Είμαστε όλοι Καμένα Βούρλα

Διαβάσαμε, είδαμε, ακούσαμε για τη συμπεριφορά απέναντι στα προσφυγόπουλα και θυμώσαμε με τα Καμένα Βούρλα. Βρίσαμε τους κατοίκους και τους είπαμε φασίστες και είχαμε δίκιο. Αλλά…

Στις περσινές μετακινήσεις μου στη Λαμία για τη δίκη των δολοφόνων του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου έβλεπα με βαριά καρδιά τα κλειστά μαγαζιά και βενζινάδικα στον παλιό παράλληλο δρόμο. Και μια φορά που παρέκαμψα και μπήκα στα Καμένα Βούρλα, είδα την πολυσύχναστη άλλοτε λουτρόπολη σε μεγάλο μαρασμό. Πολύ θλιβερή εικόνα, όχι μόνο τα εστιατόρια και τα καφενεία ήταν κλειστά, αλλά και όλα εκείνα τα μαγαζιά που πουλούσαν χαλβά και ζυμαρικά. Ερήμωση μόνο που σου σφίγγει την καρδιά.

Πρόπερσι, επιστρέφοντας από Σπάρτη, αναζητούσα ματαίως πινακίδες στην πόλη που να κατευθύνουν προς Κόρινθο μέσω του αυτοκινητόδρομου. Τελικώς σταμάτησα σε ένα βενζινάδικο για ανεφοδιασμό κι εκεί ρώτησα. Αντί να μου απαντήσουν, προσπάθησαν με πολλά επιχειρήματα να με πείσουν να πάω από τον παλιό δρόμο. Ήταν φανερό πως οι νέοι δρόμοι δεν συνέφεραν όλη την περιφέρεια και τις τοπικές κοινωνίες.

Πήγα και στη Θεσσαλονίκη, αλλά αρνήθηκα να κάνω στάση σε ΣΕΑ και σε προνομιούχες επιχειρήσεις που καταδυναστεύουν τους εργαζόμενους, αλλά πληρώνοντας διπλά διόδια επισκέφτηκα τα Αμπελάκια. Παλιά δεν έβρισκες τραπέζι, αλλά αυτή τη φορά φάγαμε μόνοι μας στην πολύ ωραία πλατεία με το πολύ ωραίο και πολύ φτηνό φαγητό. Στην επιστροφή σταματήσαμε, και πάλι με διπλά διόδια στον Παλαιό Παντελεήμονα.

Πέρσι πήγαμε στα Ιωάννινα. Πληρώσαμε πάλι τα υπέρογκα διόδια, αλλά δεν σταματήσαμε για φαγητό. Είχαμε πάρει κάτι πρόχειρο μαζί μας. Στην επιστροφή όμως μπήκαμε στο Μεσολόγγι και φάγαμε στην Τουρλίδα, πολύ ωραία και πολύ φτηνά, αλλά το ένα εστιατόριο ήταν κλειστό και το άλλο είχε λίγους πελάτες.

Βεβαίως οι Γιαννιώτες ήταν ενθουσιασμένοι με τον δρόμο και την αύξηση του τουρισμού τους. Το ίδιο και οι Καλαματιανοί. Εκτός όμως από τις ελάχιστες πόλεις προορισμού τι γίνεται με τις ενδιάμεσες περιοχές που απέκλεισαν οι νέοι αυτοκινητόδρομοι; Τι να απέγινε το καταπληκτικό εστιατόριο στον παλιό δρόμο προς Καλαμάτα μετά την Τρίπολη, όπου τρώγαμε κόκορα με χυλοπίτες; Και τι απέγινε το διπλανό κατάστημα με τα τυροκομικά τοπικά προϊόντα; Τι απέγιναν τα στενά της Κλεισούρας και τι απέγιναν τα Τέμπη;

Από το 2008 που άρχισε η οικονομική κρίση είδαμε πολλές κοινωνικές ομάδες να στρέφονται προς τα δεξιά, οι δεξιοί έγιναν δεξιότεροι και οι αριστεροί άρχισαν να παραπαίουν και να γλυκοκοιτάζουν τις δεξιές ψήφους. Συνέβαλε και η προσφυγική κρίση που ενίσχυσε τη ρητορική πως για όλα φταίνε οι ξένοι που παίρνουν τις δουλειές μας. Τώρα πια διαμαρτύρονται και οι Αλβανοί, γιατί οι Πακιστανοί έριξαν ακόμη περισσότερο τα μεροκάματα και διεκδίκησαν μεγάλο κομμάτι της χειρωνακτικής εργασίας.

Μέσα σε αυτή την οικονομική και κοινωνική κρίση διέπρεψε η ακροδεξιά ρητορική. Γιατί η ακροδεξιά ρητορική είναι λιγόλογη, κατανοητή, απλή και μοιάζει αποτελεσματική. Είμαστε οι καλύτεροι και οι ξένοι θέλουν το κακό μας. Μας κλέβουν, μας σκοτώνουν, βιάζουν τις κόρες μας, μας παίρνουν τις δουλειές μας, μας γεμίζουν αρρώστιες. Εξαφανίστε τους για να σωθούμε. Να σωθούν η Θρησκεία μας, η Ιστορία μας και ο Πολιτισμός μας.

Η αριστερά δεν μπόρεσε ούτε πειστική ρητορική να αναπτύξει, ούτε να προτείνει λύσεις που θα ανακούφιζαν τις δοκιμαζόμενες κοινωνίες από την οικονομική και κοινωνική κρίση.

Οι νέοι αυτοκινητόδρομοι έγιναν. Και έχουν προσφέρει εξυπηρέτηση σε πολλούς και μεγάλα κέρδη στους αδηφάγους που τους εκμεταλλεύονται. Έχουν όμως οδηγήσει σε εξαθλίωση πολύ κόσμο και πολλές περιοχές.

Υπάρχουν όμως τρόποι που μπορούν να περιορίσουν το κακό.

Πρέπει να μπορούν οι ταξιδιώτες να επισκέπτονται τις περιοχές που είναι κοντά στον οδικό άξονα, χωρίς να πληρώνουν διόδια για μια δίωρη στάση. Να πάνε για φαγητό στα Αμπελάκια, χωρίς να πληρώσουν διόδια βγαίνοντας και ξαναμπαίνοντας στον αυτοκινητόδρομο.

Και θα ήταν όχι μόνο προσοδοφόρο για τις τοπικές κοινωνίες αν στα διάσπαρτα πάρκιν επιτρεπόταν στους παραγωγούς να πωλούν τα αγροτικά τους προϊόντα, αλλά θα ήταν και πολύ ευχάριστο για τους ταξιδιώτες.

Το επόμενο θα ήταν να καταργηθούν τα μονοπώλια των ΣΕΑ και να δημιουργηθούν και άλλες τέτοιες περιοχές με βενζινάδικα και πολλά καταστήματα τα οποία να παραχωρηθούν για εκμετάλλευση στους καταστηματάρχες που οδηγήθηκαν σε οικονομική καταστροφή από τους νέους δρόμους. Και άλλα να διατεθούν στους δήμους των παρακείμενων περιοχών, για να πωλούνται τοπικά προϊόντα. Και βέβαια όλα αυτά να γίνουν με δαπάνες αυτών που εκμεταλλεύονται τους αυτοκινητόδρομους.

Ξέρω ότι όλα αυτά προϋποθέτουν σύγκρουση με τα μεγάλα συμφέροντα. Αλλά καμιά κοινωνική αδικία δεν αποκαθίσταται χωρίς σύγκρουση με τα μεγάλα συμφέροντα.

Αντί όμως να υπάρχει μια τέτοιου τύπου φροντίδα για τα Καμένα Βούρλα, τώρα βρίζουμε και λοιδορούμε. Για αυτούς τους κατοίκους όμως η εγκατάσταση των προσφύγων σηματοδοτεί τον οριστικό μαρασμό της πόλης τους. Γιατί σηματοδοτεί την οριστική υποβάθμιση των ξενοδοχείων τους. Γιατί προσφυγόπουλα δεν τοποθετούνται στη Μονεμβασιά, στον Παλαιό Παντελεήμονα και άλλα μέρη που σφύζουν από τουρισμό. Η εγκατάσταση των προσφύγων γίνεται μόνο όπου επισφραγίζεται ο μαρασμός ή σε απόμερα ξενοδοχεία χωρίς πελατεία.

