα της από τα παιδιά που μεγάλωναν χωρίς θέρμανση, χωρίς ηλεκτρικό, χωρίς σωστή και επαρκή διατροφή και κυρίως χωρίς ελπίδα.

Όλα αυτά, έως πρόσφατα, παρουσιάζονταν ως παράπλευρες απώλειες ή ως αναπόφευκτες θυσίες του ελληνικού λαού και δεν είχαν τον χαρακτήρα μια στοχευμένης επίθεσης απέναντι στην νεολαία. Τώρα όμως η κυβέρνηση έχει μπει σε ανοιχτό πόλεμο με τη νέα γενιά, με εξαίρεση αυτούς που είναι ηλικιακά νέοι, αλλά είναι ιδεολογικά παροπλισμένοι στο λιμάνι της συντήρησης και της οπισθοδρόμησης, στο λιμάνι δηλαδή από το οποίο η κυβέρνηση αντλεί τους ψηφοφόρους της και η εκκλησία τους πιστούς της. Για την υπόλοιπη όμως νεολαία που ιδεοφορεί και αγωνίζεται για ένα κόσμο πιο έντιμο και πιο δίκαιο, για την νεολαία που είναι ικανή και πρόθυμη να πάει τον κόσμο ένα βήμα πιο μπροστά, για την νεολαία που πολλοί ευτυχώς καμαρώνουμε, για αυτή την νεολαία η κυβέρνηση έχει κηρύξει έναν αμείλικτο πόλεμο. Κατάργησε το πανεπιστημιακό άσυλο και ευαγγελίζεται πανεπιστήμιο αποστειρωμένο από το μικρόβιο του προβληματισμού, της αναζήτησης, των κοινωνικών και ιδεολογικών ζυμώσεων που έφερε σε όλο τον κόσμο τα πανεπιστήμια και τους φοιτητές στην πρωτοπορία των εξελίξεων.

Κήρυξε τον πόλεμο στα Εξάρχεια που ανέκαθεν ήταν το στέκι των φοιτητών και γενικά των ασυμβίβαστων νέων, αυτών στους οποίους στηρίζεται η ελπίδα της κοινωνίας μας για έναν κόσμο χωρίς εκμετάλλευση, χωρίς καταπίεση, χωρίς πατριαρχία, χωρίς σεξισμό, χωρίς ομοφοβία. Κήρυξε έναν πόλεμο που περιλαμβάνει πολύ ξύλο, πολύ αίμα, πολλούς τραυματίες, πολλά χημικά, πολύ εκφοβισμό, πολλές παραβιάσεις της νομοθεσίας, πολλούς προπηλακισμούς, πολλές σεξουαλικές παρενοχλήσεις και άλλες ατιμωτικές πράξεις.

Παράλληλα η υπουργός Σκοταδισμού, που κατ’ ευφημισμό ονομάζεται Παιδείας, φροντίζει να κάνει τη φοίτηση στα πανεπιστήμια δυσχερέστερη, αγνοώντας, πώς άλλωστε να το ξέρει, πως πολλοί φοιτητές εργάζονται σκληρά και κοπιαστικά, για να έχουν τα μέσα να σπουδάσουν. Και προσβλέπει σε ένα σχολείο που ακόμη περισσότερο θα καλλιεργεί τον εθνικισμό και τη μισαλλοδοξία, δικαιολογημένα βέβαια αφού αυτά τα στοιχεία την ανέδειξαν στο υπουργικό αξίωμα. Και κάθε μέρα μού θυμίζει εκείνους/ες τους/τις εκπαιδευτικούς που έχω συγκρουστεί μαζί τους και δεν ανέχονταν ένα αγόρι με σκουλαρίκι, ένα κορίτσι με βαμμένα νύχια, μια πράσινη τούφα στα μαλλιά και που μόνο ήξεραν να περιθωριοποιούν παιδιά, αντί να τα αγκαλιάζουν, γιατί δεν ήξεραν πως κανένα παιδί δεν πρέπει να ζει και να μεγαλώνει στο περιθώριο, αλλά πάντα μέσα στην αγκαλιά του σχολείου και της κοινωνίας.

Να μην ξεχάσουμε και τα άλλα παιδιά, που μεγαλώνουν σε σκηνές, που ξεπαγιάζουν, που πεινούν, που κακοποιούνται, που δεν πάνε σχολείο, που μεγαλώνουν «ασυνόδευτα» και γενικά όλο αυτό το έντιμο αίμα που μια μέρα θα ζητήσει εκδίκηση και θα την λάβει δικαίως από όλους μας.

Οι μαύροι

-Γιατί τους λέτε μαύρους;

-Δεν είναι απέξω τους μαύροι, παιδί μου. Το μέσα τους είναι μαύρο. Είχα ακούσει για άλλους που έλεγαν ότι «έχουν μαύρη ψυχή» και κατάλαβα πως δεν μιλούσαν πράγματι για χρώμα.

Όταν μεγάλωσα λίγο περισσότερο μού έγινε φανερό ότι οι μαύροι ήταν οι δεξιοί. Αλλά δεν έλεγαν όλους τους δεξιούς μαύρους, όπως δεν έλεγαν τον νονό μου που είχε κρεμασμένη στον τοίχο τη φωτογραφία του Καραμανλή. Για τον νονό έλεγαν μόνο ότι είναι καραμανλικός κι αυτό ήταν κάπως σαν αστείο, γιατί, όταν το έλεγαν γελούσαν κοροϊδευτικά. Κι αυτό με στενοχωρούσε τότε, γιατί ήξερα πως το να είσαι καραμανλικός ήταν πολύ κακό.

Στις 21 Απριλίου του 1967 θα άρχιζαν οι διακοπές του Πάσχα. Όταν ξύπνησα εκείνο το πρωί το ραδιόφωνο έπαιζε δυνατά εμβατήρια κι ο πατέρας μου μού είπε πως δεν θα πήγαινα σχολείο, γιατί είχε γίνει δικτατορία. Αμέσως κατάλαβα ότι οι μαύροι την έκαναν, αλλά έλπιζα ότι θα ήταν κάτι παροδικό κι αμέσως ρώτησα τον πατέρα μου πόσο θα κρατήσει, ελπίζοντας ότι θα μου έλεγε «λίγες μέρες, ως τις εκλογές τον άλλο μήνα». Δεν μου είπε όμως αυτό. Μου είπε «εγώ δεν θα προλάβω να τη δω να πέφτει. Θα έχω πεθάνει». Τότε κατάλαβα πόσο άσχημη ήταν η κατάσταση. Και, πράγματι, ο πατέρας μου πέθανε το 1971.

Κλειστήκαμε στο σπίτι εκείνη την ημέρα, αλλά το μεσημέρι  μας χτύπησε το κουδούνι η αδελφή του πατέρα μου, η θεία Τούλα που τότε ήταν εξήντα έξι ετών. Έμενε μακριά, στη Χαραυγή, λεωφορεία δεν κυκλοφορούσαν, αλλά εκείνη περπάτησε όλη αυτή την απόσταση, για να δει αν είμαστε καλά. Την είδε και η γειτόνισσα από δίπλα και είπε:   «μόνο οι παλιογυναίκες κυκλοφορούν τις απαγορευμένες ώρες».

Το επόμενο διάστημα ήμασταν μουδιασμένοι. Δεν μιλούσαμε με κανένα παρά μόνο με τους συγγενείς και η ζωή έδειχνε να συνεχίζεται, αλλά δεν ήταν ίδια. Κι ο θείος μου ο Μήτσος, ο αδελφός του πατέρα μου, που έμενε δίπλα μας και ήταν συνταξιούχος σιδηροδρομικός των ΣΕΚ, εξακολουθούσε να πηγαίνει κάθε πρωί στο καφενείο και να παίζει πρέφα κι εξήντα έξι. Και στις 12 παρά δέκα ήταν στο σπίτι. Πήγαινε πρώτα στο μπάνιο και μετά καθόταν στο στρωμένο τραπέζι. Στερέωνε την πετσέτα στο λαιμό του και έβγαζε από την τσέπη το ρολόι. Ρολόι Longines, με το σήμα των ΣΕΚ επάνω, κουρδιστό, μεγάλης ακρίβειας. Κρατούσε το ρολόι και περίμενε. Και μόλις έδειχνε δώδεκα η ώρα φώναζε: «Καλλιόπη, δώδεκα» και την ίδια στιγμή άνοιγε η πόρτα της κουζίνας και έμπαινε η θειά μου με την πιατέλα γεμάτη.

Όμως μια μέρα, τέλη Ιουνίου του 67, που είχαν κλείσει το σχολείο και είχαμε βγει με τη θεία μου στο πεζοδρόμιο να περιμένουμε το θείο, εγώ δεν κοίταζα προς τα κάτω το δρόμο, μόνο η θεία μου κοίταζε και μια στιγμή έκανε «ωχ, τι με περιμένει!»  Τι έγινε, της λέω. «Δε βλέπεις, πάνε πάνω κάτω οι ώμοι του, Φουρκισμένος έρχεται». Ήρθε χωρίς να μου πει τα συνηθισμένα γλυκόλογα κι η θειά μου μού είπε να κάτσω να φάμε μαζί, μήπως και ηρεμήσει. Και φάγαμε αμίλητοι. Και μόνο στο τέλος ξεσπάθωσε. «Ακούς εκεί;» Οι φίλοι του στο καφενείο του είπαν ότι οι συνταγματάρχες ήταν καλοί άνθρωποι και το έκαναν για το καλό μας. Κι ο θείος μου έδωσε μια κλωτσιά στο τραπέζι, πλήρωσε τα σπασμένα κι έφυγε. Και είπε στη θειά μου να ετοιμαστεί να φύγουν νωρίτερα για το χωριό. Και το Σεπτέμβρη που γύρισαν άλλαξε καφενείο και στο παλιό δεν ξαναπάτησε. 

Τους μαύρους όμως τους συναντούσαμε παντού. Και το 1973, τότε με το Πολυτεχνείο, παντού ξεφύτρωναν μαύροι που έλεγαν «οι αλήτες τι μας έκαναν! Θα έκανε εκλογές ο Μαρκεζίνης και θα είχαμε δημοκρατία σε λίγο, αλλά τα παλιόπαιδα μας γύρισαν πίσω».

Και τώρα πια οι μαύροι είναι παντού και πολλοί. Και πάντα για αλήτες μιλάνε. Αλήτες όσοι πάνε στην πορεία για το Πολυτεχνείο, αλήτης ο Αλέξανδρος, αλήτες όσοι πάνε στην πορεία για το παιδί, αλήτες όσοι περνούν από τα Εξάρχεια.

Και μας κάνουν τη ζωή μαύρη, όπως είναι το μέσα τους.

ΥΓ Το «μαύρο» υπήρχε από παλιά στη γλώσσα μας και στο δημοτικό τραγούδι με σημασίες στενόχωρες, που δεν είχαν σχέση με το χρώμα. Με εξαίρεση μόνο τα άλογα και μερικά οικόσιτα ζώα, που είχαν μαύρο τρίχωμα. Ως προς τους δεξιούς όμως ήταν ένας πολύ συνηθισμένος χαρακτηρισμός στα παιδικά μου χρόνια και μάλλον συνδέεται με το μαύρο χρώμα του φασισμού. 

Όχι κ. Χρυσοχοΐδη ο Γρηγορόπουλος δεν προκάλεσε

Μας έχει συνηθίσει και σε κτηνώδη λόγια και σε κτηνώδεις πράξεις. Δεν έχω κάτι εναντίον των πραγματικών κτηνών, το αντίθετο μάλιστα. Στην απάνθρωπη με πολλαπλούς τρόπους συμπεριφορά του Χρυσοχοΐδη αναφέρομαι με βδελυγμία και φρίκη. Βέβαια είναι πολλοί στον κυβερνητικό περίγυρο που διεκδικούν ρόλο Κασιδιάρη, αλλά ας σταθούμε μόνο στην τελευταία δήλωση του ανάλγητου υπουργού: «Κάποιοι θέλουν ένα νέο Γρηγορόπουλο».

Δεν μπορώ να φανταστώ άλλη κοινωνική ομάδα που να θέλει τη δολοφονία ενός αθώου δεκαπεντάχρονου, εκτός από την αστυνομία και τους συνοδοιπόρους της. Αυτοί θέλησαν τον θάνατο του Αλέξανδρου, αυτοί τον δολοφόνησαν και αυτοί υποστήριξαν τους δολοφόνους και τους υποστηρίζουν ακόμη. Προφανώς όμως μέσα στους «κάποιους» ο Χρυσοχοΐδης δεν φωτογράφιζε τους δικούς του ανθρώπους. Αντίθετα άλλο πράγμα εννοούσε. Αυτό που εννοούν και υποστηρίζουν οι ακροδεξιοί υποστηρικτές της ΝΔ από την πρώτη στιγμή της δολοφονίας, που μιλούσαν για ένα παλιόπαιδο, για έναν αλήτη.

Από τις πρώτες δηλώσεις του Κούγια έως την τελευταία αγόρευση του συνηγόρου του Κορκονέα, η προσπάθεια τους απέβλεπε στο να παρουσιαστούν ο Κορκονέας και ο Σαραλιώτης ως τα θύματα του Γρηγορόπουλου, που προκάλεσε, έριξε μολότοφ και απείλησε την ασφάλεια και τη ζωή των δύο αστυνομικών και ανάγκασε τον Κορκονέα να πυροβολήσει για εκφοβισμό στον αέρα. Οι ισχυρισμοί αυτοί κατέπεσαν. Ακόμη και οι δολοφόνοι παραδέχθηκαν πως δεν υπήρχαν μολότοφ, οι αυτόπτες μάρτυρες και το βίντεο της δολοφονίας κατέδειξαν ότι δεν υπήρχαν προκλήσεις. Το πενταμελές εφετείο της Λαμίας αντιμετώπισε την υπόθεση με μεγάλη προκατάληψη, έδειξε μεγάλη επιείκεια και τελικά αποφυλάκισε τον Κορκονέα και αθώωσε τον Σαραλιώτη. Παρόλα αυτά αποφάσισε ότι ο Κορκονέας ήταν ένοχος ανθρωποκτονίας από πρόθεση με άμεσο δόλο. Ο συνήγορος του δολοφόνου με απύθμενο θράσος ως την τελευταία στιγμή ζήτησε να αναγνωριστεί στον πελάτη του το ελαφρυντικό ότι προκλήθηκε από τον Γρηγορόπουλο. Όμως ούτε ο εισαγγελέας, ούτε το δικαστήριο δέχθηκαν αυτό το ελαφρυντικό και αποφάνθηκαν ότι δεν υπήρξε καμία πρόκληση.

Για άλλη μια φορά ο Χρυσοχοΐδης είναι αδιάβαστος κι ας μην είχε μπροστά του ένα πολυσέλιδο μνημόνιο. Δεν διαβάζει, γιατί δεν χρειάζεται να διαβάσει. Οι ακροδεξιοί, ακόμη μια όταν φέρουν ένα δήθεν μετριοπαθές προσωπείο, τρέφονται από τις προκαταλήψεις τους και απαξιώνουν τη γνώση. Όταν λέει ότι κάποιοι θέλουν ένα νέο Γρηγορόπουλο, προφανώς εννοεί ότι κάποιοι θα προκαλέσουν, θα απειλήσουν τη ζωή των αστυνομικών και αυτοί θα αναγκαστούν και πάλι να σκοτώσουν, για να γλιτώσουν το τομάρι τους. Θα απειληθούν ακόμη μια φορά, όπως τους απείλησε ο Καλτεζάς, ο Γρηγορόπουλος, ο Σακελίων, ο Ζακ Κωστόπουλος και τόσοι άλλοι αθώοι που καταλήγουν καθημερινά στα νοσοκομεία.

Ο Χρυσοχοΐδης προετοιμάζει το έδαφος, για να βγει στο απολιτίκ ακροατήριο να πει ότι είχε προειδοποιήσει και ότι σε καμιά περίπτωση δεν φταίνε οι δικοί του.

Ο Χρυσοχοΐδης, όπως ασέλγησε τότε πάνω στην υπόληψη των οροθετικών γυναικών, ασελγεί και τώρα πάνω στη μνήμη του δολοφονημένου Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου.

Η Κιλότα

Τη δεκαετία του 60 ο κόσμος άρχισε να παίρνει τα πάνω του μετά τον πόλεμο και τον εμφύλιο. Άρχισαν και οι εισαγωγές και μερικοί λεφτάδες καμάρωναν για τα αποκτήματά τους που έρχονταν από το εξωτερικό, πάντα σε ζεύγη. Το ένα το έπαιρνε ο βασιλιάς και το άλλο κάποιος από αυτούς. Δεν ξέρω αν αυτός ο μύθος προερχόταν από τους καταστηματάρχες, για να αυξήσουν τις πωλήσεις τους ή ήταν φαντασίωση των αγοραστών. Η κουμπάρα η Σταμάτω ήταν πάντως πολύ περήφανη για το ψυγείο της. Δύο είχαν έρθει στην Ελλάδα, έλεγε. Το ένα το πήρε ο βασιλιάς και το άλλο αυτή. Δεν μπορούσε να συγκριθεί με το δικό μας το ψυγείο του πάγου που ήταν ελληνικής κατασκευής και όμοιό του σίγουρα δεν υπήρχε στο παλάτι. 

Η Σταμάτω έμενε στο διώροφο απέναντι μας, πάνω από το καφενείο του Φίλιππα. Αλλά ποτέ δεν την είχαμε δει να σφουγγαρίζει το μπαλκόνι της ή τις σκάλες της. Πρέπει να έκανε αυτές τις δουλειές νύχτα, για να μη τη δει ο κόσμος και την περάσει για καμιά παρακατιανή που καταπιάνεται με δουλειές του σπιτιού. Ούτε έβγαινε για ψώνια, αλλά τηλεφωνούσε στο μπακάλικο δίπλα της και της άφηναν τα ψώνια στο σκαλοπάτι της εξώπορτας. Κι όταν έβγαινε από το σπίτι της, για να σταματήσει κανένα ταξί, ποτέ δεν κοίταζε δεξιά-αριστερά και ποτέ δεν καλημέριζε κανένα. 

Τα έφερε όμως έτσι ο διάολος που μια φορά που η μάνα μου είχε ανέβει στην Αθήνα και στο γυρισμό περίμενε το τρένο για Πειραιά στο Μοναστηράκι, να σου κι εμφανίζεται η Σταμάτω. Με κρυφό ενθουσιασμό η μάνα μου και δήθεν σοκαρισμένη της λέει «κουμπάρα μου τι είναι αυτό;» ενώ ο κόσμος τριγύρω ήταν ξεκαρδισμένος στα γέλια. Η Σταμάτω πήγαινε με το τρένο στον Πειραιά, αλλά από κει έπαιρνε ταξί, για να πάει σπίτι της, για να μην τη δει ο κόσμος να χρησιμοποιεί συγκοινωνία. Αφού τέλειωσε τις δουλειές στην Αθήνα πέρασε κι από την Αγία Ειρήνη κι αγόρασε μια γαρυφαλλιά που στηριζόταν σε ένα καλάμι. Πήρε αγκαλιά η Σταμάτω τη γλάστρα και περπατούσε προς το Μοναστηράκι, ενώ γύρω της ο κόσμος πέθαινε στα γέλια. Η Σταμάτω όμως, ως κυρία του καλού κόσμου κοίταζε μόνο μπροστά, ούτε πάνω, ούτε κάτω, ούτε δεξιά, ούτε αριστερά. Κι έτσι δεν είδε ότι από τις κρεμασμένες στο δρόμο πραμάτειες των μαγαζιών το καλάμι της γαρυφαλλιάς ψάρεψε μιά κόκκινη κιλότα με μαύρη δαντέλα, την έκανε σημαία και την ξανέμιζε. «Ας το καλό κουμπάρα μου κι εγώ έλεγα τι γελάνε όλοι αυτοί, τόσο αστείο τους φαίνεται που κρατάω τη γλάστρα!». Εκείνη τη μέρα η μάνα μου ήρθε στο σπίτι με ταξί κι εμείς αναρωτιόμασταν μήπως η κιλότα ήταν εισαγωγής, μήπως είχαν έρθει στην Ελλάδα μόνο δύο, τη μια τη φόρεσε η βασίλισσα και η άλλη κρεμάστηκε στο καλάμι της Σταμάτως.

Όταν λέγαμε στη μάνα μου να μας πει την ιστορία με την κιλότα, πάντα μας έλεγε για το πάθημα της κουμπάρας. Έπρεπε να επιμείνουμε πολύ, για να μας πει και την άλλη ιστορία.

« Λίγο καιρό αφότου ήρθε να μείνει κοντά μας στον Πειραιά ο αδελφός μου ο ήρθε κι η κόρη του η Κούλα.  Eίχαν ξενοικιαστεί τα δύο μέσα δωμάτια κι ήρθε κι εκείνη με τον άντρα της για να ‘χει και τη μάνα της κοντά, γιατί ‘χε δυο μικρά παιδιά κι ένα στην κοιλιά τρία. Kαι μια μέρα να ‘σου και μού ‘ρχεται στο σπίτι η Κούλα, γκαστρωμένη τώρα ε, με την κοιλιά στο στόμα. «Kαλέ θεία», μου λέει «έχεις να μου δώσεις μια κιλότα δανεικιά, γιατί τις δικές μου τις έπλυνα κι είναι βρεγμένες στο σχοινί. Θέλω να αλλάξω, να πάω στο γιατρό να με κοιτάξει, γιατί πονάει η μέση μου». «Tι να σε κοιτάξει, μωρή, ο γιατρός», της λέω, «αφού γεννάς». «Όχι καλέ θεία, τώρα μπήκα στον έβδομο». «Mωρή, μήπως έχεις χάσει τις μέρες σου; Γιατί δε σε βλέπω καλά, κακομοίρα μου. Έχει κατέβει χαμηλά η κοιλιά σου κι αυτός ο πόνος στη μέση είναι σημάδι γέννας». «Tι λές, καλέ θεία, δεν ξέρω εγώ; Aφού σου λέω τώρα μπήκα στον έβδομο».

Nα μη σ’ τα πολυλογώ της δίνω την κιλότα. Mια ροζ ήτανε με μπιμπιλίτσα στο μπατζάκι. Tις είχα πάρει τρεις απο του Bασιλάκη και αυτήν την είχα αφόρετη. Tο θυμάμαι σαν να ‘τανε τώρα. «Θα τη βάλεις, τώρα, μωρή;», της λέω. «Nαι, καλέ θεία, κατευθείαν θα πάω». «Άντε», της λέω «και καλή λευτεριά».

Tο μεσημέρι μάθαμε πως ίσα που πρόλαβε, μόλις μπήκε στο γιατρείο του Ρόζενμπεργκ γέννησε, αγοράκι τέσσερα κιλά, «να το δεις, Σοφία μου, ένας παίδαρος, να μη βασκαθεί, το βράδυ με το καλό θα ‘ρθει σπίτι, πόσο να την κρατήσει κι ο γιατρός στο γιατρείο του, δεν είναι και κλινική βλέπεις». Το απόγευμα πράγματι γύρισε στο σπίτι. Eίχε πάει η μάνα της να την πάρει από νωρίς και, κάποια στιγμή που βγήκα στην πόρτα, τις είδα από μακριά να ‘ρχονται με το μωρό αγκαλιά. Δρόμος τους ήταν έτσι κι αλλιώς και είπα να σταθώ στην πόρτα να τις περιμένω, γιατί αυτές ήταν ικανές να μπούνε και μέσα και ασαράντιστη λεχώνα εγώ δε βάζω σπίτι μου.

«Nα σου ζήσει μωρή», της λέω, αφού ήρθανε κοντά, να μη μας ακούει κι ο κόσμος. «Σε ευχαριστώ, θεία μου, σε ευχαριστώ. Kαι την κιλότα θα την πλύνω και θα στη στείλω καθαρή».

Δε λέω βέβαια, λεχώνα ήταν, δε θα ‘βαζε μπουγάδα αμέσως. Kαι πάνω στη βδομάδα μάθαμε ότι σκοτώθηκε ο άντρας της. Στα ναυπηγεία δούλευε, κάνανε οξυγονοκόλληση  σ’ ένα καζάνι καί έγινε έκρηξη και πάνε έξι νομάτοι. Tους πήγαν στο Tζάννειο, όλοι τους τελειωμένοι, κατέβηκε κι ο υπουργός μάλιστα.

Mετά απ’ αυτό τα μάζεψε η ανιψιά μου και πήγε στης πεθεράς της να μείνει. Πολύ μεγάλη δυστυχία. Ποιος νοιαζόταν για την κιλότα.

Η Απεργία στη Σχολή Μωραΐτη

Η κ. Χρυσάνθη Μωραΐτη-Καρτάλη, ιδιοκτήτρια της Σχολής Μωραΐτη, κάλεσε τους εκπαιδευτικούς εκτάκτως την Πέμπτη 26 Σεπτεμβρίου στο θέατρο του Σχολείου μετά τη λήξη των μαθημάτων, για να τους επιπλήξει, επειδή συμμετείχαν στην απεργία της 24ης Σεπτεμβρίου.

Με λίγα λόγια τους είπε ότι δεν σκέφτονται και απέργησαν, επειδή παρασύρθηκαν από την Πόπη, τη Βιβή και τον Τάκη, έκαναν μεγάλο κακό στο Σχολείο και τώρα πρέπει να δουλέψουν δυο και τρεις φορές περισσότερο, για να ξεχαστεί το κακό που έκαναν. Εμμέσως τους απείλησε λέγοντας πως εκείνη δεν έκανε απολύσεις, ενώ μπορούσε, όπως έκαναν άλλα σχολεία. Δήλωσε πως οι γονείς είναι πολύ δυσαρεστημένοι με αυτή την απεργία και πως δεν έχει τι να τους απαντήσει. Όταν οι εκπαιδευτικοί ζήτησαν να λάβουν το λόγο και να δώσουν εξηγήσεις, δήλωσε πως δεν θα έκανε διάλογο μαζί τους και αποχώρησε.

Ωστόσο με κάθε ευκαιρία δηλώνει «είμαστε ένα δημοκρατικό σχολείο» και ο Αντώνης Καρτάλης στην εναρκτήρια συνεδρίαση δήλωσε πως αυτό που χαρακτηρίζει το σχολείο είναι η ηθική στάση.

Και στις 25 Σεπτεμβρίου επέπληξε δημόσια ένα μέλος του ΔΣ του συλλόγου των εκπαιδευτικών λόγω της απεργίας. Όμως το να επιπλήττουν και εμμέσως να απειλούν, μητέρα και γιος, τους εκπαιδευτικούς για τη συμμετοχή τους στην απεργία ούτε ηθικό είναι, ούτε δημοκρατικό. Κι επίσης ανήθικο και αντιδημοκρατικό είναι να μη δέχεσαι διάλογο και μόνο να καταφεύγεις σε καταγγελίες. Αντίθετα η συμμετοχή των εκπαιδευτικών στην απεργία είναι μέσα στα πλαίσια της δημοκρατίας, της κοινωνικής ευαισθησίας και της νομιμότητας, αφού την απεργία κήρυξε η ομοσπονδία των ιδιωτικών εκπαιδευτικών, αλλά και της ηθικής, τη στιγμή που δεν αμείβονται για την ημέρα της απεργίας.

Ως προς τις αντιδράσεις των γονέων έχω να πω τα εξής: (Ναι σε σας, τη διοίκηση του Σχολείου, τα λέω)

Να μην ακούτε μόνο τους ακροδεξιούς γονείς και να αγνοείτε την πλειοψηφία των δημοκρατικών γονέων που στέλνουν τα παιδιά τους στο σχολείο. Αρκετά ακούσατε τις ενστάσεις τους για όλα τα θέματα, με αποτέλεσμα να έχετε αλλοιώσει την παιδαγωγική γραμμή του σχολείου. Τώρα ήρθε η ώρα να τους μιλήσετε εσείς. Να τους εξηγήσετε πως έχετε κάνει περικοπές στις αποδοχές των εκπαιδευτικών, που υπερβαίνουν το 20% και έχετε αυξήσει τα ωράρια και τις υποχρεώσεις τους. Να τους πείτε πως πρέπει, αντί να διαμαρτύρονται για τους εκπαιδευτικούς, να τους έχουν μεγάλη ευγνωμοσύνη, γιατί, αντί να κάνετε αυξήσεις στα δίδακτρα κάνετε περικοπές στις αποδοχές των εκπαιδευτικών (δεν είναι ανάγκη να αναφερθείτε σε αποπληρωμή δανείου, ούτε γιατί πήρατε δάνειο).

Ως προς την απεργία να καταλάβουν ότι η ΝΔ, την οποία οι ίδιοι ψήφισαν, προσπαθεί με κάθε τρόπο να βλάψει το εργασιακό τους καθεστώς και το επαγγελματικό τους μέλλον. Σε αυτό το σημείο δεν χρειάζεται να δείξετε ότι εσείς συμφωνείτε με τους νόμους που ψηφίζονται και ότι για σας οι καλύτεροι υπουργοί παιδείας που πέρασαν είναι ο Αρβανιτόπουλος και ο Μπαμπινιώτης. Ας μην καταλάβουν οι γονείς πως θέλετε να έχετε εκπαιδευτικούς αδιόριστους και με ετήσιες συμβάσεις και γενικά ότι επιδιώκετε ένα καθεστώς ελεύθερων απολύσεων, γιατί δεν θέλετε πλέον οι εκπαιδευτικοί να σας σέβονται και να σας εκτιμούν όπως έκαναν παλιά, αλλά το μόνο που θέλετε είναι σας φοβούνται και η απειλή της απόλυσης σας εξασφαλίζει αυτόν τον τρόμο.

Το να τους πείτε ότι θεωρείτε τους εκπαιδευτικούς ταξικά κατώτερούς σας και ότι πρέπει να είναι ευγνώμονες για τη φιλανθρωπία που τους δείχνετε είναι περιττό. Το έχουν καταλάβει μόνοι τους. Επίσης δεν χρειάζεται οι γονείς να καταλάβουν πόσα μεταπτυχιακά έχουν οι εκπαιδευτικοί, πόσα διδακτορικά, πόσα χρόνια φοίτησης σε πανεπιστημιακές σχολές της Ελλάδας και του εξωτερικού, πόσες δημοσιεύσεις, πόσες συμμετοχές σε ερευνητικά προγράμματα και επιστημονικά συνέδρια. Τίποτε από αυτά. Αφήστε τους να πιστεύουν πως το εκπαιδευτικό έργο συντελείται με τρόπο μαγικό, επειδή εσείς κουνάτε με χάρη το μαγικό σας ραβδάκι. Ούτε χρειάζεται να καταλάβουν οι γονείς πως και οι εκπαιδευτικοί, όπως όλοι οι εργαζόμενοι, αποδίδουν καλύτερα σε ένα ευχάριστο περιβάλλον έμπρακτης αναγνώρισης, κατανόησης, ασφάλειας και αποδοχής. Αφήστε τους στην πλάνη τους ότι τα ζωντόβολα αποδίδουν καλύτερα κάτω από συνθήκες τρόμου, απόρριψης και εκμετάλλευσης.

Ούτε να τους πείτε ότι με την απεργία των εκπαιδευτικών τα παιδιά παίρνουν ένα μάθημα κοινωνικής ευαισθησίας, ώστε να μην είναι ανάλγητα απέναντι στο μόχθο των εργαζομένων και τις πιέσεις που δέχονται, γιατί δεν θα τα πείτε καλά και δεν θα τους πείσετε. Ως προς το ότι πρέπει να διδάσκονται τα παιδιά την ιστορία των απεργιών και τα επιτεύγματα τους στον τομέα των ανθρώπινων και εργασιακών δικαιωμάτων ούτε λόγος.

Τίποτε από αυτά μην πείτε. Δεν έχετε την ανάλογη παιδεία, για να αναπτύξετε τέτοια θέματα.

Να τους πείτε μόνο ότι κάνετε περικοπές στις αποδοχές των εκπαιδευτικών, για να μην κάνετε αυξήσεις στα δίδακτρα. Και ότι κάπου κάπου κάνουν και μια απεργία, για να εκτονώνονται. Και ότι δεσμεύεστε ότι θα επιστρέφετε στους γονείς τα χρήματα που παρακρατήσατε από τους εκπαιδευτικούς την ημέρα της απεργίας. Κι αν τους φανούν ψίχουλα, θα καταλάβουν τι ποσοστό των διδάκτρων πάει στη μισθοδοσία των εκπαιδευτικών και δεν θα σας ξαναενοχλήσουν με το ίδιο θέμα. Μπορεί με άλλο.

Γιατί δεν με καθησυχάζει η παρέμβαση του Αρείου Πάγου στην απόφαση για Κορκονέα και Σαραλιώτη

Όχι δεν με καθησυχάζει η παρέμβαση του Αρείου Πάγου, που έγινε λίγες ημέρες μετά την απαράδεκτη απόφαση του Εφετείου Λαμίας που αθωώνει τον Σαραλιώτη και αποφυλακίζει τον Κορκονέα, με την αναγνώριση του ελαφρυντικού του πρότερου σύννομου βίου.

Δεν με καθησυχάζει γιατί η δίκη αυτή με δίδαξε να αντιμετωπίζω με μεγάλη καχυποψία οτιδήποτε σχετικό με αυτήν. Και τώρα δεν ξέρω αν ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου πραγματικά ανησυχεί για την αποδοθείσα «δικαιοσύνη» από το εφετείο ή προβαίνει σε ένα ελιγμό, ώστε να εκτονωθούν οι αντιδράσεις της κοινωνίας και να μην κλιμακωθούν περισσότερο, δεδομένου ότι εισερχόμαστε σε μια πολύμηνη διαδικασία αναβολής πριν οριστικοποιηθεί η δικαστική απόφαση.

Και εξηγώ: Ο εισαγγελέας ζήτησε να του αποσταλεί η απόφαση με τα συνημμένα πρακτικά. Για μια δίκη διάρκειας περίπου τριών ετών θα απαιτηθούν μήνες, για να καθαρογραφηθούν τα πρακτικά και ίσως μήνες, για να μελετηθούν από τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, πριν αποφασίσει αν θα ασκήσει αναίρεση. Ίσως οι δικαστικοί παράγοντες να ελπίζουν ότι και αν στο τέλος δεν ασκηθεί η αναίρεση, η κοινωνία θα έχει σταδιακά αποδεχθεί το αποτέλεσμα και με αυτόν τον τρόπο τελικά θα αποφευχθούν οι αντιδράσεις. Στην περίπτωση της καθαρίστριας τα πράγματα έγιναν γρήγορα, γιατί σε εκείνη την δίκη τα πρακτικά ήταν πολύ σύντομα και όχι ένας ογκώδης τόμος.

Επιπλέον δεν έχω εμπιστοσύνη στα πρακτικά. Τα πρακτικά δεν μαγνητοφωνούνται και η γραμματέας στην ουσία κρατάει σημειώσεις, γιατί η δίκη δεν διεξάγεται σε ρυθμό υπαγόρευσης. Αλλά και από τα καταγραμμένα πρακτικά η πρόεδρος διαγράφει αρκετά. Για παράδειγμα στη δική μου εξέταση ως μάρτυρα η πρόεδρος μού έκανε πάρα πολλές ερωτήσεις σε σχέση με το International Bacalaureat. Ποια σχολεία το προσφέρουν, σε ποια γλώσσα γίνεται το μάθημα, τι μαθήματα προσφέρονται, σε ποια πανεπιστήμια εισάγονται τα παιδιά. Ερωτήσεις των οποίων την απάντηση δεν γνώριζα πάντα και που ήταν παντελώς άσχετες με την εκδικαζόμενη υπόθεση. Ερωτήσεις που είχαν σχέση ενδεχομένως μόνο με τις σπουδές κάποιου συγγενικού προσώπου τής προέδρου και καμιά με τη δολοφονία του Γρηγορόπουλου. Η πρόεδρος δημόσια έδειξε ότι πρωτίστως ενδιαφέρεται να μάθει για το International Bacalaureat και δευτερευόντως για ό,τι αφορά τη δίκη. Άλλωστε και αυτό είναι ένα επιχείρημα στον ισχυρισμό μου ότι η απόφαση ήταν προειλημμένη και δεν διαμορφώθηκε από την ακροαματική διαδικασία. Όμως όλος αυτός ο διάλογος περί International Bacalaureat νομίζετε ότι θα περιλαμβάνεται στα πρακτικά; Όχι βεβαίως.

