Δεν Ξαναπάω Στις Γυναίκες

Ημέρες Εγκλεισμού και Απόδρασης

Όπως ήμουν με τα ρούχα της δουλειάς. Βρακί, φανελάκι και πέδιλα. Ούτε που σκέφτηκα να φορέσω κάτι από πάνω. Άλλωστε δεν υπήρχε και ο χρόνος. Όλα έπρεπε να γίνουν βιαστικά και γρήγορα. Όταν δραπετεύεις δεν σκέφτεσαι την εμφάνισή σου, ούτε κοιτάζεσαι στον καθρέφτη. Το μόνο που σε νοιάζει είναι να μη σε πάρουν χαμπάρι και μπει βίαιο τέλος στην επιχείρηση απόδρασης.
Άνοιξα αθόρυβα την πόρτα της αυλής. Έξω ησυχία. Κανείς δεν κυκλοφορούσε τόσο νωρίς στο δρόμο. Άφησα την πόρτα ανοιχτή, για να μην κάνει θόρυβο κλείνοντας και έστριψα προς τα πάνω. Έφτασα στη γωνία Βιτωλίων και Σπάρτης κι έστριψα δεξιά χωρίς να κοιτάξω πίσω μου. Δεν ήθελα συγκινήσεις και δεν είχα αναστολές. Ήμουν αποφασισμένος για όλα. Έβαλα το κεφάλι κάτω και προχώρησα με γοργό βήμα χωρίς να κοιτάζω δεξιά κι αριστερά και προπαντός χωρίς να γίνομαι στόχος και να κινώ υποψίες.
Έφτασα στη στάση Παναγιωτάκου, πέρασα τις γραμμές του τραμ, χωρίς να κοιτάξω και αψηφώντας κάθε κίνδυνο. Σε λίγο έφτασα στην απέναντι πλευρά. Για κακή μου τύχη εκεί είχε σταματήσει ένας πλανόδιος μανάβης με την πραμάτειά του φορτωμένη σε ένα κάρο που το έσερνε ένα γαϊδούρι. Άγνωστος μανάβης αυτός, δεν ήταν ο δικός μας, πράγμα καλό σε αυτήν την περίπτωση. Άγνωστος αυτός, άγνωστο και το γαϊδούρι του. Γύρω από το κάρο είχαν μαζευτεί πολλές γυναίκες που ψώνιζαν τα ζαρζαβατικά τους και τα φρούτα τους. Άλλη θα έφτιαχνε γεμιστά και ζούλαγε τις ντομάτες, άλλη θα έφτιαχνε ιμάμ και ζούλαγε τις μελιτζάνες, άλλη είχε ήδη ψωνίσει μπάμιες και τώρα ζούλαγε τα ροδάκινα. Πάντως όλες έδειχναν προσηλωμένες, πράγμα καλό, γιατί δεν κοίταζαν το δρόμο, δεν με είχαν δει, ούτε αυτές, ούτε ο μανάβης που ήταν αφοσιωμένος στην παλάντζα του και στους υπολογισμούς του, στα τάλιρα και τα δεκάρικα που άλλαζαν χέρι.
Και τότε έγινε το κακό. Κάποια από αυτές με έδειχνε με το δάχτυλο και έλεγε στις άλλες «κοιτάχτε, κοιτάχτε» κι αυτές παράτησαν ντομάτες και μελιτζάνες, παράτησαν τον μανάβη που ανησυχούσε μη φύγει καμιά χωρίς να πληρώσει, θορυβήθηκε και το γαϊδούρι που άρχισε να γκαρίζει. Από τη μια στιγμή στην άλλη άλλαξαν όλα. Στην αρχή μπήκαν μπροστά μου και μου έκλεισαν το δρόμο και μετά με περικύκλωσαν και ήταν πολλές, πάρα πολλές και φώναζαν και μιλούσαν γρήγορα και δεν ήξερα τι έλεγαν, όλα ήταν μπερδεμένα, ώσπου ένα χέρι ξεχώρισε ανάμεσά τους και μ’ άρπαξε.

Άργησα να καταλάβω ποιο ήταν αυτό το χέρι, γιατί όλα γίνονταν γρήγορα, πολύ γρήγορα και με φωνές. Και το χέρι φώναζε «τον βρήκα, τον βρήκα.» Και τότε ξεθάρρεψα. Το χέρι ήταν της Μαρίας, της κόρης της Ερηνούλας που έμενε απέναντι μας κι εκείνη με είχε σηκώσει στην αγκαλιά της και έτρεχε και μια άλλη πιο πέρα φώναζε «βρέθηκε, βρέθηκε». Και ξαφνικά ο δρόμος είχε γεμίσει από γυναίκες που φώναζαν και κουνούσαν τα χέρια τους και η Μαρία είχε λαχανιάσει γιατί έτρεχε με μένα στην αγκαλιά και έφτασε ξεψυχισμένη στο σπίτι μας, η πόρτα της αυλής ήταν ορθάνοιχτη κι η μάνα μου στεκόταν με μια βέργα. Και μόλις την είδα έτσι αγριεμένη και απειλητική άρχισα να φωνάζω «μαμά μου δε θα ξαναπάω στις γυναίκες, δε θα ξαναπάω στις γυναίκες». Και τότε έγινε το θαύμα κι άρχισε η μάνα μου να γελάει και γελούσαν και οι άλλες γυναίκες κι η μάνα μου γελώντας είπε «μαυρόμοιρο έχε χάρη» κι εγώ δεν κατάλαβα γιατί γλίτωσα το ξύλο και πέρασαν αρκετές ημέρες πριν ξανανοίξω την πόρτα της αυλής. Αυτή τη φορά όμως όταν έφτασα στη γωνία Βιτωλίων και Σπάρτης δεν έστριψα δεξιά, αλλά αριστερά.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s