Ας δούμε όμως και το θεάρεστο έργο της μετεγκατάστασης. Όταν λέμε προσφυγόπουλα μήπως εννοούμε μια ομοιογενή ομάδα παιδιών με κοινή εθνότητα, γλώσσα, κουλτούρα και θρησκεία; Η πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετική. Πέρσι επισκέφθηκα το Πεντάλοφο Κοζάνης. Και από εκεί παλιά περνούσε ο δρόμος κι εκεί ανάλογα προβλήματα. Το δημοτικό συμβούλιο ζήτησε να φιλοξενήσει προσφυγοπούλες στην εγκαταλελειμμένη μαθητική εστία του ιδρύματος «Ο Βασιλεύς Παύλος». Η γυναίκα που μας σέρβιρε είπε: είναι κορίτσια και δεν πειράζουν. Όμως τα κορίτσια ξεκομμένα από δικούς τους ανθρώπους, με διαφορετικές γλώσσες, χωρίς μεταφραστές, χωρίς συνεννόηση και επικοινωνία μεταξύ τους, σηκώθηκαν κι έφυγαν κρυφά με τα πόδια, για να πάνε στη Θεσσαλονίκη και να βρούν δικούς τους ανθρώπους. Περπάτησαν πολλά χιλιόμετρα μέχρι να τα ανακαλύψει η αστυνομία και να τα γυρίσει πίσω.

Παντού υπάρχει δραματική κατάσταση και απελπισία.

Και η κοινωνία μας γίνεται συνεχώς δεξιότερη και επιλέγει απάνθρωπες μεθόδους και τακτικές. Η κυβέρνηση μπορεί να είναι δεξιά, αλλά οι επιλογές της είναι ακροδεξιές. Τα ακροδεξιά στελέχη της γίνονται συνεχώς πιο δημοφιλή και κατακλύζουν την καθημερινότητά μας με ακροδεξιές δηλώσεις. Και η παιδεία μας με τις παρελάσεις της, με την εθνικιστική της ρητορική, με τα μισαλλόδοξα θρησκευτικά της, με τους αγιασμούς και τις σημαιοφορίες ανακάλυψε δια της υπουργού ότι το μάθημα της Ιστορίας δεν είναι αρκούντως εθνικιστικό.

Και η αριστερά (ποια αριστερά;) έχει καταπιεί τη γλώσσα της και περιμένει να γίνουμε όλοι Καμένα Βούρλα.

Προς τους συλλόγους γονέων που στηρίζουν τον νόμο για την ιδιωτική εκπαίδευση

Απευθύνομαι κυρίως στους συλλόγους γονέων που με την ανακοίνωσή τους υποστηρίζουν τον νέο νόμο για την ιδιωτική εκπαίδευση. Αλλά βεβαίως αυτός ο νόμος πρέπει να απασχολήσει όλους τους έντιμους και υπεύθυνους πολίτες.

Θα ήθελα πρωταρχικά να κάνω μια παρατήρηση. Οι γονείς που μπαίνουν στα συμβούλια γονέων είναι συχνά γονείς που θέλουν να χειραγωγήσουν την εκπαιδευτική διαδικασία και όχι, για να προσφέρουν σε αυτή. Είναι αυτοί που θα απαιτήσουν να μπει το παιδί τους στη χορωδία, να γίνει σημαιοφόρος και να επιλέξουν τους εκπαιδευτικούς που θα διδάξουν στην τάξη του παιδιού τους. Είναι συνήθως αυτοί που διαχωρίζουν τους εκπαιδευτικούς σε καλούς και κακούς με αυθαίρετα και ιδιοτελή κριτήρια και εκπροσωπούν το πιο συντηρητικό τμήμα της κοινωνίας.

Ως διευθυντής σχολείου επί 23 χρόνια συζητούσα καθημερινά με πολλούς γονείς και έχω συνολικά γνωρίσει χιλιάδες γονείς. Βεβαίως υπήρχε μια μερίδα γονέων σαν αυτή που περιγράφω και σαν αυτή που υπέγραψε την ανακοίνωση. Αλλά είναι η μειοψηφία. Η πλειοψηφία ήταν γονείς αξιοπρεπείς με ηθικές και κοινωνικές αξίες, που δεν διεκδικούσαν χαριστική μεταχείριση για το παιδί τους και διατηρούσαν με τους εκπαιδευτικούς σχέσεις αλληλοσεβασμού και αλληλοεκτίμησης.

Ως προς τον νόμο έχω να κάνω αρνητικά σχόλια για όλα τα άρθρα του, αλλά θα επικεντρωθώ στο πλέον προκλητικό άρθρο, το δέκατο, που απελευθερώνει πλήρως τις απολύσεις των ιδιωτικών εκπαιδευτικών, χωρίς να χρειάζεται καμιά αιτιολόγηση.

Καταλαβαίνω τη λογική αυτών που επιδοκιμάζουν το άρθρο. Κατά την άποψή τους τα σχολεία θα αξιολογούν τους εκπαιδευτικούς και θα απολύουν αυτούς που δεν ανταποκρίνονται στους υψηλούς εκπαιδευτικούς στόχους του καλού ιδιωτικού σχολείου. Οι «κοπρίτες», όπως έγραψε κάποιος θα βρίσκονται εκτός σχολείου. «Δεν θα τους πληρώνω να κάθονται, δεν θα τους έχω να βόσκουν» έλεγε η ιδιοκτήτρια του σχολείου, στο οποίο εργαζόμουν εγώ. Ναι κι εγώ σε μεγάλο ιδιωτικό σχολείο εργαζόμουν επί 31 χρόνια, εκ των οποίων τα 23 ήμουν διευθυντής, και απολύθηκα στη μέση της χρονιάς, έξι μήνες πριν αποχωρήσω συνταξιοδοτούμενος, με θυροκόλληση της απόλυσης και χωρίς να αποχαιρετίσω τους μαθητές μου και τους συναδέλφους μου. Αν ήμουν κοπρίτης και αν έβοσκα μπορείτε να επισκεφθείτε την ιστοσελίδα μου giorgosthalassis.com (επιλέγοντας στο μενού Σχολή Μωραΐτη) και να συμπεράνετε μόνοι σας. Εκεί θα διαβάσετε τους λόγους της απόλυσής μου καθώς και όσα έγραψαν για μένα οι μαθητές, οι γονείς και οι εκπαιδευτικοί του σχολείου.

Όλα αυτά τα 23 χρόνια που ήμουν διευθυντής, μπορούσα να ξέρω πράγματα που δεν ήταν ευρύτερα γνωστά. Το αρχείο μου είναι ογκώδες. Νομίζετε, λοιπόν, με βάση τον παραπάνω συλλογισμό, ότι απολύονται οι κακοί εκπαιδευτικοί; Για παράδειγμα νομίζετε ότι απολύθηκε ο καθηγητής που έκανε ιδιαίτερα μαθήματα με υπέρογκες τιμές; Όχι βέβαια, ήταν φίλος της ιδιοκτήτριας. Νομίζετε ότι απολύθηκε ο καθηγητής που έβγαινε από την τάξη την ώρα του μαθήματος, για να δώσει τηλεφωνικά οδηγίες για αγοραπωλησία μετοχών; Όχι βέβαια, αυτός ήταν του σιναφιού.

Μήπως απολύθηκε ο καθηγητής που έκανε μόνιμα σεξιστικά και ρατσιστικά σχόλια; Όχι, γιατί αυτός συνέβαλε στην πολυφωνία του σχολείου. Κι όταν είπα ότι τα σχόλια αυτά δεν συμβάλλουν στην πολυφωνία, αλλά στη διασάλευση της ηθικής τάξης δεν εισακούστηκα, γιατί ο καθηγητής αυτός δεν απεργούσε και αγαπούσε το σχολείο.

Από την εμπειρία που είχα ως μαθητής, ως καθηγητής και ως διευθυντής είδα ότι επικρατούσε ευνοιοκρατία και αναξιοκρατία. Το ότι εγώ έγινα διευθυντής το αποδίδω σε λάθος των ιδιοκτητών. Μάλλον τους θάμπωσε το διδακτορικό της Οξφόρδης και δεν έβλεπαν τίποτε άλλο. Γιατί στις διευθυντικές θέσεις τοποθετούνται κυρίως αδύναμα άτομα, που ξέρουν μόνο να υποκλίνονται στην ιεραρχία και να καταπιέζουν τους υφισταμένους τους. Και αυτό στην καλύτερη περίπτωση. Στο σχολείο που εργαζόμουν έγινε διευθυντής ενός μεγάλου τμήματος του σχολείου ο γιος της ιδιοκτήτριας, ο οποίος δεν είχε καμιά σχέση με την εκπαίδευση και δεν είχε εργαστεί ποτέ πριν, ούτε στο σχολείο, ούτε πουθενά αλλού. Και διοικεί, όπως και η υπόλοιπη οικογένειά του με το επιχείρημα: «Σε όποιον αρέσει. Σε όποιον δεν αρέσει η πόρτα είναι ανοιχτή και περιμένουν χιλιάδες απέξω». Γιατί είναι άνθρωποι που δεν μπορούν να προκαλέσουν σεβασμό και εκτίμηση, αλλά το μόνο τους μέσο είναι η τρομοκράτηση.