Ακόμη και την τελευταία ημέρα, μετά την απόφαση ο Νίκος Κωνσταντόπουλος προέβη σε μια δήλωση, ενώ η πρόεδρος δεν του επέτρεπε να μιλήσει και όρθιος ο Νίκος Κωνσταντόπουλος της εξηγούσε ότι είναι αναφαίρετο δικαίωμά του να προβαίνει σε δηλώσεις. Πριν ολοκληρώσει τη δήλωσή του ο εξαίρετος νομικός η πρόεδρος έδωσε τον λόγο στην υπεράσπιση, στην οποία υποσχέθηκε ότι δεν θα επιτρέψει «να γραφούν αυτά στα πρακτικά». Και πάλι αναγκάστηκε να σηκωθεί όρθιος ο Νίκος Κωνσταντόπουλος και να πει: «Όχι, κυρία πρόεδρε, δεν έχετε δικαίωμα να διαγράψετε τίποτε», αλλά η πρόεδρος κοίταζε αλλού.

Επιπλέον δεν με καθησυχάζει η παρέμβαση του Αρείου Πάγου, επειδή κατεξοχήν οι δύο δίκες σε πρώτο και σε δεύτερο βαθμό με έμαθαν να μην έχω εμπιστοσύνη στους δικαστές. Γιατί και στην πρώτη δίκη στην Άμφισσα η πρόεδρος του δικαστηρίου Αντζελίτα Παπαβασιλείου και ο δικαστής Νικόλαος Νταής μειοψήφισαν σε όλες τις αποφάσεις. Ξεχώρισε μόνον ένας δικαστής ο Γεώργιος Βώττης, ο οποίος τάχθηκε με την πλευρά των ενόρκων. Τις καταδικαστικές αποφάσεις στην πρώτη δίκη σήκωσαν στις πλάτες τους ο δικαστής Γεώργιος Βώττης και οι τρεις γυναίκες ένορκοι, ενώ στην απόρριψη του ελαφρυντικού του προτέρου εντίμου βίου συντάχτηκε και ο τέταρτος ένορκος. Και βέβαια δεν φταίει ο νέος ποινικός κώδικας για την αναγνώριση του σύννομου πρότερου βίου, γιατί και στην προηγούμενη δίκη συζητήθηκε διεξοδικά το ελαφρυντικό του πρότερου έντιμου βίου και απορρίφθηκε από την πλειοψηφία που αποτελούσαν ο Γεώργιος Βώττης και οι τέσσερις ένορκοι. Εάν είχε αναγνωριστεί το ελαφρυντικό, τα ισόβια θα είχαν σπάσει από τότε.

Είτε έντιμος, είτε σύννομος ονομάζεται ο πρότερος βίος δεν μπορεί να αναγνωρίζεται σε άτομο που δεν εμφορείται από τις αξίες της ισότητας, της δικαιοσύνης και της ανεκτικότητας απέναντι στη διαφορετικότητα, που οι συνάδελφοί του μόνον αυτόν αποκαλούσαν Ράμπο και η πολιτεία του όπλισε το χέρι για την προστασία και όχι τη δολοφονία των πολιτών.

Να επισημάνω ότι από τις τρεις γυναίκες ενόρκους οι δύο ήταν εκπαιδευτικοί. Και οι εκπαιδευτικοί έχουν μάθει να υψώνουν το ανάστημά τους και να αντιστέκονται στην αδικία. Επιπλέον ο διορισμός τους στο δημόσιο είναι άμεμπτος, δεν έχουν υποχρέωση σε κανένα πολιτικό πρόσωπο που μεσολάβησε και πιστεύω ότι το ίδιο ισχύει και για τους δύο άλλους συναδέλφους τους στη δίκη.

Ελπίζω ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, τον οποίο βεβαίως δεν γνωρίζω, να είναι του αναστήματος του Γεωργίου Βώττη και να μην αποτελεί ο Γεώργιος Βώττης μοναδική εξαίρεση.

Και ελπίζω η τωρινή παρέμβασή του να μην είναι ένας ελιγμός απέναντι στις διαδηλώσεις που χαλάνε το κυβερνητικό αφήγημα, ώστε να έχει τον χρόνο η κυβέρνηση να προσλάβει τους νέους 1500 σύννομους Κορκονείς και αθώους Σαραλιώτες, που θα καταστείλουν τις αντιδράσεις.

Ποίος ήτον ο φονεύς του αδελφού μου; Ο Κορκονέας. Μην το ξεχάσεις ποτέ.

(Ανοιχτή επιστολή στα παιδιά που γεννήθηκαν μετά τη δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου)

Αγαπητά μου παιδιά,

Είστε η ελπίδα για την νέα ζωή, που όλοι μας έχουμε ανάγκη, αλλά δεν μας δίνεται πάντα. Είστε μικροί, για να διαβάσετε αυτά που γράφω, αλλά τα γράφω τώρα, γιατί δεν ξέρω αν θα υπάρχω, όταν φτάσετε στην κατάλληλη ηλικία, για να τα μάθετε.

Έχουν λεχθεί άσχημα πράγματα για τον Αλέξανδρο μετά τη δολοφονία του. Αλλά τα έχουν πει βρώμικα στόματα και τα έχουν γράψει βρώμικα χέρια. Μην πιστέψετε τίποτε και κανένα. Εγώ ήμουν σε θέση να ξέρω τον Αλέξανδρο καλύτερα από τον καθένα και σας λέω αυτό. Ο Αλέξανδρος ήταν πολύ καλό, ευγενικό και τίμιο παιδί, που αγαπούσαν όλοι οι δάσκαλοι και όλοι οι συμμαθητές του. Κι εκείνος αγαπούσε πολύ τους φίλους του και είχε πολλούς, πάρα πολλούς φίλους και οι φίλοι του έγιναν αναρίθμητοι μετά τον θάνατό του, όχι μόνο στην Ελλάδα, σε όλον τον κόσμο. Αλλά ο Αλέξανδρος δεν πρόλαβε να τους αγαπήσει, όμως η μεγάλη του καρδιά, είμαι βέβαιος ότι θα τους χωρούσε όλους αυτούς.

Χθες τέλειωσε η δίκη των δολοφόνων του σε δεύτερο βαθμό στο εφετείο Λαμίας. Μια δίκη που συνεχώς μας έκανε να αγανακτούμε και να ντρεπόμαστε για τον τρόπο που απονέμεται «η δικαιοσύνη» στη χώρα μας. Δεν θα επεκταθώ όμως σε όλα όσα λέχθηκαν και έγιναν σε αυτή τη δίκη που κράτησε πάνω από δυόμισι χρόνια. Λέω μόνο τούτο. Από την αρχή φάνηκε πως είχαν σκοπό να βγάλουν έξω τον Κορκονέα με κάθε τρόπο. Και τώρα θα σας πω μόνο για τη χθεσινή μέρα και αυτό φτάνει.

Η αδιάντροπη υπεράσπιση, που πρότεινε ένα σωρό ελαφρυντικά, πρότεινε και ως ελαφρυντικό την ανάρμοστη συμπεριφορά του θύματος. Λες και η υπεράσπιση δεν ήταν μέσα στην αίθουσα, όπου αποδείχθηκε περίτρανα ότι ο Αλέξανδρος δεν έκανε τίποτε ανάρμοστο. Απλώς βρέθηκε σε ένα μέρος, όπου συχνάζουν πολλά παιδιά αυτής της ηλικίας. Για αυτό και το ελαφρυντικό αυτό δεν έγινε δεκτό. Αλλά η υπεράσπιση, όπως και άλλοι όμοιοι, πάντα προσπαθούσαν να βεβηλώσουν τη μνήμη του Αλέξανδρου και θα συνεχίσουν να προσπαθούν, αλλά εσεις να μη δέχεστε αυτά τα ψέματα.

Ο εισαγγελέας από την άλλη πρότεινε ως ελαφρυντικό τον πρότερο σύννομο βίο του κατηγορουμένου. Ποιος σύννομος βίος όμως; Ακόμη και τη δολοφονία του Αλέξανδρου προσπάθησαν να καλύψουν και να συσκοτίσουν οι δολοφόνοι, αλλά και οι συνάδελφοί τους τροποποίησαν τα ενοχοποιητικά στοιχεία και κατασκεύασαν ψευδομάρτυρα. Σκοπός τους ήταν να πουν ότι οι δολοφόνοι δέχθηκαν επίθεση και κινδύνεψε η ζωή τους και ο Κορκονέας πυροβόλησε για εκφοβισμό στον αέρα και η σφαίρα εξοστρακίστηκε και σκότωσε τον Αλέξανδρο. Και παρόλο που αποδείχθηκε ότι όλα αυτά ήταν ψέματα, δεν υπήρξε καμιά συνέπεια για τους αστυνομικούς που κατασκεύασαν αυτά τα σενάρια. Αν λοιπόν η υπηρεσία του προσπάθησε να απαλλάξει τον Κορκονέα από τη δολοφονία δεν θα τον κάλυπτε για μικρότερα αδικήματα και μικρότερες εγκληματικές πράξεις; Και ακόμη ο εισαγγελέας είπε ότι οι συνάδελφοι του Κορκονέα τον αποκαλούσαν Ράμπο, γιατί ήταν καλός και αποτελεσματικός στη δουλειά του και όχι γιατί έδερνε αθώους ανθρώπους. Αλλά αυτά δεν έκαναν το δικαστήριο να αμφιβάλλει για τον σύννομο βίο του Κορκονέα και δέχθηκε το ελαφρυντικό, ενώ αμφέβαλε για την ενοχή του Σαραλιώτη και τον κήρυξε αθώο. Ο Σαραλιώτης αθώος! Που όλα τα έκαναν μαζί και δεν σκέφτηκαν οι δικαστές, ότι όσα έκανε μετά ο Σαραλιώτης τα έκανε, όχι για να καλύψει την ενοχή του Κορκονέα, αλλά για να καλύψει τη δική του συνενοχή.

Κι ακόμη είπε ο εισαγγελέας ότι ο Κορκονέας οδηγήθηκε σε αυτές τις πράξεις, επειδή ήταν αφελής και αντιδεοντολογικός, όχι γιατί είναι ένας στυγερός δολοφόνος, ένα παλιοτόμαρο της κοινωνίας. Αλλά χθες στην αίθουσα δεν είδα μόνο ένα παλιοτόμαρο, είδα πολλά.

Και η απόφαση του δικαστηρίου να δεχθεί την ενοχή του Κορκονέα για ανθρωποκτονία από πρόθεση με άμεσο δόλο απέβλεπε στο να καλύψει τα νώτα του σε ενδεχόμενη αναίρεση, αλλά συγχρόνως είχε σκοπό να τον βγάλει αμέσως από την φυλακή με την ποινή κάθειρξης 13 ετών.

Εύχομαι εσείς παιδιά να ζήσετε καλύτερες μέρες κι αν ποτέ σας πουν παραμύθι για τη λάμια που έτρωγε τα αθώα παλικαρόπουλα, να ξέρετε ότι αυτή δεν είναι η λάμια, αλλά η Λαμία.

Να ζήσετε σε καλύτερες μέρες, αλλά αυτές θα αργήσουν πολύ. Ήδη η κυβέρνηση θα στείλει αστυνομικούς με πολυβόλα ανάμεσα στους ανθρώπους στο κέντρο της Αθήνας και ο πρωθυπουργός ανήγγειλε ότι θα προσλάβει 1500 νέους οπλισμένους Κορκονείς.

Για να έρθουν οι καλύτερες μέρες πρέπει να αγωνιστούμε πολύ και ελπίζω να συμμετάσχετε κι εσείς σε αυτόν τον αγώνα όταν μεγαλώσετε.

Ο γυμνασιάρχης του Αλέξανδρου

Γιώργος Θαλάσσης

Πώς θα γίνει το μάθημα των Θρησκευτικών πιο ελκυστικό

Η μακρόχρονη θητεία μου στην εκπαίδευση, ως καθηγητή και επί 23 χρόνια ως γυμνασιάρχη, μού επιτρέπει να διατυπώσω μια πρόταση, για να γίνει το μάθημα των Θρησκευτικών πιο ελκυστικό.

Θα πρέπει αρχικά να δεχτούμε ότι το μάθημα αυτό έχει εγγενή προβλήματα, τα οποία μέχρις στιγμής συγκαλύπτονται από τα διδακτικά εγχειρίδια και τις/τους εκπαιδευτικούς με αποτέλεσμα την παραπλάνηση των παιδιών και την επέκταση της παραπλάνησης αυτής έως και τα βιβλία της ιστορίας. Τα προβλήματα αυτά είναι:

1. Δεν υπάρχει καμιά ιστορική και αρχαιολογική πηγή της εποχής του Χριστού, που να αναφέρεται στο πρόσωπο, στη ζωή, στη σταύρωση και την ανάσταση του Χριστού. Δεν υπάρχει καμιά αναφορά στα ρωμαϊκά αρχεία ούτε στα κείμενα των ιστορικών της εποχής και της περιοχής για τον Χριστό. Όλες οι αναφορές είναι πολύ μεταγενέστερες. Τα ευαγγέλια είναι πολύ μεταγενέστερα και δεν έχουν γραφεί από μαθητές του Χριστού. Το παλαιότερο κείμενο είναι οι επιστολές του Παύλου, αλλά ο Παύλος είναι μεταγενέστερος και δεν γνώρισε τον Χριστό. Γενικότερα στον ανατολικό χώρο υπήρχαν κατά καιρούς πολλές αναφορές σε μεσσίες και στα πλαίσια αυτής της παράδοσης αναγορεύθηκε θεός και ο Αλέξανδρος.

2. Τα κείμενα των Αγίων και των Πατέρων βρίθουν από σεξιστικές και μισαλλόδοξες αναφορές με αφετηρία τις επιστολές του Παύλου: «διδάσκειν δὲ γυναικὶ οὐκ ἐπιτρέπω οὐδὲ αὐθεντεῖν ἀνδρός ἀλλ’ εἶναι ἐν ἡσυχίᾳ».

3. Οι Έλληνες δεν έμειναν 400 χρόνια πίσω λόγω της οθωμανικής περιόδου, αλλά λόγω της εκκλησίας. Η εκκλησία έθεσε φραγμό στην είσοδο του διαφωτισμού και στη διδασκαλία των επιστημών. Το 1723 ο σημαντικός επιστήμονας με ευρωπαϊκή παιδεία Μεθόδιος Ανθρακίτης γράφει: «…συναθροίζουν λογικάς και φυσικάς και Ευκλείδην και έτερα μαθηματικά και ανάπτουν φωτίαν εις την αυλήν της εκκλησίας εις τρία μέρη, και τα έρριψαν μέσα ημέρα Κυριακή, και λαός άπειρος έξω, γεμιτζήδες, παπουτσήδες, ραφτάδες, και τα κάνουν ωσάν να ήτον Αρείου αιρέσεις… βιβλία όπου όλος ο κόσμος τα σπουδάζει… Μετά ταύτα μου συνθέτουν μίαν ομολογίαν να υπογραφώ, πως επαρακινήθην να τα γράψω εκ σατανικής συνεργείας… Τώρα μελετώσι να στείλουν εις όλην την Ρούμελην, όπου ακούγεται διδάσκαλος, να τον αφορίσουν και να τον διώξουν…». Ο άλλοτε πατριάρχης Καλλίνικος ο ΣΤ´ διατάζει τον δάσκαλο της σχολής Ζαγοράς να μη διδάσκει φυσική: «Η επιστήμη η φυσική και την ημών ευσέβειαν την προς τον Θεόν διαφθείρει… και…την των ανθρώπων καρδίαν εν αμαρτίαις παραθαρσύνοντες μεγίστων πολλάκις κακών, και δεινοτάτων ποινών αίτιοι εισίν οι φυσιολόγοι. Δικαίως ουν η τοιαύτη επιστήμη… ζωήν την αιωνίαν εμποδίζουσα εκ των σχολών εξοριστέα εστί.»

4. Η εκκλησία εμπόδιζε να φτάσουν στην Ελλάδα τα περί ελευθερίας μηνύματα της γαλλικής επανάστασης. Ο πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε´ επανιδρύει το 1798 το πατριαρχικό τυπογραφείο, το οποίο εκδίδει κείμενα της πιο συντηρητικής βυζαντινής παράδοσης, με τα οποία προσπαθεί να επαναφέρει στο σωστό δρόμο της εκκλησίας τους πιστούς που κινδυνεύουν από τα κείμενα των δυτικόφιλων ανταρτών. Ακολούθως προβάλλονται αντιστάσεις στις προσπάθειες για επανάσταση, γιατί με την επανάσταση θα έχαναν οι αρχιερείς την εξουσία διοίκησης του Ρουμ μιλιέτ, που τους είχε χορηγηθεί από τον σουλτάνο.

5. Μετά την επανάσταση η εκκλησία επιδόθηκε στην κατασκευή και συντήρηση μύθων, που θα της παρείχαν άλλοθι για τη στάση της στην οθωμανική περίοδο και την επανάσταση. Κυριότεροι είναι ο μύθος του κρυφού σχολειού και ο μύθος του λάβαρου της επανάστασης που ύψωσε ο Π.Πατρών Γερμανός.

6. Η εκκλησία υπηρέτησε και τροφοδότησε μισαλλόδοξες, σεξιστικές και ακροδεξιές θέσεις σε όλα τα σημαντικά θέματα της σύγχρονης ζωής. Οι εκπρόσωποί της παρέμειναν σε ένα μεσαιωνικό τρόπο σκέψης, όπως αποδεικνύεται από τις δηλώσεις του Παΐσιου, του Πορφύριου, του Άνθιμου και του μητροπολίτη Μόρφου.

Τα προβλήματα αυτά θα παρακαμφθούν μόνο αν το μάθημα εξελιχθεί και μεταβληθεί σε μάθημα θρησκειολογίας, χωρίς να είναι προσκολλημένο σε μια θρησκεία κι ένα δόγμα. Να αντιμετωπίζει όλες τις θρησκείες ισότιμα και να δίνει έμφαση στα κοινά στοιχεία, στις παραδόσεις τους και στη διδασκαλία τους, έτσι που να μπορούν να συμμετέχουν παιδιά όλων των θρησκειών και δογμάτων και παιδιά που δεν ανήκουν σε κάποια θρησκεία. Στο μάθημα αυτό να δίνεται έμφαση στην αξία της διαφορετικότητας και στον σεβασμό της και να απαντά στις προκλήσεις της εποχής με γνώμονα πάντα τις αρχές της ισότητας και της ανεκτικότητας.

Υπάρχει βέβαια και ένας άλλος τρόπος για να γίνει το μάθημα πολύ ελκυστικό πάρα πολύ εύκολα. Να καλλιεργεί στα παιδιά από πολύ μικρή ηλικία το φόβο και το μίσος προς κάθε ξένο, αλλόθρησκο και αλλόφυλο. Να τους μάθει ότι κάθε απόκλιση είναι αμαρτία και να τους μιλάει συνεχώς για τον σατανά και την κόλαση. Τα παιδιά θα τα μάθουν αυτά πολύ εύκολα και θα λατρέψουν το μάθημα. Τα μαθήματα μίσους έχουν πολύ μεγάλη απήχηση. Η απόρριψη του Άλλου είναι πολύ εύκολη και ελκυστική. Η αποδοχή του Άλλου είναι το δύσκολο μάθημα και γιαυτό παραμένει πάντα εκτός διδακτέας ύλης. Αυτό που με ανησυχεί είναι ότι πολλοί έχουν στο μυαλό τους αυτόν τον τρόπο, για να προσελκύσουν τα παιδιά.

Ο βιασμός ως ιδεολογία

Ο ισχυρισμός μου είναι πως όλοι/ες ευθυνόμαστε για τους καθημερινούς βιασμούς, που είναι καθημερινοί και οι περισσότεροι δεν καταγγέλονται και δεν αποκτούν δημοσιότητα και ευτυχώς δεν οδηγούν και σε γυναικοκτονία ή γενικότερα στο θάνατο του σεξουαλικού θύματος.

Η ιδεολογία του βιασμού εμφωλεύει στο συλλογικό ασυνείδητο μαζί με την πατριαρχία, τον σεξισμό και την ομοφοβία και αναπαράγεται συνεχώς μέσω της γλώσσας. Οι σεξουαλικές βρισιές μάς ανάγουν σε φαντασιακούς βιαστές και μετατρέπουν, καθόλου φαντασιακά πλέον, την ερωτική λειτουργία σε πράξη εξουσίας, υποταγής, εκδίκησης, ευτελισμού, που προκαλεί ντροπή και πόνο στο θύμα. Καμιά ευχαρίστηση, καμιά απόλαυση.

Με σεξουαλικό τρόπο σηματοδοτείται ο εκλογικός θρίαμβος, η ποδοσφαιρική νίκη, ο ανταγωνιστικός λόγος. Με σεξουαλικές πράξεις παραλληλίζεται η επιβολή μνημονίων και φόρων. Τα ανδρικά σεξουαλικά όργανα είναι πανταχού παρόντα για να επιβληθούν, να απειλήσουν, και να ταπεινώσουν, ενώ το γυναικείο σεξουαλικό όργανο χρησιμοποιείται ως χαρακτηρισμός βδελυγμίας και ευτέλειας.

Το παραδοσιακό ρήμα που χρησιμοποιείται δεν δηλώνει αμοιβαία σχέση και ευχαρίστηση. Αντίθετα είναι ένα μεταβατικό ρήμα που προϋποθέτει υποκείμενο και αντικείμενο και αναγκαστικά δηλώνει ενεργητικότητα και παθητικότητα, θύτη και θύμα. Το υποκείμενο ενεργεί με δική του απόφαση, γιατί πάντα το υποκείμενο είναι αυτό που αποφασίζει. Το αντικείμενο υφίσταται και υπομένει.

Το υποκείμενο είναι πάντα στην ορθή ονομαστική, ενώ το αντικείμενο, η γυναίκα ή ο γκέι άντρας, είναι σε πλάγια πτώση. Ναι σε πτώση, έτσι το θέλει η γραμματική και η γλώσσα μας, σε πτώση και πλαγιασμένο, στο κρεβάτι ή στο χώμα.

Το υποκείμενο είναι στην ορθή ονομαστική, είναι όρθιο και ορθό, όπως και το σεξουαλικό του όργανο. Και ορθό δεν σημαίνει μόνο όρθιο, σημαίνει και σωστό, δίκαιο, αλάνθαστο.

Το υποκείμενο είναι από πάνω και για αυτό όλα τα καλά είναι από πάνω, είναι ανώτερα. Το αντικείμενο είναι από κάτω, είναι κατώτερο κι εκεί θα μείνει και θα ευχηθεί στο υποκείμενο «και σ´ ανώτερα».

Το θλιβερό είναι ότι και οι γυναίκες χρησιμοποιούν την ίδια γλώσσα, τις ίδιες μεταφορές, σε μια φαντασιακή διαδικασία χειραφέτησης, ενώ στην ουσία αποδέχονται μια χειροπιαστή αλλοτρίωση.

Οι γυναίκες στις συντηρητικές κοινωνίες, όχι απλώς αποδέχονταν, αλλά συντηρούσαν την πατριαρχία, με πολύ λίγες εξαιρέσεις. Ήταν και αυτός ένας τρόπος επιβίωσης και διατήρησης της δικής τους ισορροπίας. Εκτός των άλλων φαίνεται από τις ερωτικές ιστορίες, που διηγόντουσαν και από τα αινίγματα που κατασκεύαζαν, για να προσδώσουν ανδρική λειτουργία στις γυναικείες δουλειές.

«Εγώ γιατί σ´ αγόρασα και ´δωσα τον παρά μου, για να σε βάλω ανάσκελα, να κάνω τη δουλειά μου» λέει η γυναίκα για τη σκάφη του ζυμώματος. «Η κοιλιά με την κοιλιά, το μακρύ κάνει δουλειά», λέει η γυναίκα, όταν σκύβει πάνω από το κιούπι και με το χέρι της βγάζει από μέσα τις ελιές. Κι όταν με το κλειδί στο χέρι γονατίζει μπροστά στην κλειδαρότρυπα της κασέλας, για να ξεκλειδώσει τα προικιά της, σκέφτεται αλλιώς: «Σκύβω, γονατίζω εμπρός σου, το μακρύ μου στο σχιστό σου».

Αυτά όμως άλλες εποχές. Στην εποχή μας όλο και περισσότερες γυναίκες δεν υπηρετούν την πατριαρχία και όλο και περισσότεροι άντρες προσπαθούν να αποβάλουν πατριαρχικές, σεξιστικές και ομοφοβικές αντιλήψεις. Αλλά αυτό θα γίνει πιο εύκολα αν προβάλλουμε το σεξ ως μια διαδικασία αμοιβαίας απόλαυσης, που δεν διακρίνει σε υποκείμενα και αντικείμενα, σε ενεργητικότητα και παθητικότητα, σε ανωτερότητα και κατωτερότητα. Ας σκεφτούμε ποια ιδεολογία εμφυτεύεται στα παιδιά μας όταν μεγαλώνουν ανάμεσα σε σεξιστικές και ομοφοβικές μεταφορές, σε σεξουαλικές, ταπεινωτικές εκφράσεις. Η γλώσσα είναι φορέας ιδεολογίας. Και όπως έλεγε και ο Λακάν: Το ασυνείδητο δομείται από τη γλώσσα και παράλληλα με τη γλώσσα.

Για τον Νίκο Ρωμανό

Χάρηκα που βγήκε επιτέλους από τη φυλακή. Χάρηκα πολύ. Αλλά αυτή η χαρά δεν ήταν ικανή να διαλύσει τις πικρίες του παρελθόντος. Πικρίες πολλές. Για την απάνθρωπη μεταχείριση του, για τις τεράστιες ποινές λες και ήταν δολοφόνος, για τον διασυρμό της οικογένειάς του. Τι να πρωτοθυμηθώ; Πόσα είπαν για εκείνη τη μητέρα; Όλο το ανάθεμα της κοινωνίας έπεσε επάνω της, επάνω σε μια μάνα που είμαι σε θέση να ξέρω πόσο στοργική ήταν και πόσο πολύ αγαπούσε και φρόντιζε το παιδί της. Την κατηγόρησαν ακόμη και για το ότι του διάβαζε διηγήματα του Μάριου Χάκκα. Κατά τη γνώμη τους τον διέφθειρε ο Μάριος Χάκκας, γιατί ο Μάριος Χάκκας δεν ήθελε 51 υπουργούς, αλλά φανταζόταν ένα τριμελές υπουργικό συμβούλιο με ένα δεκαοχτάρη στο υπουργείο του έρωτα, μια μάνα στο υπουργείο γεννήσεων και ένα γεροντάκι στο υπουργείο θανάτου. Ένα μόνο υπουργείο θανάτου, όχι τόσα πολλά που είχαμε και έχουμε τα τελευταία χρόνια.

Πώς να ξεχάσω τα σχόλια του Κούγια, του Ζούλα ακόμη και αυτά που μου είπε ο εισαγγελέας στο εφετείο Λαμίας, λες και δικαζόταν εκεί ο Ρωμανός και όχι οι δολοφόνοι του Γρηγορόπουλου.

Πώς να ξεχάσω την απεργία πείνας για το δικαίωμά του στη μόρφωση και όσα διαμείφθηκαν μέσα στη Βουλή το Δεκέμβριο του 14. Πώς να ξεχάσω τα απαξιωτικα σχόλια γονέων της Σχολής Μωραΐτη, έχω σωρεία από τέτοια μέιλ, που τον παρουσίαζαν ως αδίστακτο δολοφόνο. Ακόμη είπαν και ότι θα ανατίναζε το Mall Σαββατοκύριακο που πήγαιναν τα παιδιά τους. Όχι γιατί δεν τον ήξεραν, όπως τον ήξερα εγώ από παιδί, αλλά γιατί δεν ήθελαν να τον ξέρουν.

Αλλά ποια ήταν και η στάση του σχολείου του που τον ήξερε; Ακόμη και συνάδελφος (όχι βέβαια εκπαιδευτικός), που τον ήξερε και ήξερε καλά και τη μητέρα του, μου είπε πως ήταν αντίθετη με την εκπαιδευτική άδεια με βραχιολάκι, γιατί θα έκανε τρομοκρατικό χτύπημα, θα τον κυνηγούσε η αστυνομία, θα τον πυροβολούσε και η σφαίρα θα εξοστρακιζόταν, όπως έγινε με τη σύλληψη του Μαζιώτη στο Μοναστηράκι, και αυτή τη φορά θα σκότωνε το γιο της που συχνάζει στο Μοναστηράκι.

Η Σχολή Μωραΐτη όχι μόνο δεν είπε έναν καλό λόγο για αυτό το παιδί και την οικογένειά του, που τους ήξερε καλά, γιατί και η μητέρα ήταν απόφοιτη αυτού του σχολείου, αλλά, ακολουθώντας τον δρόμο του χρήματος και της πελατείας, περιέθαλψε και ενθάρρυνε την τρομολαγνεία της και συμπεριφέρθηκε η ίδια τρομοκρατικά προς τους εκπαιδευτικούς κι εμένα.

Όμως ο Ρωμανός δεν τρομοκράτησε δικαστές και κοινωνία με τις πράξεις του, αλλά κυρίως με τις ιδέες του και το αστραφτερό του μυαλό.

(Σένα τα λέγω, σένα τα λέγω κι άκουτα,

πάρε χαρτί και πέννα, κάτσε και γράψε τα)

Η Νταντουλάκη

 

[ Τα αποτελέσματα των πρόσφατων εκλογών, αλλά και των άλλων που έρχονται, μου φέρνουν στο νου τη μεγάλη έλλειψη κατανόησης, την αδυναμία συνεννόησης, αλλά και την ευκολία με την οποία μια τραγωδία μπορεί να γυρίσει σε κωμωδία ή φάρσα.]

-Δεν τη λένε Νταντουλάκη. Δανδουλάκη τη λένε.

-Σιγά που θα κάθομαι να τη λέω Δα-νδου-λά-κη. Ωχ, καημένε, θα τη λέω, όπως με βολεύει. Εσένα, δηλαδή, τι σε πειράζει;

Δεν με πείραζε και σιγά σιγά μάθαμε όλοι στην οικογένεια να τη λέμε Νταντουλάκη. Δήθεν για αστείο, αλλά ήταν πράγματι πιο βολικό. Μόνο που στην αρχή θύμωνε. -Τη λες κι εσύ Νταντουλάκη, για να με κοροϊδεύεις, ε;

Μια δυο φορές το χρόνο μάς έκανε κάτι τετραήμερες επισκέψεις και προσπαθούσαμε με κάθε τρόπο να την ευχαριστήσουμε, αλλά δεν ήταν και τόσο εύκολο. Τα απογεύματα της έλεγα «να σου ανοίξω την τηλεόραση να δεις τη Λάμψη». -Ε, καλά, να τη δω. Αλλά μη νομίζεις ότι βλέπω συχνά. Στη χάση και στη φέξη. Δεν ευκαιρώ από τις δουλειές. Και ούτε που δίνω βάση. Να, έτσι, να περνάει η ώρα. -Σου αρέσει η Νταντουλάκη, έτσι δεν είναι; -Ε, ναι μου αρέσει. Πώς να μη μου αρέσει;

Κάποια φορά, μετά από λίγα χρόνια, μου λέει η γυναίκα μου, καθώς διάβαζε την εφημερίδα. «Η Νταντουλάκη ανεβάζει το «λεωφορείο ο πόθος». Να πάμε τη μάνα σου, όταν ξανάρθει. Της αρέσει η Νταντουλάκη, της αρέσει το θέατρο, θα της αρέσει και το έργο, ευκαιρία είναι. Παίζει και ο Γκλέτσος, θα ενθουσιαστεί. Ας κάνουμε αυτή τη θυσία». «Και μετά να τη πάμε να φάμε στο Ιντεάλ, που το έχει κι αυτό μεγάλο καημό», συμπλήρωσα κι εγώ, για να προσθέσω κάτι σε αυτή τη θυσία.

Τον επόμενο μήνα μας επισκέφτηκε. Έκλεισα αμέσως εισιτήρια για την απογευματινή του Σαββάτου, αλλά έπρεπε να τα πάρουμε από το ταμείο τουλάχιστον μισή ώρα πριν από την παράσταση. Το μεσημέρι φάγαμε νωρίς και μετά το φαγητό της είπα:

-Να πας τώρα να ξαπλώσεις, για να σηκωθείς νωρίς. Το απόγευμα θα πάμε στο θέατρο.

-Να πάτε. Εγώ θα κάτσω εδώ. Η καλύτερή μου. Θα ´χω και την ησυχία μου.

-Θα έρθεις κι εσύ. Παίζει η Νταντουλάκη.

-Σιγά που θα πάω εγώ να δω τη Νταντουλάκη. Να μου λείπει. Εδώ τις προάλλες την έδειξε η τηλεόραση και με φωνάζει η κόρη μου και μου λέει «έλα μαμά να δεις τη Νταντουλάκη». Πάω κοντά και τι να δω. Πλισές το μούτρο της. Εγώ μπροστά της είμαι κόρη της. Δε φτάνει που την είδα στην τηλεόραση, θα πάω να τη δω κι από κοντά; Δε μου χρειάζεται.

-Θα πας τώρα να κοιμηθείς και το απόγευμα θα πάμε στο θέατρο.

Πρέπει να το είπα λίγο άγρια. Δεν ξαναμίλησε. Κάπνισε το τσιγάρο της και πήγε στο κρεβάτι της.

Φτάσαμε αρκετά νωρίς στο θέατρο. Έβγαλα τα εισιτήρια κι αρχίσαμε τις βόλτες πάνω κάτω στη στοά. Κάποια στιγμή, από την άλλη άκρη ερχότανε η Νταντουλάκη.

-Κοίτα, της λέει η γυναίκα μου, έρχεται η Νταντουλάκη.

-Αυτή είναι η Νταντουλάκη; Και τότε, αυτή που είδα στην τηλεόραση ποια ήταν;

-Θα ήταν καμιά άλλη. Δεν έχει σημασία.

-Έχει. Πρέπει να βρω ποια ήταν στην τηλεόραση.

Νιώσαμε λίγη ανακούφιση, μια και αυτή που δεν ήθελε να δει από κοντά δεν ήταν η Νταντουλάκη.

Με λιγότερη απογοήτευση μπήκαμε στο θέατρο, αλλά μόλις έσβησαν τα φώτα η μάνα μου μού λέει: «Θα σκάσω αν δε βρω ποια ήταν αυτή στην τηλεόραση».

Η παράσταση ήταν πολύ χειρότερη από ό,τι φανταζόμουν. Δεν βοήθησαν καθόλου και οι θεατές. Ως θετικός χαρακτήρας έβγαινε ο Στάνλεϊ και προκαλούσε τον θαυμασμό της αίθουσας, ενώ η Μπλανς προκαλούσε το γέλιο του κοινού σε κάθε της φράση.

-Θα σκάσω, αν δεν θυμηθώ ποια ήταν αυτή στην τηλεόραση.

Φτάσαμε και στη σκηνή που ο ημίγυμνος Στάνλεϊ/Απόστολος Γκλέτσος βγαίνει στο δρόμο και φωνάζει προς τα παράθυρα της γειτόνισσας: «Στέλλα, Στέλλα», «Κρατάω μαχαίρι» συμπληρώνει το ξεκαρδισμένο κοινό. Και τότε πετάγεται κι η μάνα μου:

-Τη θυμήθηκα. Η Έλενα Ναθαναήλ ήταν στην τηλεόραση.

Η παράσταση συνεχίστηκε ως κωμωδία. Πολλά γέλια στη σκηνή του βιασμού και πολλά ξεκαρδίσματα όταν έφθασαν οι άνθρωποι του ψυχιατρείου, για να πάρουν την Μπλανς.

Σίγουρα εμείς δεν μπορούμε να βασιζόμαστε ούτε «στην καλοσύνη των ξένων».

Όταν βγήκαμε από το θέατρο τη ρώτησα αν της άρεσε η παράσταση.

-Μου άρεσε, αλλά πιο πολύ φχαριστήθηκα που θυμήθηκα την Έλενα Ναθαναήλ. Μα δε φαντάζεσαι τι ζάρα είχε το μούτρο της. Πλισές σου λέω.

-Τώρα θα πάμε στο Ιντεάλ να φάμε.

-Να με πάτε εμένα σπίτι κι εσείς πηγαίνετε όπου θέλετε.

-Θα πάμε όλοι μαζί στο Ιντεάλ να φάμε.

-Εγώ θέλω ένα φαΐ με αυγολέμονο. Της κόρης μου δεν της αρέσει, ούτε να ακούσει για αυγολέμονο. Στο σπίτι μας δεν μπαίνει και τό ´χω λαχταρήσει τόσο πολύ.

Μόλις κάτσαμε στο τραπέζι κοίταξα τον κατάλογο και της λέω:

-Έχει φαΐ με αυγολέμονο. Ντολμάδες.

-Εγώ θέλω φρικασέ.

