Ποίος ήτον ο φονεύς του αδελφού μου; Ο Κορκονέας. Μην το ξεχάσεις ποτέ.

(Ανοιχτή επιστολή στα παιδιά που γεννήθηκαν μετά τη δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου)

Αγαπητά μου παιδιά,

Είστε η ελπίδα για την νέα ζωή, που όλοι μας έχουμε ανάγκη, αλλά δεν μας δίνεται πάντα. Είστε μικροί, για να διαβάσετε αυτά που γράφω, αλλά τα γράφω τώρα, γιατί δεν ξέρω αν θα υπάρχω, όταν φτάσετε στην κατάλληλη ηλικία, για να τα μάθετε.

Έχουν λεχθεί άσχημα πράγματα για τον Αλέξανδρο μετά τη δολοφονία του. Αλλά τα έχουν πει βρώμικα στόματα και τα έχουν γράψει βρώμικα χέρια. Μην πιστέψετε τίποτε και κανένα. Εγώ ήμουν σε θέση να ξέρω τον Αλέξανδρο καλύτερα από τον καθένα και σας λέω αυτό. Ο Αλέξανδρος ήταν πολύ καλό, ευγενικό και τίμιο παιδί, που αγαπούσαν όλοι οι δάσκαλοι και όλοι οι συμμαθητές του. Κι εκείνος αγαπούσε πολύ τους φίλους του και είχε πολλούς, πάρα πολλούς φίλους και οι φίλοι του έγιναν αναρίθμητοι μετά τον θάνατό του, όχι μόνο στην Ελλάδα, σε όλον τον κόσμο. Αλλά ο Αλέξανδρος δεν πρόλαβε να τους αγαπήσει, όμως η μεγάλη του καρδιά, είμαι βέβαιος ότι θα τους χωρούσε όλους αυτούς.

Χθες τέλειωσε η δίκη των δολοφόνων του σε δεύτερο βαθμό στο εφετείο Λαμίας. Μια δίκη που συνεχώς μας έκανε να αγανακτούμε και να ντρεπόμαστε για τον τρόπο που απονέμεται «η δικαιοσύνη» στη χώρα μας. Δεν θα επεκταθώ όμως σε όλα όσα λέχθηκαν και έγιναν σε αυτή τη δίκη που κράτησε πάνω από δυόμισι χρόνια. Λέω μόνο τούτο. Από την αρχή φάνηκε πως είχαν σκοπό να βγάλουν έξω τον Κορκονέα με κάθε τρόπο. Και τώρα θα σας πω μόνο για τη χθεσινή μέρα και αυτό φτάνει.

Η αδιάντροπη υπεράσπιση, που πρότεινε ένα σωρό ελαφρυντικά, πρότεινε και ως ελαφρυντικό την ανάρμοστη συμπεριφορά του θύματος. Λες και η υπεράσπιση δεν ήταν μέσα στην αίθουσα, όπου αποδείχθηκε περίτρανα ότι ο Αλέξανδρος δεν έκανε τίποτε ανάρμοστο. Απλώς βρέθηκε σε ένα μέρος, όπου συχνάζουν πολλά παιδιά αυτής της ηλικίας. Για αυτό και το ελαφρυντικό αυτό δεν έγινε δεκτό. Αλλά η υπεράσπιση, όπως και άλλοι όμοιοι, πάντα προσπαθούσαν να βεβηλώσουν τη μνήμη του Αλέξανδρου και θα συνεχίσουν να προσπαθούν, αλλά εσεις να μη δέχεστε αυτά τα ψέματα.