Και σε αυτό θα ήθελα να σταθώ. Ο νόμος αυτός δεν δίνει τη δυνατότητα. στους ιδιοκτήτες των σχολείων να απολύουν. Πάντα μπορούσαν να απολύουν αιτιολογημένα. Με αυτόν τον νόμο μπορούν να απολύουν αναιτιολόγητα και για αυτόν τον λόγο ο νόμος αυτός λειτουργεί τρομοκρατικά. Και οποιοσδήποτε γονιός που δεν είναι ευχαριστημένος με το βαθμό του παιδιού του μπορεί να απαιτήσει την απόλυση του εκπαιδευτικού ή και να απειλήσει τον εκπαιδευτικό απευθείας.

Ένας γονιός δεν είναι σαν τον πελάτη ενός ξενοδοχείου που διανυκτέρευσε ένα βράδυ και δεν έμεινε ευχαριστημένος με το room service και ο λόγος του δεν μετράει πολύ. Ο πελάτης του ιδιωτικού σχολείου μπορεί να είναι πελάτης για 14 χρόνια, από το νηπιαγωγείο ως το τέλος του λυκείου. Κι αν έχει δύο ή τρία παιδιά μπορεί αυτά τα χρόνια να επεκταθούν στα 20 και παραπάνω. Και συχνά βλέπει κανείς στο ίδιο σχολείο να έχουν φοιτήσει και παιδιά και ανίψια και εγγόνια. Και όσο μεγαλύτερη σύνδεση έχει ένας γονιός με το σχολείο, τόσο μεγαλύτερες απαιτήσεις έχει και θεωρεί ότι το σχολείο είναι δικό του. Και ο πελάτης του ιδιωτικού σχολείου πρέπει να είναι πάντα ευχαριστημένος και έχει πάντα δίκιο. Κι αυτό το δίκιο το έχει αγοράσει ακριβά. Θυμάμαι περίπτωση μητέρας που έφερε στην ιδιοκτήτρια του σχολείου, μετά την έκδοση της ετήσιας βαθμολογίας, τετράδιο γραμμένο με το χέρι της και ισχυρίστηκε ότι ήταν το τετράδιο του γιου της, ο οποίος βεβαίως δεν είχε ποτέ τετράδιο. Ο καθηγητής του μαθήματος απέδειξε ότι ο γραφικός χαρακτήρας ήταν της μητέρας και όχι του παιδιού και ότι το τετράδιο αυτό δεν του είχε παρουσιαστεί ποτέ στη διάρκεια της χρονιάς, αλλά η ιδιοκτήτρια αποδέχτηκε το τετράδιο και ζήτησε να διορθωθεί αναδρομικά η απορριπτική βαθμολογία. Ο καθηγητής παραιτήθηκε και έφυγε από το σχολείο, αλλά επικοινωνώ μαζί του και μπορεί να επιβεβαιώσει το γεγονός.

Ο νόμος αυτός αποβλέπει στο να έχει τους ιδιωτικούς εκπαιδευτικούς τρομαγμένους και απειλημένους, ώστε να υποκύπτουν πάντα και να μην απεργούν. Η κυβέρνηση δεν θέλει απεργίες, αλλά ούτε και οι γονείς. Και ο βασικός λόγος που δεν θέλουν οι γονείς απεργίες είναι για να μην έχουν διεκδικήσεις οι εκπαιδευτικοί. Αυτό τους βολεύει πολύ. Εδώ και πολλά χρόνια δεν έχουν γίνει αυξήσεις στα δίδακτρα, αλλά τα έσοδα των ιδιοκτητών δεν μειώνονται, γιατί μειώνουν ανάλογα τους μισθούς των εκπαιδευτικών. Και όταν οι ιδιοκτήτες καθυστερούν τη μισθοδοσία λέγοντας ότι οι γονείς δεν πληρώνουν τα δίδακτρα, οι εκπαιδευτικοί δεν πρέπει ούτε να διαμαρτύρονται, ούτε να διεκδικούν, ούτε να απεργούν. Οι διεκδικήσεις και οι απεργίες των εκπαιδευτικών είναι αντιστρόφως ανάλογες προς τα συμφέροντα των ιδιοκτητών και των γονέων.

Είμαι βέβαιος ότι οι αξιοπρεπείς γονείς που στέλνουν τα παιδιά τους σε ιδιωτικά σχολεία είναι αντίθετοι με αυτόν τον νόμο, γιατί αυτός ο νόμος, παρόλο που ικανοποιεί τα συμφέροντα των ιδιοκτητών των ιδιωτικών σχολείων, στην ουσία του υποβιβάζει και φθείρει την ιδιωτική εκπαίδευση. Αν, βέβαια, μιλάμε για εκπαίδευση και όχι για δουλειές του ποδαριού. Γιατί δεν μπορούμε να μιλάμε για εκπαίδευση όταν ο νόμος μετατρέπει τους μαθητές σε έσοδα και τους εκπαιδευτικούς σε απώλειες εσόδων και τίποτε άλλο.

Η υποβάθμιση και όχι η αναβάθμιση της παιδείας

Η νέα υποβάθμιση της παιδείας δεν συντελέσθηκε αργά αργά και σταδιακά. Αυτή τη φορά το μεγάλο βήμα έγινε μια και έξω, με ένα νόμο. Με ένα νόμο που κατάργησε μαθήματα και άφησε εκπαιδευτικούς χωρίς αντικείμενο εργασίας, οδηγώντας τους στην απόλυση στον ιδιωτικό τομέα και στη διαθεσιμότητα στο δημόσιο. Άλλά ένας νόμος που μειώνει τα μαθήματα και τους εκπαιδευτικούς μόνο κατ’ ευφημισμό μπορεί να επικαλείται την αναβάθμιση της παιδείας σε ένα δημοκρατικό πολίτευμα. Σε μη δημοκρατικό πολίτευμα και λαϊκιστικό περιβάλλον μπορεί βεβαίως να επικαλείται οτιδήποτε. Άλλωστε τα προπαγανδιστικά κανάλια της τηλεόρασης θα αναλάβουν να παρουσιάσουν την υποβάθμιση ως αναβάθμιση.

Όταν πριν από χρόνια εισήχθησαν τα μαθήματα επιλογής στο λύκειο είχα χαρακτηρίσει το μέτρο πολύ άτολμο, γιατί τα μαθήματα που προσφέρονταν ήταν πολύ λίγα και οι διδακτικές ώρες ελάχιστες. Άτολμο και μικρόψυχο ήταν το μέτρο. Τα μαθήματα επιλογής πρέπει να αρχίζουν από τα πρώτα εφηβικά χρόνια και συνεχώς να αυξάνουν. Στις τελευταίες τάξεις πρέπει να υπάρχουν μόνο, και το επαναλαμβάνω, μόνο μαθήματα επιλογής.

Η ελληνική εκπαίδευση έχει υποστεί δύο μεγάλες στρεβλώσεις. Και οι δύο έγιναν από τη δικτατορία του Μεταξά. Ο Μεταξάς κατάργησε τα πολλά και διαφορετικά σχολικά εγχειρίδια και επέβαλε το ένα και μοναδικό, ώστε να μπορεί να ελέγχει απόλυτα το περιεχόμενό του. Το άλλο μέτρο του Μεταξά ήταν η επιβολή των μιλιταριστικών μαθητικών παρελάσεων. Η δικτατορία παρήλθε, αλλά αυτά τα δύο δικτατορικά μέτρα έμειναν και μάλιστα θεωρείται ότι υπηρετούν τη δημοκρατία. Οι εθνικιστικές και μιλιταριστικές παρελάσεις θεωρήθηκαν ότι αποτελούν δημοκρατική απάντηση απέναντι σε φασιστικές κατακτητικές προθέσεις και το ελεγχόμενο σχολικό εγχειρίδιο θεωρείται ότι περιορίζει τις αντιδημοκρατικές ανισότητες. Και έτσι απαγορεύεται, για παράδειγμα οι εκπαιδευτικοί να εισαγάγουν στο μάθημα της Ιστορίας ένα βοήθημα ή μια πηγή που δεν έχει την έγκριση του υπουργείου παιδείας ή να δείξουν ένα πίνακα με συγκριτικά στοιχεία, που έχει εκδώσει το ίδρυμα Ρόζα Λούξεμπουργκ. Κάτι τέτοιο για ένα ιδιωτικό σχολείο μπορεί να αποτελεί και λόγο απόλυσης και στο δημόσιο να επιφέρει διοικητικές κυρώσεις εις βάρος των εκπαιδευτικών. Οι μόνες αποκλίσεις που επιτρέπονται είναι πάντα οι εθνικιστικές. Αυτές μπορεί να είναι και καλοδεχούμενες. Συμβάλλουν δήθεν στην πολυφωνία.

Η αυταρχικότητα και εδώ ονομάζεται δημοκρατικότητα. Όλα τα παιδιά πρέπει να κάνουν ακριβώς τα ίδια. Εάν ένας εκπαιδευτικός παραπέμψει σε κείμενο εκτός του σχολικού εγχειριδίου, τότε δεν διδάσκονται όλα τα παιδιά ακριβώς τα ίδια, οπότε κινδυνεύει η ισοπεδωτική δημοκρατία.