Όχι η αγάπη, η ανδρική κουλτούρα όπλισε το χέρι του

Η ιδιοκτησία είναι ο βασικός παράγοντας για τη δόμηση και θεσμοθέτηση της οικογένειας, όπως την ξέρουμε. Ο αγρός, που καλλιεργούσε ένας άντρας, καθώς επίσης τα εργαλεία του και τα όπλα του ήθελε να περάσουν σε ένα αγόρι, που θα ήταν δικό του παιδί. Για να είναι βέβαιος ότι αποκτά γνήσια, δικά του παιδιά δεν υπήρχε άλλος τρόπος παρά να θέσει μία ή περισσότερες γυναίκες σε απομόνωση από άλλους άντρες και αυτό το ονόμασε οικογένεια. Η γη, οι γυναίκες, τα παιδιά ήταν το σύνολο της ιδιοκτησίας του.

Η ανδρική κουλτούρα έχει θεμελιωθεί πάνω στην ιδιοκτησία και στην αποκλειστική κατοχή του γυναικείου σώματος. Και γιαυτό «ο άντρας δεν είναι ντροπή να αγαπά και δέκα. Είναι ντροπή να αγαπά δυο άντρες μια γυναίκα». Ο ανταγωνισμός με άλλους άντρες, η κάθε είδους αναμέτρηση, η ανάγκη για επικράτηση και κυριαρχία, για κατάκτηση και επέκταση, τα εγκλήματα τιμής, η χρησιμοποίηση του σεξ ως μέσου επιβολής, η σωματική δύναμη και το αίσθημα ανασφάλειας ως γενικός παρονομαστής όλων αυτών εκπορεύονται από την ανάγκη για κατοχή και ιδιοκτησία. Κι αν δεν υπάρχει περιουσία, θα υπάρχει ένα μαχαίρι, ένα δαχτυλίδι, μια εικόνα, μια συλλογή από κοχύλια. Κι αν δεν υπάρχουν ούτε αυτά, θα υπάρχουν πάντα το όνομα και το αίμα, που θα περάσουν στους γνήσιους απογόνους. Το όνομα είναι το σημαίνον και το αίμα του πατέρα είναι το σημαινόμενο. Το όνομα δηλώνει πως το παιδί έχει το αίμα του πατέρα του. Η ζωή της γυναίκας είναι μέσα στο αίμα, το αίμα της περιόδου, το αίμα της παρθενίας, το αίμα του βιασμού, το αίμα της γέννας, το αίμα της λοχείας, αλλά τα παιδιά της έχουν το όνομα και το αίμα του πατέρα τους.

Τα γνήσια παιδιά θα κληρονομήσουν την περιουσία του πατέρα. Κι όταν λέμε παιδιά, δεν εννοούμε τα κορίτσια. Τα κορίτσια θα πάρουν μια προίκα για να πάνε σε άλλη πατριά. Τα κορίτσια προδίδουν τον πατέρα και το όνομά του, για να πάρουν το όνομα μιας άλλης πατριάς και να γεννήσουν παιδιά που θα έχουν το όνομα και το αίμα άλλου πατέρα.

Τα αγόρια είναι οι γνήσιοι συνεχιστές του ονόματος και του αίματος. Κι από αυτά ο πρωτότοκος θα πάρει το μεγαλύτερο μερίδιο. Το κτήμα, το σπίτι, την επιχείρηση, το εργοστάσιο. Κι αν κάποιος γιος δεν κληρονομήσει, πάντα μπορεί να τα φτιάξει από το τίποτε ως αυτοδημιούργητος και να έχει ακόμη πιο διογκωμένο το Εγώ του και να θεωρεί πως όλα τα έφτιαξε με την αξία του. Οι υπόλοιποι που δεν τα απόκτησαν δεν είχαν αξία. Η περιουσία είναι αυτή που φτιάχνει τα γενεαλογικά δέντρα. Όταν δεν υπάρχει μεγάλη περιουσία η μνήμη φθάνει ως τον παππού και τη γιαγιά, σπάνια στον προπάππου. Όταν όμως υπάρχει πολύ μεγάλη περιουσία (και η δόξα περιουσία είναι) τότε η μνήμη φθάνει αιώνες πριν και οι κανόνες για τη διατήρηση του αίματος και του ονόματος είναι ακόμη πιο αυστηροί και οι γυναίκες πρέπει να είναι πιο υποταγμένες και να διαφυλάττουν τη συνέχεια.

Η απόκτηση γνήσιων απογόνων βασίζεται στην ιδιοκτησία του γυναικείου σώματος και στην αποκλειστική χρήση του. Για αυτό άλλωστε ο θεός έπλασε την Εύα. Για να καλύπτει τις ανάγκες του. Ο μόνος και βασικός καημός του άντρα είναι ότι δεν μπορεί να έχει έναν απλό και πρακτικό τρόπο να ελέγχει τη γνησιότητα των παιδιών του και παρηγοριέται με τα λόγια της γυναικείας ομήγυρης «φτυστός ο πατέρας του είναι». Φαντασιώνεται όμως ότι κάποια πλάσματα μπορούν να έχουν αποδείξεις πατρότητας: «Ο αετός είναι βασιλεύς εις όλα τα πετόμενα…. Έχει δε τέτοια σοφία εκ θεού, όταν γεννήσει ο θηλυκός αετός τα πουλιά του, τότε ο αρσενικός αετός υπάγει εις την φωλιά των μικρών πουλιών και στένει τα κατά πρόσωπο του ήλιου και στοχάζεται καλώς. Ει μεν εκείνα σταθούσι στερεά και ιδούσι την ακτίνα του ηλίου, τότε γνωρίζει πως είναι γνήσιο σπέρμα του, ειδέ και σφαλίσουν τα ομμάτια τους και δεν δυνηθούν να ιδούσι την ακτίνα του ηλίου, τότε γνωρίζει πως είναι νόθα, ήγουν πως εμοιχεύθει η μητέρα τους με άλλον αετό. Και σύντομα τους χτυπά με την πτέρυγά του και ρίπτει τα κάτω της φωλεάς. (Δαμασκηνός Στουδίτης)».

Η κουλτούρα αυτή προστατεύεται είτε εθιμικά, είτε νομοθετικά. Σε μερικές κοινωνίες, όχι μόνο στο παρελθόν, οι γυναίκες δεν κληρονομούν κι αν δεν υπάρχουν αγόρια στην οικογένεια, κληρονομούν τα ξαδέλφια. Τα γυναικεία επώνυμα είναι πάντα σε γενική κτητική κι αν μερικές γυναίκες μετά το γάμο διατηρούν «το όνομά τους» και αυτό το όνομα είναι σε πτώση γενική, δεν είναι δικό τους, δηλώνει ότι ανήκουν ακόμη στον πατέρα τους. Και κάτι που ισχύει για όλους και όλες μας. Σε όλες τις επίσημες αναγραφές του ονόματός μας ακολουθεί ένα Του, όπου αναγράφεται το όνομα του πατέρα μας. Και σε μερικές περιπτώσεις αυτοβούλως μεταξύ του ονόματος και του επωνύμου αναγράφουμε και το αρχικό όνομα του πατέρα μας και μερικές γυναίκες του συζύγου τους.

Δεν είναι περίεργο που έχουμε τόσες πολλές περιπτώσεις γυναικοκτονίας (και βιασμών). Η κοινωνία ολόκληρη είναι υπεύθυνη, ένοχη και υπόλογος. Η κοινωνία ολόκληρη υποθάλπει τέτοιες καταστάσεις, ρίχνοντας ευθύνες στο θύμα και δείχνοντας κατανόηση και συμπαράσταση στο δράστη, «άντρας είναι και αυτός τι να σου κάνει, τον έπνιξε το δίκιο του, τον τύφλωσε το πάθος του». Ο άντρας δεν είναι από τη φύση του κυριαρχικός, ούτε η γυναίκα είναι από τη φύση της υποταγμένη. Ακολουθούν την κυρίαρχη ιδεολογία, την κυρίαρχη κουλτούρα, τις κοινωνικές επιταγές. Τόσα χρόνια εκπαιδευτικός παρότρυνα τα παιδιά του σχολείου να μη χρησιμοποιούν εκφράσεις όπως «και φυσικά», «όπως ήταν φυσικό», για να δικαιολογήσουν κοινωνικές αντιδράσεις. Το «φυσικά» τους έλεγαν να το χρησιμοποιούν, για να εξηγήσουν τη βροχή, τον κεραυνό, την ξηρασία, το ηλιοκαμένο τους δέρμα. Οι κοινωνικές αντιδράσεις έχουν πολιτισμικές και ιδεολογικές ερμηνείες, δεν είναι φυσικά φαινόμενα. Όμως σε μερικά μυαλά ακόμη μοιάζει αφύσικο μια γυναίκα να ζητάει διαζύγιο από τον άντρα της. Και είναι φυσικό εκείνος να τη σκοτώσει «γιατί την αγαπούσε».

Κι από ό,τι φαίνεται για πολύ καιρό ακόμη θα μας περιγράφουν οι στίχοι του Όσκαρ Ουάιλντ.

«Γιατί ο καθένας σκοτώνει ό,τι αγαπάει

και στον καθένα τούτο ας ειπωθεί.

Ο δειλός μ´ ένα φιλί σκοτώνει.

Ο γενναίος με της αγάπης το σπαθί»

Η Λουκιώ

Εγώ την έλεγα νονά, αλλά νονά μου δεν ήταν. Οι γονείς μου και τ´ αδέλφια μου την έλεγαν κουμπάρα, κι αυτό με μισή καρδιά, γιατί κουμπάρα δεν ήταν, δεν είχε παντρέψει τους γονείς μου. Ο Κωστάκης είχε παντρέψει τη μάνα μου και τον πατέρα μου και έπρεπε να βαφτίσει και τον αδελφό μου, αλλά τα δάχτυλά του είχαν πάθει αγκύλωση από τις πληγές που του ´χαν κάνει τα τσέρκια των βαρελιών που δούλευε. Με τέτοια χέρια δεν μπορούσε να κρατήσει το μωρό και είπε να το βαφτίσει η Λουκιώ στη θέση του. Ο πατέρας μου όμως δεν ήθελε, γιατί ο Κωστάκης είχε τη Λουκιώ αστεφάνωτη και δεν γινόταν γυναίκα αστεφάνωτη να βαφτίσει το γιο του, γιατί ο πατέρας μου ήταν αριστερός με αξίες. Ο Κωστάκης θύμωσε που δώσανε το μωρό σε άλλον να το βαφτίσει και σταμάτησαν τα μεγάλα γλέντια, όπως τότε που ο Κωστάκης πλήρωνε την ορχήστρα του μαγαζιού να τους πάει ως το σπίτι με τα πόδια χορεύοντας και τραγουδώντας, γιατί η ώρα ήταν αργά και δεν είχε λεωφορείο. Ο Κωστάκης έβγαζε καλά λεφτά, είχε μεγάλο βαρελάδικο και τη Λουκιώ την είχε σαν βασίλισσα, με τις μακριές μοφλόν ρόμπες και τα ψηλοτάκουνα πασούμια, κεντημένα με πούλιες και χάντρες.

Ο Κωστάκης πέθανε πριν γεννηθώ εγώ κι η Λουκιώ άρχισε να έρχεται στο σπίτι μας. Αλλά πάνε πια τα διώροφα σπίτια και τα μεγαλεία. Όλα τα κληρονόμησε το σόι του Κωστάκη, γιατί η Λουκιώ ήταν αστεφάνωτη. Κι αυτή γύρισε όπως όπως στο παλιό προσφυγικό της σπίτι στις Τζιτζιφιές, ένα δωμάτιο και κουζίνα, όπως όλα τα προσφυγικά σπίτια. Και τα βράδια έπλενε πιάτα στα κέντρα που πριν διασκέδαζε σαν κυρία με τις τουαλέτες της. Όσα χρόνια τη θυμάμαι εγώ, έπλενε πιάτα στη Λάμψη, που ήταν εκεί στην άκρη, πηγαίνοντας για το Τουρκολίμανο.

Στο σπίτι μας ποτέ δεν ερχόταν με άδεια χέρια. Τη μια μού φερνε μπανάνες, που ήταν πανάκριβες τότε και την άλλη βοτσαλάκια και, παρόλο που δεν μου άρεσαν τα κουφέτα κι οι καραμέλες, τα βοτσαλάκια της Λουκιώς τα είχα φάει μέχρι να φύγει. «Εγώ κουμπαρούλα μου, άμα δεν έχω λεφτά να πάρω ακριβό δώρο, θα πάρω μια βελόνα, αλλά την καλύτερη. Κι αν δεν μου φτάνουν τα λεφτά για τη βελόνα, θα πάρω μια καρφίτσα, αλλά την καλύτερη». Μόλις έμπαινε στο σπίτι με έπαιρνε αγκαλιά, με χόρευε και τραγουδούσε: «Γιώργον είχα, Γιώργον έχω κι άμα θα ξαναχηρέψω, πάλι Γιώργο θα γυρέψω». Κι ήταν πάντα μοσχομυριστή η αγκαλιά της: «μαγκρίφ, κουμπαρούλα μου, μαγκρίφ. Το καλύτερο άρωμα».

Όταν ερχόταν στο σπίτι ο πατέρας μου και την έβλεπε, άπλωνε το χέρι του να την χαιρετίσει με κρύα καρδιά, χωρίς να την κοιτάζει στα μάτια. Κι όταν εκείνη τον ρωτούσε «τι κάνεις κουμπάρε;» Εκείνος πετούσε ένα ξερό «καλά» και δεν της ξαναμιλούσε. Κι ο αδελφός μου το ίδιο. Έκανε ό,τι έκανε ο πατέρας μου.

Η μάνα μου έλεγε πάντα καλά λόγια για τον Κωστάκη. Που κατέβαινε στην παραλία στο Φάληρο όταν τραβούσε ο ψαράς τα δίχτυα του και αγόραζε όλη την ψαριά και μετά έλεγε στον ψαρά να ρίξει πάλι τα ψάρια στη θάλασσα, ζωντανά όπως ήταν. Και όταν περνούσε ο ψαράς από το σπίτι κατέβαινε κι αγόραζε μια οκά ψάρια. Κι η Λουκιώ γκρίνιαζε: «κι απ´ τον προηγούμενο ψαρά πήραμε ψάρια, Κωστάκη». Κι ο Κωστάκης της έλεγε «κι άμα δεν πάρω εγώ και δεν πάρει κι ο άλλος, πώς θα μεγαλώσει αυτός ο άνθρωπος τα παιδιά του;» Κι η μάνα μου συμπλήρωνε «μη νομίζεις πως ήτανε καμιά νοικοκυρά η Λουκιώ. Όλο ψι ψι ψι, τάιζε τις γάτες της γειτονιάς, για να αποφύγει το τηγάνισμα. Και τόσα λεφτά περνάγαν απ´ το χέρι της, δεν έβαζε τίποτε στην πάντα για τα γεράματά της». «Μα αφού δεν ήταν δικά της τα λεφτά» είπα μια φορά εγώ. «Οι νοικοκυρές γυναίκες πάντα βάζουν λεφτά στην πάντα». Για τη Λουκιώ ποτέ κανείς δεν είπε μια καλή κουβέντα στο σπίτι μας, ούτε κανείς κατάλαβε γιατί την αγαπούσα. Όλες οι ιστορίες ήταν πάντα για τον Κωστάκη κι ακόμη κι οι δυσάρεστες ιστορίες λέγονταν έτσι που να γίνονται αστείες, να μη σκεφτεί ποτέ κανείς κακό για τον Κωστάκη. «Ή που θα ξεχάσω εγώ, συνέχιζε η μάνα μου, ένα καλοκαίρι που παραθερίζαμε στο σπίτι τους στη Μαγκουφάνα κι η ανιψιά του Κωστάκη ετοίμασε κόλλυβα για το Ψυχοσάββατο του καλοκαιριού και μου πε να πάω μαζί της στο νεκροταφείο. Κι εκεί στην πόρτα του νεκροταφείου την περίμενε ο αγαπητικός της. Μού δωσε την πετσέτα με το πιάτο και μου λέει «πέντε λεφτά, δε θά αργήσω». Και έμεινα εγώ να κρατάω το πιάτο τυλιγμένο με την πετσέτα κι οι δυο τους άφαντοι πίσω από τα δέντρα. Και τώρα θα ´ρθουν και τώρα θα ´ρθουν και πού να έρθουν. Εδέησε εντέλει να γυρίσει πίσω καμιά φορά, περασμένη η ώρα, και στο δρόμο έβγαζα τις πευκοβελόνες απ´ τα ρούχα της. Στο σπίτι ο Κωστάκης φαινόταν πολύ θυμωμένος. Δε μίλησε καθόλου, παρά μου έδωσε τον τρίφτη κι ένα μεγάλο κομμάτι τυρί, σκληρό πέτρα, και μου πε «για τιμωρία σου θα πας κάτω από τη συκιά και θα το τρίψεις όλο. Τι έφταιγα η κακομοίρα;»

Η Λουκιώ ποτέ δεν έλεγε τίποτε για τη ζωή της με τον Κωστάκη. Ποτέ δεν την άκουσα να τον αναφέρει. Πάντα μιλούσε για το τώρα, ποτέ για το τότε. Κι όταν κάποτε της είπα ότι το σχολικό λεωφορείο περνούσε από την παραλία στις Τζιτζιφιές έκανε μεγάλη χαρά. Κι από τότε δυο τρεις φορές την εβδομάδα περίμενε στην παραλία, να με δει στο παράθυρο του λεωφορείου και να μου κουνήσει το χέρι. Κι όταν έγινα δεκατριών μου είπε να πάω σπίτι της. Τώρα πια ήμουν μεγάλος και μπορούσα να πάρω το λεωφορείο και να κατέβω στις Τζιτζιφιές. Εκεί θα με περίμενε, να πάμε σπίτι μαζί. Να με γνωρίσει και η Στάσα, να με γνωρίσουν και τα παιδιά της Στάσας, που τους είχε πει τόσα για μένα.

Έλαμπε από χαρά όταν κατέβηκα από το λεωφορείο. Πήγαμε σπίτι της, στις προσφυγικές πολυκατοικίες. «Εδώ κοιμάμαι εγώ» μου έδειξε το ντιβανάκι στην κουζίνα. Στο δωμάτιο, μέσα, έμενε η Στάσα με τα παιδιά της. «Έτσι που τους έχεις χωρίς χαρτιά, χωρίς να σου πληρώνουν νοίκι, χωρίς τίποτε, θα στο φάνε μια μέρα το σπίτι» της έλεγε η μάνα μου. «Να μου το φάνε, κουμπαρούλα μου, να μου το φάνε. Φτωχοί άνθρωποι είναι, εγώ τι να το κάνω;» Και γνώρισα τη Στάσα, γνώρισα και τα παιδιά της και είπαμε ιστορίες και γελάσαμε και φάγαμε απ´ όλα τα καλά. Ως και ψωμί εφτάζυμο μου είχε αγοράσει.

Τον τελευταίο χρόνο, που έμενα στο οικοτροφείο, χαθήκαμε. Ούτε το σχολικό περνούσε, ούτε στο σπίτι ερχόταν. Ήμασταν και απορροφημένοι από την αρρώστια του πατέρα μου και δεν πολύ σκεφτόμασταν τη Λουκιώ. Στο θάνατο του πατέρα μου δεν είχαμε τρόπο να την ειδοποιήσουμε. Τηλέφωνο δεν είχε. Κι όταν κόντευε το μνημόσυνο των σαράντα, τέλος Απριλίου, ξεκίνησα να της πάω το αγγελτήριο του μνημοσύνου, αν και ο πατέρας μου δεν θα την ήθελε, γυναίκα αστεφάνωτη, στο μνημόσυνό του. Μόνο εγώ είχα πάει στο σπίτι της, μόνο εγώ ήξερα πού έμενε. Και βρήκα το σπίτι κλειστό. Κι άκουσε τα χτυπήματα στην πόρτα μια γειτόνισσα και άνοιξε το παράθυρο. «Η κυρία Λουκία πέθανε, μου είπε, και την Κυριακή έχουμε το μνημόσυνο των σαράντα».

Έσκυψα το κεφάλι και έφυγα. Κι έμεινα σκυφτός πολύ καιρό.

Πώς γλίτωσα τον εκκλησιασμό

Ο πατέρας μου δεν είχε καλές σχέσεις με τη θρησκεία, αλλά ανάμεσα στον πατέρα μου και στον παπα-Γιάννη υπήρχε μεγάλη αλληλοεκτίμηση. Η μάνα μου είχε καλές σχέσεις με τη θρησκεία, αλλά από απόσταση. Στην εκκλησία δεν πηγαίναμε, ούτε ποτέ το ραδιόφωνο μετέδιδε τη λειτουργία. Μόνη εξαίρεση γινόταν τη Μ. Πέμπτη. Τη λάτρευα από παιδί αυτή την ημέρα, με τα κόκκινα αυγά και τα κουλουράκια. Η μάνα μου τσουρέκια δεν έφτιαχνε, αλλά εγώ πάντα έδινα υπόσχεση στον εαυτό μου πως άμα μεγαλώσω θα φτιάχνω και τσουρέκια. Το βράδυ της Μ. Πέμπτης η μάνα μου άνοιγε το ραδιόφωνο, για να ακούσουμε τη σταύρωση. Περίμενε να ακουστεί το «σήμερον κρεμάται επί ξύλου» και με φώναζε. «Να τώρα θα ακουστεί το σφυρί που καρφώνει τα καρφιά». Κι όταν άκουγε το σφυρί δάκρυζε και με την ανάποδη του χεριού της σκούπιζε τα δάκρυα. Κάποτε τη ρώτησα ποιος καρφώνει τον Χριστό στην εκκλησία. «Ο επίτροπος»,  μού απάντησε κι εγώ κάθε χρόνο σκεφτόμουν τον κύριο Γρηγόρη, που ήταν επίτροπος στην εκκλησία κι ο πατέρας μου τον κορόιδευε γιαυτό, να ανεβαίνει με μια σκάλα να σταυρώσει τον Χριστό.

Όταν ήμουν στην πέμπτη δημοτικού, ο αδελφός του πατέρα μου, που δεν είχε δικά του παιδιά και ήθελε πάντα να έχει λόγο στο πώς μεγάλωνα, μού υποσχέθηκε πως την Μ. Πέμπτη θα με έπαιρνε μαζί του στην εκκλησία να ακούσουμε τα δώδεκα ευαγγέλια και πως από δω κι εμπρός θα πηγαίναμε στην εκκλησία κάθε Κυριακή. Ήθελα να δω τον κύριο Γρηγόρη να σταυρώνει το Χριστό και να μην ακούω το σφυρί και τα καρφιά από το ραδιόφωνο. Από την άλλη όμως με ανησυχούσαν τα δώδεκα ευαγγέλια, μου φαίνονταν πολλά, και το κάθε Κυριακή μού προκαλούσε τρόμο.

Σε όλη τη διαδρομή ως τον Άγιο Διονύσιο ο θείος μου με κρατούσε από το χέρι, πράγμα που δεν έκανε ο πατέρας μου, γιατί ήμουν πια μεγάλος. Αλλά και μέσα στην εκκλησία, πάλι από το χέρι με κρατούσε κι εγώ ήθελα να αλλάξω χέρι, αλλά δεν μπορούσα.

Όλα ήταν πολύ βαρετά, πάρα πολύ βαρετά και το θέαμα αργούσε. Σκεφτόμουν τα κόκκινα αυγά στο σπίτι. Η μάνα μου ήθελε να βάψει τριάντα, εγώ εξήντα και συμβιβαστήκαμε στα 40. Όλα κόκκινα. Εγώ ήθελα κι άλλα χρώματα, αλλά η μάνα μου έλεγε ότι τα αυγά του πάσχα είναι κόκκινα και δε σήκωνε αντίρρηση. Μόνο τότε που ήμουν πολύ μικρός και είχα πάθει μαγουλάδες και γκρίνιαζα κλεισμένος στο σπίτι μού έδωσε στουπί και μέ έβαλε να βγάζω τις άσπρες κλωστές, για να μείνουν μόνο οι χρωματιστές. Δυο μέρες έβγαζα τις άσπρες κλωστές και μετά πήρε τις χρωματιστές κλωστές, τις τύλιξε γύρω από τα αυγά και τα έβρασε. Βγήκαν έξι πολύ ωραία χρωματιστά αυγά, αλλά ποτέ άλλοτε δεν μπήκαν χρωματιστά αυγά στο σπίτι μας. Όμως εγώ, άμα μεγαλώσω θά βάφω για τα παιδιά μου χρωματιστά αυγά.

«Θείε, πόσα ευαγγέλια έχουν πει;» -«Σουτ, μη μιλάς».

Και μετά με έτρωγε το πόδι μου κι έσκυβα να το ξύσω κι ο θείος με τράβαγε να μη σκύβω. Και μετά άρχισε να με τρώει το άλλο πόδι και δεν μπορούσα να το ξύσω, γιατί το άλλο χέρι το κρατούσε ο θείος μου. Και τράβηξα το χέρι μου, αλλά ο θείος μου μού το ξανάπιασε. «Σταμάτα να ξύνεσαι και πρόσεχε». -«Πόσα ευαγγέλια έχουν πει;», -«να μην ξαναμιλήσεις.» Τότε κατάλαβα πως ο θείος μου δεν ήξερε πόσα ευαγγέλια είχαν πει και κόντευα να τρελαθώ από τη φαγούρα, που πλέον απλωνόταν σε όλο μου το σώμα.

Κάποια στιγμή έσβησαν τα φώτα κι η εκκλησία φωτιζόταν μόνο από τα κεριά. Ωραίο ήταν αυτό και κατάλαβα πως ήρθε η ώρα. Κι ο παπα-Γιάννης βγήκε από την αριστερή πόρτα του ιερού κουβαλώντας το σταυρό στον ώμο του κι έψελνε αργά αργά και μακρόσυρτα «σήμερον κρεμάται επί ξύλου ο εν ύδασι την γην κρεμάσας». Και άρχισε να έρχεται στον κεντρικό διάδρομο που καθόμασταν εμείς. Και τότε είδα ότι ο παπά-Γιάννης είχε δέσει στο σταυρό μια πλακέ μπαταρία κι ένα λαμπάκι που φώτιζε ένα χαρτί κολλημένο στο σταυρό. Κι από αυτό το χαρτί διάβαζε γραμμένα με το χέρι τα λόγια που έψελνε. Κι όταν έφτασε μπροστά μου διάβασα κι εγώ στο χαρτί «σήμερον κρεμάται επί ξύλου ο εν οίδασι την γην κρεμάσας». Και τότε έδειξα με το χέρι και με φωνή που ενδυνάμωναν ο θρίαμβος κι η διαμαρτυρία φώναξα «είναι ανορθόγραφο». Ο καημένος ο παπα-Γιάννης είχε μπερδέψει τα ύδατα με το «ου γαρ οίδασι τι ποιούσι».

Η αντίδραση του θείου μου ήταν ακαριαία. Με άρπαξε από το χέρι και με τράβηξε έξω από την εκκλησία, χωρίς να δούμε τον κύριο Γρηγόρη να σταυρώνει τον Χριστό. Ο θείος μου έδειχνε πολύ θυμωμένος. Δεν με κρατούσε πια από το χέρι, αλλά με τραβούσε από το μπράτσο και δεν έλεγε τίποτε. Μόνο όταν κοντεύαμε στο σπίτι μού είπε «εσύ, όταν μεγαλώσεις, θα γίνεις δάσκαλος». Και ποτέ πια δεν με ξαναπήρε στην εκκλησία.

Η γυναικεία σεξουαλικότητα στο στόχαστρο της θρησκείας.

Η γιορτή του Ευαγγελισμού και οι Χαιρετισμοί κάθε Παρασκευή αυτή την εποχή υμνούν και δοξάζουν «την ωραιότητα της παρθενίας». Η Παναγία είναι η αδιαφθόρως τεκούσα, η αμόλυντος παστάς και συνοδεύεται από χαρακτηρισμούς όπως άμωμος, αειπάρθενος και πανάχραντος. Η έμφαση στην αξία και τη δόξα της παρθενίας και ο έμμεσος χαρακτηρισμός της ερωτικής συνεύρεσης  ως διαφθοράς και μόλυνσης της παρθένου έχει μεγάλη κοινωνιολογική και παιδαγωγική σημασία για την αξία και αντιμετώπιση της γυναίκας και της σεξουαλικότητάς της.

Η παρθένος δεν είναι γυναίκα. Μπορούμε να το δούμε αυτό από συνήθεις εκφράσεις όπως: «στην αγκαλιά του ένιωσε για πρώτη φορά γυναίκα» ή «μικρό κορίτσι την πήρε από την αγκαλιά της μάνας της κι αυτός την έκανε γυναίκα». Η γυναίκα δεν είναι παρθένος και η παρθένος δεν είναι γυναίκα. Η παρθένος είναι κόρη, κοπέλα, μεγαλοκοπέλα, γεροντοκόρη, δεσποινίς. Δεν είναι γυναίκα. Περιμένει έναν άντρα που θα την κάνει γυναίκα και κυρία.

Αυτοί οι διαχωρισμοί έχουν ως σκοπό να αποκλείσουν τη γυναίκα από το σεξ και να της απαγορεύσουν την ερωτική επιθυμία και ευχαρίστηση. Οι γυναίκες που έχουν ερωτικές επιθυμίες και αντλούν ευχαρίστηση από το σεξ θεωρούνται πόρνες και είναι κατακριτέες. Το χειρότερο είναι ότι αυτές οι αντιλήψεις είναι εμπεδωμένες από την παιδική ηλικία. Σε ένα γυμνάσιο θεωρείται απόλυτα φυσιολογικό και κανονικό και συχνά επιθυμητό να εκδηλώνουν τα αγόρια την ερωτική τους επιθυμία προς τα κορίτσια με θεμιτούς ή αθέμιτους τρόπους, ενώ θεωρείται τελείως απαράδεκτο για τα κορίτσια, όχι μόνο να εκδηλώνουν, αλλά και να έχουν ερωτική επιθυμία. Και γνωρίζουμε τον θαυμασμό και τα εγκωμιαστικά σχόλια με τα οποία η μαθητική κοινότητα και η οικογένεια περιβάλλουν έναν έφηβο που έχει ερωτικές εμπειρίες, ενώ αντίστοιχα για μια έφηβη με ερωτικές εμπειρίες ισχύει πάντα ο ένας και μοναδικός απαξιωτικός χαρακτηρισμός. Και, το χειρότερο, στις σεξουαλικές παρενοχλήσεις μέσα στο σχολείο δείχνεται μεγάλη κατανόηση προς το αγόρι, ενώ συχνά η ευθύνη και η κατακραυγή έχουν ως στόχο το κορίτσι Και μπορεί η κοινωνία μας να μην προβαίνει σε ακρωτηριασμούς γεννητικών οργάνων, αλλά η αντίληψη γύρω από τη γυναικεία σεξουαλικότητα δεν διαφέρει πολύ. Οι αυστηροί περιορισμοί ως προς την εμφάνιση και το «προκλητικό» ντύσιμο έχουν ως στόχο τα κορίτσια και όχι τα αγόρια.Τα αγόρια μπορούν να εμφανίζονται με πολύ αποκαλυπτικά αθλητικά σορτς και συχνά γυμνά από τη μέση και πάνω. Τα αγόρια μπορούν να βάζουν τα αθλητικά τους ρούχα στις κερκίδες, ενώ για ένα διάστημα παραμένουν αναγκαστικά με το εσώρουχο μόνο, αλλά έχουν το άλλοθι ότι δεν αποκαλύπτουν τίποτε περισσότερο από ό,τι αποκαλύπτουν στην παραλία. Ένα κορίτσι βεβαίως σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να εμφανιστεί ποτέ με τα εσώρουχα, γιατί τα γυναικεία εσώρουχα δεν παραπέμπουν σε παραλία, αλλά σε κρεβατοκάμαρα  και κρεβάτι. Αντίστοιχα μέσα στην οικογένεια ο πατέρας και οι γιοί μπορούν να κυκλοφορούν με το εσώρουχο μόνο, πράγμα αδιανόητο για τη μητέρα και τις κόρες.

Στην εποχή μας, που υποτίθεται ότι έχει αποβάλει μερικές από τις προκαταλήψεις του παρελθόντος, έχει γίνει και έχει επιδιωχθεί ο γυναικείος οργασμός. Όμως ο γυναικείος οργασμός δεν ανήκει στη γυναίκα, αλλά στον άντρα. Είναι απόδειξη της ικανότητάς του, είναι μέρος της τεχνικής του, είναι απόδειξη της εμπειρίας του. Γιαυτό και οι γυναίκες υποκρίνονται ότι έχουν οργασμό, για να τον προσφέρουν στους άντρες, στους οποίους τελικά ανήκει.

Στον άντρα ανήκει ο οργασμός και στον άντρα άνήκει επίσης η παρθενία. Στα πρώτα νομοθετήματα των εθνοσυνελεύσεων προβλεπόταν και η νομοθέτηση σχετικά με την αποπλάνηση και τον βιασμό, γιατί μέσω αυτών εθίγοντο βασικά ανδρικά συμφέροντα. Προβλεπόταν λοιπόν ότι ο βιασμός παρθένου είχε ως επίπτωση την επιβολή προστίμου στον βιαστή, που θα αύξανε την προίκα της γυναίκας, ανάλογα με την κοινωνική της θέση, ώστε να αντισταθμίσει για τον μέλλοντα σύζυγό της τη ζημιά που του είχε γίνει. Το πρόστιμο δηλαδή απέβλεπε στην αποζημίωση του μέλλοντος συζύγου. Στην περίπτωση βιασμού παντρεμένης γυναίκας επιβαλλόταν αποζημίωση προς τον σύζυγο της γυναίκας, και πάλι ανάλογα προς την κοινωνική της θέση, αλλά πολύ μικρότερο από την προηγούμενη περίπτωση, γιατί η γυναίκα δεν ήταν παρθένα. Τέλος για το βιασμό χήρας δεν επιβαλλόταν κανένα πρόστιμο, γιατί ο βιασμός δεν ζημίωνε κανένα άντρα. Και μπορεί τον 19ο αιώνα και αργότερα να προβάλλονταν κατά κόρον γυναικείες μορφές, για να συμβολίσουν υπέρτατες αξίες και έθνη όπως η Ελλάδα, η Ελευθερία και η Δόξα, και περιγράφονταν με τρόπους που συχνά θυμίζουν την παρθένο θεά Αθηνά και την Παναγία. Όντα φανταστικά, ασεξουαλικά και υπέρτατα, που κάνουν τις πραγματικές γυναίκες να φαίνονται πολύ κατώτερες και τελείως ασήμαντες.

Ακόμη και σήμερα ακούμε στο συνεργείο αυτοκινήτων ότι το αυτοκίνητο φοράει αυτά τα λάστιχα από τη μάνα του και το στερεοφωνικό είναι της μάνας του. Ακόμη και το αυτοκίνητο, όπως και άλλα μηχανήματα, έχουν μια μάνα φαντασιακή, υπέρτατη που γεννά και αυτή με παρθενογένεση. Αυτή είναι και η μεγαλύτερη ανδρική φαντασίωση. Η παρθένος μητέρα κάθε άνδρα. Και όταν οι άνδρες περιγράφουν γυναίκες συχνά καταφεύγουν σε στερεοτυπικές περιγραφές. Η μάνα περιγράφεται ως Παναγία, ενώ οι υπόλοιπες περιγράφονται ως Μαγδαληνές. Δεν έχουμε παρά να δούμε τη δυσκολία, για να νομοθετηθεί ως βιασμός η έλλειψη συναίνεσης στο σεξ.  Οι Μαγδαληνές πάντα συναινούν και οι Παναγίες δεν βιάζονται.

Η γιορτή του Ευαγγελισμού και οι Χαιρετισμοί προβάλλουν αξίες που καθηλώνουν τις γυναίκες, και μαζί τους ολόκληρη την κοινωνία, σε παρωχημένες και καταστροφικές αντιλήψεις. Η θρησκεία αντλεί μεγάλη δύναμη παρεμβαίνοντας στο σώμα και ελέγχοντας τις δύο πολύ μεγάλες σωματικές ανάγκες για τροφή και σεξ. Αλλά φαίνεται πως δίνει μεγαλύτερη σημασία στον έλεγχο του σεξ από όση δείχνει για τη νηστεία, γιατί οι απαγορεύσεις του σεξ είναι πολύ περισσότερες. Το σεξ απαγορεύεται τις 50 ημέρες της σαρακοστής του Πάσχα, τις 15 του Αυγούστου και τις 40 της σαρακοστής των Χριστουγέννων. Κάθε Τετάρτη και Παρασκευή όλο τον χρόνο, όλα τα σαββατόβραδα και τις Κυριακές, όλες τις γιορτές σημαντικών αγίων και τις παραμονές τους. Αν αφαιρέσει κανείς και τις ημέρες της περιόδου, παρέμεναν ελάχιστες ημέρες που επιτρεπόταν το σεξ. Όταν όμως γίνονταν παραβιάσεις, επειδή η ανδρική φύση είναι ανυπότακτη, οι γυναίκες ήταν οι αμαρτωλές και οι γυναίκες έτρεχαν να εξομολογηθούν και μέσω της υποταγής των γυναικών αντλούσαν εξουσία οι ιερείς. Η εξιδανίκευση της παρθενίας και η απαγόρευση των προγαμιαίων σχέσεων δεν περιορίζουν απλώς το σεξ, αλλά του προσδίδουν και διαστροφική διάσταση.