Ο εισαγγελέας από την άλλη πρότεινε ως ελαφρυντικό τον πρότερο σύννομο βίο του κατηγορουμένου. Ποιος σύννομος βίος όμως; Ακόμη και τη δολοφονία του Αλέξανδρου προσπάθησαν να καλύψουν και να συσκοτίσουν οι δολοφόνοι, αλλά και οι συνάδελφοί τους τροποποίησαν τα ενοχοποιητικά στοιχεία και κατασκεύασαν ψευδομάρτυρα. Σκοπός τους ήταν να πουν ότι οι δολοφόνοι δέχθηκαν επίθεση και κινδύνεψε η ζωή τους και ο Κορκονέας πυροβόλησε για εκφοβισμό στον αέρα και η σφαίρα εξοστρακίστηκε και σκότωσε τον Αλέξανδρο. Και παρόλο που αποδείχθηκε ότι όλα αυτά ήταν ψέματα, δεν υπήρξε καμιά συνέπεια για τους αστυνομικούς που κατασκεύασαν αυτά τα σενάρια. Αν λοιπόν η υπηρεσία του προσπάθησε να απαλλάξει τον Κορκονέα από τη δολοφονία δεν θα τον κάλυπτε για μικρότερα αδικήματα και μικρότερες εγκληματικές πράξεις; Και ακόμη ο εισαγγελέας είπε ότι οι συνάδελφοι του Κορκονέα τον αποκαλούσαν Ράμπο, γιατί ήταν καλός και αποτελεσματικός στη δουλειά του και όχι γιατί έδερνε αθώους ανθρώπους. Αλλά αυτά δεν έκαναν το δικαστήριο να αμφιβάλλει για τον σύννομο βίο του Κορκονέα και δέχθηκε το ελαφρυντικό, ενώ αμφέβαλε για την ενοχή του Σαραλιώτη και τον κήρυξε αθώο. Ο Σαραλιώτης αθώος! Που όλα τα έκαναν μαζί και δεν σκέφτηκαν οι δικαστές, ότι όσα έκανε μετά ο Σαραλιώτης τα έκανε, όχι για να καλύψει την ενοχή του Κορκονέα, αλλά για να καλύψει τη δική του συνενοχή.

Κι ακόμη είπε ο εισαγγελέας ότι ο Κορκονέας οδηγήθηκε σε αυτές τις πράξεις, επειδή ήταν αφελής και αντιδεοντολογικός, όχι γιατί είναι ένας στυγερός δολοφόνος, ένα παλιοτόμαρο της κοινωνίας. Αλλά χθες στην αίθουσα δεν είδα μόνο ένα παλιοτόμαρο, είδα πολλά.

Και η απόφαση του δικαστηρίου να δεχθεί την ενοχή του Κορκονέα για ανθρωποκτονία από πρόθεση με άμεσο δόλο απέβλεπε στο να καλύψει τα νώτα του σε ενδεχόμενη αναίρεση, αλλά συγχρόνως είχε σκοπό να τον βγάλει αμέσως από την φυλακή με την ποινή κάθειρξης 13 ετών.

Εύχομαι εσείς παιδιά να ζήσετε καλύτερες μέρες κι αν ποτέ σας πουν παραμύθι για τη λάμια που έτρωγε τα αθώα παλικαρόπουλα, να ξέρετε ότι αυτή δεν είναι η λάμια, αλλά η Λαμία.

Να ζήσετε σε καλύτερες μέρες, αλλά αυτές θα αργήσουν πολύ. Ήδη η κυβέρνηση θα στείλει αστυνομικούς με πολυβόλα ανάμεσα στους ανθρώπους στο κέντρο της Αθήνας και ο πρωθυπουργός ανήγγειλε ότι θα προσλάβει 1500 νέους οπλισμένους Κορκονείς.

Για να έρθουν οι καλύτερες μέρες πρέπει να αγωνιστούμε πολύ και ελπίζω να συμμετάσχετε κι εσείς σε αυτόν τον αγώνα όταν μεγαλώσετε.

Ο γυμνασιάρχης του Αλέξανδρου

Γιώργος Θαλάσσης

Πώς θα γίνει το μάθημα των Θρησκευτικών πιο ελκυστικό

Η μακρόχρονη θητεία μου στην εκπαίδευση, ως καθηγητή και επί 23 χρόνια ως γυμνασιάρχη, μού επιτρέπει να διατυπώσω μια πρόταση, για να γίνει το μάθημα των Θρησκευτικών πιο ελκυστικό.

Θα πρέπει αρχικά να δεχτούμε ότι το μάθημα αυτό έχει εγγενή προβλήματα, τα οποία μέχρις στιγμής συγκαλύπτονται από τα διδακτικά εγχειρίδια και τις/τους εκπαιδευτικούς με αποτέλεσμα την παραπλάνηση των παιδιών και την επέκταση της παραπλάνησης αυτής έως και τα βιβλία της ιστορίας. Τα προβλήματα αυτά είναι:

1. Δεν υπάρχει καμιά ιστορική και αρχαιολογική πηγή της εποχής του Χριστού, που να αναφέρεται στο πρόσωπο, στη ζωή, στη σταύρωση και την ανάσταση του Χριστού. Δεν υπάρχει καμιά αναφορά στα ρωμαϊκά αρχεία ούτε στα κείμενα των ιστορικών της εποχής και της περιοχής για τον Χριστό. Όλες οι αναφορές είναι πολύ μεταγενέστερες. Τα ευαγγέλια είναι πολύ μεταγενέστερα και δεν έχουν γραφεί από μαθητές του Χριστού. Το παλαιότερο κείμενο είναι οι επιστολές του Παύλου, αλλά ο Παύλος είναι μεταγενέστερος και δεν γνώρισε τον Χριστό. Γενικότερα στον ανατολικό χώρο υπήρχαν κατά καιρούς πολλές αναφορές σε μεσσίες και στα πλαίσια αυτής της παράδοσης αναγορεύθηκε θεός και ο Αλέξανδρος.