Για αυτό δεν επιτρέπονται και τα μαθήματα επιλογής. Και τα ελάχιστα που προσφέρονταν καταργούνται τώρα με τον νόμο Κεραμέως. Στην αυταρχική, ισοπεδωτική δημοκρατία το καλούπι της εκπαιδευτικής παραγωγής πρέπει να είναι ένα. Δεν επιτρέπονται οι αποκλίσεις, δεν επιτρέπονται οι ιδιαίτερες κλίσεις, δεν επιτρέπονται οι ελευθερίες. Και κυρίως δεν επιτρέπεται η ωριμότητα. Γιατί όταν ένα παιδί μαθαίνει από τα πρώτα εφηβικά του χρόνια να επιλέγει, αρχίζει να αποκτά και ευθύνη για τις επιλογές του, για τις ιδιαίτερες κλίσεις και αποκλίσεις του. Και η ανάληψη ευθύνης οδηγεί σταδιακά και σε ωριμότητα. Αλλά η ωριμότητα δεν είναι επιθυμητή στην ιδιόμορφη ελληνική δημοκρατία. Τα παιδιά της τελευταίας τάξης του λυκείου, μπορούν να ψηφίζουν, αλλά δεν μπορούν να επιλέγουν τα μαθήματα που διδάσκονται. Και θα τους επιβάλλουμε και ένα «κόντρα» μάθημα. Κόντρα στη θέλησή τους, κόντρα στις ανάγκες τους, κόντρα στις κλίσεις τους, κόντρα στην ωριμότητά τους. Τους αφήνουμε να επιλέγουν θετική ή θεωρητική κατεύθυνση, να μην τα θέλουν όλα δικά τους. Και τους κόβουμε και την κοινωνιολογία, για να μην ωριμάσουν πριν από την ώρα τους. Ναι θέλουμε την «κριτική σκέψη», την πιπιλάμε συνεχώς αυτήν την καραμέλα, αλλά θα κατευθύνουμε την κριτική σκέψη προς τα εκεί που πρέπει. Θα ρωτήσουμε τα παιδιά για παράδειγμα: «πώς νομίζετε ότι θα είχε εξελιχθεί ο ευρωπαϊκός πολιτισμός, αν στους περσικούς πολέμους είχαν νικήσει οι Πέρσες;» Αυτή είναι μια ερώτηση που καλλιεργεί την κριτική σκέψη εντός του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος. Αντίθετα η κοινωνιολογία συσκοτίζει την ελληνική διαύγεια και την ελληνική γελοιότητα ακολούθως.

Δεν είμαι εναντίον των Λατινικών. Δεν είμαι εναντίον κανενός μαθήματος εφόσον δεν είναι υποχρεωτικό και προσφέρεται ως μάθημα επιλογής. Όσο περισσότερα μαθήματα επιλογής προσφέρονται τόσο το καλύτερο.

Συχνά οι γλωσσαμύντορες στην Ελλάδα επικαλούνται το επιχείρημα ότι τα αρχαία Ελληνικά διδάσκονται σε πάρα πολλές χώρες. Παραλείπουν όμως συστηματικά να πουν ότι προσφέρονται ως μάθημα επιλογής μαζί με τα Λατινικά, τα Κινέζικα και τα Ρώσικα.

Η κατάργηση όμως των επιλογών παράλληλα με το έλλειμμα δημοκρατικότητας εξασφαλίζει και περίσσευμα χρημάτων. Στο μυαλό της κυβέρνησης δεν κυριαρχεί η άποψη ότι όσο μικρότερες είναι οι δαπάνες για την παιδεία, τόσο μεγαλύτερη η αναβάθμιση. Ελπίζει όμως ότι τα τηλεοπτικά κανάλια και τα δημοσιογραφικά έντυπα που την υπηρετούν με το αζημίωτο θα πείσουν την «πλέμπα» για το αντίθετο. Για την παιδεία και για την υγεία της «πλέμπας» η κυβέρνηση δεν δίνει δεκάρα τσακιστή. Οι δικοί της άνθρωποι, οι προνομιούχες τάξεις έχουν και ιδιωτική ασφάλιση υγείας και τα ιδιωτικά σχολεία θα συνεχίσουν να προσφέρουν ευκαιρίες που δεν προσφέρουν τα δημόσια. Τα καλλιτεχνικά μαθήματα δεν είναι για την «πλέμπα». Την αισθητική αγωγή της πλέμπας έχει αναλάβει αποκλειστικά η τηλεόραση.