Και βέβαια ας μη μιλήσουμε για τον αυνανισμό, την ομοφυλοφιλία και τις λοιπές, γύρω από το σεξ, αμαρτίες. 

Η Τσικνοπέμπτη και το αλί μεντέτ

Γλέντια στο σπίτι μας δεν θυμάμαι, παρά μόνο όταν ήμουν πολύ μικρός και μέναμε στην οδό Βιτωλίων. Εκεί μείναμε ως τα Χριστούγεννα που πήγαινα πρώτη δημοτικού. Μετά αλλάξαμε σπίτι, πήγαμε στην Κυπρίων ηρώων. Άλλαξα και σχολείο. Σταμάτησα να πηγαίνω στο ενδέκατο, που ήμουν ερωτευμένος με τη Ρούλα και συνέχισα στο τρίτο, όπου ερωτεύτηκα την Κικίτσα και στις γυμναστικές επιδείξεις της πρώτης χορέψαμε ζευγάρι.

Εκεί στο σπίτι, στη Βιτωλίων γίνονταν πολλά γλέντια, και Τσικνοπέμπτη, και Καθαρή Δευτέρα και Πρωτομαγιά, αλλά όταν αλλάξαμε σπίτι σταμάτησαν όλα αυτά. Στις γιορτές δεν γίνονταν γλέντια, γιατί έρχονταν τα αδέλφια του πατέρα μου και ο πατέρας μου έλεγε πως ήταν μονόχνωτοι.

Την Τσικνοπέμπτη δεν υπήρχαν ψητά κρέατα τότε. Δεν υπήρχε και τρόπος να ψηθούν. Ούτε φούρνος υπήρχε, ούτε ψησταριά. Όλα ετοιμάζονταν στο τηγάνι και στην κατσαρόλα. Και με δυσκολία μεγάλη, γιατί η φωτιά ήταν μία, μια γκαζιέρα με φωτιστικό πετρέλαιο. Ό,τι προλάβαινε η μάνα μου, αλλά οι κεφτέδες ήταν απαραίτητοι, γιατί τρώγονταν και κρύοι. Κι από τραγούδια, μόνο ό,τι τραγουδούσαν μόνοι τους. Και μετά το φαγητό τραβούσαν το τραπέζι στην άκρη και χόρευαν. Αλλά περίμεναν να κοιμηθώ εγώ πρώτα. Και ο πατέρας μου τραγουδούσε «στης ματζουράνας τον ανθό»  που το άκουγα κάνοντας τον κοιμισμένο και το είχα μάθει απέξω, αλλά δεν καταλάβαινα τι έλεγε, ούτε καταλάβαινα γιατί γελούσαν. Και μετά πέφτανε στο πάτωμα και χόρευαν τραγουδώντας «πώς το τρίβουν το πιπέρι».

Δεν κρατούσε το γλέντι μέχρι αργά, γιατί έπρεπε να προλάβουν το τραμ του Περάματος και τα λεωφορεία, αν και μερικοί έμεναν κοντά και πήγαιναν με τα πόδια. Εκείνη τη φορά όμως, πριν φύγουν, ο πατέρας μου τους είπε μια ιστορία για μια παράγκα. Εγώ τότε δεν είχα δει παράγκα. Όταν όμως πήγαμε στην Κυπρίων Ηρώων είδα παράγκα. Σε μια παράγκα, πιο κάτω από το σπίτι μας έμενε η Όλγα η Βυζού με τη θεία της, αν και οι περισσότεροι ξεχνούσαν το Όλγα και την έλεγαν σκέτο Βυζού. Η Όλγα μύριζε ωραία κι η μάνα μου είχε πει ότι έβαζε μαγκρίφ, αλλά θύμωνε όταν η Όλγα με έπαιρνε αγκαλιά και δε με άφηνε να πηγαίνω στην παράγκα. Όταν αλλάξαμε πάλι σπίτι και πήγαμε στην Ψαρών, εκεί υπήρχαν πολλές παράγκες. Και στην Ψαρών και στη Μεσολογγίου, ώσπου κάποτε τις γκρέμισαν, όταν ήμουν μεγάλο παιδί του γυμνασίου. Τότε ήταν που ο Μπιθικώτσης είπε το τραγούδι «Παρ´ το στεφάνι μας, παρ´ το γεράνι μας, στη Δραπετσώνα πια δεν έχουμε ζωή»

Όταν όμως είπε ο πατέρας μου την ιστορία για την παράγκα, που δεν την κατάλαβα ολόκληρη τότε, είπε και μια περίεργη λέξη, που δεν την άκουσα καλά και δεν μπόρεσα να τη θυμηθώ. Θυμόμουν ολόκληρη την ιστορία ακριβώς, αλλά μού έλειπε αυτή η λέξη. Σημαντική λέξη, γιατί όταν την είπε ο πατέρας μου, άρχισαν όλοι να γελάνε.

Πέρασαν αρκετές δεκαετίες και μια φορά που πήγαινα την ηλικιωμένη πλέον μάνα μου στο γιατρό τη ρώτησα. Καθόταν δίπλα μου, με την τσάντα στην αγκαλιά και την κρατούσε σφιχτά με τα δυό της χέρια. Κοιτούσε σιωπηλή μπροστά και τότε την αιφνιδίασα. «Μαμά, κάποτε ο μπαμπάς είχε πει μια ιστορία για μια παράγκα, αλλά είπε και μια τούρκικη λέξη που δεν τη θυμάμαι». «Αλί μεντέτ» απάντησε κοφτά, χωρίς να αλλάξει έκφραση. Ούτε γύρισε να κοιτάξει δεξιά ή αριστερά. Και μετά σιωπή. Η ιστορία όμως ήταν πλήρης μετά από τόσα χρόνια.

«Γύρισε ο άντρας από τη δουλειά νωρίς και λέει στη γυναίκα του. “Βρε γυναίκα, δε στέλνεις τα παιδιά στη μάνα σου, να κάνουμε τίποτε να το φχαριστηθούμε με την ησυχία μας;”. Πράγματι, έφυγαν τα παιδιά, έπεσαν στο κρεβάτι, αλλά μετά από λίγο έπιασε μπόρα. Όταν έβρεχε, από τη λαμαρίνα της σκεπής έτρεχε νερό, που το μάζευαν σε ένα κουβά επάνω στη ντουλάπα. Και πάνω στο αλί μεντέτ δίνει μια το κρεβάτι στη ντουλάπα και τού ´ρχεται ο κουβάς με το νερό καπέλο. “Α, ρε γυναίκα, δεν ήτανε γραφτό μας”.»

Κάπως έτσι σκέφτηκε ο εισαγγελέας για τους δύο δολοφόνους του Γρηγορόπουλου

Ο Κορκονέας είναι Άντρας. Με κεφαλαίο Α. Είναι Άντρας και το κέφι του θα κάνει. Και θα ρίξει και καμιά σφαίρα παραπάνω. Ο Κορκονέας είναι θυμωμένος. Ξέρεις τι θα πει να είναι ένας Άντρας θυμωμένος; Και είναι θυμωμένος, γιατί έχει δίκιο. Τον πνίγει το δίκιο του, γιατί μέσα στο δρόμο κάθονται δεκαπεντάχρονο παλιόπαιδα. Κι ο Σαραλιώτης δίπλα του είναι κι αυτός θυμωμένος. Βλέπουν τα παλιόπαιδα και φεύγουν. Αλλά ο θυμός τους δε λέει να περάσει. Ο θυμός ενός Άντρα δεν περνάει εύκολα, πόσο μάλλον ο θυμός δύο Αντρών. Και αφήνουν το περιπολικό πιο μακριά και επιστρέφουν με τα πόδια. Κι από το κέντρο τους λένε να απομακρυνθούν. Αλλά στο κέντρο δεν ξέρουν ότι οι Άντρες είναι θυμωμένοι. Αν το ήξεραν θα τους έλεγαν να γυρίσουν πίσω, να καθαρίσουν σαν Άντρες. Και αυτό έκαναν. Και δεν μιλάνε μεταξύ τους. Ο Κορκονέας δεν λέει στον Σαραλιώτη πού πάνε και με ποιο σκοπό, γιατί οι θυμωμένοι δεν δίνουν εξηγήσεις. Ούτε ο Σαραλιώτης ρωτάει. Τι να ρωτήσει, που κι αυτός είναι θυμωμένος και σέβεται τον άλλο. Οι κουβέντες είναι για τις γυναικούλες, κουβέντα θα πιάσουν τώρα; Και πάνε. Και στήνονται μπροστά στα παιδιά. Και τα βρίζουν, όπως κάνουν οι αληθινοί Άντρες, στη δική τους γλώσσα. Και όσο βρίζουν τα παιδιά, τόσο μεγαλώνει ο θυμός τους. Και ο Κορκονέας βγάζει το όπλο. Κι ο Σαραλιώτης το βλέπει και δεν μιλάει. Ιερή στιγμή αυτή. Δεν είναι για κουβέντες. Κι ο Κορκονέας γονατίζει και σημαδεύει. Για να πυροβολήσει στον αέρα. Όσοι πυροβολούν στον αέρα γονατίζουν πρώτα. Όλοι το ξέρουμε αυτό. Το έχουμε δει και στις ταινίες. Κι ο Κορκονέας πυροβολεί δυο φορές, για να τρομάξουν δυο φορές τα παιδιά. Και τρόμαξαν τα παιδιά, γιατί η μπαμπέσα η σφαίρα βρήκε τον Αλέξανδρο κατάκαρδα. Αλλά τον Αλέξανδρο δεν τον σκότωσε ο Κορκονέας, τον σκότωσε η μπαμπέσα η σφαίρα, που σφηνώθηκε στην καρδιά του. Τι θέλατε δηλαδή, κοτζάμ Άντρας, ειδικός φρουρός, να μην ξέρει καλό σημάδι; Αλλά τον Αλέξανδρο δεν είχε πρόθεση να τον σκοτώσει ο Κορκονέας. Τίποτε τέτοιο. Ο Κορκονέας δεν στόχευσε, δεν πυροβόλησε, για να σκοτώσει. Πυροβόλησε από θυμό. Πολύ μεγάλο θυμό. Άλλο πράμα. Για αυτό κράτησε τόσο πολύ. Γιατί τον έπνιγε το δίκιο του. Κι ο θυμός του ο μεγάλος και το δίκιο του το μεγάλο κράτησαν δέκα χρόνια. Για αυτό και μετά από δέκα χρόνια δεν ζητούσε συγγνώμη από ένα δεκαπεντάχρονο, που βρέθηκε στο λάθος μέρος, στη λάθος ώρα, απέναντι σε μια σφαίρα, που ξεπόρτισε από το περίστροφο ενός θυμωμένου Άντρα.

Τι σου είναι όμως ο θυμός! Και μετά τον πυροβολισμό κι αφού έπεσε νεκρός ο Αλέξανδρος, οι δύο θυμωμένοι Άντρες δεν λυγίζουν, δεν κάνουν σαν γυναικούλες να τρέξουν να προσφέρουν βοήθεια στο δεκαπεντάχρονο παλιόπαιδο, αλλά φεύγουν αγέρωχοι, όπως ήρθαν. Και πηγαίνουν στο περιπολικό και είναι τόσο θυμωμένοι που ξεσπάνε στο περιπολικό. Και το χτυπάνε και σπάνε όλα τα τζάμια και μετά βγήκαν οι παλιοδικηγόροι και είπαν πως το έκαναν, για να πουν αργότερα ότι το έσπασαν τα παλιόπαιδα, δήθεν. Δεν κάνουν τέτοια πράγματα αυτοί, γιατί είναι αληθινοί Άντρες και οι αληθινοί Άντρες απλώς δεν σηκώνουν μύγα στο σπαθί τους.

Και μετά ήρθε στο δικαστήριο μια σοβαρή γυναίκα, συγγενής αστυνομικών, που έβλεπε από το μπαλκόνι και είδε πώς έγιναν τα πράγματα, αλλά θύμωσε κι εκείνη, θόλωσε ο νους της και τα είπε ανάποδα στη δίκη. Και πάλι είπαν οι παλιοδικηγόροι ότι ήταν ψευδομάρτυρας και έψαξαν και βρήκαν ότι ήταν συγγενής αστυνομικών. Αλλά δεν ήταν ψευδομάρτυρας, απλώς τα μπέρδεψε, γιατί πραγματικά θόλωσε ο νους της.

Και μετά ήρθε στη δίκη μια παλιογυναίκα, από εκείνες που ξημεροβραδιάζονται στο μπαλκόνι με το κινητό στο χέρι και τα κατέγραψε όλα σε βίντεο και έβαλαν τα δυο παλικάρια φυλακή και τότε θύμωσαν ακόμη πιο πολύ, γιατί πού ακούστηκε αστυνομικοί να μπαίνουν φυλακή, επειδή ένα δεκαπεντάχρονο παλιόπαιδο βρέθηκε στο λάθος μέρος, στη λάθος ώρα.

Τέτοιες σκέψεις περνούσαν από το μυαλό του εισαγγελέα στο εφετείο της Λαμίας, για αυτό στην πρότασή του θεώρησε πως ο Κορκονέας δεν πυροβόλησε από δόλο, αλλά από θυμό. Αυτός που φταίει είναι ο δεκαπεντάχρονος που βρέθηκε στο λάθος μέρος, στη λάθος ώρα. Κι ο Σαραλιώτης δεν φταίει καθόλου, ούτε είδε, ούτε άκουσε, ούτε κατάλαβε τι γινόταν, τι έγινε τελικά. Τίποτε. Παντελώς αθώος. Και για εκείνο το μικρό διάστημα που έμεινε φυλακή θα πρέπει να αποζημιωθεί κιόλας το παλικάρι. Ευτυχώς που έμεινε πολύ λίγο στη φυλακή και ανεστάλη η ποινή του, γιατί, λέει, ήταν άρρωστος ο μπαμπάς του. Κι αυτό ο νόμος του Παρασκευόπουλου το λέει;

Άντε, λοιπόν, να βγουν καθαρά τα παλικάρια από τη φυλακή, γιατί εκλογές έρχονται, να μπουν και στα ψηφοδέλτια της Χρυσής Αυγής, να σώσουν την πατρίδα από όλα τα αποβράσματα τύπου ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΓΡΗΓΟΡΟΠΟΥΛΟΣ κι εμείς να καθόμαστε με σταυρωμένα χέρια. 

Μια πρόταση για την αποδοχή της διαφορετικότητας στα σχολεία

Ο σεξισμός, η ομοφοβία, ο ρατσισμός, ο κοινωνικός αποκλεισμός και κάθε είδους διακρίσεις συχνά οφείλονται σε έλλειψη παιδείας και εγκλωβισμό σε στερεοτυπικές παγίδες. Οι εκπαιδευτικοί έχουμε υποχρέωση να διαπαιδαγωγήσουμε τα παιδιά, ώστε να εξασφαλίσουμε σε αυτά περιβάλλον αλληλοσεβασμού και ανεκτικότητας, περιβάλλον που περιλαμβάνει όλη τη σχολική κοινότητα, χωρίς αποκλεισμούς και περιθωριοποιήσεις. Η διαπαιδαγώγηση είναι διαρκής, γιατί τα παιδιά βομβαρδίζονται συνεχώς από τις προκαταλήψεις και τις στενοκέφαλες αντιλήψεις κάποιων πολιτικών, στρατιωτικών, δημοσιογράφων, αθλητών, καλλιτεχνών και, δυστυχώς,  κάποιων ελάχιστων εκπαιδευτικών.

Βεβαίως, όσο και να προσπαθούμε, δεν θα εξοβελίσουμε τελείως τα σεξιστικά, ομοφοβικά, ρατσιστικά σχόλια, ούτε θα εξαφανίσουμε το μπούλινγκ. Όπως, όμως είχα πει σε προηγούμενο

κείμενο, είναι απαραίτητο να διαπαιδαγωγηθεί η πλειοψηφία έτσι, ώστε να αντιτάσσεται σε κάθε μειωτικό, προσβλητικό σχόλιο και σε κάθε προσπάθεια για μπούλινγκ. Αυτές και κυρίως αυτοί που κάνουν τα προσβλητικά σχόλια και επιδίδονται σε μπούλινγκ θα πρέπει να μη βρίσκουν ανταπόκριση από την ομήγυρη, θα πρέπει να μην έχουν την επιδοκιμασία των ακροατών και των θεατών, αλλά να εισπράττουν έντονη αποδοκιμασία. Μόνον έτσι δεν θα τολμούν να επιδίδονται σε λόγια και πράξεις που δηλητηριάζουν το περιβάλλον τους.

Είμαι βέβαιος πως η πλειοψηφία των εκπαιδευτικών αποτελείται από γυναίκες φεμινίστριες και σίγουρα υπάρχουν και άντρες φεμινιστές. Παρά τα σεξουαλικού χαρακτήρα σχόλια που απευθύνονται εναντίον τους, ότι στερούνται το σεξ ή το καλό σεξ, στο οποίο φαντασιακά  επιδίδονται όσοι κάνουν τα σχόλια, θα πρέπει αυτά τα σχόλια να μη πτοούν τη φεμινιστική πλειοψηφία των εκπαιδευτικών. Αντίθετα θα πρέπει αυτές/οί οι εκπαιδευτικοί να συνεννοηθούν μεταξύ τους και να αναλάβουν ομαδική δράση.

Παρόλο που αυτά που λέω ίσως ακούγονται πολύ πατερναλιστικά, έχω να κάνω μια πολύ συγκεκριμένη πρόταση, με την οποία ίσως διαφωνήσουν κάποιοι/οιες διευθυντές/τριες σχολείων, αλλά πρέπει να καμφθούν από την επιμονή των εκπαιδευτικών.

Η πρότασή μου στοχεύει στην τελευταία τάξη γυμνασίων και λυκείων. Αφού γίνουν κάποιες ομιλίες από εκπαιδευτικούς ή προσκεκλημένους/ες ομιλητές/τριες στην αίθουσα συγκεντρώσεων που θα προετοιμάσουν το κλίμα, να προταθεί στα παιδιά να διαμορφώσουν ένα σύντομο κείμενο με βασικές αρχές ισότητας, σεβασμού και ανεκτικότητας προς κάθε άτομο ανεξάρτητα από φύλο, φυλή, εθνότητα, σεξουαλικό προσανατολισμό, θρησκεία, σωματική διάπλαση και αρτιμέλεια, κλίση ή απόκλιση, κοινωνική ή οικονομική κατάσταση.

Καλό θα είναι όλα αυτά να προκύπτουν από προτάσεις των παιδιών, ίσως με τα κατάλληλα ερεθίσματα από την πλευρά των εκπαιδευτικών. Καλό επίσης είναι να μην περιλαμβάνονται διακηρύξεις περί φιλοπατρίας και θρησκευτικής ευσέβειας, που τελικώς έχουν διαχωριστικό χαρακτήρα, ούτε να περιέχουν υποσχέσεις κατασταλτικού χαρακτήρα, που αφορούν την εμφάνιση, την επιμέλεια και την πειθαρχία, γιατί θα υπονομεύσουν το αποτέλεσμα, που πρέπει να είναι η αποδοχή και ο σεβασμός του Άλλου.

Αφού διαμορφωθεί το κείμενο να τεθεί σε ψηφοφορία, ώστε να έχει την έγκριση της πλειοψηφίας. Η εμπειρία μου λέει ότι πρέπει να δίνουμε ευκαιρίες στους ανθρώπους να αποφασίζουν και να ψηφίζουν, γιατί η συντριπτική πλειοψηφία αποφασίζει και ψηφίζει σωστά. Να μην αποτελούν παράδειγμα οι ψηφοφορίες στη Βουλή, που γίνονται με ψηφοθηρικά κριτήρια και ανάλογα με το παραταξιακό, κομματικό και προσωπικό συμφέρον. Η σχολική κοινότητα μπορεί να αποφασίζει και να ψηφίζει με ανιδιοτέλεια.

Αφού το κείμενο εγκριθεί και ψηφισθεί πρέπει να δεσμεύει όλα τα μέλη της κοινότητας και να υπογραφεί από κάτω από τη διεύθυνση, από τις/τους εκπαιδευτικούς, από όλα τα παιδιά και το υπόλοιπο προσωπικό. Στη συνέχεια να προωθηθεί στις μικρότερες τάξεις, να παρουσιαστεί ως πρόταση των μεγαλύτερων παιδιών, να επεξηγηθούν όλα τα σημεία με εκτενή συζήτηση και να ζητηθεί και η δική τους έγκριση, ώστε τελικώς να προσυπογραφεί και από τα μικρότερα παιδιά. Την επόμενη χρονιά και πάλι να παρουσιαστεί στα νέα μέλη της μαθητικής κοινότητας και να ακολουθηθεί η ίδια διαδικασία, ώστε να δημιουργηθεί ένα συμβόλαιο τιμής στο σχολείο. Ίσως μάλιστα αργότερα να επιδιωχθεί συνεργασία και με άλλα σχολεία της περιφέρειας και να δοθεί η ευκαιρία για συζητήσεις και ανταλλαγή απόψεων.

Για τα παιδιά του δημοτικού μπορεί να γραφεί ένα πιο απλό κείμενο και να επαναληφθεί η ίδια διαδικασία, τουλάχιστον για τις τρεις μεγαλύτερες τάξεις.

Είναι πάρα πολύ σημαντικό για τα παιδιά γενικότερα να αποφασίζουν, να ψηφίζουν και να υπογράφουν ένα κείμενο που τα δεσμεύει, να έχουν ένα κοινό κείμενο αναφοράς, ένα συμβόλαιο τιμής και εν τέλει να μάθουν πως και τα κορίτσια μπορούν να δεσμεύονται από το λόγο της (γυναικείας) τιμής τους και άλλοι, όχι μόνο οι σκληροί άντρες.

Οι ευθύνες των σχολείων για τις σεξουαλικές κακοποιήσεις παιδιών

Μία ακόμη σεξουαλική κακοποίηση (αυτή τη φορά) αγοριού γυμνασίου από συμμαθητές του στην Αθήνα σόκαρε την κοινωνία. Πιο πολύ όμως και από το φρικιαστικό γεγονός εμένα με σόκαρε η αμέλεια του σχολείου και γενικότερα των σχολείων, γιατί παρόμοια περιστατικά έχουν συμβεί και σε άλλα σχολεία.

Πριν από λίγους μήνες κυκλοφόρησε στο facebook ένα κείμενο που έλεγε περίπου ότι στο σχολείο μαθαίνουμε στα παιδιά Μαθηματικά, Φυσική, Ιστορία, Γεωγραφία κλπ. και όλα τα άλλα θέματα κοινωνικής ευθύνης και συμπεριφοράς πρέπει να τα μάθουν στα παιδιά οι γονείς τους. Είχα γράψει τότε αρνητικά σχόλια κάτω από τις κοινοποιήσεις αυτού του κειμένου και είχα διατυπώσει κατηγορηματικά τη διαφωνία μου, γιατί το σχολείο, εκτός από τον εκπαιδευτικό, έχει και παιδαγωγικό στόχο, αλλά  τα έγραψα πολύ συνοπτικά. Θα γίνω σήμερα πιο αναλυτικός, αν και μόνο σε έναν τομέα.

Ας δούμε όμως μερικά στοιχεία αυτής της τελευταίας κακοποίησης του αγοριού.

Συνήθως προηγείται έντονο και μεγάλης διάρκειας ομοφοβικό μπούλιγκ, το οποίο δεν αντιμετωπίστηκε ή δεν αντιμετωπίστηκε αποτελεσματικά.

Τα αγόρια που κακοποίησαν το παιδί βιντεοσκόπησαν το συμβάν και το έδειχναν στους συμμαθητές τους. Αυτό δείχνει ότι ούτε οι ίδιοι ούτε οι συμμαθητές τους θεωρούσαν την πράξη σοβαρότατο αδίκημα, αλλά αξιέπαινη πράξη που προκαλούσε θαυμασμό ή γέλιο στη μικρή τους κοινότητα. Ανάλογα ισχύουν και αν το θύμα είναι κορίτσι, γιατί η ομάδα θεωρεί ότι η ανηθικότητα του κοριτσιού προκάλεσε την πράξη, η οποία είναι αναφαίρετο δικαίωμα των αγοριών. Για αυτές τις αντιλήψεις έχει ευθύνη το σχολείο. 

Τα αγόρια, που κακοποίησαν το παιδί, επιδείκνυαν το βίντεο, γιατί δεν θεωρούν ότι η πράξη τους είναι εκατό τοις εκατό ομοφυλοφιλική. Τα μυαλά τους είναι παγιδευμένα στη διχοτομία ενεργητικό/παθητικό σεξ και θεωρούν ομοφυλόφιλο το «παθητικό» άτομο. Για τις αντιλήψεις αυτές υπεύθυνο είναι το σχολείο.

Τα παιδιά που είδαν το βίντεο και αντέδρασαν κάνοντας μπούλινγκ στο αγόρι που υπέστη όλα αυτά είναι απολύτως συνένοχα και αυτό κάνει την ευθύνη του σχολείου πολύ μεγαλύτερη.

Τα αγόρια αυτά και ίσως και μερικά κορίτσια, που θαυμάζουν τα αγόρια αυτού του είδους, αναπαράγουν ιδεολογίες και αξίες πολύ κοινές μέσα στην ελληνική κοινωνία και για αυτό οφείλει το σχολείο να διαπαιδαγωγήσει τα παιδιά, ώστε να αλλάξουν αυτές οι αντιλήψεις.

Πρώτα από όλα οι διευθυντές/τριες και οι εκπαιδευτικοί κάθε σχολείου να αντιληφθούν ότι μικρό αποτέλεσμα φέρνει η πυροσβεστική και κατά περίπτωση αντιμετώπιση του μπούλινγκ. Η δε αποσιώπησή του πολλαπλασιάζει τα περιστατικά. Το μπούλιγκ πρέπει να αντιμετωπίζεται συστηματικά και προληπτικά με προγράμματα και ανώνυμα ερωτηματολόγια που αναδεικνύουν την έκταση του προβλήματος και στην εποχή μας τα βρίσκει κανείς πολύ εύκολα.

Παράλληλα οφείλουν με ομιλίες, με εικόνες, με ταινίες, με κείμενα, με θέματα επεξεργασίας να προάγουν μαθητική κοινότητα που διάκειται θετικά σε κάθε διαφορετικότητα, σωματική, σεξουαλική, εμφανισιακή, ενδυματική, φυλετική, θρησκευτική, ταξική, οικονομική, προγονική, πολιτισμική.

Τα παιδιά που κάνουν μπούλιγκ αποβλέπουν στην επίδειξη δυναμικότητας, τόλμης και «ανωτερότητας», που θα προκαλέσει τον θαυμασμό της ομάδας. Αν η ομάδα δεν θαυμάσει, δεν γελάσει, αλλά παρέμβει, για να υποστηρίξει το θύμα, τότε μόνο έχουμε θετικά αποτελέσματα. Αλλά για να έχουμε τέτοια ομάδα χρειάζεται πολλή και συστηματική δουλειά που θα περιλαμβάνει και το σεξ.

Συχνά γίνεται αναφορά στη σεξουαλική αγωγή. Όμως το θέμα αυτό δεν είναι μόνο τεχνικό, όπως συχνά θεωρείται. Το κρίσιμο θέμα δεν είναι ο μηχανισμός του σεξ, αλλά η κοινωνική διάστασή του. Η αντιμετώπιση του σεξισμού και της ομοφοβίας, η προαγωγή μιας φεμινιστικής πρακτικής και θεωρίας πρέπει να είναι οι στόχοι κάθε σχολείου, ανεξάρτητα από το αν έχει εισαχθεί μάθημα σεξουαλικής αγωγής από το υπουργείο.

Το μάθημα της λογοτεχνίας προσφέρεται, για να επιλέγονται κείμενα από τη διεθνή λογοτεχνία που προάγουν αυτά τα θέματα και προκαλούν πολλές συζητήσεις. Τα κείμενα αυτά μπορούν να διδάσκονται παράλληλα με λίγα κείμενα από τα σχολικά υποχρεωτικά εγχειρίδια, που κατεξοχήν, δυστυχώς, προβάλλουν κοινωνικά στερεότυπα. Άλλωστε στο δημοτικό και στο γυμνάσιο υπάρχουν πολλές δυνατότητες για παρεκκλίσεις από το αναλυτικό πρόγραμμα.

Και το μάθημα των Θρησκευτικών καλό θα είναι να ξεχάσει τη δογματικότητά του και να επιδοθεί στη διδασκαλία εκσυγχρονισμένης και όχι βιβλικής ηθικής. Και ας ξεκινήσει από το ότι γεννήτορες Χριστιανών, Εβραίων και Μουσουλμάνων είναι ο Αβραάμ και οι γιοί του, ο Ισμαήλ, που απέκτησε από την Αγάρ και ο Ισαάκ, που απέκτησε από την Σάρα.

Και στα άλλα μαθήματα πρέπει με κάθε ευκαιρία να γίνονται σχόλια και να ανοίγονται παρενθέσεις που θα συνεισφέρουν στον κοινό στόχο. Κι όταν μιλούν για τον «άνθρωπο» να μη θεωρούν ότι ο άνθρωπος είναι άνδρας, λευκός, Έλληνας, χριστιανός ορθόδοξος, αρτιμελής, που σφίγγει την πέτρα και της βγάζει ζουμί.

Η προσπάθεια αυτή δεν έχει τέλος, αλλά από εμπειρία ξέρω ότι αποδίδει. Αποδίδει πάρα πολύ.

Η προσπάθεια πρέπει να γίνεται ανεξάρτητα από το τι κάνει και τι δεν κάνει το υπουργείο σε αυτά τα θέματα. Το υπουργείο δεν κάνει τίποτε. Ή μάλλον το μόνο που κάνει είναι ΕΔΕ εκ των υστέρων. Αλλά οι ΕΔΕ μόνο ρίχνουν στάχτη στα μάτια και βοηθούν το υπουργείο να νίψει τας χείρας του. Άλλωστε οι υποχρεώσεις και οι ευθύνες μας δεν απορρέουν από τα αναλυτικά προγράμματα του υπουργείου, αλλά από την ιδιότητά μας ως εκπαιδευτικών.

Και εν τέλει πρέπει να φροντίσουμε, ώστε να καταλάβουν τα παιδιά ότι πρέπει να παρεμβαίνουν σε κάθε προσπάθεια ανατροπής των αξιών που έχει θέσει το σχολείο. Και αν οι παρεμβάσεις τους δεν είναι επαρκείς, πρέπει να καταγγέλλουν, αλλιώς είναι συνένοχα.

Κι εγώ τώρα καταγγέλλω συναδέλφους μου για αδράνεια και αμέλεια. Και πολλοί μπορεί να με κατηγορήσουν για αυτό. Αλλά συνένοχος δεν είμαι.

Το μόνον της ζωής μου ποδήλατον

3BB3B8B0-264E-44F3-9AD2-08F1962583C0Όχι ο τσάρος, η τσαρίνα και ο τσάρεβιτς, αλλά ο Τσάρος, η Τσάραινα και το Τσαράκι. Αυτός ο Τσάρος ήταν ξάδελφος του πατέρα μου και τον έλεγαν Κώστα, όπως τον πατέρα μου, και τη γυναίκα του Μαρία, αλλά όλοι στην οικογένεια και οι θείες και οι θείοι τους έλεγαν ο Τσάρος, η Τσάραινα και το Τσαράκι. Όταν ήμουν μικρός νόμιζα ότι το Τσάρος ήταν ένα ανεξήγητο παρατσούκλι, αλλά όταν ήμουν πια έφηβος έμαθα ότι όταν ήταν αντάρτης στο βουνό το συνωμοτικό του όνομα ήταν Τσάρος.

Στο σπίτι τους είχα πάει μια φορά, όταν ήμουν πολύ μικρός. Είχαμε ξεκινήσει όλοι μαζί και οι θείες και οι θείοι με μεγάλες τσάντες με φαγητά, αλλά όταν πήγαμε εκεί δεν υπήρχε πιάτο για να φάμε, ούτε ποτήρι για να πιούμε. Όλα τα πιάτα, ποτήρια, πιρούνια ήταν άπλυτα στο νεροχύτη. Κι έπιασαν οι θείες και η μάνα μου, άλλη έβγαζε τα αποφάγια, άλλη έπλενε, άλλη σκούπιζε και κατάφεραν να συμμαζέψουν την κουζίνα. Κι όταν φάγαμε, πάλι έπλυναν τα πιάτα, γιατί είπαν, άμα ξανάρθουμε, εδώ θα τα βρούμε άπλυτα να περιμένουν.

Και μια φορά, παντρεμένος ήμουν πλέον, ήρθε η μάνα μου στο σπίτι ξαφνικά και είδε άπλυτα πιάτα στο νεροχύτη και την άκουσα να μουρμουράει «άλλη Τσάραινα μας βρήκε».

Πρέπει να ήμουν πάνω κάτω τεσσάρων όταν ο πατέρας μου μού έφερε ένα αυτοκινητάκι με πετάλια. Δεν ξέρω αν ήταν καινούριο, αλλά η χαρά μου ήταν πολύ μεγάλη. Όλο το πρωί πήγαινα πάνω κάτω στο πεζοδρόμιο, και δεν ξεκόλλαγα από το αυτοκινητάκι. Και κοντά μεσημέρι ήρθε η Τσάραινα με το Τσαράκι και είπε της μάνας μου: «Πέρασα από το μαγαζί και ο Κώστας είπε να μου δώσεις το αυτοκινητάκι». Και η μάνα μου το έδωσε κι εγώ έμεινα στην εξώπορτα μέχρι που η Τσάραινα, το αυτοκινητάκι και το Τσαράκι έστριψαν στη γωνία.

Σε λίγο ήρθε κι ο πατέρας μου για φαγητό «είσαι με τα καλά σου;» λέει της μάνας μου. «Ούτε που την είδα, ούτε που της μίλησα της Τσάραινας. Πώς σου πέρασε απ´ το μυαλό ότι εγώ θα έδινα το αυτοκινητάκι του παιδιού; Σου είπε κι εσύ τό χαψες;»

Αν δεν το διηγόταν όλο αυτό κάθε τόσο η μάνα μου στις θείες και στις φίλες της θα νόμιζα ότι το αυτοκινητάκι το είχα δει όνειρο. Έτσι ήταν, σαν ένα ωραίο όνειρο, που χάνεται μόλις ξυπνήσεις.

Την Τσάραινα και το Τσαράκι δεν τους ξαναείδα ποτέ. Οι επισκέψεις σταμάτησαν. Αλλά μετά από κάνα χρόνο πηγαίναμε επίσκεψη στη νονά μου, η μάνα μου κι εγώ. Μόλις βγήκαμε από τη Βικτώρια, πλατεία Κυριακού την έλεγε η μάνα μου, νάσου μπροστά μας ο Τσάρος, που είχε το ταξί του στην πιάτσα. Μόλις μας είδε βγήκε από το ταξί κι αρχίσανε τα τι κάνεις, καλά. Από την άλλη πλευρά της πλατείας ερχόταν μια καλοντυμένη κυρία με γούνινο παλτό και ψηλές γόβες. «Στάσου να δεις τι θα της κάνω» λέει στη μάνα μου. Κι όταν μας πλησίασε η κυρία ο Τσάρος της λέει: «Μωρή, φοράς βρακί;».

«Πω, πω πέσαν τα μούτρα μου, ρεζίλι μας έκανε» διηγόταν μετά η μάνα μου. «Κι όχι τίποτε άλλο, ήταν και το παιδί μπροστά και άκουγε». Παντού το διηγήθηκε η μάνα μου και παράλληλα με τα «ρεζίλι μας έκανε» έβλεπες και μια λάμψη στα μάτια της, που πολύ αργότερα κατάλαβα ότι ήταν ταξική εκδίκηση.