2. Τα κείμενα των Αγίων και των Πατέρων βρίθουν από σεξιστικές και μισαλλόδοξες αναφορές με αφετηρία τις επιστολές του Παύλου: «διδάσκειν δὲ γυναικὶ οὐκ ἐπιτρέπω οὐδὲ αὐθεντεῖν ἀνδρός ἀλλ’ εἶναι ἐν ἡσυχίᾳ».

3. Οι Έλληνες δεν έμειναν 400 χρόνια πίσω λόγω της οθωμανικής περιόδου, αλλά λόγω της εκκλησίας. Η εκκλησία έθεσε φραγμό στην είσοδο του διαφωτισμού και στη διδασκαλία των επιστημών. Το 1723 ο σημαντικός επιστήμονας με ευρωπαϊκή παιδεία Μεθόδιος Ανθρακίτης γράφει: «…συναθροίζουν λογικάς και φυσικάς και Ευκλείδην και έτερα μαθηματικά και ανάπτουν φωτίαν εις την αυλήν της εκκλησίας εις τρία μέρη, και τα έρριψαν μέσα ημέρα Κυριακή, και λαός άπειρος έξω, γεμιτζήδες, παπουτσήδες, ραφτάδες, και τα κάνουν ωσάν να ήτον Αρείου αιρέσεις… βιβλία όπου όλος ο κόσμος τα σπουδάζει… Μετά ταύτα μου συνθέτουν μίαν ομολογίαν να υπογραφώ, πως επαρακινήθην να τα γράψω εκ σατανικής συνεργείας… Τώρα μελετώσι να στείλουν εις όλην την Ρούμελην, όπου ακούγεται διδάσκαλος, να τον αφορίσουν και να τον διώξουν…». Ο άλλοτε πατριάρχης Καλλίνικος ο ΣΤ´ διατάζει τον δάσκαλο της σχολής Ζαγοράς να μη διδάσκει φυσική: «Η επιστήμη η φυσική και την ημών ευσέβειαν την προς τον Θεόν διαφθείρει… και…την των ανθρώπων καρδίαν εν αμαρτίαις παραθαρσύνοντες μεγίστων πολλάκις κακών, και δεινοτάτων ποινών αίτιοι εισίν οι φυσιολόγοι. Δικαίως ουν η τοιαύτη επιστήμη… ζωήν την αιωνίαν εμποδίζουσα εκ των σχολών εξοριστέα εστί.»

4. Η εκκλησία εμπόδιζε να φτάσουν στην Ελλάδα τα περί ελευθερίας μηνύματα της γαλλικής επανάστασης. Ο πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε´ επανιδρύει το 1798 το πατριαρχικό τυπογραφείο, το οποίο εκδίδει κείμενα της πιο συντηρητικής βυζαντινής παράδοσης, με τα οποία προσπαθεί να επαναφέρει στο σωστό δρόμο της εκκλησίας τους πιστούς που κινδυνεύουν από τα κείμενα των δυτικόφιλων ανταρτών. Ακολούθως προβάλλονται αντιστάσεις στις προσπάθειες για επανάσταση, γιατί με την επανάσταση θα έχαναν οι αρχιερείς την εξουσία διοίκησης του Ρουμ μιλιέτ, που τους είχε χορηγηθεί από τον σουλτάνο.

5. Μετά την επανάσταση η εκκλησία επιδόθηκε στην κατασκευή και συντήρηση μύθων, που θα της παρείχαν άλλοθι για τη στάση της στην οθωμανική περίοδο και την επανάσταση. Κυριότεροι είναι ο μύθος του κρυφού σχολειού και ο μύθος του λάβαρου της επανάστασης που ύψωσε ο Π.Πατρών Γερμανός.

6. Η εκκλησία υπηρέτησε και τροφοδότησε μισαλλόδοξες, σεξιστικές και ακροδεξιές θέσεις σε όλα τα σημαντικά θέματα της σύγχρονης ζωής. Οι εκπρόσωποί της παρέμειναν σε ένα μεσαιωνικό τρόπο σκέψης, όπως αποδεικνύεται από τις δηλώσεις του Παΐσιου, του Πορφύριου, του Άνθιμου και του μητροπολίτη Μόρφου.