Οι ιδεολογικές αγκυλώσεις της παιδείας

Δεν είναι δυνατόν να μιλήσει κανείς για την εκπαίδευση στην Ελλάδα και να αποφύγει την επισήμανση ότι η Ελλάδα δεν γνώρισε διαφωτισμό, γιατί ο διαφωτισμός εμποδίστηκε και εξοβελίστηκε από την εκκλησία, με αποτέλεσμα η παιδεία στη χώρα μας να διακατέχεται ως σήμερα από ρομαντικά ιδεολογήματα, τα οποία δεν θίγουν οι κατά καιρούς εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις.
Η τελευταία κάπως ρηξικέλευθη εκπαιδευτική μεταρρύθμιση ήταν αυτή του 1976 από τον υπουργό παιδείας της ΝΔ Γεώργιο Ράλλη. Παρόλο που ο Ράλλης ήταν υπουργός δεξιάς κυβέρνησης αναγνώρισε πως η κοινωνία της εποχής επιθυμούσε κάθαρση από το «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών» της δικτατορίας και αποκήρυξη της καραβανάδικης γλώσσας των συνταγματαρχών και όλων εκείνων που ήσαν πρόθυμοι να «συμμεθέξουν» και να «παρέξουν» στέγη στα ιδεολογήματά της, όπως οι ιεράρχες της εκκλησίας. Ο Γεώργιος Ράλλης επέβαλε εννέα χρόνια υποχρεωτικής παιδείας, αναγνώρισε τη δημοτική ως επίσημη γλώσσα και διέκοψε τη διδασκαλία της καθαρεύουσας, ενώ συγχρόνως περιόρισε τη διδασκαλία της αρχαίας ελληνικής στο λύκειο. Εισήγαγε όμως τη διδασκαλία μεταφρασμένων αρχαίων κειμένων στο γυμνάσιο, υπερτονίζοντας την αξία της αρχαίας γραμματείας.
Έξι χρόνια αργότερα, η πρώτη κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ επέβαλε το μονοτονικό σύστημα με τροπολογία σε νόμο, ως αναγκαία επέκταση της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης της ΝΔ, πράγμα που είχε ως αποτέλεσμα να αρχίσει μεγάλη ιδεολογική αντίδραση που εγκαινίασε μια επιχειρηματολογία περί κινδύνων και καταστροφών. Είχε προηγηθεί η ένταξη της Ελλάδας στην τότε ΕΟΚ από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή το 1981, η οποία, παρά τους πανηγυρισμούς, προκάλεσε και ένα κλίμα πολιτισμικής ανασφάλειας και ανησυχίας μήπως κινδυνεύσει η «ελληνικότητά» και γενικά η ταυτότητά μας.
Το μονοτονικό ήταν πλέον η αφορμή που πυροδότησε έναν ιδεολογικό πόλεμο. Όλοι οι νέοι της Ελλάδας ανακηρύχθηκαν αγγράμματοι, γιατί δεν ήξεραν αρχαία Ελληνικά και επομένως προέκυπτε το συμπέρασμα ότι δεν ήξεραν ούτε τη σύγχρονη γλώσσα. Οι νέοι δεν μπορούσαν σύμφωνα με αυτούς να κατανοήσουν τη γλώσσα της εκκλησίας ούτε να καταλάβουν τον άγιο της λογοτεχνίας Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη. Από τον Μπαμπινιώτη ως την Αρβελέρ και τον Ελύτη και από τον Γιανναρά και τον Ράμφο έως τον Σαββόπουλο και τον Ζουράρη το αίτημα για επιστροφή των αρχαίων Ελληνικών στο γυμνάσιο και τη διαχρονική διδασκαλία της γλώσσας ήταν επιτακτικό παράλληλα με την ανάγκη να «βιώνουμε» την ορθοδοξία. Και επιπλέον διατυπώνεται το επιχείρημα ότι μόνο «βιώνοντας» την ορθοδοξία μπορούμε να κατανοήσουμε τον Αριστοτέλη και τους τραγικούς, πράγμα που εμποδίζει τους ξένους μελετητές να αντιληφθούν τα αληθινά νοήματα της τραγωδίας. Όλα αυτά επέφεραν σταδιακά μία μεταστροφή στην κοινωνία.
Τον Δεκαπενταύγουστο του 1982 ο Ανδρέας Παπανδρέου, που είχε προηγουμένως ταχθεί υπέρ του διαχωρισμού εκκλησίας και κράτους πηγαίνει για προσκύνημα στην Παναγία Σουμελά.
Το 1983 εκδίδεται το έργο του Μακρυγιάννη «Οράματα και Θάματα» που κατατάσσει και τον Μακρυγιάννη στους αγίους της λογοτεχνίας και το 1985 εκδίδεται η Αποκάλυψη του Ιωάννη σε μετάφραση Ελύτη, ενώ είχε ήδη μεταφραστεί και από τον Σεφέρη. Το 1985 η ΝΔ προσέρχεται στις εκλογές με το σύνθημα «για τη γλώσσα, για τη θρησκεία, ψηφίστε Νέα Δημοκρατία», αλλά το «Τσοβόλα δώστα όλα» αποδείχτηκε πιο ισχυρό και χάρισε την εκλογική νίκη και πάλι στο ΠΑΣΟΚ. Ο υπουργός παιδείας Τρίτσης τάσσεται από το 1986 υπέρ της διδασκαλίας των αρχαίων στο γυμνάσιο. Την ίδια χρονιά το περιοδικό «Χάρτης» εκδίδει ένα τόμο αφιερωμένο στον Ελύτη, στον οποίο περιλαμβάνεται και μεταφρασμένο από τον Χειμωνά το «Ποίημα Κασσιανής Μοναχής», ο οποίος το αφιερώνει στον Ελύτη ως αναγνώριση της υποχρέωσης που αισθάνεται προς αυτόν για τη μετάφραση της Αποκάλυψης. Ο Χειμωνάς αφιερώνει τη μετάφραση του ποιήματος της Κασσιανής ως ένα «ασημένιο τάμα» σε μια προσπάθεια αγιοποίησης και του Ελύτη.
Αποκορύφωμα όλων αυτών είναι ότι το 1988 αρχίζει η μεταφορά του αγίου φωτός με αεροπλάνο με δαπάνες του δημοσίου και η υποδοχή του με τιμές αρχηγού κράτους. Με τιμές αρχηγού κράτους γίνεται και η υποδοχή λειψάνων αγίων.
Στις επόμενες εκλογές και τα δύο μεγάλα κόμματα υπόσχονται στις προεκλογικές τους δηλώσεις πως αν σχηματίσουν κυβέρνηση θα επαναφέρουν τη διδασκαλία των αρχαίων Ελληνικών στο γυμνάσιο. Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης κερδίζει τις εκλογές του 1990 και ο Σουφλιάς ως υπουργός παιδείας πραγματοποιεί την προεκλογική δέσμευση, όπως είχε διαποτιστεί από τις θέσεις του Μπαμπινιώτη. Σε όλο τον κόσμο η επιστήμη της γλωσσολογίας πρεσβεύει ότι οι γλώσσες πρέπει να διδάσκονται συγχρονικά, αλλά ο Μπαμπινιώτης επιδόθηκε στο εθνικιστικό παραλήρημα ότι η ελληνική γλώσσα πρέπει να διδάσκεται διαχρονικά σε όλα της τα στάδια. Καθώς η άποψη περί καθαρότητας και συνέχειας της φυλής δεν μπορεί να σταθεί στην εποχή μας, έχει αντικατασταθεί με την ίδια εθνικιστική επιμονή από τη συνέχεια του ελληνισμού και της γλώσσας. Και μια και η συνέχεια του αίματος στα γενεαλογικά δέντρα εξυπακούεται από τη συνέχεια του ονόματος, ο εθνικισμός από το 1992 και εντεύθεν συμπυκνώθηκε γύρω από το όνομα Μακεδονία. Δεν μιλάμε για το αίμα, για να μην κατηγορηθούμε ως φυλετιστές, αλλά μιλάμε για το όνομα. Μιλάμε για τον ελληνισμό, για την ελληνικότητα, για τη γλώσσα και την ορθοδοξία, γιατί ποτέ δεν απομακρυνθήκαμε ουσιαστικά από το Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών. Εντωμεταξύ η ασθένεια των τρελών αγελάδων απειλεί με απαγόρευση την κατανάλωση εντοσθίων και υπάρχει κίνδυνος για το ελληνικό κοκορέτσι, το ελληνικό Πάσχα και την ελληνική κουλτούρα. Έξαλλοι Έλληνες δημιουργούν τον ιστότοπο kokoretsi.com, όπου διοχετεύουν το περίσσευμα του ανδρισμού τους και της ελληνικής τους περηφάνειας. Το μακεδονικό, τα συλλαλητήρια, η μη αναγραφή του θρησκεύματος στις ταυτότητες, οι ολυμπιακοί αγώνες, ο αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος, το βιβλίο της Ρεπούση, η βαθειά οικονομική κρίση, η Χρυσή Αυγή, τα μνημόνια, το προσφυγικό, τα θρησκευτικά του Φίλη έγιναν αιτίες και αφορμές, για να φουντώνει η εθνικιστική ελληνοχριστιανική υστερία μετακινώντας την κοινωνία και το κοινοβούλιο σε πιο δεξιές επιλογές. Ακόμη και οι «μένουμε Ευρώπη» διεκδικούν μόνο τον δυτικό τρόπο ζωής και τον καταναλωτισμό, χωρίς να υποχωρούν στο ρομαντικό ιδεολόγημα της ελληνικότητας.
Μέσα σε όλο αυτό το κοινωνικό και ιστορικό πλαίσιο η παιδεία είναι καταδικασμένη και εγκλωβισμένη σε αναχρονιστικά ιδεολογήματα. Βασικό ιδεολόγημα ότι η σωστή χρήση της δημοτικής προϋποθέτει την καλή γνώση της αρχαίας. Και γνώση της αρχαίας σημαίνει άριστη γνώση της γραμματικής και του συντακτικού, ερήμην των κειμένων. Έχω γνωρίσει καθηγητές της Οξφόρδης που μιλούν και γράφουν αρχαία Ελληνικά, αλλά αγνοούν τους όρους ειδικό και τελικό απαρέμφατο, κατηγορηματική μετοχή και δοτική προσωπική. Δεν τα ξέρουν επειδή τους είναι άχρηστα. Έχω γνωρίσει και καθηγητές της νέας Ελληνικής, που μιλούν και γράφουν άριστα Ελληνικά, που όμως δεν ξέρουν καθόλου αρχαία, γιατί δεν τους χρειάζονταν, για τη γνώση της σύγχρονης γλώσσας. Ξέρω και κληρικούς που δεν ξέρουν Λατινικά και χρησιμοποιούν το αντιμήνσιο, για να κάνουν λειτουργία σε εξωτερικό χώρο, χωρίς να ξέρουν ότι το αντιμήνσιο παράγεται από το αντί και τη λατινική λέξη mensa, που σημαίνει τράπεζα.
Τα παιδιά του ελληνικού σχολείου όμως σπαταλούν πολλές ώρες σε χρονικές και εγκλιτικές αντικαταστάσεις, λες και πρόκειται να γράψουν ή να μιλήσουν αρχαία Ελληνικά, υπό το πρόσχημα ότι έτσι μαθαίνουν καλά τη δημοτική γλώσσα. Τη γλώσσα όμως την μαθαίνει κανείς μιλώντας και γράφοντας. Αντίθετα τα παιδιά στο ελληνικό σχολείο μιλούν πολύ λίγο και γράφουν ελάχιστα. Η γλώσσα δεν μαθαίνεται με οχτώ εκθέσεις το χρόνο, ούτε στο μάθημα των νέων Ελληνικών. Τα παιδιά πρέπει να γράφουν πολύ τακτικά εκτενείς εργασίες, από τις οποίες θα προκύπτει η βαθμολογία τους, σε όλα τα μαθήματα. Εργασίες στην Ιστορία, στη Φυσική, στη Χημεία, στη Βιολογία, στη Γεωγραφία, στη μελέτη περιβάλλοντος, στη Μουσική, στα Καλλιτεχνικά και όλα τα άλλα. Αλλά για να γίνουν όλα αυτά πρέπει τα μονόωρα και τα δίωρα μαθήματα να γίνουν τουλάχιστον τετράωρα και ας διδάσκονται λιγότερα χρόνια. Ένας/μία εκπαιδευτικός που διδάσκει μονόωρο μάθημα πρέπει να μπει σε 20 τουλάχιστον τμήματα, για να συμπληρώσει το ωράριο. Αν δίδασκε τέσσερις ώρες θα χρειαζόταν να μπει σε πέντε τμήματα και θα ήταν εφικτό να διαβάσει και να βαθμολογήσει τις εργασίες πέντε ολιγομελών τμημάτων και να επισημάνει και τα γλωσσικά προβλήματα σε αυτές. Είναι όμως αδύνατον να το κάνει σε είκοσι τμήματα.
Μιλάμε δηλαδή για ένα άλλο σχολείο, για ένα άλλο εκπαιδευτικό σύστημα, που πρέπει να σχεδιαστεί εξαρχής. Με μάθημα κοινωνιολογίας και με μάθημα σεξουαλικής αγωγής. Κι όταν μιλάω για μάθημα σεξουαλικής αγωγής δεν αναφέρομαι κυρίως στην τεχνική του σεξ, αλλά για κάτι απείρως σημαντικότερο. Αναφέρομαι κυρίως σε θέματα σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων του ίδιου ή διαφορετικού φύλου. Πρέπει τα παιδιά μέσα στο σχολείο να διδάσκονται, να μιλούν πολύ και να γράφουν πολύ για ισότητα, για ρατσισμό, για σεξισμό, για ομοφυλοφιλία, για ομοφοβία, για αντισύλληψη, για συμβίωση, για συζυγικές σχέσεις, για εξωσυζυγικές σχέσεις, για διαζύγια, για γηρατειά.
Και το μάθημα της ελληνικής λογοτεχνίας με τις στερεοτυπικές αναπαραστάσεις της ελληνικής κοινωνίας και την έμφαση στη μορφολογία και τις αφηγηματολογικές τεχνικές να αντικατασταθεί από μάθημα, το οποίο εκτός από κείμενα της διεθνούς λογοτεχνίας να εξετάζει και άλλα κείμενα που προκαλούν γενικότερο προβληματισμό, με έμφαση στην ανάδειξη της ιδεολογίας του κειμένου. Πρέπει τα παιδιά, τελειώνοντας το σχολείο, να έχουν μάθει να ερμηνεύουν, να αναδεικνύουν τα ιδεολογικά συμφραζόμενα και να κινδυνεύουν όσο το δυνατόν λιγότερο να μεταβληθούν σε οπαδούς. Σε ένα σύγχρονο και ευυπόληπτο εκπαιδευτικό σύστημα θα έπρεπε να διδάσκονται το σεξιστικό βίντεο της πολιτικής προστασίας και τα κείμενα που γράφτηκαν για αυτό (και αυτά που το υποστηρίζουν) καθώς επίσης να δίνονται για σημειολογικές αναλύσεις οι τηλεοπτικές εμφανίσεις των Τσιόδρα και Χαρβαλιά.
Σήμερα ψηφίζεται στη Βουλή ένας νέος νόμος για την «αναβάθμιση» του σχολείου. Ενός εθνικιστικού, αρχαιόπληκτου και θρησκόληπτου σχολείου, με αγιασμούς, εκκλησιασμούς, σημαιοφορίες και παρελάσεις, στο οποίο η κυρία Κεραμέως παρέλειψε να προσκαλέσει και τον διαφωτισμό «να συμμεθέξει».
Αυτό μας αξίζει. Γιατί έχουμε μείνει στο 1980, τότε που ο αξιωματικός στο στρατό μού έδωσε μια ανακοίνωση μειοδοτικού διαγωνισμού να ελέγξω αν είναι σωστά γραμμένη. Στεκόταν από πάνω μου και μούγκριζε δυσανασχετώντας με τις διορθώσεις και όταν διόρθωσα το ανύπαρκτο και καταγέλαστο «να συμμεθέξουν» σε «να συμμετάσχουν» μού πήρε το χαρτί λέγοντας: «Δεν τα ξέρεις καλά τα Ελληνικά, δάσκαλε». Και δεν θα τα μάθουμε.