Μεγάλωνα πια και ο καημός για το αυτοκινητάκι μού είχε περάσει, γιατί καταλάβαινα ότι ήταν για πολύ μικρά παιδιά. Έτσι κι αλλιώς δεν θα χωρούσα πια εκεί μέσα. Ήμουν πια στη δευτέρα δημοτικού. Μέναμε στην Κυπρίων Ηρώων, που το πρόφερα κυπρίων ηρών και ούτε καταλάβαινα τι σήμαινε. Ήταν ένας στενός και μικρός δρόμος, που έπιανε μόλις τρία οικοδομικά τετράγωνα. Από τη μια μεριά τέλειωνε σε ένα σπίτι κι από την άλλη σε ένα χορταριασμένο οικόπεδο. Αυτό το οικόπεδο το περπάτησα δύο φορές. Την πρώτη φορά με τον φίλο μου τον Γιαννάκη, που είχε τελειώσει το σχολείο και με πήγε από κει πίσω σε κάτι παράγκες, για να συναντήσει τον Αρμάο, που έφτιαχνε λατέρνες. Τη δεύτερη φορά με τον πατέρα μου την παραμονή πρωτοχρονιάς, τότε που ήμουν στη δευτέρα δημοτικού. Δεν πήγαμε από εκεί που ήταν οι παράγκες, αλλά κατηφορίσαμε, χωρίς να μου πει πού πηγαίναμε. Περπατήσαμε κάμποσο και βγήκαμε σε κανονικούς δρόμους. Περπατήσαμε πάλι και σταματήσαμε μπροστά σε ένα ποδηλατάδικο. Διάλεξε μου είπε, ποιο σ´ αρέσει. Έτσι μου είπε, αλλά νομίζω πως διάλεξε ο ίδιος. Μου είχε κοπεί η ανάσα. Κόκκινο με δύο ρόδες κι άλλες δύο μικρές βοηθητικές. Ρώτησε πόσο κάνει και μου κόπηκε η ανάσα ακόμη πιο πολύ. Τρακόσιες δραχμές. Πολύ ακριβό. Νόμισα πως δεν θα το παίρναμε, αλλά ο πατέρας μου έβγαλε τα τρία κόκκινα κατοστάρικα και το πλήρωσε. Τρία κατοστάρικα είναι μια χρυσή λίρα. Είχα δει στο Ρεξ την κάλπικη λίρα με τον Ορέστη Μακρή, που ήταν η συμπάθεια της μάνας μου. Με μια χρυσή λίρα ζει μια ολόκληρη οικογένεια.

Ανέβηκα στο ποδήλατο και έτσι πήγαμε στο σπίτι. Εγώ πάνω στο ποδήλατο κι ο πατέρας μου, δίπλα μου περπατώντας. Είχε και κουδούνι.

Πόσες φορές έκανα την κυπρίων ηρών πάνω κάτω δεν λέγεται. Κι όταν τα άλλα παιδιά με ρωτούσαν πόσο κάνει, απαντούσα με μεγάλη περηφάνεια «μια χρυσή λίρα». Λίγο λίγο μου σήκωναν τις βοηθητικές ρόδες και πριν τελειώσουν οι διακοπές τις έβγαλαν τελείως.

Πολύ το αγάπησα αυτό το ποδήλατο, δύο χρόνια πάνω κάτω. Ψήλωσα όμως, μου έπεφτε πολύ μικρό κι η μάνα μου το χάρισε σε ξαδελφάκι μου. Από τότε δεν απόκτησα άλλο ποδήλατο και ούτε ξανανέβηκα σε δανεικό η νοικιασμένο. Ούτε σε ποδήλατο, ούτε σε μηχανάκι. Έτσι τα έφερε η ζωή.

Ο Τσάρος συνέχισε κάπου κάπου να περνάει από το σπίτι με το ταξί του. Κι όταν τον ρωτούσαν τι κάνει, απαντούσε «δόξα τω θεώ, δόξα τω θεώ, δόξα τω θεώ». Τρεις φορές και κάθε φορά σταύρωνε με την παλάμη του, έτσι όπως σταύρωνε κι η μάνα μου το ψωμί, όταν ζύμωνε. Έτσι σταύρωνε κι ο Τσάρος με κοφτές κινήσεις της παλάμης, μια στο κεφάλι, μια στην καρδιά και μια ανάμεσα στα σκέλια του.

Η δωσίλογος γυναίκα. Τι αντιπροσωπεύει η Άνγκελα Μέρκελ για το φεμινιστικό κίνημα;

 

Το θέμα της ισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών έχει πολλές φορές παραστρατήσει και παρεξηγηθεί. Άλλο πράγμα η ισότητα ανδρών και γυναικών και άλλο πράγμα η εξομοίωση γυναικών με τους άνδρες. Ο ζητούμενος και επιδιωκόμενος στόχος πρέπει να είναι η ισότητα, δηλαδή ίσα δικαιώματα, ίσες ευκαιρίες στην εργασία και στην κοινωνία, ίσες απολαβές, ίσος σεβασμός, ίση εκτίμηση και εντέλει ίση αυτοεκτίμηση.

Πάρα πολύ συχνά όμως η ισότητα ερμηνεύεται ως εξομοίωση με τους άνδρες, που σημαίνει ότι η γυναίκα αποδέχεται την ανδρική ιδεολογία και υπηρετεί τις ανδρικές αξίες, συχνά με μεγαλύτερο φανατισμό από τους άνδρες. Δεν αναφέρομαι κυρίως στις γυναίκες-θύματα της πατριαρχίας και της ενδοοικογενειακής ιεραρχίας που δεν έχουν επιλογές και διεξόδους, αλλά αναφέρομαι στις γυναίκες που επέλεξαν να γίνουν «one of the boys», για να ανέλθουν τις ιεραρχικές κλίμακες και να φθάσουν σε θέσεις εξουσίας, όχι για να υπονομεύσουν και να αποδομήσουν (με τη ντερινταϊκή σημασία) την ανδροκρατία της εξουσίας, τις δομές της και τις αξίες της, αλλά για να γίνουν στυλοβάτες όλων αυτών.

Η Άνγκελα Μέρκελ, όπως και παλιότερα η Μάργκαρετ Θάτσερ, είναι τα πλέον χαρακτηριστικά παραδείγματα, μεταξύ πολλών άλλων, ημεδαπών και μη, γυναίκας δωσιλόγου, που συμμάχησε με την ανδρική παράταξη και την υπηρέτησε. Είναι χαρακτηριστικό ότι η Θάτσερ, μόλις ανέλαβε αρχηγός των συντηρητικών, για να κερδίσει τις εκλογές έκανε μαθήματα ορθοφωνίας, για να επανατοποθετήσει τη φωνή της, ώστε να γίνει πιο βαθειά και λιγότερο γυναικεία, γιατί οι άνδρες δεν ανέχονται τις «τσιριχτές, υστερικές γυναικείες φωνές». Και οι δύο ηγέτιδες απαρνήθηκαν τη γυναικεία αξία της φροντίδας προς τον/την συνάνθρωπο, της ανεκτικότητας, της προσφοράς, της αλληλεγγύης, ούτε καλλιέργησαν ένα περιβάλλον χωρίς ανταγωνισμούς και αναμετρήσεις. Αντίθετα οι πολιτικές τους επιλογές ήταν πάντα οι πλέον καταπιεστικές και καταδυναστευτικές. Δικαίωμά τους βέβαια να κάνουν αυτό που έκαναν και κάνουν τόσοι άνδρες, αλλά δεν μπορούν να θεωρηθούν φεμινιστικά πρότυπα.

Πριν μερικές δεκαετίας, όταν άρχισαν να γίνονται δεκτές γυναίκες στον ελληνικό στρατό, είχα παρακολουθήσει τηλεοπτική συνέντευξη της Ελένης Βλάχου, η οποία αναφερόταν στη στράτευση των γυναικών ως ένα επίτευγμα για την ισότητα ανδρών και γυναικών. Δεν είναι όμως επίτευγμα αυτό για την ισότητα, αλλά για την εξομοίωση ανδρών και γυναικών. Δεν έχουμε ανάγκη από γυναίκες στην αστυνομία και στο στρατό, αλλά γυναικείους αγώνες υπέρ της ειρήνης, υπέρ της συμφιλίωσης, της αμοιβαιότητας και κατά του πολέμου, της βίας και της καταστολής. 

Κατεξοχήν όμως έχουμε ανάγκη από γυναίκες στην εκπαίδευση. Ο Νίτσε έλεγε ότι ο δάσκαλος είναι ο κατεξοχήν πατέρας. Μερικές φορές δυστυχώς και η δασκάλα είναι ο κατεξοχήν πατέρας. Χρειαζόμαστε όμως γυναίκες εκπαιδευτικούς που είναι κατεξοχήν μητέρες, που δεν αναπαράγουν τις ανταγωνιστικές αξίες της πατριαρχίας και του εθνικισμού, που δεν τα βλέπουν όλα με τη διχοτομική διάκριση σωστού-λάθους, που δεν καλλιεργούν τα μισαλλόδοξα στερεότυπα του ροζ και του γαλάζιου, του εγώ και του εσύ.

Συνήθιζα να δίνω μια άσκηση σε παιδιά της τρίτης γυμνασίου. Προσποιούμουν ότι διάβαζα ένα απόσπασμα από βιβλίο που έλεγε: «Χτυπούσε το τηλέφωνο και πριν σηκώσει το ακουστικό άφησε το βλέμμα του να πλανηθεί από το παράθυρο. Από τη γωνία του δρόμου είδε να έρχεται ένας άνθρωπος». Στη συνέχεια τους ζητούσα σε ένα χαρτί να περιγράψουν πώς φαντάζονται αυτόν τον άνθρωπο μέσα σε τρείς γραμμές. Τα παιδιά, αγόρια και κορίτσια, περιέγραφαν ως άνθρωπο έναν άνδρα μεταξύ 30 και πενήντα ετών, με κοστούμι και γραβάτα ή με καμπαρντίνα, με χαρτοφύλακα ή ομπρέλα και μερικές φορές είχε περιγραφεί νέος άνδρας με αθλητική φόρμα που έτρεχε.

Άνθρωπος για τα παιδιά ήταν άνδρας στην ακμή του, με θέση ή σύμβολα εξουσίας ή ανδρικής ρώμης. Ο άνθρωπος δεν ήταν ποτέ γυναίκα, ποτέ ανήλικος ή ηλικιωμένος, πρόσφυγας ή ανάπηρος. Το ότι όμως τα παιδιά είχαν αυτή την κατασταλαγμένη άποψη για το τι σημαίνει άνθρωπος δείχνει ότι από την εκπαίδευσή τους στο σπίτι, στο σχολείο, στην κοινωνία έλειπε η γυναικεία οπτική, ο γυναικείος λόγος.

Ο Terry Eagleton είχε πει ότι αν δεν εκθηλυνθεί ο πολιτισμός μας δεν θα μπορέσει να επιβιώσει.

Χρειάζεται να απομακρυνθούμε πολύ από τα λόγια του Παύλου: «γυναικὶ δὲ διδάσκειν οὐκ ἐπιτρέπω, οὐδὲ αὐθεντεῖν ἀνδρός, ἀλλ’ εἶναι ἐν ἡσυχίᾳ», ελπίζοντας να έχουμε και δασκάλους κατεξοχήν μητέρες. Ελπίζοντας να αποκτήσουν και οι άνδρες γυναικείες αξίες, για να επιβιώσει ο πολιτισμός μας, για να επιβιώσει η κοινωνία μας.

Ο πρωτοχρονιάτικος μπακλαβάς

Η οικογένειά μου ήταν πολύ παραδοσιακή. Αριστερή και παραδοσιακή. Και σύμφωνα με την ελληνική παράδοση η μεγάλη γιορτή ήταν η πρωτοχρονιά και όχι τα Χριστούγεννα. Κι όπως τα σχολεία έκλειναν μια εβδομάδα πριν και μία μετά το Πάσχα, έτσι έκλειναν και κλείνουν ακόμη μία βδομάδα πριν από την πρωτοχρονιά και μία μετά. Η μεγάλη θρησκευτική γιορτή ήταν το Πάσχα, όχι τα Χριστούγεννα. Για τα Χριστούγεννα δεν υπήρχαν μεγάλες προετοιμασίες και ποτέ όταν ήμουν παιδί δεν υπήρχαν γλυκά μέσα στο σπίτι τα Χριστούγεννα. Για την πρωτοχρονιά όμως ετοιμαζόταν ο μπακλαβάς. Ποτέ κουραμπιέδες, ποτέ μελομακάρονα, αυτά τα είχαμε για παρακατιανά. Κι αν κάποιος τα έφερνε στο σπίτι μας δεν τα τρώγαμε. Τα δίναμε μαζί με λεφτά στους σκουπιδιάρηδες, στον ταχυδρόμο και σε όσους χτυπούσαν την πόρτα για το πρωτοχρονιάτικο δώρο. Μόνο όταν μεγάλωσα πια εκτίμησα πολύ αυτά τα γλυκά.

Η προετοιμασία του μπακλαβά άρχιζε δύο βδομάδας πριν. Αρχικά αγοράζονταν τα υλικά. Μία οκά αμυγδαλόψιχα, μισή οκά βούτυρο πρόβειο και μία οκά ζάχαρη. Ακριβά υλικά που αγοράζονταν με οικονομίες που άρχιζαν δυο μήνες πριν. Τα αμύγδαλα μούσκεψαν σε βραστό νερό και ξεφλουδίζονταν, διαδικασία στην οποία συμμετείχα από πολύ μικρή ηλικία. Μετά τα άσπρα αμύγδαλα απλώνονταν σε ένα ταψί να στεγνώνουν για περίπου δέκα ημέρες, να φύγει η υγρασία. Το πότε θα γίνονταν οι μπακλαβάδες το αποφάσιζε η θεία Μαρία, η αδελφή του πατέρα μου, που άνοιγε τα φύλλα. Οι επικρατέστερες ημέρες ήταν 28 και 29 Δεκεμβρίου. Εκείνη την ημέρα γίνονταν τέσσερις μπακλαβάδες, της Μαρίας, της Πιπιτσάρας, της Δημητρούλας και ο δικός μας.

Η Μαρία και η Πιπιτσάρα έμεναν στο ίδιο σπίτι και καθώς ήταν κουνιάδα και νύφη μάλωναν συνεχώς. Το όνομα της Πιπιτσάρας ήταν Καλλιόπη και το χαϊδευτικό της ήταν Πιπίτσα. Επειδή όμως ήταν μεγαλόσωμη, το Καλλιόπη έγινε Καλλιοπάρα και το Πιπίτσα Πιπιτσάρα. Ήταν η αγαπημένη μου θεία. Η Μαρία ήταν αδελφή του πατέρα μου και ήταν κακιά. Όλα τα παιδιά τη φοβόμασταν. Εμένα ως παιδί ποτέ δεν με έλεγε με το όνομά μου. Πάντα με έλεγε το «το θέατρο». Συχνά οι μεγάλοι, που γελούν με τα καμώματα των μικρών παιδιών με ρωτούσαν «πώς σε λέει η θεία Μαρία παιδί μου;». Εγώ σούρωνα τα χείλια μου, γούρλωνα τα μάτια μου, αγρίευα τη φωνή μου και φώναζα «το θέατρο». Πιο πολύ όμως τη φοβήθηκα ένα βράδυ  στο πλυσταριό της. Είχε ανάψει φωτιά και μέσα σε ένα καζάνι έβραζε μια γουρουνοκεφαλή, για να κάνει πηχτή. Ήταν στις καλές της και μου μιλούσε. Μου εξήγησε πως δεν θα κοιμόταν και θα καθόταν εκεί να ρίχνει ξύλα στη φωτιά, «γιατί η γουρουνοκεφαλή βράζει από το βράδυ ως το πρωί». Τότε, με νηπιακή περιέργεια τη ρώτησα «γιατί δεν βράζει από το πρωί ως το βράδυ και να κοιμάσαι τη νύχτα;» Τότε αγρίεψε πολύ. «Χάσου από τα μάτια μου» είπε και με πέταξε έξω από το πλυσταριό.

Όταν φτιάχνονταν οι μπακλαβάδες η μάνα μου με έπαιρνε μαζί της, γιατί δεν είχε πού να αφήσει το μικρό». Με το ένα χέρι κουβαλούσε τα υλικά του μπακλαβά και με το άλλο κρατούσε εμένα. Μόλις άνοιγε την πόρτα η θεία Μαρία έβγαζε μια φωνή: «έφερες και το θέατρο από κοντά». Μετά μου έδινε μια σακούλα με φασόλια και μια τσίγκινη λεκάνη κι έπρεπε για κάθε φύλλο που άνοιγε να ρίχνω ένα φασόλι, για να μετρήσουμε μετά πόσα φύλλα άνοιξε. Δεν έπρεπε να μιλάω καθόλου ούτε να παίζω, ούτε να αφαιρούμαι.  Όλα γίνονταν σιωπηλά. Μόνο η θεία Μαρία μπορούσε να μιλάει. Δηλαδή, δεν μιλούσε, έβριζε τις άλλες που δεν έκαναν σωστά τις βοηθητικές εργασίες. Η Μαρία άνοιγε τα φύλλα, η Δημητρούλα έπαιρνε τον πλάστη με το τυλιγμένο φύλλα και το άπλωνε στο μπακιρένιο ταψί. Μετά περνούσε τον πλάστη πάνω από το ταψί, για να κοπούν οι άκρες του φύλλου. Κατόπιν έδινε πίσω τον πλάστη στη Μαρία, βουτύρωνε τα φύλλα κι έριχνε το ψιλοαλεσμένο αμύγδαλο. Η Πιπιτσάρα έτριβε το αμύγδαλο στη μηχανή του χεριού, που είχε από τη μάνα της. Η μάνα μου δεν είχε ουσιαστική ανάμειξη, γιατί δεν ήταν από το Αυλωνάρι, δεν ήξερε την τέχνη κι έκανε δευτερεύουσες δουλειές, όπως το να ζεσταίνει το βούτυρο όταν κρύωνε. 

Κάθε μπακλαβάς είχε οχτώ βουτυρωμένα φύλλα από κάτω. Στη συνέχεια άλλα πενήντα περίπου με βούτυρο κι αμύγδαλο από πάνω και μετά τέλειωνε με οχτώ βουτυρωμένα φύλλα. Κι εγώ σιωπηλά έριχνα το φασόλι για κάθε φύλλο μέχρι να τελειώσουν οι τέσσερις μπακλαβάδες. Μετά η θεία Μαρία έπαιρνε τα φασόλια και τα έριχνε στη σακούλα πάλι, χωρίς να τα μετρήσει.

Αυτή η σιωπηλή διαδικασία διακόπηκε μόνο μία χρονιά, όταν η Δημητρούλα έφερε κι ένα πινέλο, για να βουτυρώνει τα φύλλα. Όταν την έβλεπε να αλείφει τα φύλλα με το πινέλο η θεία Μαρία έβγαζε και μία φωνή: «έχουμε και τη λωλή με το πινέλο». Μετά από τρία-τέσσερα φύλλα, της πήρε το πινέλο και το πέταξε.

Όταν τέλειωναν όλα τα φύλλα η θεία Μαρία έκοβε τους μπακλαβάδες, τους ζεμάτιζε με το υπόλοιπο καυτό βούτυρο, τους σκέπαζε με λαδόκολλα και πολλές εφημερίδες, για να μην πάρουν χρώμα στο ψήσιμο και μετά η κάθε μια έπαιρνε το ταψί της και πήγαιναν όλες μαζί στο φούρνο του Πάσχου στην Αγίου Δημητρίου, στον Πειραιά. Είχε περάσει το μεσημέρι κι ο φούρνος δεν έκαιγε πολύ κι ο μπακλαβάς θέλει πολλές ώρες ψήσιμο σε χαμηλή θερμοκρασία. Η θεία Μαρία έμενε στο φούρνο να τους ψήσει μόνη της, γιατί δεν εμπιστευόταν τον φούρναρη για μια δουλειά τόσο μεγάλης ακρίβειας. Οι υπόλοιποι γυρίζαμε πίσω και η Πιπιτσάρα και η Δημητρούλα έφτιαχναν σκαλτσούνια αν είχαν κάνει οι καρυδιές του καρύδια, με τα ζυμάρια από τα περισσεύματα του μπακλαβά. Μερικές φορές έφτιαχναν και αυγοκαλάμαρα και μας έδιναν και μας μερικά, γιατί εμείς δεν είχαμε ούτε αμυγδαλιές, ούτε καρυδιές και όλα τα αγοράζαμε.

Όταν έφτανε η ώρα πηγαίναμε πάλι στο φούρνο του Πάσχου και φέρναμε τους μπακλαβάδες σπίτι, για να σιροπιαστούν. Το σιρόπι ήταν έτοιμο και περίμενε, γιατί ο μπακλαβάς πρέπει να είναι καυτός και καυτό το σιρόπι, να το ρουφήξει καλά. Τον μπακλαβά πρέπει να μπορείς να τον φας με τα χέρια, χωρίς να τρέχουν σιρόπια.

Μια χρονιά, όταν η  θεία Μαρία έκοβε τον μπακλαβά της Πιπιτσάρας, εκείνη της έλεγε συνέχεια «πιο μικρά Μαρία, κόβε τα πιο μικρά τα κομμάτια». Την πρωτοχρονιά που ανταλλάσσαμε επισκέψεις κάποιος θείος είπε στην Πιπιτσάρα «μικρά τα κομμάτια σου εφέτος Καλλιόπη» κι η Πιπιτσάρα απάντησε «η Μαρία τον έκοψε» κι η θεία Μαρία της όρμηξε κι έγινε ένας καυγάς που θα τον θυμάμαι για πάντα.

Τα χρόνια πέρασαν κι από όλους αυτούς ο μόνος που φτιάχνει τον μπακλαβά είναι το θέατρο. Αλλά τον φτιάχνω σε ανοξείδωτο ταψί και τον ψήνω στο σπίτι στους 110 βαθμούς για εφτά ώρες, σκεπασμένο με εφημερίδες.

Τελευταία, επιστρέφοντας από έναν περίπατο στην Κύμη, περάσαμε και από το Αυλωνάρι. Όπως κάθε φορά σταματήσαμε να αγοράσουμε κάτι από το σύλλογο γυναικών. Είδα το ταψί με τον μπακλαβά, με έτοιμο φύλλο, και ρώτησα τη γυναίκα που μας εξυπηρετούσε «στο Αυλωνάρι οι γυναίκες ανοίγουν το φύλλο για τον μπακλαβά;». «Μπα, μου είπε. Καμμία. Τώρα όλες με έτοιμο φύλλο τον φτιάχνουμε».

Μη νομίζετε πως την πίστεψα.

Η κατάθεσή μου στο εφετείο Λαμίας για τη δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου

Στις 4 Ιουλίου κατέθεσα για δεύτερη φορά σε δίκη για τη δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου. Αυτή τη φορά σε δεύτερο βαθμό, στο εφετείο Λαμίας. Να θυμίσω ότι η δίκη άρχισε την άνοιξη του 2017 και συνεχίζεται με αργούς ρυθμούς. Τους προηγούμενους μήνες κατέθεταν οι αυτόπτες μάρτυρες. Εγώ κλήθηκα να μιλήσω για το χαρακτήρα και την προσωπικότητα του παιδιού, ως διευθυντής του σχολείου του.

 Η υπερασπιστική γραμμή των δικηγόρων των κατηγορουμένων Κορκονέα και Σαραλιώτη παρέμεινε η ίδια με τη δίκη σε πρώτο βαθμό στην Άμφισσα. Έφταιγε, δηλαδή, η ομάδα των αντιεξουσιαστών που δημιουργούσε έντονα επεισόδια και οι κατηγορούμενοι ένιωσαν μεγάλη απειλή, με αποτέλεσμα να πυροβολήσει ο Κορκονέας. Καμιά διαφοροποίηση στην υπερασπιστική γραμμή, κανένα ίχνος μεταμέλειας. Ούτε οι αυτόπτες μάρτυρες ούτε τα βίντεο που αποδείκνυαν ότι δεν προϋπήρξαν επεισόδια και προκλήσεις ήσαν ικανά να κλονίσουν τους ισχυρισμούς της υπεράσπισης, οι οποίοι επαναλαμβάνονταν με πρόθεση να παγιδεύσουν και να προκαλέσουν αμφιβολίες στους μάρτυρες και εν προκειμένω σε μένα.

Με σαφήνεια και κατηγορηματικό τρόπο απάντησα στις ερωτήσεις της προέδρου και περιέγραψα την προσωπικότητα του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου. Ήταν παιδί ιδιαίτερα ντροπαλό, με ενδιαφέρον για τον αθλητισμό, με άριστη διαγωγή και με άριστες σχέσεις με τους εκπαιδευτικούς και τους συμμαθητές του, αλλά χωρίς κοινωνικούς προβληματισμούς και πολιτική συνείδηση, πράγμα που τονιζόταν πολύ από τους φιλολόγους του ως μειονέκτημα.

Με ρώτησε η πρόεδρος πώς τα ήξερα όλα αυτά, αφού δεν υπήρξα καθηγητής του. Εξήγησα πως στο σχολείο γίνονταν συνεχώς συνεδριάσεις με τους καθηγητές κάθε τάξης, όπου συζητούσαμε για κάθε παιδί διεξοδικά κι εγώ, ως διευθυντής κρατούσα πρακτικά, ώστε να παρακολουθώ την πορεία κάθε παιδιού και να είμαι σε θέση να ενημερώνω και τους γονείς. Η μητέρα μάλιστα του Γρηγορόπουλου ερχόταν στο σχολείο κάθε εβδομάδα, για να δει καθηγητές κι εμένα, οπότε φρόντιζα να είμαι πάντα ενημερωμένος. Επιπλέον καλούσα το παιδί στο γραφείο μου, για να του μιλήσω για τις καθυστερήσεις του στο σχολείο το πρωί στην έναρξη των μαθημάτων. Συγκεκριμένα, ο Αλέξανδρος είχε μια αδελφή που πήγαινε στο Λύκειο. Στο γυμνάσιο το μάθημα άρχιζε στις 8:05, ενώ στο Λύκειο η προσέλευση διαρκούσε ως τις 8:15. Τα δύο αδέλφια έμεναν σχετικά κοντά στο σχολείο κι έρχονταν μαζί με τα πόδια. Το κορίτσι όμως, που φρόντιζε περισσότερο την εμφάνισή του και είχε περιθώριο χρόνου μεγαλύτερο, κάποιες φορές καθυστερούσε λίγα λεπτά, οπότε ο Αλέξανδρος χρεωνόταν με απουσία, γιατί έμπαινε καθυστερημένος στην τάξη του. Όταν του μιλούσα, όπως έκανα με όλα τα παιδιά, του έλεγα να λέει στην αδελφή του να μην καθυστερεί με πολύ μαλακό τρόπο, γιατί έδινα μεγαλύτερη αξία στην αδελφική αγάπη, παρά στις καθυστερήσεις, και δεν ήθελα να διαταράξω τη σχέση των δύο παιδιών.

Μετά  άρχισαν οι ερωτήσεις για τον Νίκο Ρωμανό, ο οποίος είχε προσκαλέσει τον Γρηγορόπουλο να πάνε μαζί σε καφετέρια στα Εξάρχεια, επειδή ήταν του Αγίου Νικολάου και γιόρταζε και μπροστά του ξεψύχησε ο Αλέξανδρος.

Τον Ρωμανό τον γνώριζα μέσα από τις διαδικασίες των συνεδριάσεων και φρόντιζα να είμαι πάντα ενημερωμένος, γιατί και η δική του μητέρα με επισκεπτόταν πολύ συχνά. Και με τον ίδιο όμως είχα συζητήσει αρκετά με δική του πρωτοβουλία για τις ανησυχίες που είχε. Ο Νίκος δεν ήταν καθόλου ντροπαλός και ήθελε πολύ να εκθέτει τις απόψεις του. Είχε και αυτός άριστη διαγωγή, με γονείς που τον παρακολουθούσαν σε κάθε του βήμα, αλλά με έντονο κοινωνικό προβληματισμό και μεγάλη ενημέρωση για το τι συνέβαινε στην κοινωνία. Οι φιλόλογοί του εντυπωσιάζονταν για τις εύστοχες παρατηρήσεις του στα κείμενα και την Ιστορία. Ο Ρωμανός ήταν τραυματισμένος συναισθηματικά, γιατί δύο χρόνια πριν το θάνατο του Γρηγορόπουλου πέθανε ξαφνικά η γιαγιά του μπροστά στα μάτια του. Την επόμενη χρονιά πέθανε φίλος του, μαθητής του σχολείου, αφού έμεινε επί δύο μήνες στην εντατική. Κατά την περίοδο της αρρώστιας και στη συνέχεια μετά το θάνατο του παιδιού, ο Νίκος επισκεπτόταν συνεχώς την οικογένεια, για να παρηγορεί τους γονείς και κυρίως τον άλλο τους γιο, που ήταν επίσης φίλος του. Επίσης, τα πρωινά, πριν αρχίσει το μάθημα, ερχόταν συχνά στο γραφείο μου, περιμένοντας από εμένα να καταπραΰνω τις μεταφυσικές του ανησυχίες και το πένθος που ένιωθε, ενώ κατέβαλε προσπάθεια να συγκρατήσει τα δάκρυά του. Την επόμενη χρονιά ήρθε ο θάνατος του Γρηγορόπουλου, που ξεψύχησε στην αγκαλιά του. Να θυμόμαστε πως στις εφηβικές ηλικίες το βαρύ πένθος εκδηλώνεται με μεγάλο θυμό.

Όταν άρχισε η δίκη στην Άμφισσα ο Ρωμανός παραβρέθηκε την πρώτη μέρα και άκουσε τους χαρακτηρισμούς του Κούγια για τα δύο παιδιά, που όλοι γνωρίζουμε και τους παρουσίαζε ως τέρατα: «Αυτά τα παιδιά δεν είναι σαν τα δικά σας και σαν τα δικά μας» και άλλα πολλά. Μετά από αυτό αρνήθηκε να παρουσιαστεί ξανά στη δίκη. Οι γονείς του τον πήγαν σε ψυχολόγο, για να του συμπαρασταθεί, γιατί ήταν τρομοκρατημένος, ρωτούσαν κι εμένα τι να κάνουν και πώς να τον αντιμετωπίσουν. Όταν ο Νίκος κατάλαβε ότι μπορούσε το δικαστήριο να διατάξει τη βίαιη προσαγωγή του, έφυγε από το σπίτι του και οι γονείς του δεν ήξεραν πού βρισκόταν τα επόμενα δύο χρόνια. Μετά ακολούθησε το δρόμο που ακολούθησε.

Όταν αναφέρθηκα στον Κούγια, η υπεράσπιση άρχισε να διαμαρτύρεται, η πρόεδρος τους έκανε παρατήρηση, ενώ ο εφέτης δίπλα της μού υπέδειξε ευγενικά «ο κύριος Κούγιας».

Η υπεράσπιση με ρώτησε με δηκτικό ύφος αν ήξερα τη δήλωση του Ρωμανού στην οποία έλεγε ότι αυτός και ο Γρηγορόπουλος ήταν σύντροφοι ενταγμένοι στον αντιεξουσιαστικό χώρο. Απάντησα πως βεβαίως τη γνωρίζω. Ο Ρωμανός με αυτή τη δήλωση προσπάθησε να μας πείσει και κυρίως να πείσει τον εαυτό του ότι δεν οδηγήθηκε στις επιλογές του σπρωγμένος από τις καταστάσεις, αλλά από ελεύθερη και ανεπηρέαστη βούληση. Προσπάθησε να μας πείσει και να πειστεί κι ο ίδιος ότι όλα αυτά που συνέβησαν δεν τον άλλαξαν, παρόλο που ήταν 15 ετών. Εμένα πάντως και με επηρέασαν και με άλλαξαν, παρόλο που τότε ήμουν 56 ετών.

Τότε ακολούθησε η αναμενόμενη ερώτηση, γιατί πήγαν τα παιδιά στα Εξάρχεια.

Στην απάντησή μου αναφέρθηκα στο ότι δύο ημέρες μετά τη δολοφονία μερικοί συμμαθητές του Αλέξανδρου μού ζήτησαν να μιλήσουν στο θέατρο για το συμμαθητή τους και να ενημερώσουν τα μικρότερα παιδιά. Όταν τέλειωσε η ενημέρωση που έγινε σε πολύ φορτισμένο κλίμα με μεγάλη συγκίνηση, ένα αγόρι της πρώτης γυμνασίου ρώτησε «όμως τι γύρευε στα Εξάρχεια;» Και το μεγάλο αγόρι, που ήταν ο βασικός ομιλητής, τού  απάντησε: «Εκεί που δολοφονήθηκε ο Αλέξανδρος είναι το σπίτι μου. Θα με ρωτήσεις κι εμένα γιατί μένω στα Εξάρχεια;»

Εξήγησα πως η ερώτηση «τι γύρευε στα Εξάρχεια» δεν αποβλέπει μόνο στη δικαίωση των δολοφόνων, αλλά στον εφησυχασμό της κοινωνίας. Η κοινωνία καθησυχάζεται και εφησυχάζει όταν φταίει το θύμα. Όταν φταίει το θύμα δεν χρειάζεται να αλλάξει τίποτε. Όταν φταίει η γυναίκα για το βιασμό της, γιατί ήταν προκλητικά ντυμένη, η κοινωνία δεν χρειάζεται να αλλάξει. Ας πρόσεχε το θύμα. Αν έφταιγε ο Αλέξανδρος που βρέθηκε στα Εξάρχεια, δεν φταίνε οι δολοφόνοι, ούτε χρειάζεται να αλλάξει νοοτροπία η αστυνομία. Και οι οικογένειες που ζουν εκτός Αθηνών δεν χρειάζεται να πάρουν θέση, γιατί τα παιδιά τους δεν θα πάνε στα Εξάρχεια και το θέμα δεν τους αφορά. Να μην ξεχνάμε ότι ο Αλέξανδρος είχε συνεννοηθεί με τη μητέρα του να ανέβουν μαζί στο σπίτι, όταν θα έκλεινε το κατάστημά της στο κέντρο της Αθήνας. Ο Αλέξανδρος δεν κυκλοφορούσε τις νύχτες. Και όταν χτύπησε το τηλέφωνο της μητέρας του που την καλούσαν από το κινητό του γιου της νόμιζε πως ήταν ώρα, για να περάσει να τον πάρει και όχι για να της πουν πως ο γιος της δολοφονήθηκε. Ξέρουμε πολλούς αντιεξουσιαστές που περνάει η μαμά τους να τους πάρει με το αυτοκίνητο, όταν κλείνουν τα καταστήματα; Και ο Ρωμανός είμαι βέβαιος πως θα είχε κανονίσει να είναι στο σπίτι του νωρίς το βράδυ την ημέρα της γιορτής του, να είναι με τους γονείς του.

Παρόλο που το επιχείρημα περί εξοστρακισμού της σφαίρας έχει καταρριφθεί ποικιλοτρόπως και έχει αποδειχθεί ότι ο Κορκονέας πυροβόλησε στοχευμένα σε ευθεία βολή, η υπεράσπιση επικαλούμενη τον «ανθρωπισμό» μου με ρώτησε αν συμφωνώ να είναι στη φυλακή δέκα χρόνια αυτό το θύμα (ο Κορκονέας) λόγω εξοστρακισμού της σφαίρας. Απάντησα πως θύμα δεν είναι ο κατηγορούμενος, αλλά ο Γρηγορόπουλος, που συνεχίζει να θυματοποιείται και μετά τη δολοφονία του. Έφερα μάλιστα ως παράδειγμα κείμενο του δημοσιογράφου Κασιμάτη της Καθημερινής, ο οποίος ένα ή δύο χρόνια μετά το πέρας της πρώτης δίκης έγραφε παραμονή του Αγίου Νικολάου «αύριο του οσίου Γρηγορόπουλου του μολοτοφόρου». Και αυτό παρόλο που αποδείχθηκε ότι δεν προϋπήρξαν ταραχές πριν τη δολοφονία, ότι οι αστυνομικοί μόνοι τους προκάλεσαν τις φθορές στο περιπολικό μετά τη δολοφονία, για να εμφανίσουν τη δολοφονία ως άμυνα και κανείς ποτέ δεν ισχυρίστηκε, ούτε η υπεράσπιση ότι ο Γρηγορόπουλος πέταξε ποτέ μολότοφ. Και πάλι επεσήμανα πόσο ανακουφίζει την κοινωνία να αποδίδει ευθύνες στο θύμα και να το θυματοποιεί ακόμη περισσότερο.

Η υπεράσπιση όλη χτίζεται στο επιχείρημα ότι, για να είναι στα Εξάρχεια ο δεκαπεντάχρονος Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος το απόγευμα εκείνου του Σαββάτου, σημαίνει ότι ήταν αντιεξουσιαστής και οι δύο αστυνομικοί ένιωσαν ότι απειλείται η ζωή τους. Ο αστυνομικός μάλιστα που κατέθετε πριν από μένα ως μάρτυρας υπεράσπισης δήλωσε ότι οι νεότεροι αντεξουσιαστές στα Εξάρχεια που προκαλούν επεισόδια είναι  δεκατριών ετών!