Τα προβλήματα αυτά θα παρακαμφθούν μόνο αν το μάθημα εξελιχθεί και μεταβληθεί σε μάθημα θρησκειολογίας, χωρίς να είναι προσκολλημένο σε μια θρησκεία κι ένα δόγμα. Να αντιμετωπίζει όλες τις θρησκείες ισότιμα και να δίνει έμφαση στα κοινά στοιχεία, στις παραδόσεις τους και στη διδασκαλία τους, έτσι που να μπορούν να συμμετέχουν παιδιά όλων των θρησκειών και δογμάτων και παιδιά που δεν ανήκουν σε κάποια θρησκεία. Στο μάθημα αυτό να δίνεται έμφαση στην αξία της διαφορετικότητας και στον σεβασμό της και να απαντά στις προκλήσεις της εποχής με γνώμονα πάντα τις αρχές της ισότητας και της ανεκτικότητας.

Υπάρχει βέβαια και ένας άλλος τρόπος για να γίνει το μάθημα πολύ ελκυστικό πάρα πολύ εύκολα. Να καλλιεργεί στα παιδιά από πολύ μικρή ηλικία το φόβο και το μίσος προς κάθε ξένο, αλλόθρησκο και αλλόφυλο. Να τους μάθει ότι κάθε απόκλιση είναι αμαρτία και να τους μιλάει συνεχώς για τον σατανά και την κόλαση. Τα παιδιά θα τα μάθουν αυτά πολύ εύκολα και θα λατρέψουν το μάθημα. Τα μαθήματα μίσους έχουν πολύ μεγάλη απήχηση. Η απόρριψη του Άλλου είναι πολύ εύκολη και ελκυστική. Η αποδοχή του Άλλου είναι το δύσκολο μάθημα και γιαυτό παραμένει πάντα εκτός διδακτέας ύλης. Αυτό που με ανησυχεί είναι ότι πολλοί έχουν στο μυαλό τους αυτόν τον τρόπο, για να προσελκύσουν τα παιδιά.

Ο βιασμός ως ιδεολογία

Ο ισχυρισμός μου είναι πως όλοι/ες ευθυνόμαστε για τους καθημερινούς βιασμούς, που είναι καθημερινοί και οι περισσότεροι δεν καταγγέλονται και δεν αποκτούν δημοσιότητα και ευτυχώς δεν οδηγούν και σε γυναικοκτονία ή γενικότερα στο θάνατο του σεξουαλικού θύματος.

Η ιδεολογία του βιασμού εμφωλεύει στο συλλογικό ασυνείδητο μαζί με την πατριαρχία, τον σεξισμό και την ομοφοβία και αναπαράγεται συνεχώς μέσω της γλώσσας. Οι σεξουαλικές βρισιές μάς ανάγουν σε φαντασιακούς βιαστές και μετατρέπουν, καθόλου φαντασιακά πλέον, την ερωτική λειτουργία σε πράξη εξουσίας, υποταγής, εκδίκησης, ευτελισμού, που προκαλεί ντροπή και πόνο στο θύμα. Καμιά ευχαρίστηση, καμιά απόλαυση.

Με σεξουαλικό τρόπο σηματοδοτείται ο εκλογικός θρίαμβος, η ποδοσφαιρική νίκη, ο ανταγωνιστικός λόγος. Με σεξουαλικές πράξεις παραλληλίζεται η επιβολή μνημονίων και φόρων. Τα ανδρικά σεξουαλικά όργανα είναι πανταχού παρόντα για να επιβληθούν, να απειλήσουν, και να ταπεινώσουν, ενώ το γυναικείο σεξουαλικό όργανο χρησιμοποιείται ως χαρακτηρισμός βδελυγμίας και ευτέλειας.

Το παραδοσιακό ρήμα που χρησιμοποιείται δεν δηλώνει αμοιβαία σχέση και ευχαρίστηση. Αντίθετα είναι ένα μεταβατικό ρήμα που προϋποθέτει υποκείμενο και αντικείμενο και αναγκαστικά δηλώνει ενεργητικότητα και παθητικότητα, θύτη και θύμα. Το υποκείμενο ενεργεί με δική του απόφαση, γιατί πάντα το υποκείμενο είναι αυτό που αποφασίζει. Το αντικείμενο υφίσταται και υπομένει.

Το υποκείμενο είναι πάντα στην ορθή ονομαστική, ενώ το αντικείμενο, η γυναίκα ή ο γκέι άντρας, είναι σε πλάγια πτώση. Ναι σε πτώση, έτσι το θέλει η γραμματική και η γλώσσα μας, σε πτώση και πλαγιασμένο, στο κρεβάτι ή στο χώμα.