Ας μιλήσουμε για αξιολόγηση των εκπαιδευτικών

Ας μιλήσουμε, λοιπόν, για αξιολόγηση, χωρίς φόβο και πάθος, αν και για το πάθος δεν είμαι τόσο σίγουρος.

Ξέρετε ότι σε μερικά ιδιωτικά σχολεία, για να γίνει πρόσληψη εκπαιδευτικού πρέπει να προηγηθεί επιτυχής δοκιμαστική διδασκαλία ενώπιον επιτροπής;

Υπήρχε κάποιος εκπαιδευτικός που εκτιμούσα και σεβόμουν πολύ. Ήταν πολύ αναγνωρισμένη η αξία του στο σχολείο που δίδασκε και ήταν στην επιτροπή προσλήψεων και παρακολουθούσε τις δοκιμαστικές διδασκαλίες. Την τελευταία φορά που μίλησα μαζί του ήταν πολύ εκνευρισμένος, λόγω της διδασκαλίας υποψήφιας καθηγήτριας που παρακολούθησε. «Ήταν τόσο άσχετη, μου είπε, που πήρε την κιμωλία και άρχισε να γράφει στον πίνακα, αντί να βάλει ένα παιδί να γράφει. Δεν ήξερε κάτι τόσο απλό, ότι μια καθηγήτρια δεν γράφει η ίδια στον πίνακα, γιατί από κάτω τα αγόρια θα σχολιάζουν τα οπίσθιά της». Δεν είπε ακριβώς «οπίσθια», άλλη λέξη χρησιμοποίησε, αλλά θα μου συγχωρήσετε την έλλειψη ακριβολογίας.

Θα αφήσω ασχολίαστη την απόρριψη της υποψήφιας καθηγήτριας, επειδή απευθύνομαι σε νοήμον κοινό κι ελπίζω επιπλέον να καταλάβατε, γιατί αυτή ήταν η τελευταία φορά που συνομίλησα με εκείνον τον εκπαιδευτικό. Ποιος εγγυάται ότι τα κριτήρια του αξιολογητή δεν εμφορούνται από σεξισμό ή μισαλλοδοξία; Άλλωστε κι εγώ έχω επιδείξει μισαλλοδοξία και δεν κάλεσα σε συνέντευξη υποψήφια/ο εκπαιδευτικό για πρόσληψη, αν στην αίτησή είχε επισυνάψει και συστατική επιστολή από βουλευτή η μητροπολίτη.

Αντικειμενικά κριτήρια δεν υπάρχουν, ας το παραδεχτούμε.

Επίσης ας παραδεχτούμε πως όλοι/ες οι εκπαιδευτικοί δεν βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο τελειότητας, ούτε αποδίδουν το ίδιο καλά σε όλη τη διάρκεια της διδακτικής τους καριέρας. Και επίσης ξέρω πόσο πολύ μερικοί γονείς δεν εμπιστεύονται εκπαιδευτικούς πολύ νεαρής ή μεγάλης ηλικίας. Είναι βέβαιοι πως οι πολύ νέοι δεν έχουν γνώσεις, εμπειρία και κύρος, ενώ οι μεγάλοι δεν έχουν κατανόηση για τα παιδιά και έχουν ξεπερασμένες ιδέες.

Ας παρακάμψουμε όμως προς το παρόν μαζί με τις σεξιστικές και ηλικιακές προκαταλήψεις και όλες τις άλλες που καθορίζονται από την ομοφοβία, την εμφάνιση, την αρτιμέλεια, την προφορά και ό,τι άλλο βάλει ο νους του ανθρώπου. Και ας αναρωτηθούμε για δυο πράγματα. Πόσοι είπαν να μπουν οι κάμερες μέσα στην τάξη, για να δούμε τι μάθημα κάνουν οι εκπαιδευτικοί, ενώ κανείς δεν είπε να μπουν κάμερες στα αστυνομικά τμήματα, όχι για να αναμεταδίδουν, δεν είμαστε όλοι λάτρεις της κλειδαρότρυπας, αλλά μόνο, για να καταγράφουν τις παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που γίνονται εκεί μέσα.

Κι επίσης να αναρωτηθούμε γιατί οι άνθρωποι δεν απαιτούν να γίνει αξιολόγηση των νοσοκομειακών γιατρών και των γιατρών του ΕΣΥ; Επειδή είναι τέλειοι και είμαστε όλοι πολύ ευχαριστημένοι; Θα απαντήσω αμέσως.

Γιατί οι γιατροί, παρά τις ενδεχόμενες οικονομικές και εργασιακές αδικίες που τους γίνονται, είναι ηθικά και και κοινωνικά καταξιωμένοι και αντιμετωπίζονται με εκτίμηση και σεβασμό από όλους.

Και για τους αστυνομικούς ο υπουργός προστασίας του πολίτη είπε ότι περπατούν στο δρόμο και ο κόσμος τους χειροκροτεί. Δεν είπε κάτι ανάλογο για τους εκπαιδευτικούς η υπουργός παιδείας. Πώς να το πει; Οι εκπαιδευτικοί είναι ένας κλάδος απαξιωμένος οικονομικά, εργασιακά και κυρίως κοινωνικά. Ακούσαμε και διαβάσαμε από πολιτικά και δημοσιογραφικά στόματα για τους άχρηστους και τεμπέληδες εκπαιδευτικούς που μόνο διεκδικούν αμοιβές και δικαιώματα. Αυτή η απαξίωση οδηγεί στην απαίτηση για αξιολόγηση, να ξεχωρίσουμε τα πρόβατα από τα ερίφια και να τα κατασπαράξουμε. Γιατί όλοι οι Έλληνες ξέρουν την αληθινή ιστορία, όχι αυτή που λένε οι ιστορικοί, γιατί οι στρατιωτικοί ξέρουν καλύτερα τη γραμματική από τους δασκάλους και τους φιλόλογους, γιατί οι πολιτικοί μηχανικοί που έχουν βγάλει Πολυτεχνείο ξέρουν καλύτερα μαθηματικά, φυσική και χημεία από τους εκπαιδευτικούς που έχουν βγάλει ένα απλό πανεπιστήμιο. Γιατί δικηγόροι, γιατροί και καπετάνιοι ξέρουν καλύτερα παιδαγωγικά. Γιατί το πανεπιστήμιο της ζωής είναι αυτό που δίνει τα καλύτερα διπλώματα σε όλες τις ειδικότητες των εκπαιδευτικών.