Ενώ λέγονταν αυτά, οι αστυνομικοί που βρίσκονταν μέσα στην αίθουσα του δικαστηρίου σηκώνονταν κάθε τόσο και πατούσαν τις κατσαρίδες που κυκλοφορούσαν στο βρώμικο πάτωμα. Ίσως και να ήταν Ερινύες που μεταμορφώθηκαν σε κατσαρίδες. 

Στις τράπεζες λεφτά, στη νεολαία σφαίρες

398B8C72-D590-4417-8170-52702016CE72

Ο Κορκονέας, ο δολοφόνος του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου, δήλωσε στο εφετείο της Λαμίας, όπου εκδικάζεται η δολοφονία σε δεύτερο βαθμό, ότι δεν ζητάει συγγνώμη. Σύμφωνα με δήλωσή του δεν ζητάει συγγνώμη, γιατί σκότωσε έναν αντιεξουσιαστή. Και ήταν αντιεξουσιαστής ο Γρηγορόπουλος, επειδή βρέθηκε στα Εξάρχεια. Όποιος βρεθεί στα Εξάρχεια είναι αντιεξουσιαστής και πρέπει να πεθάνει. Αυτή είναι η λογική και δεν είναι μόνο η λογική του Κορκονέα. Αν ήταν μόνο δική του η λογική αυτή θα δίσταζε να τη διατυπώσει ενώπιον του δικαστηρίου. Τη διατυπώνει έτσι με θράσος, γιατί ξέρει ότι εκφράζει την κοινή ιδεολογική γραμμή του σώματος, στο οποίο υπηρετούσε και το οποίο φροντίζει να τον υποστηρίζει ιδεολογικά και υλικά. Το σώμα των ειδικών φρουρών είχε καλύψει τα έξοδα της πρώτης δίκης και προσέλαβε ως δικηγόρο τον Κούγια.
Ο δεκαπεντάχρονος Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος δεν ήταν αντιεξουσιαστής, όπως θα φανεί και από την κατάθεσή μου στο εφετείο, η οποία θα δημοσιοποιηθεί το Σάββατο, 8 Δεκεμβρίου. Ο Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος ήταν ένα αθώο παιδί, όχι πως αν ήταν αντιεξουσιαστής θα έπαυε να είναι αθώος. Αλλά ήταν αθώος, υπό την έννοια πως οποιαδήποτε κατηγορία προσπάθησε η υπεράσπιση των δολοφόνων να του επιρρίψει κατέπεσε πολύ εύκολα. Ο Αλέξανδρος ήταν ένα ήσυχο και ευγενικό παιδί, που συμπτωματικά βρέθηκε στα Εξάρχεια και έγινε στόχος του δολοφόνου του. Ούτε ο Αλέξανδρος, ούτε τα άλλα παιδιά αποτελούσαν πρόβλημα. Το πρόβλημα διαχρονικά είναι οι δολοφονικές αντιλήψεις αυτών που επιβάλλουν την «τάξη» και άλλωστε ο Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος δεν είναι ο μόνος νεκρός. Είναι και ο Ζακ Κωστόπουλος και ο Σακελίων από τους πιο πρόσφατους και αρκετοί πρόσφυγες ανώνυμοι, είτε γιατί δεν γνωρίζουμε τα ονόματά τους, είτε γιατί δεν μπορούμε να τα προφέρουμε. Και εκτός από τις δολοφονίες να μην ξεχνάμε τους ξυλοδαρμούς, τα βασανιστήρια και τους τραυματισμούς.
Ο Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος ήταν ένα αθώο δεκαπεντάχρονο παιδί, που δολοφονήθηκε το 2008, στην αρχή της οικονομικής, αλλά και γενικότερης κρίσης, θύματα της οποίας είναι κατεξοχήν τα παιδιά και οι νέοι άνθρωποι γενικότερα. Στις πορείες που γίνονται κάθε χρόνο στις 6 Δεκεμβρίου, βλέπει και ακούει κανείς συνθήματα που συνοψίζουν τα δεινά που έχει υποστεί η νεολαία όλα αυτά τα χρόνια, με αποτέλεσμα να έχει αναδειχθεί ο Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος στο σύμβολο μιας ανάλγητα κατατρεγμένης γενιάς.
Θα μπορούσα να αναφερθώ σε πολλά συνθήματα, αλλά επιλέγω ένα μόνο πολύ σύντομο και πολύ περιεκτικό: «Στις τράπεζες λεφτά, στη νεολαία σφαίρες». Τα χρήματα που δανείστηκε η Ελλάδα κατέληξαν στη σωτηρία των ξένων τραπεζών και στη χρηματοδότηση των ελληνικών πιστωτικών ιδρυμάτων με παράλληλη αφαίμαξη της κοινωνίας. Και βέβαια τα χρήματα δόθηκαν μετά τη δολοφονία του Γρηγορόπουλου, μετά το 2008, αλλά όπως είπαμε ο Γρηγορόπουλος είναι πλέον ένα σύμβολο. Ο Γρηγορόπουλος δέχθηκε κατάκαρδα την πρώτη σφαίρα, αλλά οι άλλες σφαίρες προς την νεολαία είναι και αυτές μεταγενέστερες και μεταφορικές, αλλά πολύ επώδυνες. Τα παιδιά που πάνε σχολείο νηστικά, η εξαθλίωση της παιδείας, τα υποβαθμισμένο πτυχία, η εκτεταμένη και παρατεταμένη ανεργία, η εργασιακή εκμετάλλευση, οι μισθοί πείνας, η μετανάστευση είναι οι σφαίρες που δέχεται καθημερινά η νεολαία. Ακόμη και η αυτοκτονία του Βαγγέλη Γιακουμάκη, χωρίς απαγγελία κατηγοριών μετά τέσσερα χρόνια, και η αυτοκτονία του δεκαπεντάχρονου στην Αργυρούπολη δηλώνουν κράτος αδιάφορο και ανάλγητο, που δεν υιοθετεί και δεν εφαρμόζει γενικευμένη εκπαιδευτική πολιτική για το bullying και την ομοφοβία, αλλά επαφίεται στην εξύμνηση της ελληνικής λεβεντιάς.
Σε λίγες πλέον ημέρες ή εβδομάδες θα εκδοθεί η απόφαση του Εφετείου Λαμίας. Ο δεύτερος ένοχος, ο Σαραλιώτης, παρόλο που είχε καταδικαστεί σε δεκαετή φυλάκιση, έμεινε ελάχιστα στη φυλακή, επειδή ήταν άρρωστος ο πατέρας του. Βλέπετε της Ηριάννας και του Θεοφίλου οι γονείς ήταν υγιέστατοι. Πολύ φοβούμαι ότι αν δεν κινητοποιηθούμε όλοι μας και ο Κορκονέας θα είναι σύντομα ελεύθερος. Όλοι εμείς που κινητοποιηθήκαμε και φωνάξαμε για τον Αλέξανδρο Γρηγορόπουλο το 2008, για τον Θεοφίλου και την Ηριάννα αργότερα, για τον Ζακ Κωστόπουλο και την καθαρίστρια πρόσφατα, ας κινητοποιηθούμε και ας φωνάξουμε ξανά για τον Αλέξανδρο Γρηγορόπουλο. Για εκείνη την πρώτη σφαίρα και για τις άλλες που ακολούθησαν.

Το εργασιακό ήθος της Σχολής Μωραΐτη

Μάλλον δεν είναι γνωστό στον περισσότερο κόσμο ότι οι εκπαιδευτικοί προσλαμβάνονται από τα ιδιωτικά σχολεία αρχικά με διετή σύμβαση, στο τέλος της οποίας είναι δυνατή η απόλυσή τους αναιτιολόγητα και πολύ εύκολα. Αν ανανεωθεί η σύμβασή τους, τότε μετατρέπεται σε αορίστου χρόνου και η απόλυση τους σε καμιά περίπτωση δεν γίνεται αναιτιολόγητα και κρίνεται από επιτροπή.

Στη Σχολή Μωραΐτη δίδασκε καθηγήτρια Γαλλικών στο δημοτικό και στο γυμνάσιο για πολλά χρόνια, η οποία όμως παρέμενε αδιόριστη τελείως παράνομα. Όταν αντιλήφθηκα ότι δεν ήταν διορισμένη και το σχολείο την ανάγκαζε να διδάσκει παράνομα και παράνομα να δίνει βαθμολογία και να υπογράφει βιβλία ύλης και ελέγχους, πίεσα τη διοίκηση του σχολείου να την διορίσει, αλλά το σχολείο αρνήθηκε πεισματικά. Την επόμενη χρονιά την πίεση με διοικητικά μέσα ανέλαβε η ΟΙΕΛΕ, οπότε η καθηγήτρια διορίστηκε με αυτήν την κατά κάποιον τρόπο δοκιμαστική διετή σύμβαση. Τώρα έληξε η διετής σύμβαση και η Σχολή Μωραΐτη απέλυσε την καθηγήτρια, με το σκεπτικό ότι δεν ανταποκρινόταν σωστά στα καθήκοντά της.

Η Σχολή Μωραΐτη επιθυμεί να έχει αδιόριστους εκπαιδευτικούς ή εκπαιδευτικούς με πλήρες διδακτικό πρόγραμμα, αλλά διορισμένους για λίγες ώρες, για να μπορεί να τους εκβιάζει με αυτόματη απόλυση ή μείωση των διδακτικών τους ωρών στις προβλεπόμενες από το διοριστήριό τους. Η αλλαγή όμως του μισθολογικού κλιμακίου των εκπαιδευτικών ρυθμίζεται από τη διεύθυνση δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης με βάση τη συμπλήρωση χρόνου διδασκαλίας με διορισμό πλήρους ωραρίου. Όσο πιο λίγες ώρες διδασκαλίας εμφανίζονται στο διορισμό τόσο πιο πολύ καθυστερεί η αλλαγή μισθολογικού κλιμακίου. Το σχολείο αρνείται να επιδείξει τους πίνακες των διοριστηρίων στο διοικητικό συμβούλιο του συνδικαλιστικού συλλόγου των καθηγητών και απαιτεί από το διοικητικό συμβούλιο να πει τα ονόματα των εκπαιδευτικών που παραπονέθηκαν, ώστε να απολύσει και αυτούς. Αλλά βέβαια τα διοριστήρια δεν τα έδειχνε ούτε σε μένα που ήμουν διευθυντής, στους συνδικαλιστές θα τα δείξει; Και δεν τα δείχνει ακριβώς, για να μην αποκαλυφθούν οι παρανομίες και το μέγεθος της εκμετάλλευσης, έχοντας εκπαιδευτικούς που υπογράφουν ετήσιες συμβάσεις, ως εργαζόμενοι σε ένα ανύπαρκτο φροντιστήριο. Μπορεί να φαίνεται απίστευτο, αλλά η Σχολή Μωραΐτη έχει και άδεια φροντιστηρίου, που για κάποιο διάστημα εμφάνιζε ως έδρα του το σπίτι της ιδιοκτήτριας του σχολείου, για να παροχετεύει τους αδιόριστους εκπαιδευτικούς και τους εκπαιδευτικούς με λίγες ώρες διορισμού, που όμως διδάσκουν κανονικά στο πρωινό πρόγραμμα του σχολείου.

Η πίεση που ασκήθηκε, ώστε να διοριστεί κανονικά η καθηγήτρια Γαλλικών είχε ως αποτέλεσμα την εκδίκητική απόλυσή της μετά την εξάντληση της διετούς σύμβασης, η οποία έχει κατά κάποιον τρόπο ένα δοκιμαστικό χαρακτήρα. Όμως στην προκειμένη περίπτωση η απόλυση είναι αποκλειστικά ΕΚΔΙΚΗΤΙΚΗ, γιατί αν είχε κάποιο παράπονο από την καθηγήτρια, θα την απέλυε τόσα χρόνια, που δίδασκε αδιόριστη. Τώρα που διορίστηκε ανακάλυψε τα μειονεκτήματά της; Την εκδικείται επειδή αναγκάστηκε από την ΟΙΕΛΕ να τη διορίσει. Το σχολείο έλαβε την απόφαση να την απολύσει εκδικητικά, όταν υπέγραφε τη διετή σύμβαση και όχι στη λήξη της. Και δεν είναι μόνο εκδικητική, είναι και ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΚΗ,  γιατί αποβλέπει στο να τρομοκρατήσει και τους υπόλοιπους αδιόριστους εκπαιδευτικούς. Άλλωστε η καθηγήτρια αυτή δεν είναι η μόνη που απολύθηκε εφέτος, αλλά είναι η πιο χαρακτηριστική περίπτωση.

Τώρα το σχολείο έχει εξαπολύσει γνωστό παπαγαλάκι που ανάμεσα σε φιλιά, αγκαλιές και φιλοφρονήσεις διασπείρει κακοήθη γενικόλογα και αόριστα ψευδή σχόλια εις βάρος της καθηγήτριας, με σκοπό να εμφανιστεί η απόλυση δήθεν ως αιτιολογημένη και να προκαλέσει αμφιβολίες στους υπόλοιπους εκπαιδευτικούς.

Η κρίση των τελευταίων ετών δεν είναι μόνο οικονομική. Το χειρότερο είναι ότι έκανε κάποιους εργοδότες τελείως αδιάντροπους και ανάλγητους. Και είναι ΑΔΙΑΝΡΟΠΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΛΓΗΣΙΑ να αντιμετωπίζει η Σχολή Μωραΐτη όλα τα θέματα με το μοναδικό επιχείρημα «περιμένουν χιλιάδες άλλοι πολύ καλύτεροι έξω». Όταν αυτά είναι τα λόγια ενός σχολείου προς τους εκπαιδευτικούς του δεν αποκαλύπτει μόνο το εργασιακό του ήθος, αλλά και το εκπαιδευτικό-παιδαγωγικό ήθος του. Άλλωστε η ηθική στάση είναι μία. Και η δική μας ηθική στάση επιβάλλει να προστατεύσουμε την απολυμένη καθηγήτρια με κάθε συνδικαλιστικό, διοικητικό και ένδικο μέσο. Στην ουσία έτσι θα προστατεύσουμε όλους τους εκπαιδευτικούς της Σχολής Μωραΐτη.

Το αντιεπιστημονικό κύρος του Γεωργίου Μπαμπινιώτη

Ο Γεώργιος Μπαμπινιώτης κατάφερνε πάντα να προσεταιρίζεται τη δεξιά παράταξη και τη συντηρητική κοινωνία, να είναι στην επικαιρότητα και να προσπορίζεται οφέλη, παρεμβαίνοντας στα κρίσιμα θέματα με το δεξιόστροφο και εθνικιστικό «επιστημονικό» του κύρος. Καταξιώθηκε να γίνει και ολέθριος υπουργός παιδείας στην κυβέρνηση Σαμαρά, οπότε πρόβαλε και την αξίωση να παραμείνει μόνιμος υπουργός για το καλό της παιδείας!

Πρόσφατα με επιχειρήματα αποικιοκρατικής ιδεολογίας αποφάνθηκε πως δεν υπάρχει μακεδονική γλώσσα, χαρακτηρίζοντας τη γλώσσα αυτή σερβοσλαβική διάλεκτο. Η τοποθέτηση του αυτή αντικρούσθηκε πολύ εύστοχα από τον Άκη Γαβριηλίδη κι εγώ μόνο προσθέτω ένα βασικό στοιχείο διάκρισης ανάμεσα σε γλώσσα και διάλεκτο που αντιγράφω από κείμενο της καθηγήτριας της γλωσσολογίας Μαρίας Κακριδή Φερράρι: «ονομάζουμε συνήθως γλώσσα μια ποικιλία η οποία περιγράφεται ως πρότυπη σε γραμματικές και λεξικά, επιτελεί δημόσιες λειτουργίες και διδάσκεται στην εκπαίδευση». Και η μακεδονική γλώσσα βεβαίως περιγράφεται σε γραμματικές και λεξικά, χρησιμοποιείται ως κυρίαρχη γλώσσα του κράτους και διδάσκεται στα σχολεία της Β. Μακεδονίας.

Ωστόσο η πιο ολέθρια επιρροή του Μπαμπινιώτη στην ελληνική κοινωνία και εκπαίδευση αφορά τη διαχρονική διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας, που ενίσχυσε το επιχείρημα ότι για να γνωρίζουμε καλά και να χρησιμοποιούμε σωστά τη νέα ελληνική γλώσσα πρέπει να γνωρίζουμε καλά αρχαία Ελληνικά και όλα τα ενδιάμεσα στάδια της ελληνικής γλώσσας με έμφαση βεβαίως στους εκκλησιαστικούς πατέρες. Να θυμίσω ότι η πρώτη κυβέρνηση του πασόκ κατάργησε τη διδασκαλία των αρχαίων Ελληνικών στο γυμνάσιο, αλλά στις επόμενες εκλογές του 1985 το προεκλογικό σύνθημα της ΝΔ ήταν «για τη γλώσσα, για τη θρησκεία, ψηφίστε νέα δημοκρατία». Η ΝΔ δημοκρατία έχασε τις εκλογές, αλλά η διάβρωση της κοινωνίας ήταν τόσο μεγάλη, ώστε στις επόμενες και τα δύο μεγάλα κόμματα δεσμεύθηκαν προεκλογικά να επαναφέρουν τη διδασκαλία των αρχαίων Ελληνικών, πράγμα το οποίο έγινε από την κυβέρνηση Μητσοτάκη. Και παρέμεινε η διδασκαλία των αρχαίων Ελληνικών στο γυμνάσιο και μάλιστα, πολύ αργότερα, η Μαριέτα Γιαννάκου Κουτσίκου, ως υπουργός παιδείας της ΝΔ αφαίρεσε μία ώρα από τη διδασκαλία της ξένης γλώσσας και την πρόσθεσε στη διδασκαλία των αρχαίων Ελληνικών.

Σχεδόν κάθε χρόνο έκανα συνεντεύξεις υποψηφίων για κενές θέσεις φιλολόγων στη Σχολή Μωραΐτη. Μεταξύ των υποψηφίων ήταν και φιλόλογοι μετεκπαιδευμένοι στη γλωσσολογία σε πανεπιστήμια του εξωτερικού και συχνά επαναλαμβανόταν περίπου ο εξής διάλογος:

-Τι γνώμη έχετε για τη διδασκαλία των αρχαίων Ελληνικών στο γυμνάσιο;

-Είναι απαραίτητη.

-Γιατί;

-Γιατί είναι η γλώσσα μας. Και εξάλλου δεν μπορείς να ξέρεις σωστά νέα Ελληνικά χωρίς να ξέρεις αρχαία.

-Είστε λοιπόν υπέρ της διαχρονικής διδασκαλίας της γλώσσας;

-Σαφώς.

-Αυτό σας δίδαξαν στο Sussex;

-Όχι, στο πανεπιστήμιο Αθηνών.

-Στο Sussex τι σας δίδαξαν;

-Ότι η γλώσσα διδάσκεται συγχρονικά.

-Και ποια θεωρία από τις δύο είναι σωστή;

-Για τις άλλες γλώσσες ισχύει η θεωρία του Sussex και για την ελληνική η θεωρία του πανεπιστημίου Αθηνών.

Επομένως προκύπτει ότι για μερικούς  η ελληνική γλώσσα είναι ανάδελφη και συμπαρασύρουν και άλλους ανθρώπους, λιγότερο προβληματισμένους.

Η έμμονη και αντιεπιστημονική άποψη ότι η καλή γνώση των νέων Ελληνικών προϋποθέτει την γνώση των αρχαίων είχε ως αποτέλεσμα την επιμονή στη λεπτομερή γνώση της γραμματικής και του συντακτικού. Τα παιδιά καλούνται να σχηματίζουν τύπους, να κλίνουν ονόματα, αντωνυμίες και ρήματα λες και πρόκειται να μιλήσουν αρχαία Ελληνικά, ενώ αρκεί μόνο να αναγνωρίζουν τους τύπους, για να μπορούν να μεταφράζουν. Και δεν χρειάζεται βεβαίως να γνωρίζουν τύπους που ποτέ δεν θα συναντήσουν σε κείμενα. Παράλληλα σπαταλούν ατέλειωτες ώρες για να μάθουν συντακτικό και της αρχαίας και της νέας ελληνικής, ενώ αυτή η γνώση δεν χρησιμεύει σε τίποτε. Το δυστύχημα είναι ότι το συντακτικό επιβαρύνθηκε και με άλλα ιδεολογήματα, ότι είναι σαν τα Μαθηματικά, ότι είναι η φιλοσοφία της γλώσσας, ότι όποιος δεν ξέρει συντακτικό δεν μπορεί να μεταφράσει. Ποτέ δεν αναρωτήθηκαν πώς διδάσκονται τα αρχαία Ελληνικά σε άλλες χώρες. Όμως οι κλασικοί φιλόλογοι του Χάρβαρντ, του Κέμπριτζ και της Οξφόρδης, που είναι σε θέση να μεταφράζουν ένα σύγχρονο κείμενο στα αρχαία Ελληνικά, αγνοούν τους όρους ειδικό και τελικό απαρέμφατο και όλα τα υπόλοιπα.

Τα παιδιά στην Αγγλία που πρόκειται να κάνουν κλασικές σπουδές, έχουν επιλέξει να διδαχθούν αρχαία Ελληνικά και δίνουν πολλές και πολύωρες εξετάσεις στα GCE, για να εισαχθούν στο πανεπιστήμιο, που περιλαμβάνουν μετάφραση και σχολιασμό ποιητικών κειμένων  του Ομήρου και των τραγικών καθώς και πεζών κειμένων και μετάφραση άγνωστου σύγχρονου κειμένου στα αρχαία Ελληνικά, χωρίς να έχουν κλίνει ποτέ ένα όνομα ή ένα ρήμα και χωρίς να έχουν διδαχθεί επιθετικούς και κατηγορηματικούς προσδιορισμούς. 

Θα μου πείτε βέβαια πως όλα αυτά δεν τα μαθαίνουν, γιατί ο στόχος τους δεν είναι να μάθουν σωστά νέα Ελληνικά. Αλλά το μοναδικό «επιστημονικό» επιχείρημα που προβάλλει το ιδεολόγημα ότι για να μάθουμε σωστά νέα Ελληνικά πρέπει να ξέρουμε αρχαία είναι η μεταφορά που λέει ότι τα αρχαία είναι οι ρίζες και η σύγχρονη γλώσσα είναι τα κλαδιά και τα φύλλα και αν ξεραθούν οι ρίζες θα ξεραθούν τα κλαδιά και τα φύλλα. Όμως οι μεταφορές δεν λένε την αλήθεια. Όταν λέμε ότι τα μυαλά του πήραν αέρα ξέρουμε ότι είναι κλεισμένα ασφαλώς μέσα στο κρανίο.

Πρόσφατα ο Μπαμπινιώτης πρότεινε αντί για drone να λέμε «ανεπάνδρωτο», λέξη που κατασκεύασε ο ίδιος από το ρήμα επανδρώνω. Η άποψή του όμως ότι δεν πρέπει να χρησιμοποιούμε ξένες λέξεις και το ότι κατασκευάζει παράγωγο από το σεξιστικό ρήμα επανδρώνω, το οποίο πριν μερικές δεκαετίες αντικαταστάθηκε από το ρήμα στελεχώνω, μας δείχνει ότι είναι άνθρωπος άλλης εποχής, χαμένος στα βάθη του αντιεπιστημονικού ρομαντισμού.

Τακουή, είσαι ωραία

Όταν μιλούσε σε μένα την έλεγε Τακουή, δεν την έλεγε Αρμένισσα. Με άφηνε όμως να πηγαίνω σπίτι της. Μερικές φορές με έστελνε κιόλας. «Άντε, πήγαινε λίγο και στην Τακουή, να φύγεις απ´ τα πόδια μου». Η ίδια όμως δε θυμάμαι να είχε πάει ποτέ στο σπίτι της Τακουής, ούτε η Τακουή είχε έρθει στο δικό μας. Δε με ένοιαζαν όμως όλα αυτά. Μου έφτανε ότι με άφηνε να πηγαίνω στο σπίτι της, «να μην αργήσεις» μου έλεγε. Αλλά ποτέ δεν αργούσα, γιατί η Τακουή με χτυπούσε μαλακά στην πλάτη και συμπλήρωνε «είναι ώρα να πας στη μαμά σου».

Μου άρεσε να πηγαίνω σπίτι της, κυρίως τα πρωινά, όταν τα μεγαλύτερα παιδιά πήγαιναν σχολείο. Σε λίγες μέρες όμως θα άρχιζα κι εγώ σχολείο κι ίσως να πήγαινα στην Τακουή το απόγευμα. Δεν ήξερα τότε ότι θα έχανα την Τακουή για πάντα. 

Η Τακουή με έπαιρνε αγκαλιά και με κάθιζε πάνω στο μπουφέ με το μεγάλο καθρέφτη. Δεν μιλούσαμε σχεδόν καθόλου ούτε πολυέτρωγα τις καραμέλες που μου έδινε. Μου άρεσε όμως να τη βλέπω να χτενίζεται και να στολίζεται μπροστά στο μεγάλο καθρέφτη του μπουφέ. Βούταγε τη χτένα της στο δαφνόλαδο και χτένιζε τα μαλλιά της με αργές κινήσεις. Μετά άνοιγε το κουτάκι της το τζαμπλακένιο κι έβγαζε από μέσα φουρκέτες και τσιμπηδάκια και τα περνούσε στα μαλλιά της. Κι αριστερά στο μέτωπο έστριβε μια μικρή τούφα κι έκανε ένα σαλιγκαράκι. Κι ύστερα έβαφε τα μάτια της με ένα μολύβι, που κάθε τόσο το ακουμπούσε στη γλώσσα της, το σάλιωνε λίγο και τότε αυτό έβαφε. Πρώτα τα φρύδια κι ύστερα τα τσίνορα και ζωγράφιζε και μια ελιά στο μάγουλο. Έκανε μια γκριμάτσα, για να τεντώνουν τα χείλη της, και τα έβαφε κόκκινα κι έβαζε και λίγο κοκκινάδι στα μάγουλα και το άπλωνε με τα δάχτυλά της. Μετά έβαζε άρωμα στο λαιμό και πίσω από τα αυτιά. Έβαζε και σε μένα κολόνια. «Σε σένα θα βάλουμε λεμόνι, γιατί είσαι άντρας, δεν θα βάλουμε φουζέρ», μου έλεγε. Ύστερα έβαζε τα κρεμαστά της σκουλαρίκια και η μεγάλη στιγμή είχε φτάσει. Γύριζε το κεφάλι της λίγο στο πλάι, χαμογελούσε ελαφρά, έτσι που να ανοίγει λίγο το στόμα της και να φαίνεται το χρυσό της δόντι, κοίταζε μέσα στον καθρέφτη και ρωτούσε «Τακουή, Τακουή, είσαι ωραία;» Μετά γύριζε το κεφάλι στο άλλο πλάι και πάλι: «Τακουή, Τακουή, είσαι ωραία;» Μπορεί να γινόταν το ίδιο και τρεις και τέσσερις φορές και μετά άρχιζε να τραγουδάει: «κι όταν ακούω μπίρ Αλλάχ, μπιρ Αλλάχ, ο νους μου πάει σε σένα…» Έλεγε πολλά τραγούδια η Τακουή και με έπαιρνε αγκαλιά, με κάθιζε στο αριστερό της χέρι και με το δεξί της κρατούσε το δικό μου αριστερό χέρι και χορεύαμε μαζί πολλή ώρα.

Προχωρούσε ο Σεπτέμβρης και σε λίγο θα πήγαινα σχολείο, πρώτη τάξη. Ήρθε και η γιορτή της μάνας μου και έφτιαξε γαλακτομπούρεκο. Στη γιορτή του πατέρα μου, του Αγίου Κωνσταντίνου, έφτιαχνε καταΐφι. Όταν τη ρώτησα γιατί δε φτιάχνει γαλακτομπούρεκο που μου αρέσει, μου είπε «το γαλακτομπούρεκο δεν είναι γλυκό για γιορτή», «στη δική σου γιορτή όμως φτιάχνεις γαλακτομπούρεκο», «άλλο εγώ, πήγαινε λίγο και στην Τακουή».

Έκανε πολλή ζέστη κι έβγαλε τις καρέκλες στην αυλή. Πέρασε κι ο παγοπώλης το απόγευμα κι αγόρασε μισή κολώνα πάγο για το ψυγείο, να μη μείνουμε από κρύο νερό χρονιάρα μέρα. Σε λίγο άρχισαν να έρχονται οι επισκέψεις, η Τασία, η θεία Χρυσάνθη, η κυρα-Βαγγελιώ, η κυρα-Ευτυχία. Από τα κουτιά που κρατούσαν κατάλαβα ότι όλες έφεραν σοκολατάκια μαργαρίτες, ενώ στη γιορτή του πατέρα μου έφερναν μεγάλα κουτιά με πάστες.

Τελευταία ήρθε η κυρα-Μαρίκα, που ο πατέρας μου την έλεγε κωλοπετσωμένη. Περίεργο κουτί

 κρατούσε, λίγο παλιό και χωρίς κορδέλες και φιόγκους. Το γνώρισα όμως. Ήταν το κουτί του πουκαμισάδικου που αγοράζαμε τα πουκάμισα του πατέρα μου. Ήξερα και τι έλεγε απέξω. Είχα ρωτήσει τη μάνα μου και μου το είχε διαβάσει. «Αφοί, που θα πει αδελφοί, Λασκαράτοι». Μετά από αυτό έλεγα την αδελφή μου αφή μου και τον αδελφό μου αφό μου.

Η κυρα-Μαρίκα μπήκε φουριόζα και χωρίς να χαιρετίσει κανένα, χωρίς να πει χρόνια πολλά σήκωσε το κουτί ψηλά και φώναξε: «Να δεις τι δώρο σού έφερα. Ελάτε όλες να δείτε». Σηκώθηκαν και οι άλλες από τις καρέκλες τους και η η κυρα-Μαρίκα άνοιξα το κουτί πιο ψηλά από εμένα, ώστε να μη βλέπω. Αμέσως άρχισαν να ξελιγώνονται στα γέλια και να λένε πράγματα περίεργα. «Μπα που να μη σώσεις», «το θεό σου δεν έχεις», «και τι θρεμμένο που είναι», «και πώς πετάγεται», «πάλι ήρθε ο ναυτικός;», «θα κατουρηθώ από τα γέλια» και η θεία Χρυσάνθη μού είπε «φέρε μου, μανάρι μου, ένα ποτήρι νερό, να πάει η καρδιά μου στη θέση της». 

«Τι είναι μέσα στο κουτί;» ρώτησα τη μάνα μου. «Πουκάμισο για τον μπαμπά σου». «Και γιατί γελάτε;». «Ε, γιορτή έχουμε, να μη γελάσουμε και λίγο;»

Μετά η μάνα μου πήρε το κουτί και το έβαλε ψηλά πάνω στο μπουφέ της σάλας και βγήκε να κεράσει το γλυκό. Κι εγώ έβαλα μια καρέκλα, πάτησα πάνω στο μπουφέ και μετά στο πρώτο ράφι. Με το ένα χέρι κρατιόμουν μην πέσω και με το άλλο άνοιξα το κουτί. Από μέσα πετάχτηκε κάτι σιχαμένο και μεγάλο με πολλές τρίχες. Ποτέ δεν είχα τρομάξει τόσο. Έκλεισα το κουτί όπως μπορούσα κι έτρεξα στην Τακουή αλαφιασμένος. Η Τακουή μόλις με είδε έτσι τρομαγμένο πήρε ένα κουταλάκι, το γέμισε με μέλι και μου το έβαλε στο στόμα. Με πήρε αγκαλιά και με φίλησε στο κεφάλι. «Τώρα όλα θα φτιάξουν».

Δεν έφτιαξαν όμως. Έμεινα αρκετή ώρα στην αγκαλιά της που μύριζε δαφνόλαδο και φουζέρ και μετά ακούστηκαν φωνές. Γυναίκες άγνωστες έριχναν πέτρες στα παράθυρα και φώναζαν «παλιοβρώμα», «αντροχωρίστρα», «Κάστρω, μαύρα να τα βάψεις». Η Τακουή με έβγαλε στην πίσω αυλή και με πέρασε πάνω από το φράκτη στην αυλή μας. Κόντευε να νυχτώσει, οι επισκέψεις είχαν φύγει, κι ο πατέρας μου είχε έρθει και μάζευε τις καρέκλες από την αυλή. Η μάνα μου έστρωνε το τραπέζι για το βραδινό. Έριξα μια ματιά ψηλά στο μπουφέ και το κουτί έλειπε κι ευτυχώς δεν το ξαναείδα ποτέ. Είχα όμως μεγάλη στενοχώρια για την Τακουή. Και πολλά πράγματα δεν τα καταλάβαινα. Το «μαύρα να τα βάψεις» το καταλάβαινα, γιατί πριν λίγο καιρό ήμουνα στο σπίτι της θειας μου της Μαρίας κι ήταν εκεί κι η ξαδέλφη του πατέρα μου, η Ανδρομάχη. Μόλις είχαν έρθει από το νεκροταφείο που είχαν ξεθάψει τον άντρα της Ανδρομάχης, γιατί μετά από τρία χρόνια τους πεθαμένους τους ξεθάβουν. Η Ανδρομάχη, έβγαλε το μαύρο μαντίλι από το κεφάλι της, το δίπλωσε και το έβαλε στην τσάντα της. Μετά σήκωσε το φουστάνι της ως το γόνατο κι έβγαλε τις καλτσοδέτες και τις μαύρες κάλτσες. Τις έδωσε στη θεία μου και της είπε «πέταξέ τις στα σκουπίδια, να μην τις ξαναδώ». Μετά ζήτησε ένα κουταλάκι ζάχαρη, το έβαλε στο στόμα της και το πιπίλαγε αργά αργά. Εγώ κοίταζα με γουρλωμένα μάτια και τότε η θεία μου μού εξήγησε: «Τα τρία χρόνια που ήταν πεθαμένος ο άντρας της, η Ανδρομάχη δεν έβαλε στο στόμα της ούτε γλυκό ούτε ζάχαρη. Και δεν άνοιξε τα παντζούρια στα παράθυρά της». 

Αυτό που δεν καταλάβαινα όμως ήταν το κάστρο. Γιατί έλεγαν την Τακουή κάστρο; Την άλλη μέρα ρώτησα τη μάνα μου και μου εξήγησε: «Λένε Κάστρω, αλλά το πραγματικό της όνομα ήταν Κάστρου, το επίθετό της ήταν αυτό. Κι αυτή η Κάστρου είχε μια πολύ όμορφη κόρη, τη Φούλα. Και μαζί, μάνα και κόρη σκότωσαν τον άντρα της Φούλας και τώρα είναι φυλακή». Μετά μου είπε και το τραγούδι: «Στου Χαροκόπου τα στενά μια μικροπαντρεμένη». Αλλά εμένα πιο πολύ μου άρεσε εκεί που έλεγε: «Καημένε Αθανασόπουλε, τι σού μελλε να πάθεις, από κακούργα πεθερά τα νιάτα σου να χάσεις».

-Και γιατί βρίζανε την Τακουή;

-Γιατί είναι κακές γυναίκες, μη στενοχωριέσαι. Μετά από λίγες μέρες θα ξαναπάς.

Τις επόμενες μέρες τα παντζούρια της Τακουής ήταν κλειστά, όπως της Ανδρομάχης. 

Και τη Δευτέρα, καθώς γύριζα από το σχολείο, είδα ένα φορτηγό μπροστά από την πόρτα της με όλα τα έπιπλα της Τακουής. Πήγα κοντά και τότε το φορτηγό ξεκίνησε. Κι από το τζάμι είδα την Τακουή να μου κουνάει το χέρι της. Και ήταν σαν να έκλαιγε η Τακουή κι έκλαιγα κι εγώ και κουνούσα το χέρι μου μέχρι που το φορτηγό έστριψε. Και δεν την ξαναείδα ποτέ την Τακουή κι ούτε μπόρεσα ποτέ να της πω «ναι είσαι ωραία Τακουή μου, η πιο ωραία των ωραίων, πιο ωραία κι από τη βασίλισσα του παραμυθιού».

πατρίδα ή χώρα;

«Γιούχα και πάλε γιούχα των πατρίδων!»

Κωστή Παλαμά: Ο δωδεκάλογος του Γύφτου.

Τον τελευταίο καιρό με τα ελληνοτουρκικά, το μακεδονικό και τις εκδηλώσεις της 25ης Μαρτίου άκουσα και διάβασα αμέτρητες αναφορές στην πατρίδα. Γενικά όμως η λέξη «πατρίδα» είναι σε ημερήσια διάταξη στα χείλη των Ελλήνων και κυρίως των πολιτικών. Όμως η πατρίδα δεν είναι συνώνυμη ούτε με την Ελλάδα, ούτε με τη χώρα, γιατί έχει και αναπόφευκτες σηματοδοτήσεις, που θα έπρεπε να αποφεύγουμε.
Η πατρίδα είναι το θεμέλιο της πατριαρχίας, τα πάτρια εδάφη, η γη των πατέρων μας. Η γη στην οποία γεννήθηκαν οι πατέρες μας και οι πατέρες των πατέρων μας, που στη συνέχεια την παρέδωσαν στους γιούς τους, για να την προασπίζονται και να τη διαφυλάττουν, για να την παραδώσουν κι εκείνοι στους δικούς τους γιούς. Η πατρίδα έχει αποκλειστική σχέση με τον πατέρα και καμιά σχέση με τη μητέρα. Αλλά στην Ελλάδα τα πάντα είναι πατροπαράδοτα. Ακόμη κι αν οι γυναίκες φτιάχνουν κουραμπιέδες και μελομακάρονα, αν ζυμώνουν τσουρέκια και βάφουν αυγά, αν φτιάχνουν κόλυβα και μοιρολογούν, τα έθιμα είναι πατροπαράδοτα. Θυμάμαι μάλιστα μια εγκύκλιο του υπουργείου Παιδείας με οδηγίες διδασκαλίας «της μητρικής γλώσσας, όπως αυτή παραδίδεται από πατέρα σε γιο». Αποκορύφωση της πατριαρχίας είναι ο ύμνος των ολυμπιακών αγώνων, που έγραψε ο Παλαμάς. «Αρχαίο πνεύμα, αθάνατο, αγνέ πατέρα του ωραίου, του μεγάλου και του αληθινού». Σε αυτούς τους στίχους επιβεβαιώνεται η ανδρική φαντασίωση, ο πατέρας είναι αυτός που γεννά, χωρίς τη μεσολάβηση γυναίκας. Το αρχαίο πνεύμα αναβιώνει μέσω των πατέρων και γεννά τις μεγάλες αξίες της πατρίδας, το ωραίο, το μεγάλο και το αληθινό.
Εκτός όμως από τη συγγένεια της πατρίδας με την πατριαρχία δεν πρέπει να παραβλέπουμε τη σχέση της με τον εθνικισμό. Οι ευρωπαίοι μεταφραστές ελληνικών κειμένων αποδίδουν την έννοια της πατρίδας με τη λέξη «fatherland» ή άλλη συνώνυμη, που όμως βαρύνεται από ναζιστικούς συνειρμούς.
Η πατρίδα είναι μια έννοια αποκλείουσα (exclusive). Αποκλείει όλους/ες που δεν έχουν τη σειρά του αίματος, που τους πάει πολλές γενιές πίσω στην ελληνική γενεαλογία. Η γενεαλογία του έθνους αποκλείει τις/τους συζύγους των μικτών γάμων, αποκλείει τα παιδιά ξένων γονέων που γεννήθηκαν στην Ελλάδα, αποκλείει τις μειονότητες, τους πρόσφυγες και τους μετανάστες.
Αυτούς όλους δεν τους αποκλείουμε αν αναφερόμαστε στη χώρα μας και όχι στην πατρίδα μας.
Η χώρα είναι έννοια περικλείουσα (inclusive) και περιλαμβάνει χωρίς αποκλεισμούς και διακρίσεις όλες και όλους που ζούμε σε αυτήν. Η χώρα είναι ο χώρος που μας χωράει όλους/ες, χωρίς πατριαρχικούς και εθνικιστικούς περιορισμούς.

Η γιορτή της γυναίκας

Τώρα που μαράθηκαν τα λουλούδια και ξεθώριασαν οι αγάπες, τι άλλο απόμεινε από τη γιορτή της γυναίκας, εκτός από τη φενάκη; Η γιορτή της γυναίκας είναι μία ημέρα το χρόνο και τις υπόλοιπες 359 είναι η γιορτή του άντρα. Αν και βάσιμα θεωρώ πως και η γιορτή της γυναίκας είναι στην ουσία της και πάλι γιορτή του άντρα, γιατί του δίνεται η ευκαιρία να δείξει πόσο μεγαλόκαρδος και ανεξίκακος είναι. «Κι αν είναι όλες καθώς λεν χωρίς καρδιά, εμείς που έχουμε καρδιά τις αγαπάμε».
Η γυναίκα δημιουργήθηκε από το πλευρό του Αδάμ, σύμφωνα με τη θρησκευτική μυθολογία. Ο Αδάμ, ο άντρας, είναι το όλον και η γυναίκα το μέρος. Ο άντρας γνωρίζει τον εαυτό του, ως σύνολο, και άρα γνωρίζει και περιγράφει τη γυναίκα, αφού είναι κομμάτι του. Η γυναίκα πάλι δεν ξέρει τον εαυτό της, αφού δεν έχει εαυτό, ένα κομμάτι είναι, ούτε ξέρει τον άντρα, γιατί δεν μπορεί το κομμάτι να ξέρει το όλον. Βέβαια οι μύθοι πλάθονται έκ των υστέρων, για να προσδώσουν θεία επίνευση στην κοινωνική κατάσταση, ώστε να μη μπορεί καμιά/κανείς να αντισταθεί στη θεία βούληση. Ακολούθως ο Παύλος έθεσε τα χριστιανικά επιστεγάσματα: «Ἡ δέ γυνή ἵνα φοβῆται τόν ἄνδρα» και «γυναικὶ δὲ διδάσκειν οὐκ ἐπιτρέπω, οὐδὲ αὐθεντεῖν ἀνδρός, ἀλλ’ εἶναι ἐν ἡσυχίᾳ».
Δεν μπορώ να παρακάμψω το ότι η γιορτή της γυναίκας είναι τον Μάρτιο, την περίοδο της σαρακοστής και των χαιρετισμών, που εξυμνούν την «ωραιότητα της παρθενίας». Η παρθένος δεν είναι ακόμη γυναίκα, αν κρίνουμε από συνήθεις εκφράσεις όπως: «στην αγκαλιά του ένιωσε για πρώτη φορά γυναίκα» ή «αυτός την πήρε από την αγκαλιά της μάνας της και την έκανε γυναίκα». Η παρθένος είναι άμωμος και αμόλυντη, ενώ προφανώς η γυναίκα είναι βεβηλωμένη. Το βιολογικό θήλυ αποκτά το κοινωνικό γένος (gender) μέσω του άντρα. Ο άντρας είναι ο δημιουργός της γυναίκας. Και αν ακόμη παρακάμψουμε τη σεξουαλική πράξη και πάλι ο άντρας ευθύνεται για την κατασκευή του στερεοτύπου «γυναίκα», ενώ το στερεότυπο «άντρας» δεν είναι γυναικεία κατασκευή, αλλά και πάλι αντρική. Ο άντρας δίνει το λόγο της αντρικής του τιμής και τιμά τα παντελόνια που φορεί, ενώ η γυναικεία τιμή περιορίζεται στη διαφύλαξη της παρθενίας και στο σεξ εντός του γάμου.
Για τους άντρες το γυναικείο πρότυπο είναι μόνο αυτό της παρθένου. Με τα χαρακτηριστικά της παρθένου περιγράφουν τη μάνα τους και μερικές φορές την κόρη τους ή την αδελφή τους. Οι υπόλοιπες γυναίκες περιγράφονται ως «η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή». Κι αν κανείς αντιτάξει το επιχείρημα ότι με γυναικείες μορφές παρουσιάζονται υψηλές έννοιες, όπως η ελευθερία, η δικαιοσύνη, η δόξα, οι μορφές αυτές είναι τελείως εξαγνισμένες και ασεξουαλικές, έτσι ώστε να κάνουν τις πραγματικές γυναίκες να φαίνονται πολύ κατώτερες.
Αλλά περνάει η ώρα και πριν σχολάσει και πάλι το Αρσάκειο και αρχίσει η λατέρνα να παίζει ξανά το «αχ βρε παλιομισοφόρια, τι τραβάν για σας τα αγόρια» να προλάβω να αναρτήσω ένα ποίημα της Ζωής Καρέλλη:

Εγώ γυναίκα, η άνθρωπος,
ζητούσα το πρόσωπό Σου πάντοτε,
ήταν ως τώρα του ανδρός
και δεν μπορώ αλλιώς να το γνωρίσω.Ποιος είναι και πώς
πιο πολύ μονάχος,
παράφορα, απελπισμένα μονάχος,
τώρα εγώ ή εκείνος;

Πίστεψα πως υπάρχω, θα υπάρχω,
όμως πότε υπήρχα δίχως του
και τώρα,
πώς στέκομαι, σε ποιο φως,
ποιος είναι ο δικός μου ακόμα καϋμός;

Ω, πόσο διπλά υποφέρω,
χάνομαι διαρκώς,
όταν Εσύ οδηγός μου δεν είσαι.

Πώς θα δω το πρόσωπό μου,
την ψυχή μου πώς θα παραδεχτώ,
όταν τόσο παλεύω
και δεν μπορώ ν’ αρμοστώ.

«Ότι διά σου αρμόζεται
γυνή τω ανδρί.»
Δεν φαίνεται ακόμα το τραγικό
του απρόσωπου, ούτε κι εγώ
δεν μπορώ να το φανταστώ ακόμα, ακόμα.

Τι θα γίνει που τόσο καλά,
όσα πολλά ξέρω και γνωρίζω καλλίτερα,
πως απ’ το πλευρό του δεν μ’ έβγαλες.

Και λέω πως είμαι ακέραιος άνθρωπος
και μόνος. Δίχως του δεν εγινόμουν
και τώρα είμαι και μπορώ
κι είμαστε ζεύγος χωρισμένο, εκείνος
κι εγώ έχω το δικό μου φως,
εγώ ποτέ, σελήνη,
είπα πως δεν θα βαστώ απ’ τον ήλιο
κι έχω τόσην υπερηφάνεια
που πάω τη δική του να φτάσω
και να ξεπεραστώ, εγώ,
που τώρα μαθαίνομαι και πλήρως
μαθαίνω πως θέλω σ’ εκείνον ν’ αντισταθώ
και δεν θέλω από κείνον τίποτα
να δεχτώ και δε θέλω να περιμένω.

Δεν κλαίω, ούτε τραγούδι ψάλλω.
Μα γίνεται πιο οδυνηρό το δικό μου
ξέσκισμα που τοιμάζω,
για να γνωρίσω τον κόσμο δ’ εμού,
για να πω το λόγο δικό μου,
εγώ που ως τώρα υπήρξα
για να θαυμάζω, να σέβομαι και ν’ αγαπώ,
εγώ πια δεν του ανήκω
και πρέπει μονάχη να είμαι,
εγώ, η άνθρωπος.

Η ελληνική ονοματοπληξία

Οι Αρχαίοι Έλληνες έδιναν ονόματα σε ηπείρους, όπως Ευρώπη και Ασία, σε περιοχές που κατοικούνταν από διαφορετικούς λαούς, όπως Μεσοποταμία, και σε ξένους λαούς, όπως Αιθίοπες (αίθω+ωψ), που σημαίνει «αυτοί που έχουν καπνισμένο πρόσωπο». Σήμερα φαίνεται πως οι σύγχρονοι Έλληνες επιθυμούν, ως γνήσιοι απόγονοι, να συνεχίσουν αυτήν την παράδοση και επιθυμούν να είναι αυτοί που θα δώσουν όνομα στον γειτονικό λαό.

Όμως το ότι εμείς σήμερα ονομαζόμαστε Έλληνες μπορεί να μοιάζει αυτονόητο, αλλά δεν είναι. Στην εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας το 1822 υπήρξε προβληματισμός για την επιλογή του εθνικού ονόματος. Τα υποψήφια ονόματα ήταν: Ρωμιός, Έλλην και Γραικός. Οι Ευγένιος Βούλγαρης, Αδαμάντιος Κοραής και Αλέξανδρος Υψηλάντης υποστήριζαν το όνομα Γραικός και απέρριπταν το Έλλην, που ως εκείνη την εποχή σήμαινε ειδωλολάτρης. Ο εθνικισμός όμως επιβάλλει κάθε νεότερος λαός να συνδέεται  με έναν αρχαιότερο ένδοξο λαό και τελικώς επικράτησαν τα ονόματα Ελλάς και Έλληνες.

Στη συνέχεια οι νεότεροι Έλληνες επιδόθηκαν στην εξαφάνιση κάθε ίχνους της ενδιάμεσης ιστορίας τους και διατήρησαν και πρόβαλαν μόνο ότι τους συνέδεε με την αρχαία Ελλάδα. Τα βυζαντινά, υστεροβυζαντινά και οθωμανικά κτίσματα στην Ακρόπολη και γύρω από αυτήν γκρεμίστηκαν, χωρίς να καταγραφούν και αποτυπωθούν. Το υπουργείο πολιτισμού ουδέποτε ενδιαφέρθηκε για τη συντήρηση και αποκατάσταση της οικίας Μπενιζέλου στην οδό Αδριανού, μέχρις ότου πρόσφατα την παρέδωσε στην Εκκλησία, ως κατοικία της Αγίας Φιλοθέης και έτσι αποκαταστάθηκε.

Το ελληνικό κράτος όμως προχώρησε και στη σταδιακή αλλαγή των τοπωνυμίων. Το 1909 συγκροτήθηκε μια επιτροπή, υπό την προεδρία του Νικόλαου Πολίτη, της οποίας οι στόχοι περιγράφονται  ως εξής: «Είναι βεβαίως λυπηρόν το φαινόμενον τούτο, διότι τα βάρβαρα ονόματα και τα κακόφωνα ελληνικά λυπούσι μεν το γλωσσικόν συναίσθημα, έχουσι δε και επιβλαβή μορφωτικήν επήρειαν εις τους κατοικούντας συστέλλοντά πως και ταπεινούντα το φρόνημα αυτών, αλλά και παρέχουσι ψευδή υπόνοιαν περί της εθνικής συστάσεις των χωρίων αυτών, ων τα ξενικά ονόματα ηδύναντο να εκληφθώσιν ως μαρτυρούντα και ξενικήν καταγωγήν».

Κι έτσι, για να μη ταπεινωθεί το φρόνημά μας το Ζητούνι έγινε Λαμία, η Βοστίτσα Αίγιον, το Μπογιάτι Οίον, το Χασάνι Ελληνικόν, η Γκιουλμουτζίνα Κομοτηνή, ενώ η Βιτρινίτσα της Δωρίδας έγινε Ερατεινή από το όνομα της συζύγου του Δημάρχου της. Οι Σπέτσες μετονομάστηκαν σε Τυπάρηνος, όχι όμως για πολύ. Όπως γράφει ο Τερτσέτης «οι δύο πρωτόγεροι Χατζηγιάννης Μέξης και Ανδρέας Αναργύρου και ο ναύαρχος Ανδρούτσος δεν το έστεργαν ότι είναι Τυπαρήνιοι. Πιάνονται από άρματα είπαν … και οι Σπετζιώτες έμειναν Σπετζιώτες».

Αυτά είναι απλά παραδείγματα, αλλά οι μετονομασίες είναι πολλές και πολύ εκτεταμένες και φθάνουν ως τις μέρες μας. Στην περίοδο της δικτατορίας το Τουρκολίμανο έγινε Μικρολίμανο, το Πασαλιμάνι λιμήν Ζέας και ο τούρκικος καφές ελληνικός. Τελευταία σε μια εκδρομή στην Εύβοια πριν από δημοτικές εκλογές διέσχισα τους δήμους Ελυμνίων, Μεσσαπίων και Ταμινέων.

Από τις πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις όμως είναι το Δεδέ Αγάτς. Στο ψαροχώρι αυτό της Θράκης έφτασε το 1920 ο βασιλιάς Αλέξανδρος λίγο πριν από το θάνατό του από δάγκωμα μαϊμούς. Το δημοτικό συμβούλιο αποφάσισε τότε να μετονομάσει προς τιμή του νεαρού βασιλιά το Δεδέ Αγάτς σε Αλεξανδρούπολη. Ο Αλέξανδρος όμως δεν ήταν ούτε ένδοξος ούτε αγαπητός από την οικογένειά του λόγω του γάμου του με την Ασπασία Μάνου και βασίλεψε μόνο τρία χρόνια, όταν εξορίστηκε ο πατέρας του. Για αυτό σιγά σιγά και με τη βοήθεια του ήλιου της Βεργίνας  αφήνεται να σχηματισθεί η εντύπωση ότι η πόλη πήρε το όνομά της από τον Μέγα Αλέξανδρο.

Το όνομα για τους σύγχρονους Έλληνες είναι πολύ σημαντικό. Η συνέχεια του ονόματος αποδεικνύει και τη συνέχεια του αίματος. Ο πρωτότοκος γιος θα πάρει όχι μόνο το επώνυμο, αλλά και το όνομα του παππού του και θα διασφαλίσει τη συνέχεια της γενιάς. Ο πατέρας δίνει τη συνέχεια του αίματος και του ονόματος. Η μητέρα είναι ένας αμελητέος ξενιστής, που το επώνυμό της είναι σε πτώση γενική και δεν είναι σε θέση να διαταράξει ούτε τη συνέχεια του αίματος, ούτε τη συνέχεια του ονόματος.

Το οικογενειακό όνομα διασφαλίζει τη συνέχεια του αίματος της πατριάς και το τοπωνύμιο τη συνέχεια του αίματος της κοινότητας ή της κοινωνίας. Αλλά η συνέχεια δεν είναι αυταξία. Έχει τόση αξία, όση ακριβώς της δίνουμε.

Στις μέρες μας αποφεύγουμε να μιλάμε για τη συνέχεια του αίματος, γιατί κινδυνεύουμε να χαρακτηριστούμε ρατσιστές. Μιλάμε μόνο, για τη συνέχεια του ονόματος, αλλά πίσω από το όνομα υπολανθάνει ο εθνικιστικός πόθος για τη συνέχεια του αίματος. Το όνομα ως σημαίνον παραπέμπει σε ένα σημαινόμενο, που συχνά είναι φανταστικό ή μεταφυσικό.

Για όλους αυτούς τους λόγους δεν αναγνωρίζουμε στο γειτονικό λαό το όνομα που έχει επιλέξει, ούτε την ταυτότητά του. Θέλουμε εμείς να του επιβάλουμε όνομα και μάλιστα erga omnes.

Πριν από λίγες δεκαετίες είχε δημιουργηθεί μια εθνικιστική κίνηση να επιβληθεί στους υπόλοιπους λαούς, όταν αναφέρονται στην Ελλάδα και στους Έλληνες να χρησιμοποιούν αποκλειστικά το όνομα Hellas και τα παράγωγά του. Κάτι αντίστοιχο δηλαδή με το να μας επιβάλει η Γερμανία να χρησιμοποιούμε το όνομα Deutschland και μόνο αυτό erga omnes. Θυμάμαι μάλιστα τα χρόνια των σπουδών στην Οξφόρδη, που μια ομάδα φοιτητών ζήτησε να μετονομαστεί το φοιτητικό Greek Society σε Hellenic. Αρνηθήκαμε οι περισσότεροι και η ομάδα αυτή αποσχίστηκε και δημιούργησε το Hellenic Society.

Αντίθετα ας φανταστούμε για μια στιγμή τι θα γινόταν αν κάποιο κράτος ή κάποια κράτη θεωρούσαν ότι δεν έχουμε δικαίωμα να ιδιοποιούμαστε αποκλειστικά τον ελληνικό πολιτισμό και  απαιτούσαν να χρησιμοποιούμε το όνομα Greeks erga omnes. Οι μόνοι που θα χαίρονταν θα ήταν ο Βούλγαρης, ο Κοραής και ο Υψηλάντης, αλλά αυτοί δεν ζουν πια. Ίσως καλύτερη τύχη θα είχε η πρόταση να χρησιμοποιούμε erga omnes το όνομα λεβέντες. Γιατί αναγνωρίζουμε σε αυτό μόνο τη σημασία που του έχουμε δώσει και αγνοούμε ότι προέρχεται από τη λέξη levante και άρα σημαίνει ανατολίτες.

Η «Άλλη Μοίρα» του Νίκου Παπαδόπουλου

Ο Νίκος Παπαδόπουλος με προσκάλεσε να παρουσιάσω την ποιητική του συλλογή «Άλλη Μοίρα» τη Δευτέρα, 29 Ιανουαρίου 2018, στο Ζοο. Το κείμενο που ακολουθεί είναι από την παρουσίαση.

 

Πριν λίγες μέρες, όταν ο Νίκος Παπαδόπουλος ετοίμαζε την πρόσκληση για την παρουσίαση της «Άλλης Μοίρας» μου πρότεινε να με αναφέρει ως φιλόλογο. Του είπα βιαστικά όχι και διέκοψα απότομα την επικοινωνία. Πάντα θεωρούσα ότι το «φιλόλογος» δεν είναι ειδικότητα, αλλά είδος ανθρώπου. Είδος τρομακτικό και τρομοκρατικό. Το σκέφτηκα μερικές μέρες και μετά του είπα: «γράψε φιλόλογος». Γιατί δεν έχω το κουράγιο και τον χρόνο, για να παλέψω και να διεκδικήσω μια «άλλη μοίρα». Μπορώ ίσως, με πολλά ίσως, να μιλήσω για την «άλλη μοίρα» του Νίκου κινδυνεύοντας πάντα να υποπέσω σε έναν πατερναλισμό, μια και ο φιλόλογος είναι ο κατεξοχήν πατέρας.

Ο Νίκος Παπαδόπουλος συναντάει τη μοίρα του που:

«Ζει σε αδράχτια μοιράζει κομμάτια

Και πνίγει τα δάκρυα

Στ´ αμόνι».

 

Λοιδορεί και περιφρονεί αυτή τη μοίρα:

« Η δική μας η μοίρα

Λιμανιού η ξεφτίλα

Δε θα αλλάξει σαν κάποιων

Φτωχών

 

Η δική μας η μοίρα

Μια θαλάσσια αλμύρα

Θα ξεβράζει καημό

Ξενυχτιών»

 

Αναγνωρίζει τον εαυτό του ανάμεσα σε άλλους:

 

«Κολασμένοι της γης διορισμένοι εξ αρχής

Απ´ τη Μοίρα

Τη θεά των θεών μια μαμά των πολλών

Που δεν οίδα»

 

Θέλει με κάθε τρόπο να ξεφύγει από αυτή τη μοίρα. Αλλά ο τρόπος είναι τελικά ένας και μοναδικός:

 

«Ανοίγει την πόρτα αλλάζει πια ρότα

Γυρίζει την πλάτη

Γλιτώνει

 

Γεννιέται και πάλι και μέσα στην πάλη

Θυμώνει και

Δεν πληρώνει

 

Ζητάει και πάλι να ζήσει τη ζάλη

Αγαπάει μα

Δε ματώνει».

 

Ο στίχος του Νίκου Παπαδόπουλου θυμίζει ρυθμό στοχαστικού πολυβόλου.  Χωρίς στίξη, με μέτρο και ομοιοκαταληξία. Όχι από πίστη και εμμονή σε μια παράδοση, αλλά γιατί ο ήχος του πολυβόλου έχει και μέτρο και ο οικαταληξία, όταν στοχάζεται με ριπές.

 

«Τα ποιήματά μου δε μου άρεσαν ποτέ

Όχι βέβαια ότι προσπάθησα ποτέ να τα κάνω να μου αρέσουν

Ούτε και ότι έγραψα ποτέ

Ποιήματα – με χορδές

Ορδές λέξεων και φράσεων

Που κατακλύζουν τον εγκέφαλο ενός νοητού αναγνώστη»

 

Το ποιητικό του ύφος απέχει πολύ από την καλλιέπεια. Ας λέει ο ίδιος ότι τα ποιήματά του δεν του άρεσαν ποτέ. Στο ύφος αυτό, στον στίχο αυτό έχει φτάσει από καθαρή επιλογή:

 

«Η πένα ακονίζει τις λόγχες, θυμίζει

Παλιά γνώριμη μελωδία

 

Που θέλει να φέρει στο νου που υποφέρει

Την πρώτη αλήθεια

Με βία»

Από αυτή την πένα που ακονίζει τις λόγχες θα προκύψει η άλλη μοίρα, που τελικά μπορεί να μην είναι μόνο η άλλη μοίρα του Νίκου Παπαδόπουλου, αλλά όλων μας.

 

«Η δική μας λεπίδα

Αλλού ηλίου αψίδα

Θα εκτελέσει ένα κράτος

Αστών

 

Ατσαλένια η ασπίδα

Ημετέρα ελπίδα

Για ν´ αλλάξουμε ρου

Στρεβλωτικό»

 

Η άλλη μοίρα όμως δεν συγκρούεται μόνο με τις κοινωνικές και πολιτικές νόρμες. Δεν οδηγεί μόνο σε μια κοινωνική και πολιτική αναγέννηση.   Χρειάζεται να επουλώσει και παλιά τραύματα της ψυχής και της καρδιάς.

 

«Δώσ´ μου ένα σ´ αγαπώ

Λιγάκι και ορθοποδώ

Και συνεχίζω

……..

Και ξαναδώσ´ μου αναπνοή

Μες στης καρδιάς τη συνοχή

Να μ´ αγαπήσω

………

Να ξαναστήσω μια ζωή

Ανθρώπινη και αληθινή

Με μια μαγεία

 

Μια κινησούλα τόσο απλή

Να καθαρίσει η βροχή

Την αμαρτία».

Το μυστικό της κοντέσσας …Σοφίας

Δεν είχε μόνο η κοντέσσα Βαλέραινα μυστικό, είχε και η κοντέσσα …Σοφία

Εκείνο το απόγευμα, μόλις ήρθε η κυρα-Μαρίκα την πήρε η μάνα μου και κλειστήκανε στο μέσα δωμάτιο. Αυτό δεν είχε ξαναγίνει. Πάντα ήμουν κι εγώ μαζί και έκανα ότι έπαιζα και δεν πρόσεχα τι λέγανε. Και δεν έκανα ερωτήσεις, για να μην καταλάβουν ότι είχα στήσει αυτί και άκουγα.

Όταν κάποτε άνοιξε η πόρτα η κυρα-Μαρίκα ήταν πολύ σκυθρωπή: «Να το πεις του άντρα σου να του τρίξει τα δόντια. Δεν μπορεί να μείνει έτσι το πράγμα». Η μάνα μου όμως είχε αντίθετη γνώμη: «Δεν του λέω τίποτε, γιατί αρπάζεται εύκολα και μπορεί να γίνει κανένα κακό. Κι άμα στενοχωρηθεί τον πιάνουν κι  οι αιμορροΐδες του και άστα να πάνε». «Δεν είναι τίποτε οι αιμορροΐδες. Θα σου πω εγώ να φτιάξεις μια αλοιφή και θα βρει μεγάλη ανακούφιση. Θα πάρεις πέντε δραχμές τσίγκο σκόνη από το φαρμακείο και θα την δουλέψεις καλά με λάδι, όπως δουλεύεις την ταραμοσαλάτα, μέχρι να γίνει αλοιφή. Από αυτήν θα βάζει με ένα μπαμπάκι. Αλλά να πλένεται καλά. Πλύσιμο και αλοιφή και θα με θυμηθείς».

Μετά από αυτό βρέθηκα με ένα τάλιρο στο χέρι στο φαρμακείο να ζητάω πέντε δραχμές τσίγκο. Μιά άσπρη σκόνη ήταν μέσα σε ένα μεγάλο βάζο. Ο κυρ-Βασίλης έβαλε δυο κουταλιές σε ένα χάρτινο σακουλάκι από αυτά που έβαζε μέσα χαμομήλι και τίλιο, το ζύγισε, το δίπλωσε και μου το έδωσε. Είχα προετοιμάσει πολλές απαντήσεις να δώσω, αν με ρωτούσε τι θα κάνουμε με τον τσίγκο, αλλά ευτυχώς δεν με ρώτησε. Ούτε παραξενεύτηκε καθόλου.

Στο σπίτι η μάνα μου άδειασε το σακουλάκι μέσα στο φλιτζάνι με το σπασμένο χερούλι. Έξι τα είχε   με μικρά ροζ λουλουδάκια, αλλά έπεσε ο «αναθεματισμένος ο όλμος» και της έσπασε τα γυαλικά στο ντουλάπι κι από τα έξι φλιτζάνια έμεινε μόνο αυτό, δίχως χερούλι. «Αν πεις το καντήλι, δώρο του αδελφού μου στο γάμο μου, έφυγε από τα εικονίσματα κι έπεσε μέσα στην κούνια του μωρού. Πώς δεν πήραμε φωτιά; Ήτανε, βλέπεις, σβηστό. Πού λάδι για καντήλια στην κατοχή.»

Το μισερό φλιτζάνι δεν το πέταξε. «Έρχεται μια μέρα  και σου χρειάζεται». Αλλά εγώ νομίζω πως δεν ήθελε να το αποχωριστεί. Και άλλωστε η παρουσία του βοηθούσε να μνημονεύει κάθε τόσο τον «αναθεματισμένο τον όλμο».

Έριξε λίγο λάδι μέσα στο φλιτζάνι και μ´ ένα κουταλάκι άρχισε να το δουλεύει. Κάθε τόσο έριχνε και λίγες σταγόνες λάδι ώσπου έφτιαξε μια ασπρουλιάρικη αλοιφή. Γρήγορα έγινε η αλοιφή κι ακόμη πιο γρήγορα αποδείχτηκε θαυματουργή. Σε λίγες μέρες μαθεύτηκε στη γειτονιά, σε γνωστούς και φίλους, που έφερναν το σακουλάκι με τον τσίγκο και την άλλη μέρα έπαιρναν την αλοιφή. «Τα χίλια καλά να δεις Σοφία μου, να χαίρεσαι τον άντρα σου και τα παιδιά σου, μας έσωσες»

Ποτέ δεν είπε πώς έφτιαχνε την αλοιφή, ούτε τι έβαζε μέσα. Και ποτέ δεν πήρε λεφτά. «Τη φτιάχνω για την ψυχή τού πατέρα μου, που πατέρα δε γνώρισα. Μωρό ήμουν όταν μας άφησε ορφανά.» και κάθε τόσο μ´ αγριοκοίταζε μη μου ξεφύγει καμιά κουβέντα. Και μετά από λίγο καιρό ρώτησε στο φαρμακείο πίσω από τον Άγιο Κωνσταντίνο από πού έπαιρναν τα βαζάκια που έβαζαν την κρέμα προσώπου. Σε ροζ βαζάκια την κρέμα «της νυχτός» και σε άσπρα βαζάκια την κρέμα «της ημερός». Και την άλλη μέρα με άρπαξε από το χέρι και βρεθήκαμε στην οδό Σωκράτους στην Αθήνα. Από τότε η αλοιφή έμπαινε και σε βαζάκι.

Η μάνα μου ήταν πάντα σε εμπόλεμη κατάσταση με τη μεγάλη αδελφή του πατέρα μου. Όταν άρχιζε να εξιστορεί τι της είχε κάνει ο κατάλογος ήταν μακρύς, αλλά άρχιζε από τότε που ήταν ετοιμόγεννη στον αδελφό μου μέσα στην κατοχή. Και καθώς ερχόταν η μαμή στο σπίτι συνάντησε στο δρόμο τη θεια μου και της είπε «η νύφη σου γεννάει» κι εκείνη απάντησε «άμα κάνει ο κόκορας αυγό θα κάνει κι η νύφη μου παιδί». «Κι ούτε στη βάφτιση ήρθε η φωτιοκαμένη που ο Τάσος μου ήταν το πρώτο εγγόνι μέσα στο σόι κι έπαιρνε το όνομα του πατέρα της, φωτιά να την κάψει».

Φαίνεται πως ο θείος ο Γιάννης είχε κι εκείνος αιμορροΐδες και μια μέρα ήρθε στο σπίτι η θεία Μαρία με ένα σακουλάκι τσίγκο. «Φτιάξε μου, μαρή, να βάλω του Γιάννη, μπάς και του κάνει τίποτε». «Να σου φτιάξω, Μαρία μου, να σου φτιάξω. Έλα σε δυο μέρες να την πάρεις». «Γιατί, μαρή, να ´ρθω σε δυο μέρες, σήμερα να μου τη φτιάξεις, γιατί υποφέρει». «Σήμερα θα την αρχίσω, αλλά μεθαύριο θα είναι έτοιμη. Θέλει δυο μέρες, για να γίνει». Και ήρθε σε δυο μέρες και την πήρε και μεγάλο καλό είδε ο Γιάννης της. Και κάθε τόσο ερχόταν για καινούργια αλοιφή. «Γιατί, μαρή, δε μου φτιάχνεις περισσότερη, να μην έρχομαι ολοένα;» «Γιατί πρέπει να είναι φρέσκια η αλοιφή, χαλάει γρήγορα και θα τη βάζει και δεν θα του κάνει τίποτε». Και μονολογούσε πίσω της «ήταν να μην πέσεις στην ανάγκη μου. Τώρα που έπεσες θα σε συγυρίσω καλά». Μου έριχνε που και που και καμιά άγρια ματιά, γιατί μέσα στο σπίτι μόνο εκείνη κι εγώ ξέραμε τη συνταγή της αλοιφής.

«Γιατί, μαρή, δε μου λες τη συνταγή να τη φτιάχνω μόνη μου, να μην πηγαινοέρχομαι;» «Αχ Μαρία μου, δεν μπορώ. Αυτή πάει από μάνα σε κόρη. Και εμένα τελευταία μου την έμαθε η μάνα μου, γιατί από τις αδελφές μου μόνο εγώ έχω κόρη. Και με όρκισε να μην πω πουθενά το μυστικό, όπως κι εκείνη την όρκισε η μάνα της. “Ορκίσου μου είπε στα τρία σου παιδιά πως ούτε το μυστικό θα πεις, ούτε λεφτά θα κερδίσεις”. Κι εγώ το κάνω για το συχώριο του πατέρα μου και του πεθερού μου, που το όνομά του πήρε ο Τάσος μου».

Η Τασία και το οικοπεδάκι

 

 Κουράστηκα να ακούω και να διαβάζω όλους αυτούς που κατηγορούσαν τα αυθαίρετα το καλοκαίρι με τις φωτιές στην Ανατολική Αττική και τελευταία με τις πλημμύρες. Πάντα οι φτωχοί και οι πλέον αδύναμοι φταίνε για όλα τα δεινά της κοινωνίας. Το ότι τα αυθαίρετα είναι εκατοντάδες χιλιάδες και στεγάζουν εκατοντάδες χιλιάδες οικογένειες δεν αναγνωρίζεται ως κοινωνικό πρόβλημα για το οποίο έχει την ευθύνη το κράτος. Από τις δεκαετίες του 50 και του 60 οι οικοπεδικοί συνεταιρισμοί, με άδεια κατάτμησης από το Υπουργείο Γεωργίας και άδεια ρυμοτομίας πουλούσαν οικόπεδα με δόσεις. Κάποιοι πρόλαβαν κι έβγαλαν άδεια κι έχτισαν νόμιμα. Μετά τα περισσότερα κηρύχθηκαν δασικά κι απαγορεύτηκε η δόμηση. Κάποιοι δέχθηκαν τη μοίρα τους κι έχασαν την περιουσία τους, κάποιοι αγανάκτησαν με την αυθαιρεσία του κράτους που είχε εισπράξει τους φόρους μεταβίβασης και αποφάσισαν να χτίσουν αυθαίρετα, πληρώνοντας διπλάσια και τριπλάσια τους εργολάβους που τα είχαν «καλά» με την αστυνομία. Αυτοί είναι οι φτωχοί και ανίσχυροι. Οι πλούσιοι και ισχυροί φροντίζουν με τον τρόπο τους να εντάσσεται ο συνεταιρισμός τους στο σχέδιο πόλεως, όπως έγινε με τους γιατρούς στην Ιπποκράτειο πολιτεία και τους δικαστές στο Σχινιά. Άλλοι πάλι με άδεια για μουσείο έχτισαν τεράστια έπαυλη με πισίνα και γήπεδο του τέννις και αυτοί είναι κατεξοχήν αγανακτούν με τα αυθαίρετα. Όπως έλεγε και η μάνα μου «των άλλων είναι καρύδια και κατρακυλούν κι ακούγονται και τα δικά τους είναι σύκα και δεν ακούγονται». Σε όλους αυτούς αφιερώνω το παρακάτω κείμενο, για να χαρούν που η Αττική γλίτωσε από ένα αυθαίρετο».