Πώς θα αξιολογηθούν άνθρωποι τόσο πολύ απαξιωμένοι; Άνθρωποι που δεν τους επιτρέπεται να αναπτύξουν καμιά πρωτοβουλία; Που ολόκληρη η δουλειά τους πρέπει να κινείται σε πλαίσια πολύ αυστηρά προκαθορισμένα από το υπουργείο. Ποια κεφάλαια του βιβλίου θα διδάξουν αναλυτικά, ποια περιληπτικά, ποιες σελίδες ή ποιες παραγράφους απαγορεύεται να διδάξουν και όλα αυτά να αλλάζουν σε κάθε ανασχηματισμό της κυβέρνησης ή μετά από εκλογές. Και πρέπει να ανησυχούν μόνιμα μήπως γράψουν στο βιβλίο της ύλης απαγορευμένες σελίδες, μήπως βάλουν ερώτηση σε τεστ από τις απαγορευμένες, μήπως βάλουν εργασία από τα κεφάλαια που πρέπει να διδάξουν περιληπτικά. Και δεν πρέπει να βάζουν ασκήσεις που δεν είναι στο βιβλίο, να μην κάνουν «άσχετες» ερωτήσεις και οι ερωτήσεις κρίσεως να είναι μόνο εθνοπατριωτικού χαρακτήρα. Οι καλοί εκπαιδευτικοί πρέπει να διδάσκουν πως κανένας λαός δεν αγάπησε την ελευθερία όσο οι Έλληνες, κανένας λαός δεν ύμνησε την αγάπη προς την πατρίδα όσο οι Έλληνες, καμιά γλώσσα δεν είναι τόσο πλούσια, τόσο πλήρης, τόσο ωραία όσο η Ελληνική, που μπορεί να εκφράσει νοήματα και αισθήματα που καμιά άλλη γλώσσα δεν μπορεί. Και πρέπει ο καλός εκπαιδευτικός να λέει μπράβο και να βάζει καλό βαθμό στο παιδί που διάβασε μέσα στην τάξη το απόκομμα της εφημερίδας που του έδωσε ο μπαμπάς του και που λέει για την ελληνική γλώσσα και την Microsoft.

Δεν θα ξεχάσω ποτέ πως για να βγάλουμε θέματα προαγωγικών εξετάσεων σε όλα τα φιλολογικά μαθήματα έπρεπε να καθόμαστε όλοι μαζί που διδάσκαμε το μάθημα με ανοιχτές τις οδηγίες του υπουργείου. Πόσες σειρές να είναι το κείμενο, τι να ρωτάει η πρώτη ερώτηση, τι η δεύτερη, πόσα υποσκέλη έχουν η τρίτη και η τέταρτη και τι ρωτάει το καθένα και πόσες μονάδες παίρνει στη βαθμολογία. Και να αναρωτιέμαι πώς είναι δυνατόν να ρωτάμε τα παιδιά τόσες πολλές και τόσο μεγάλες μπούρδες, που υποτίθεται ότι τις είχαμε κιόλας διδάξει. Και αυτές τις οδηγίες του υπουργείου δεν άξιζε τον κόπο να τις μάθουμε απέξω, αφού θα άλλαζαν σύντομα έτσι κι αλλιώς.

Αυτό το άθλιο εκπαιδευτικό σύστημα ποιος θα το αξιολογήσει και πότε; Αυτό το εκπαιδευτικό σύστημα που καταδικάζει τους εκπαιδευτικούς σε θάνατο από ασφυξία ποιος θα το αποτιμήσει;

Θα πρέπει να γίνει κατανοητό από όλη την κοινωνία ότι διαχρονικά το υπουργείο παιδείας, οι υπηρεσίες του και τα συμβούλιά του αποβλέπουν μόνο στο να στερήσουν από τους εκπαιδευτικούς κάθε πρωτοβουλία, κάθε δυνατότητα, για να αποφασίζουν και για τα πιο απλά ζητήματα λειτουργικής, παιδαγωγικής και διδακτικής φύσης για ένα πολύ απλό λόγο. Το υπουργείο παιδείας και σύσσωμη η ελληνική κοινωνία δεν εμπιστεύεται για τίποτε τους εκπαιδευτικούς. Τους απομυζά, απαιτεί θυσίες, που ποτέ δεν είναι αρκετές, τους απαξιώνει και τους απορρίπτει.

Και όχι, το επαναλαμβάνω, δεν είναι όλοι οι εκπαιδευτικοί το ίδιο καλοί. Υπάρχουν λιγότερο καλοί και περισσότερο καλοί. Ας παρακάμψουμε προς το παρόν το πώς και από ποιον θα αξιολογηθούν. Ας υποθέσουμε ότι γίνεται μια πολύ δίκαιη και σωστή αξιολόγηση και αναδεικνύονται οι πολύ καλοί. Τους άλλους τι θα τους κάνουμε; Είναι ευκαιρία να τους απολύσουμε τώρα που έχουμε κυβέρνηση Μητσοτάκη ή θα τους στείλουμε σε καμιά απομακρυσμένη επαρχία, σε καμιά υποβαθμισμένη συνοικία, γιατί τα παιδιά αυτών των περιοχών έχουν λιγότερες απαιτήσεις και λιγότερα δικαιώματα; Η μήπως θα τους στερήσουμε μισθολογικό κλιμάκιο και έτσι θα ωφεληθούν οι μαθητές τους από αυτήν την ταπείνωση;

Νομίζω ότι καταλήγουμε σε αδιέξοδο. Αλλά μπορούμε να βγούμε από αυτό το αδιέξοδο. Πρέπει να ακολουθήσουμε άλλη πορεία και άλλη σειρά σκέψεων. Κι ερωτώ αυτούς τους γίγαντες της πολιτικής και της δημοσιογραφίας που κατακρίνουν τους εκπαιδευτικούς τόσο επαίσχυντα μήπως θεωρούν ότι οι νέες και οι νέοι των 18 ετών που μελετούν, για να μπουν στις πανεπιστημιακές σχολές, για να γίνουν εκπαιδευτικοί και πάρα πολλοί/ές κάνουν και μεταπτυχιακές σπουδές και μαθαίνουν ξένες γλώσσες φιλοδοξούν να κάνουν μια τεμπέλικη δουλειά, κακά αμειβόμενη; Στόχος τους είναι να συγκεντρώσουν στο πρόσωπό τους όλη την απαξίωση της κοινωνίας;

Όχι, είναι παιδιά με κέφι, με μεράκι, με ζωντάνια, με όρεξη για δουλειά που θέλουν να προσφέρουν τις γνώσεις τους στις επερχόμενες γενιές. Αλλά ξεκινάνε στραβά. Εκπαιδευτικοί γίνονται οι κοινωνικά και οικονομικά παρακατιανοί. Τα παιδιά των εύπορων και ταξικά ανώτερων οικογενειών δεν γίνονται εκπαιδευτικοί. Νομίζετε ποτέ πως κάποιος γόνος των οικογενειών Σαμαρά, Μητσοτάκη, Κεραμέως θα γινόταν εκπαιδευτικός; Ή μήπως δεν θα γινόταν εκπαιδευτικός για να μη γίνει τεμπέλης και άχρηστος; Αυτοί θα γίνονταν δικηγόροι, οικονομολόγοι, γιατροί, αρχιτέκτονες, ειδικότητες που τους ταιριάζουν. Προσωπικά δίδασκα επί 31 χρόνια σε μεγάλο ιδιωτικό Σχολείο. Από τα τέσσερα μέλη της οικογένειας που διοικούν το σχολείο αυτό κανείς δεν είναι εκπαιδευτικός, κανείς τους ποτέ δεν μπήκε σε τάξη. Κανείς τους δεν επέλεξε να γίνει δάσκαλος φιλόλογος ή μαθηματικός και να μπει σε τάξη. Όχι, τα οικονομικά και η διοίκηση επιχειρήσεων είναι αυτά που τους ταιριάζουν καλύτερα. Αλλά την παιδαγωγική επιστήμη θεωρούν ότι την κατέχουν καλύτερα από όλους τους εκπαιδευτικούς.

Οι εκπαιδευτικοί ξεκινούν την καριέρα τους με το στίγμα της κακομοιριάς και επομένως ό,τι τους δοθεί πολύ τους είναι. Και βεβαίως αντιμετωπίζονται με έλλειψη εμπιστοσύνης και επιφυλακτικότητα, που τους καταδικάζει σε αυτοπεριορισμό και αυτολογοκρισία, σε μόνιμη αβεβαιότητα και αμφισβήτηση που τους οδηγεί σε επιστημονικό μαρασμό και στασιμότητα.