Όταν απολύσανε τον Νίκο από τα διυλιστήρια, η μάνα μου δεν το έβαλε κάτω. «Θα πάω να μιλήσω στο Βρεττό, το βουλευτή» είπε. «Ωχ, καημένη, όρεξη που την έχεις» είπε ο πατέρας μου κοφτά, αλλά εκείνη με άρπαξε από το χέρι το άλλο πρωί και πήγαμε στην Αθήνα, στο ιατρείο του Βρεττού.

«Κυρ Σπύρο, ένα άκακο αρνί είναι, δεν ανακατεύεται με τα πολιτικά και πάντα Καραμανλή ψηφίζει, ξέρω καλά τι σού λέω». Ο Βρεττός έκανε κάτι τηλεφωνήματα και μετά «σε λίγο θα μας πάρουν  να μας πούνε» είπε. Πράγματι,  χτύπησε το τηλέφωνο και μετά από κάτι μισοκουβέντες το έκλεισε και γύρισε προς τη μάνα μου: «Σοφία μου, ούτε πολιτικά, ούτε τίποτε. Φαίνεται πως αυτός είχε μια γκόμενα, που την παράτησε και μετά αυτή πήγαινε κάθε μέρα στα ναυπηγεία κι έστηνε καυγάδες και ξεσήκωνε τους εργάτες. Με τα πολλά τον απολύσανε να βρούνε την ησυχία τους».

Όταν μπήκαμε στο τρένο να γυρίσουμε στον Πειραιά η μάνα μου, με ύφος που δε σήκωνε δεύτερη κουβέντα, μού είπε: «Κοίταξε, κακομοίρη μου, το καλό που σου θέλω. Λέξη δε θα βγει από το στόμα σου». Το βράδυ που ήρθε ο πατέρας μου από τη δουλειά, αφού πρώτα με κοίταξε καλά στα μάτια, του είπε: «Δε γίνεται τίποτε, εσύ τον πήρες στο λαιμό σου που τον έμπλεξες με τα πολιτικά. Να δούμε τώρα ποιος θα τους δώσει να φάνε, η ΕΔΑ κι ο Ηλιού;»

Ο Νίκος και η Τασία είχαν οχτώ παιδιά. Ή, όπως έλεγε η μάνα μου, «είχαν αραδιάσει οχτώ παιδιά, αλλά πού μυαλό;» Τα μικρότερα στην ηλικία μου και πιο μικρά. Τα μεγαλύτερα δούλευαν και το κορίτσι που μόλις είχε τελειώσει το δημοτικό φρόντιζε το σπίτι και τα μικρότερα.  Η Τασία ξενόπλενε. Κάθε πρωί πήγαινε σε άλλο σπίτι κι έβαζε μπουγάδα στο χέρι. Άπλωνε τα ρούχα και μετά έφευγε. Μερικές κυρίες τη φώναζαν και απογεύματα για σιδέρωμα. Πολλές φορές πήγαινε για σιδέρωμα κι έβρισκε τα ρούχα ακόμη απλωμένα στο σχοινί. «Αυτές παιδάκι μου δεν είναι εισθέση ούτε να κάνουν έτσι και να μαζέψουν τα ρούχα απ´ το σχοινί». Κι όπως έκανε την παραστατική χειρονομία έβλεπες τα δάχτυλά της τυλιγμένα με τσιρότα, γεμάτα πληγές από τα ζεματιστά νερά και το τρινάλ.

Από τις πληροφορίες που μας παρείχε πλουσιοπάροχα η Τασία μαθαίναμε τα νέα από τα σπίτια που δούλευε, που ολοκληρώνονταν κάθε φορά από τη διαπίστωση ότι τα πιο βρώμικα σώβρακα ήταν του γιατρού του Ιωάννου, που άλλαζε κάθε Σάββατο και η Τασία έπλενε το σώβρακό του κάθε Δευτέρα. Από τότε που το έμαθα, κάθε φορά που αρρώσταινα κι ερχόταν ο γιατρός ο Ιωάννου να με δει, εγώ σκεφτόμουν πως φορούσε βρώμικο σώβρακο και δεν ήθελα να με πιάνει.

Είχα τελειώσει πια το σχολείο, όταν ήρθε η Τασία στο νοσοκομείο να δει τον πατέρα μου, που ήταν στα τελευταία του. Κάποια στιγμή ήρθαν οι γιατροί να τον δουν και βγήκαμε στο διάδρομο. Ήταν πολύ συγκινημένη και η μια κουβέντα έφερνε την άλλη. «Θα το πω μόνο σε σένα, κανείς δεν το ξέρει κι ούτε εσύ να το πεις πουθενά». Τότε μου είπε για το οικοπεδάκι. Ο ξάδελφος της ο Στάθης, γιος της θειας της της Αννίκας, που ζούσε στο Ικόνιο, της είπε ότι αγόρασε ένα οικοπεδάκι στο Πέραμα. Από το Συνεταιρισμό, με δόσεις, λίγα λίγα, κι αν ήθελε να της αγόραζε κι εκείνης. Το ήθελε πολύ η Τασία το οικοπεδάκι, αλλά ο άντρας της δεν θα συμφωνούσε. Τον Στάθη άσωτο τον ανέβαζε, άσωτο τον κατέβαζε, ένα ρεμάλι και μισό. Ώσπου πήρε την απόφαση η Τασία, το ήθελε το οικοπεδάκι στο Πέραμα, αλλά δεν είπε τίποτε σε κανένα. Θα το ξεχρέωνε και μετά θα το παρουσίαζε. Σε δέκα χρόνια, εκατόν είκοσι δόσεις. Κάθε βδομάδα έβαζε στην μπάντα λεφτά και κάθε μήνα πέρναγε από τα ναυπηγεία στο Πέραμα, που δούλευε ο Στάθης, του έδινε τα λεφτά κι εκείνος πήγαινε και τα ακουμπούσε στο Συνεταιρισμό. Να μην τα πολυλογώ, πέρασαν τα δέκα χρόνια κι η Τασία είπε στο Στάθη να της φέρει τα χαρτιά για το οικόπεδο και να πάνε να το δούνε.

Και σήμερα και αύριο, όλο δουλειές είχε ο Στάθης. Και η Τασία αποφάσισε να πάει μόνη της στο Συνεταιρισμό. Λέει το όνομά της, δεν έχουν τέτοιο όνομα της λένε, λέει του άντρα της μήπως το δηλώσανε στο όνομα του Νίκου, ούτε. Λέει το όνομα του Στάθη, ούτε τέτοιο όνομα είχαν.  Της ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι. Δέκα χρόνια, τόσα λεφτά χαμένα. «Παναγία μου, είπε, εγώ να πάω το χαμπέρι του. Δεν πέρασαν πολλές μέρες κι όπως ερχόμουν απ´ τη δουλειά είδα κόσμο μαζεμένο στα ναυπηγεία. Πάω κοντά να μάθω τί γίνεται, τρεις νοματαίοι σκοτωμένοι. Κόλλαγαν ένα καζάνι κι έγινε έκρηξη. Μέσα σε αυτούς κι ο Στάθης. Έφυγα αλαφιασμένη. Ούτε σε τραμ μπήκα ούτε πουθενά. Με τα πόδια έφτασα στο Ικόνιο κι όπως ήταν το σπίτι της θειας μου στην ανηφόρα, από μακριά της φώναζα “θεία ο Στάθης σκοτώθηκε”. Κι όπως την είδα να σπαράζει στο κλάμα και να μαδιέται τη λυπήθηκα. Εγώ δεν ήθελα να σκοτωθεί ο Στάθης. Μόνο το χαμπέρι του ήθελα να πάω».

 

Τα 80 χρόνια της Σχολής Μωραΐτη

 

Μια άλλη προσέγγιση

Δεν έχω δει τη διαφημιστική ταινία της Σχολής Μωραΐτη, για να γιορτάσει τα 80 χρόνια της. Το σενάριο και η σκηνοθεσία είναι του Βασίλη Ραΐση, τον οποίο εκτιμώ πολύ ως άνθρωπο, ως καθηγητή και ως δημιουργό. Οι διαφημιστικές ταινίες όμως και οι χοροί μπορεί να αρμόζουν  στον εορτασμό των 80 χρόνων, αλλά περιορίζονται στις δημόσιες σχέσεις της επιχείρησης. Ένας εκπαιδευτικός οργανισμός πρέπει πρωτίστως να μεριμνά για το παιδαγωγικό και εκπαιδευτικό του έργο και τότε δεν θα έχει ανάγκη τις δημόσιες σχέσεις.

Μερικοί νομίζουν ότι το παιδαγωγικό έργο βελτιώνεται αν εκσυγχρονισθούν οι τρόποι και τα μέσα διδασκαλίας. Ισχύει αυτό. Αλλά η παιδαγωγική δεν έχει σχέση μόνο με το πώς διδάσκουμε, αλλά και με το τι διδάσκουμε. Για αυτό το «τι διδάσκουμε» χρειάζεται να αλλάξει ο ιδεολογικός προσανατολισμός της Σχολής Μωραΐτη.

Ο ιδρυτής του Σχολείου,  ο Αντώνης Μωραΐτης, ήταν άνθρωπος της γενιάς του 30. Εκείνη την εποχή διαδόθηκαν και αγαπήθηκαν πολύ στην Ελλάδα οι θεωρίες του Νίτσε και κυρίως το έργο του «η γέννηση της τραγωδίας» από τη σύγκρουση του απολλώνιου στοιχείου με το διονυσιακό.

Ο Απόλλων ήταν θεός του φωτός, του πνεύματος, της ομορφιάς, της αγνότητας, της διαύγειας, της γαλήνης και της αρμονίας, ενώ στον Διόνυσο αποδιδόταν ο ασυγκράτητος συναισθηματισμός και το πάθος. Πολλοί θεώρησαν τη διάκριση ανάμεσα στο απολλώνιο και το διονυσιακό ως τη διάκριση ανάμεσα στον δυτικό κόσμο και στον κόσμο της Ανατολής και ως διάκριση ανάμεσα στον άνδρα και τη γυναίκα. Παρόλο όμως που ο Νίτσε  έβλεπε το απολλώνιο στοιχείο σε συγκερασμό με το διονυσιακό, ο Αντώνης Μωραΐτης επέλεξε να απομονώσει το απολλώνιο και όρισε ως έμβλημα του Σχολείου την κεφαλή του Απόλλωνα. Παρά τους ξεπερασμένους και προβληματικούς συμβολισμούς η κεφαλή του Απόλλωνα παραμένει ως έμβλημα του Σχολείου. Θα μου πείτε βέβαια ότι πολύ συχνά διατηρούνται τα παλαιά εμβλήματα, και συχνά απογυμνώνονται από το συμβολικό περιεχόμενο. Το δέχομαι. Όμως εδώ δεν ισχύει. Ενώ παλιότερα το έμβλημα περιείχε τη ρεαλιστική απεικόνιση της κεφαλής του αγάλματος, τα τελευταία χρόνια άλλαξε. Αν το θέμα ήταν η συνέχεια θα έπρεπε να διατηρηθεί το έμβλημα ως είχε. Αναφέρθηκα όμως πριν στη διάκριση ανάμεσα στο πώς διδάσκουμε και το τι διδάσκουμε. Παρέμεινε η κεφαλή του Απόλλωνα, διατηρήθηκε το «τι» και άλλαξε μόνο το «πώς». Παρέμεινε το ιδεολογικό περιεχόμενο, αλλά η κεφαλή του αγάλματος ξανασχεδιάστηκε και σχεδόν δεν είναι αναγνωρίσιμη, λόγω των έντονων και αντιθετικών σκιάσεων που προσδίδουν μιλιταριστικό ύφος. Περιορίζομαι σε αυτό το σχόλιο και θα αποφύγω τις άλλες ερμηνείες που αποδόθηκαν στον Νίτσε.

Το ιδεολογικό φορτίο του απολλώνιου στοιχείου ήταν εμφανές στον «δωδεκάλογο του μαθητή» που ίσχυε έως το 2013, οπότε μετά από προσωπικό αγώνα 20 ετών κατάφερα να αντικατασταθεί από τις «θέσεις και αξίες» που υποτίθεται ότι θα δέσμευαν όλους τους/τις ανθρώπους του σχολείου και όχι μόνο τον «μαθητή», αλλά τελικά δεν δεσμεύουν κανένα. Και ο λόγος είναι απλός. Δεν εφαρμόζονται, γιατί βασίζονται στις αρχές της ισότητας, της ανεκτικότητας και της αποδοχής της διαφορετικότητας. Σε αντίθεση ο  αυταρχικός «δωδεκάλογος του μαθητή» περιείχε απολλώνεια άρθρα όπως το  «αγαπάμε το ωραίο», λες και υπάρχουν άνθρωποι που αγαπούν το άσχημο. αλλά βέβαια εδώ αντικειμενικοποιείται το ωραίο και είναι αποκλειστικά αυτό που αρέσει στην ιδιοκτησία του Σχολείου.

Ας δούμε όμως και τον ύμνο του Σχολείου σε στίχους του Κώστα Γεωργουσόπουλου. Οι δύο πρώτοι στίχοι «Ο κόσμος είναι πέλαγο και το σχολειό καράβι» ορίζουν το ιδεολογικό πλαίσιο. Το σχολείο προφυλάσσει από τον κόσμο. Όποιος πέσει από το καράβι είναι ναυαγός μέσα στον κόσμο. Ή είσαι μέσα στο σχολείο_καράβι ή θα πνιγείς μέσα στον κόσμο. Το σχολείο δεν εκπαιδεύει τα παιδιά  ως ισότιμα μέλη της κοινωνίας, αλλά για να τα προφυλάξει και με ελιτίστικο τρόπο να τα αποκλείσει από αυτήν. Όμως το καράβι περιλαμβάνει μόνο τα παιδιά; Οι εκπαιδευτικοί, οι γονείς των παιδιών και οι φίλοι και συγγενείς τους είναι μέσα στο καράβι ή είναι ναυαγοί μέσα στον κόσμο; Ο γιος της ιδιοκτήτριας συχνά αναφέρεται στην οικογένεια του Σχολείου και την αναλύει πάντα με αυτή τη σειρά: «μαθητές, γονείς, απόφοιτοι και καθηγητές». Οι εκπαιδευτικοί είναι πάντα μετά τους γονείς και τους απόφοιτους. Οι δάσκαλοι/ες του δημοτικού και οι νηπιαγωγοί είναι εξαφανισμένοι. Ποιοι από αυτούς είναι μέσα στο καράβι; Μάλλον δεν περισσεύει χώρος για τους εκπαιδευτικούς. Πρώτα έρχονται αυτοί που φέρνουν, έφερναν και θα φέρνουν με τα παιδιά τους λεφτά στο μαγαζί. Ενώ οι εκπαιδευτικοί είναι τα παράσιτα που παίρνουν λεφτά από το μαγαζί.

Ο ύμνος πιο κάτω φθάνει σε σεξιστικό μεγαλείο: «κορίτσια στα πανιά κι αγόρια στο τιμόνι». Τα κορίτσια στη βοηθητική εργασία εκτελούν παραγγέλματα. Οι γυναίκες πάντοτε στα πανιά. Στα πανιά της γέννας και της λοχείας, τα πανιά του πλυσίματος, του σφουγγαρίσματος και του ξεσκονίσματος. Άλλωστε και ο Φρόυντ θεωρούσε πως οι γυναίκες συνέβαλαν στον πολιτισμό μόνο με την υφαντική τέχνη. Οι γυναίκες πάντα ως καρτερικές και πιστές Πηνελόπες. Και στον ύμνο φροντίζουν τα πανιά πάνω σε ένα φαλλικό σύμβολο, το κατάρτι.

Ας δούμε όμως πώς όλα αυτά τα ιδεολογήματα επιβιώνουν και αναπαράγονται δραστικά στην τελετή αποφοίτησης του Σχολείου.

Τα παιδιά που αποφοιτούν δεν μπορούν αυτή τη σημαντική ημέρα της ζωής τους να ντυθούν όπως θέλουν. Τους επιβάλλεται να ντύνονται ομοιόμορφα. Η έννοια του uniform, της ενιαίας μορφής δεν εξυπηρετεί μόνο αισθητικά κριτήρια, αλλά και ιδεολογικά. Η κοινή μορφή παραπέμπει και σε κοινή σκέψη και ιδεολογία. Το ίδιο σημαίνον παραπέμπει στο ίδιο σημαινόμενο και σε αυτό εξυπηρετεί η στολή στα σώματα ασφαλείας. Οδηγεί στο στραγγαλισμό της προσωπικότητας και της ιδιαιτερότητας.

Τα κορίτσια στην τελετή αποφοίτησης είναι ντυμένα στα λευκά, στο χρώμα της απολλώνιας αγνότητας. Έτοιμες νύφες. Άλλωστε αυτός δεν είναι ο προορισμός της γυναίκας στη συντηρητική και αναχρονιστική κοινωνία; Να βρει σύζυγο μόλις τελειώσει το σχολείο. Κρατούν όμως και ένα κόκκινο τριαντάφυλλο, σύμβολο του διονυσιακού πόθου, και στο συγκερασμό του απολλώνιου με το διονυσιακό παράγεται η τραγωδία του Σχολείου. Η σεξιστική αντίληψη έχει και ως αποτέλεσμα τα κορίτσια να επιλέγουν πιο πολύ «κοριτσίστικες» σπουδές.

Τα αγόρια από την άλλη είναι ντυμένα γαλανόλευκα, όπως πάνε και στην παρέλαση, σε επίρρωση του μιλιταριστικού ανδρικού στερεότυπου. Το λευκό πουκάμισο δηλώνει απολλώνια αγνότητα μόνο στην καρδιά και στη σκέψη. Το βάθρο της απονομής των απολυτηρίων βρίσκεται ψηλά, ώστε να αποκλείονται παιδιά με κινητικά προβλήματα. Και στο τραπέζι του βάθρου διακρίνονται πιο ψηλά από όλους τρία πρόσωπα. Ένας Μωραΐτης από τη μια, ένας Καρτάλης από την άλλη και στη μέση μία Μωραΐτη Καρτάλη, ως επικύρωση της απολλώνιας αρμονίας.

Οι εκπαιδευτικοί της Σχολής Μωραΐτη αγωνίζονται, για να προσφέρουν εκπαίδευση χωρίς αναχρονιστικές αντιλήψεις και παρωχημένα ιδεολογήματα και προσπαθούν να δίνουν ερεθίσματα για τη σκέψη των παιδιών, για τα οποία εγκαλούνται από την ιδιοκτησία και τα φερέφωνά της. Οι προσπάθειες των εκπαιδευτικών συχνά ακυρώνονται από την κεντρική διοίκηση που καθηλώνει το Σχολείο σε μια συντηρητική αντίληψη, που το καθιστά ουραγό και συνοδοιπόρο άλλων, μεγάλων ιδιωτικών σχολείων με πολύ καλύτερες εγκαταστάσεις.

Οι εκσυγχρονιστικές προσπάθειες του σχολείου περιορίζονται στο μάρκετιν και τον εντυπωσιασμό με μηχανιστικά μέσα διδασκαλίας, που καταπονούν και εξουθενώνουν τις/τους εκπαιδευτικούς, περιορίζουν την πρωτοβουλία τους και την προσωπική τους συμβολή στη διδασκαλία, ενώ συγχρόνως αυξάνονται τα ωράριά τους και οι έκτακτες εργασίες, με απλήρωτες οφειλές και συνεχώς μειούμενες αποδοχές.

Το σχολείο αυτό μόνιμα και συνειδητά ξεχνάει πως ότι καλό έχει το οφείλει στους/στις εκπαιδευτικούς του. Όχι μόνο συλλήβδην και αόριστα, αλλά και ατομικά στον καθένα και στην καθεμιά, από το νηπιαγωγείο ως την τελευταία τάξη.

Ο Αμίρ και η σημαία από άλλη οπτική

Διάβασα με ειλικρινή συγκίνηση όσα έχουν γραφεί για συμπαράσταση προς τον Αμίρ και σε σχέση με τη σημαία που δεν κράτησε και σε σχέση με την επίθεση που έγινε στο σπίτι του. Δεν θέλω να ασχοληθώ με την επίθεση ούτε με την καπηλεία του θέματος από την κυβέρνηση και προσωπικά από τον πρωθυπουργό, γιατί δεν έχω κάτι σημαντικό να προσθέσω. Θέλω όμως να προσπαθήσουμε να δούμε το θέμα της σημαίας από άλλη οπτική γωνία.

Έχω επανειλημμένα αντιταχθεί στις μαθητικές παρελάσεις (και τις παρελάσεις γενικότερα) και στις σημαιοφορίες. Η σημαία, ως σύμβολο του κράτους, πρέπει γενικότερα να χρησιμοποιείται όπου απαιτείται η εκπροσώπηση του κράτους και όχι για εθνικιστικές εξάρσεις. Οι λόγοι είναι πολλοί, αλλά τώρα θα επιμείνω μόνο σε ένα.

Είμαστε πλέον μια πολυπολιτισμική κοινωνία, όπως οφείλει κάθε σύγχρονη κοινωνία να είναι. Τα σχολεία μας είναι ευτυχώς και αυτά πολυπολιτισμικά, όσον αφορά τις μαθήτριες και τους μαθητές. Δυστυχώς όμως η παιδεία μας είναι άκρως εθνικιστική. Άλλωστε, όταν στις μέρες μας με δήθεν προοδευτική διάθεση θεωρούμε ότι είναι Έλληνες «οι της ημετέρας παιδείας μετέχοντες» αυτό κυρίως εννοούμε. Όσοι ενστερνίζονται τα διδάγματα και τα παραγγέλματα της εθνικιστικής παιδείας είναι Έλληνες, στα πλαίσια ενός πολιτισμικού ιμπεριαλισμού.

Όταν όμως καλούμε τον Αμίρ να φέρει την ελληνική σημαία και να παρελάσει με αυτήν παρουσιάζοντας το εγχείρημα ως μεγάλο του προνόμιο, στην ουσία προβαίνουμε σε ένα εθνοτικό προσηλυτισμό, πιο απαράδεκτο ή έστω εξίσου απαράδεκτο με τον θρησκευτικό προσηλυτισμό. Κανένα παιδί άλλης εθνότητας και μάλιστα προσφυγόπουλο δεν μπορεί να αντισταθεί σε αυτή την τόσο καλά οργανωμένη διαδικασία αλλοτρίωσης. Οι πρόσφυγες και γενικότερα οι μειονότητες πρέπει να μπορούν, χωρίς περιορισμούς και πιέσεις, να διατηρούν τα εθνοτικά τους στοιχεία. Δεν περιμένω από τον Αμίρ να αρνηθεί να κρατήσει τη ελληνική σημαία και να μη συμμετάσχει στην παρέλαση. Περιμένω ματαιοπονώντας από την πολιτεία να προχωρήσει σε μια ανεξίθρησκη και μη εθνικιστική εκπαίδευση και να καταργήσει τις παρελάσεις και τις σημαιοφορίες.

Ο πρωθυπουργός χάρισε στον Αμίρ την ελληνική σημαία (να την κάνει τι;) και παράλληλα είναι σε αγαστή συνεννόηση με τη γερμανική κυβέρνηση για τη μη συνένωση των οικογενειών των προσφύγων. Ο πατέρας του Αμίρ βρίσκεται στη Γερμανία και δεν του επιτρέπεται να συναντήσει την οικογένειά του. Μήπως κι εκείνος θέλει να κρατήσει τη γερμανική σημαία; Μήπως η κ. Μέρκελ του χαρίσει μια σημαία, για να τον παρηγορήσει που δεν μπορεί να δει την οικογένειά του; Ο Αμίρ δεν έχει ανάγκη από πατέρα. Τώρα έχει την ελληνική σημαία.  Να σε κάψω Γιάννη, να σ´ αλείψω μέλι, όπως θα ´λεγε και ο πρωθυπουργός, που του αρέσουν οι παροιμίες.

Άκουγα χθες τον πρόεδρο της Δημοκρατίας να αγορεύει για τη μειονότητα της Θράκης και να καταγγέλλει για παραβίαση του διεθνούς δικαίου όποιον την θεωρεί κάτι άλλο εκτός από μουσουλμανική. Στην Ελλάδα μόνιμα και ηθελημένα συγχέουμε τις έννοιες υπηκοότητα και εθνότητα, ακριβώς για να μην αποκτήσει εθνότητα η μειονότητα. Αφού είναι Έλληνες υπήκοοι, άρα είναι Έλληνες. Το να αρνείσαι όμως σε μια μειονότητα τον εθνοτικό της αυτοπροσδιορισμό συνιστά κατάφωρη παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Και όταν παραβιάζεις ανθρώπινα δικαιώματα δεν μπορείς να επικαλείσαι ούτε νόμους, ούτε διεθνείς συνθήκες που υπεγράφησαν πριν εκατό χρόνια.

Θα μου πείτε, βέβαια, ας είχε και ο Αμίρ, και όλοι οι Αμίρ, την ελληνική υπηκοότητα και θα βλέπαμε για τα υπόλοιπα.

Η ασεβής ιεραρχία

 

 

Η εναντίωση της ιεραρχίας στο νομοσχέδιο για την ταυτότητα φύλου ισχυροποιεί την εξουσία της εκκλησίας πάνω στο σώμα. Σε προηγούμενο κείμενο είχα διατυπώσει την άποψη πως παρόλο που οι σχέσεις θρησκείας και ανθρώπων είναι πνευματικές, η εκκλησία προσπαθεί να εξουσιάζει το σώμα, επιβάλλοντας αυστηρούς κανόνες, που ελέγχουν την τροφή και το σεξ. Η νηστεία επιβάλλεται τις περισσότερες ημέρες του έτους, καθώς και η αποχή από το σεξ, που έτσι κι αλλιώς περιορίζεται μόνο μεταξύ συζύγων, μέσα σε αυστηρά καθορισμένα πλαίσια.

Η μεγαλύτερη εξουσία που μπορεί να επιβληθεί στους ανθρώπους βασίζεται στις δύο μεγάλες σωματικές ανάγκες, την τροφή και το σεξ, αλλά αυτή η εξουσία της εκκλησίας περιορίζεται μόνο στους πιστούς χριστιανούς. Η παρέμβαση όμως της εκκλησίας στο νομοθετικό έργο, ισχυροποιεί την εξουσία της και την επεκτείνει, όχι μόνο στα σώματα των πιστών της, αλλά και στα σώματα των αλλοθρήσκων και των αθέων.

Η εκκλησία θα έπρεπε, όχι μόνο να μην αναμειγνύεται στο νομοθετικό έργο, αλλά ούτε καν να έχει πρόσβαση στον χώρο του κοινοβουλίου, όπου συνεχώς εισχωρεί για ορκωμοσίες και αγιασμούς. Και βέβαια αναμειγνύεται στο νομοθετικό έργο όταν θίγονται τα συμφέροντά της ή της δίνεται η ευκαιρία να ισχυροποιήσει την εξουσία της.

Και για την ανάμειξή της τώρα, για άλλη μια φορά επικαλείται την προστασία του έθνους. Όμως η εκκλησία ποτέ δεν προστάτευσε το έθνος, τουλάχιστον ο ανώτερος κλήρος, ο οποίος πάνω από όλα  παρεμπόδισε τον διαφωτισμό στην Ελλάδα. Κάθε φορά αποδίδουμε στους Οθωμανούς ευθύνες για την «αγραμματοσύνη» του έθνους, ενώ μοναδικός υπεύθυνος ήταν η εκκλησία, που επέβαλλε ως μοναδικό διδακτικό εγχειρίδιο το ψαλτήρι και απαγόρευε τη διδασκαλία των μαθηματικών και των φυσικών επιστημών και κάθε κειμένου που μιλούσε για ελευθερία και κοινοβουλευτισμό. Και παρόλο που την οθωμανική περίοδο τα σχολεία ήταν ελεύθερα, κατασκεύασε τον μύθο του κρυφού σχολειού, όπως, για να καλύψει την εναντίωση των ιεραρχών για εθνική ανεξαρτησία, κατασκεύασε τον μύθο ότι ο Παλαιών Πατρών Γερμανός ύψωσε το λάβαρο της επανάστασης. Η εκκλησία δεν προστατεύει το «έθνος». Μόνο το χειραγωγεί και το ιδιοποιείται, για να ισχυροποιεί τις θέσεις της.

Η ιεραρχία της Ελλάδας τελικά, παρά τους ισχυρισμούς της για το αντίθετο, είναι ασεβής.

Γιατί δεν σέβεται τους αγώνες του ελληνικού λαού, αλλά τους παραχαράσσει, ώστε να προάγονται τα συμφέροντά της.

Γιατί δεν σέβεται τις δημοκρατικές αξίες.

Γιατί δεν σέβεται το δικαίωμα της αυτοδιαχείρισης του σώματος.

Γιατί δεν σέβεται τις ατομικές ελευθερίες και τα ατομικά δικαιώματα.

Γιατί δεν σέβεται το δικαίωμα των ανθρώπων στη χαρά και την ευτυχία.

νῆσός τις ἔστι

Τη Σαλαμίνα δεν την ήξερα. Μου ήταν άγνωστο αυτό το όνομα. Ήξερα όμως την Κούλουρη, αλλά δεν είχα πάει, ή μάλλον νόμιζα πως δεν είχα πάει. Είχα πάει εκδρομή και στα Παλούκια και στα Σελήνια και στην Κατσηβίγκλα, αλλά δεν ήξερα ότι όλα αυτά τα μέρη ήταν στην Κούλουρη. Κι έπρεπε να φτάσω στη Δευτέρα Δημοτικού, για να μάθω τη Σαλαμίνα στο Σχολείο. Αλλά για να μάθω ότι η Κούλουρη ήταν η Σαλαμίνα πέρασαν ακόμη δυο τρία χρόνια.

Στο σπίτι πάντα άκουγα η για την Κούλουρη. Για όλα τα πράγματα ο πατέρας μου έλεγε ότι ήταν κουλουριώτικο μάλαμα και κάθε που τρόμαζε η μάνα μου, η ψυχή της πήγαινε στην Κούλουρη. Και κάθε τόσο σήκωνε τα μάτια της στον ουρανό κι έλεγε “βλέπω την Κούλουρη φορτωμένη σύννεφα. Θα φέρει βροχή”. Αυτό ήταν και το πρώτο μου μάθημα γεωγραφίας. Όπου έβλεπα σύννεφα στον ουρανό ήξερα ότι εκεί ήταν η Κούλουρη.

Ο θείος της μάνας μου, ο μπαρμπα-Σταύρος, έμενε στην Κατσηβίγκλα. Ο μπαρμπα-Σταύρος έπλεκε νταμιτζάνες και μπουκάλια με χρωματιστά σχοινιά. Κάθε που ερχόταν σπίτι μάς έφερνε κι ένα μπουκάλι. Η μάνα μου δεν τα ήθελε αυτά τα μπουκάλια, γιατί δεν μπορούσε να τα πλύνει απέξω ούτε να δει μέσα αν ήταν καθαρά. Το πετρέλαιο για την γκαζιέρα το είχε πάντα σε μπουκάλι που μπορούσε να πλένεται και να μην λερώνονται τα χέρια της, όταν το έπιανε για να γεμίσει τη γκαζιέρα. Είχαμε όμως πλεγμένα ένα μισοκαδιάρικο του ούζου κι ένα της οκάς για το κρασί. Ο μπαρμπα-Σταύρος έπλεκε κι ένα καπελάκι σφιχτό για το φελλό του μπουκαλιού κι ένωνε φελλό και μπουκάλι με ένα κορδόνι. Με το βάλε βγάλε έσπασε κάποια στιγμή ο μισός φελλός και η μάνα μου έβαλε άλλο φελλό στο μπουκάλι. Ο παλιός έγερνε πάντα στο πλάι και μού φερνε μια θλίψη, αλλά δεν μπορούσε η μάνα μου να τον κόψει, γιατί θα ξηλωνόταν όλο το μπουκάλι. Κάποια στιγμή που ο μπαρμπα-Σταύρος γέρασε πολύ και σταμάτησε τις επισκέψεις η μάνα μου πέταξε όλα τα μπουκάλια του κι εγώ νόμιζα ότι θα λυπόμουν, αλλά τελικά δεν λυπήθηκα.

Στο σπίτι του μπαρμπα-Σταύρου στην Κατσηβίγκλα δεν πήγαμε ποτέ. Όταν όμως η ξαδέλφη της μάνας μου η Φωφώ έχτισε τις δυο κάμαρες πήγαμε να δούμε το σπίτι και το μεσημέρι κοιμηθήκαμε στην αυλή. Κι όταν μπήκαμε στο καραβάκι, ήξερα πια να διαβάζω, είδα ότι στην ταμπέλα του δεν έγραφε Κατσηβίγκλα αλλά Κακή Βίγλα. Αποφάσισα όμως να μη μιλήσω, γιατί ο πατέρας μου με είχε ήδη πει “στρίγκλικο”. Εκεί στην Κατσηβίγκλα ήταν που η θεία Φωφώ έκανε στη μάνα μου τη μεγάλη εξομολόγηση: “Η μάνα μου, Σοφία μου, μού έλεγε να πλένω το ρύζι εφτά χέρια, Γιώργο πήγαινε έξω να παίξεις, αλλά εγώ, από το τρίτο χέρι, όταν βλέπω το νερό να βγαίνει καθαρό, το φουντέρνω”.

Όταν έγινα δέκα ετών είδα στο χάρτη και την Κακή Βίγλα, και τα Σελήνια και τα Παλούκια κι ανακάλυψα ότι είχα πάει στην Κούλουρη, που στο σχολείο τη λέγαν πια Σαλαμίνα. Είδα και ότι όλες οι παραλίες που κάναμε μπάνιο, από τον Άη Γιώργη και το Ικόνιο ως το Πέραμα ήταν ακριβώς απέναντι από τη Σαλαμίνα. Πολύ ωραία περνούσαμε σε αυτές τις παραλίες. Μετά το μπάνιο βγάζαμε από τα πόδια μας τις πίσσες με πανί βουτηγμένο στο πετρέλαιο που πάντα παίρναμε μαζί μας. Στο γυρισμό το βαγόνι μύριζε πετρέλαιο. Τότε όμως νόμιζα πως όλες οι θάλασσες είχαν πίσσες, γιατί δεν ήξερα ακόμη ότι οι πίσσες πήγαιναν μαζί με την εγκατάλειψη και την ύβρη των συμφερόντων.

Το Πέραμα ήταν στο τέλος της διαδρομής που έκανε το τραμ κι εκεί νόμιζα ότι ήταν η άκρη του κόσμου.  Στα προσχολικά μου χρόνια πηγαίναμε στο Πέραμα σε μια ταβέρνα που λεγόταν “η πέρδικα”. Είχανε κι ένα κλουβί κάτω από την κληματαριά με μια καρδερίνα που νόμιζα ότι ήταν πέρδικα. Το βράδυ άναβαν μια λάμπα ασετυλίνης και τηγάνιζαν μαριδάκι, αλλά εγώ νύσταζα και ήθελα να φύγουμε κι ο πατέρας μου θύμωνε, αλλά με έπαιρνε αγκαλιά και κοιμόμουν.

Στην ηλικία των δέκα η μάνα μου μού είπε για το ναυάγιο.

Αρχές Μαΐου του 44 έφυγε ο πατέρας πολύ πρωί για δουλειά στη Σαλαμίνα. Έξω από την Ψυτάλλεια το καράβι έπεσε σε νάρκη και βυθίστηκε. Ο πατέρας μου πέταξε όλα του τα ρούχα και με τα σώβρακα μόνο κολύμπησε ώρες και βγήκε απέναντι στη στεριά. Κι από κει, ξεπαγιασμένος περπάτησε ως το σπίτι, στην οδό Βιτωλίων.

Η μάνα μου άκουσε τα χτυπήματα στην πόρτα, άνοιξε και τον είδε μπροστά της με τα σώβρακα, να τρέμει από το κρύο.

“Η ψυχή μου πήγε στην Κούλουρη. Τι έπαθες, τον ρωτάω, αλλά δεν μπορούσε να μιλήσει. Σήκωσε τα μωρά από το κρεβάτι τους, ο Τάσος μου ήταν τότε είκοσι μηνών και η Ελένη μου μωρό ασαράντητο, τα κράταγε στην αγκαλιά του κι έκλαιγε. Εσείς παιδιά μου με σώσατε, έλεγε.”

Στη μάνα μου δεν πήγε κανένας αγγελιαφόρος, όπως πήγε στην Άτοσσα, να της πει “νῆσός τις …” Ούτε χρειάστηκε να της πει ο πατέρας μου: “νῆσός τις ἔστι πρόσθε Σαλαµῖνος τόπων”, γιατί η μάνα μου ήξερε πολύ καλά πως το νησί μπροστά από την Κούλουρη είναι η Ψυτάλλεια.