Αυτά είναι που πρέπει να αλλάξουν. Οι εκπαιδευτικοί πρέπει να μπαίνουν στα σχολεία νέοι και όχι μετά από χρόνια ταλαιπωρίας, ΑΣΕΠ, αναπλήρωσης, φροντιστηρίων και ιδιαιτέρων μαθημάτων και όλα τα είδη ταπείνωσης και μαρασμού της προσωπικότητάς τους και της επιστημονικής τους κατάρτισης.

Οι εκπαιδευτικοί πρέπει να προσλαμβάνονται χωρίς ταλαιπωρίες, όσο διατηρούν το κέφι τους για δουλειά και προσφορά. Και το υπουργείο και το σχολείο πρέπει συνεχώς να τους ενδυναμώνουν αφήνοντάς τους πολλά περιθώρια πρωτοβουλίας. Οι εκπαιδευτικοί πρέπει να μπορούν να ενημερώνονται σε νέες επιστημονικές θεωρίες της ειδικότητάς τους και της παιδαγωγικής και να μπορούν να τις εφαρμόσουν στη διδασκαλία τους και στη δουλειά τους. Ο σύλλογος των εκπαιδευτικών πρέπει να μπορεί να αποφασίζει για τη λειτουργία του σχολείου και την καθημερινότητά του. Ο σύλλογος διδασκόντων πρέπει να αποφασίζει για το αν θα γίνει αγιασμός στην έναρξη της σχολικής χρονιάς και όχι το υπουργείο. Ο σύλλογος διδασκόντων πρέπει να αποφασίζει αν θα κάνει γιορτή για τους Τρεις Ιεράρχες και όχι το υπουργείο. Ο σύλλογος των διδασκόντων πρέπει να αποφασίζει για το πρόγραμμα των προαγωγικών και απολυτήριων εξετάσεων, χωρίς να το στέλνει στις υπηρεσίες του υπουργείου για έγκριση.

Οι εκπαιδευτικοί πρέπει να αισθάνονται ότι έχουν λόγο και δεν ανήκουν στο περιθώριο της εκπαίδευσης και του σχολείου. Πρέπει να συνδιοικούν και να συναποφασίζουν σε κοινές και τακτικές συνεδριάσεις που θα προβλέπονται από το διδακτικό τους πρόγραμμα. Και πρέπει το κλίμα του σχολείου να είναι τέτοιο, ώστε οι εκπαιδευτικοί συνεχώς να γίνονται καλύτεροι, συνεχώς να βελτιώνονται. Και αυτή η βελτίωση και προσφορά να αναγνωρίζονται και να επιδοκιμάζονται με κάθε τρόπο.

Θα φέρω ένα παράδειγμα. Κάποτε μου τηλεφώνησε μητέρα μαθητή πολύ δυσαρεστημένη. Πριν μία βδομάδα είχε στείλει σημείωμα σε έναν καθηγητή του γιου της και τον παρακαλούσε να της τηλεφωνήσει, για να μιλήσουν για ένα σοβαρό θέμα του παιδιού. Ο καθηγητής πήρε το σημείωμα, αλλά δεν ανταποκρίθηκε στο αίτημα της μητέρας. Κάλεσα τον ?καθηγητή και τον ρώτησα τι συμβαίνει και μου είπε ότι εκείνη την εποχή είχε πολλά τεστ να διορθώσει και ότι, όταν θα τα τέλειωνε σε λίγες ημέρες, θα τηλεφωνούσε στη μητέρα. Την επόμενη ημέρα στην τακτή συνεδρίαση έθεσα στους εκπαιδευτικούς το ερώτημα: Αν μας ζητήσει μια μητέρα να της τηλεφωνήσουμε, πότε πρέπει να κάνουμε το τηλεφώνημα; Όσοι και όσες μίλησαν είπαν πως το τηλεφώνημα πρέπει να γίνει στο πρώτο διάλειμμα κι αν αυτό είναι αδύνατο, πρέπει οπωσδήποτε να γίνει στο δεύτερο. Όλοι ήταν κατηγορηματικοί σε αυτό. Δεν αναφέρθηκα στο συμβάν, δεν εξέθεσα τον καθηγητή που παρευρισκόταν στη συνεδρίαση. Η αξιολόγηση όμως έγινε ταχύτατα με πλάγιο τρόπο από τους άλλους συναδέλφους και πολύ αποτελεσματικά. Μετά από λίγο μου τηλεφώνησε η μητέρα και μου είπε ότι της τηλεφώνησε ο καθηγητής και της ζήτησε συγγνώμη για την καθυστέρηση και το θέμα είχε λήξει. Και πράγματι είχε λήξει για πάντα. Μετά με βρήκε ο καθηγητής και ζήτησε κι από μένα συγγνώμη και μου είπε πως δεν είχε καταλάβει πόσο λάθος είχε χειριστεί το θέμα.

Το σχολείο είναι ένας χώρος μέσα στον οποίο οφείλουμε όλες και όλοι να γινόμαστε καλύτερες/οι. Παιδιά, εκπαιδευτικοί, διευθυντές/τριες πρέπει να μαθαίνουμε και να βελτιωνόμαστε, να προοδεύουμε χωρίς εμμονή σε ιδέες και γνώσεις που μπορεί πλέον να είναι ξεπερασμένες.

Κάποτε σε συζήτηση που είχα με υποψήφια για πρόσληψη φιλόλογο ρώτησα πώς θα δίδασκε το μάθημα των αρχαίων Ελληνικών. Μου είπε ότι θα διάβαζαν μια παράγραφο, θα ζητούσε από τα παιδιά να κάνουν χωρισμό και αναγνώριση προτάσεων, μετά πλήρη συντακτική και γραμματική αναγνώριση και κατόπιν μετάφραση. Ρώτησα γιατί επέλεγε αυτόν τον τρόπο και μου είπε γιατί κι εκείνη έτσι έμαθε αρχαία Ελληνικά. Την ρώτησα αν και τα Αγγλικά που διδάσκονται τα παιδιά πρέπει να τα διδάσκονται με τον ίδιο τρόπο, αλλά δεν μπόρεσε να μου απαντήσει. Όμως αυτή η καθηγήτρια αν βρισκόταν σε ένα περιβάλλον που δεν θεωρεί τα θέματα της παιδείας ως θέσφατα, σε περιβάλλον που έχει μάθει να θέτει ερωτήματα, σε περιβάλλον που συνεχώς διαβάζει και ανανεώνεται είμαι βέβαιος πως θα μπορούσε να δώσει άλλες απαντήσεις.

Κανείς και καμιά μας δεν είναι τόσο καλός/ή που να μη μπορεί να γίνει καλύτερος/η. Και σε αυτό πρέπει να βοηθάει το σχολικό περιβάλλον με την ανάλογη ενίσχυση από το υπουργείο. Ενίσχυση οικονομική για συμμετοχή σε επιστημονικά συνέδρια, για συνδιοργάνωση με άλλα σχολεία της περιοχής επιστημονικών και παιδαγωγικών συνεδρίων στα οποία οι εκπαιδευτικοί θα ενθαρρύνονται να συμμετέχουν ως ομιλήτριες,ές. Ενίσχυση οικονομική για τη δημιουργία σχολικής βιβλιοθήκης με βιβλία υψηλού επιστημονικού επιπέδου, για χρήση από τους εκπαιδευτικούς, οικονομική ενίσχυση για συνδρομή σε βιβλιοθήκες του εξωτερικού, καθορισμένη ώρα στο διδακτικό ωράριο, στην οποία οι εκπαιδευτικοί μιας ειδικότητας θα συζητούν τα θέματά τους, θα θέτουν στόχους και θα αλληλοενημερώνονται. Και ακόμη οι εκπαιδευτικοί των ξένων γλωσσών να έχουν διδακτική ώρα στο τέλος του σχολικού προγράμματος, για να διδάσκουν ξένες γλώσσες σε όσες/ους συναδέλφους τους επιθυμούν.

Με λίγα λόγια δηλαδή, ας σταματήσουμε να μιλάμε για αξιολόγηση των εκπαιδευτικών και να αρχίσουμε να μιλάμε για την αξιοποίηση τους μέσα σε ένα κλίμα εμπιστοσύνης που θα αφήνει πολλά περιθώρια για ανάπτυξη πρωτοβουλιών. Και οι εκπαιδευτικοί πρέπει να συνδιοικούν το σχολείο και να συναποφασίζουν για ζωτικά θέματα και όχι απλώς να συνυπογράφουν μνημεία της γραφειοκρατίας. Και ας αρχίσουμε με επαναπροσδιορισμό των ρόλων και των προσόντων των διευθυντών των σχολικών μονάδων και των προϊσταμένων των εκπαιδευτικών περιφερειών, που έχουν καταλήξει ιερείς της γραφειοκρατίας.