Το υποκείμενο είναι στην ορθή ονομαστική, είναι όρθιο και ορθό, όπως και το σεξουαλικό του όργανο. Και ορθό δεν σημαίνει μόνο όρθιο, σημαίνει και σωστό, δίκαιο, αλάνθαστο.

Το υποκείμενο είναι από πάνω και για αυτό όλα τα καλά είναι από πάνω, είναι ανώτερα. Το αντικείμενο είναι από κάτω, είναι κατώτερο κι εκεί θα μείνει και θα ευχηθεί στο υποκείμενο «και σ´ ανώτερα».

Το θλιβερό είναι ότι και οι γυναίκες χρησιμοποιούν την ίδια γλώσσα, τις ίδιες μεταφορές, σε μια φαντασιακή διαδικασία χειραφέτησης, ενώ στην ουσία αποδέχονται μια χειροπιαστή αλλοτρίωση.

Οι γυναίκες στις συντηρητικές κοινωνίες, όχι απλώς αποδέχονταν, αλλά συντηρούσαν την πατριαρχία, με πολύ λίγες εξαιρέσεις. Ήταν και αυτός ένας τρόπος επιβίωσης και διατήρησης της δικής τους ισορροπίας. Εκτός των άλλων φαίνεται από τις ερωτικές ιστορίες, που διηγόντουσαν και από τα αινίγματα που κατασκεύαζαν, για να προσδώσουν ανδρική λειτουργία στις γυναικείες δουλειές.

«Εγώ γιατί σ´ αγόρασα και ´δωσα τον παρά μου, για να σε βάλω ανάσκελα, να κάνω τη δουλειά μου» λέει η γυναίκα για τη σκάφη του ζυμώματος. «Η κοιλιά με την κοιλιά, το μακρύ κάνει δουλειά», λέει η γυναίκα, όταν σκύβει πάνω από το κιούπι και με το χέρι της βγάζει από μέσα τις ελιές. Κι όταν με το κλειδί στο χέρι γονατίζει μπροστά στην κλειδαρότρυπα της κασέλας, για να ξεκλειδώσει τα προικιά της, σκέφτεται αλλιώς: «Σκύβω, γονατίζω εμπρός σου, το μακρύ μου στο σχιστό σου».

Αυτά όμως άλλες εποχές. Στην εποχή μας όλο και περισσότερες γυναίκες δεν υπηρετούν την πατριαρχία και όλο και περισσότεροι άντρες προσπαθούν να αποβάλουν πατριαρχικές, σεξιστικές και ομοφοβικές αντιλήψεις. Αλλά αυτό θα γίνει πιο εύκολα αν προβάλλουμε το σεξ ως μια διαδικασία αμοιβαίας απόλαυσης, που δεν διακρίνει σε υποκείμενα και αντικείμενα, σε ενεργητικότητα και παθητικότητα, σε ανωτερότητα και κατωτερότητα. Ας σκεφτούμε ποια ιδεολογία εμφυτεύεται στα παιδιά μας όταν μεγαλώνουν ανάμεσα σε σεξιστικές και ομοφοβικές μεταφορές, σε σεξουαλικές, ταπεινωτικές εκφράσεις. Η γλώσσα είναι φορέας ιδεολογίας. Και όπως έλεγε και ο Λακάν: Το ασυνείδητο δομείται από τη γλώσσα και παράλληλα με τη γλώσσα.

Για τον Νίκο Ρωμανό

Χάρηκα που βγήκε επιτέλους από τη φυλακή. Χάρηκα πολύ. Αλλά αυτή η χαρά δεν ήταν ικανή να διαλύσει τις πικρίες του παρελθόντος. Πικρίες πολλές. Για την απάνθρωπη μεταχείριση του, για τις τεράστιες ποινές λες και ήταν δολοφόνος, για τον διασυρμό της οικογένειάς του. Τι να πρωτοθυμηθώ; Πόσα είπαν για εκείνη τη μητέρα; Όλο το ανάθεμα της κοινωνίας έπεσε επάνω της, επάνω σε μια μάνα που είμαι σε θέση να ξέρω πόσο στοργική ήταν και πόσο πολύ αγαπούσε και φρόντιζε το παιδί της. Την κατηγόρησαν ακόμη και για το ότι του διάβαζε διηγήματα του Μάριου Χάκκα. Κατά τη γνώμη τους τον διέφθειρε ο Μάριος Χάκκας, γιατί ο Μάριος Χάκκας δεν ήθελε 51 υπουργούς, αλλά φανταζόταν ένα τριμελές υπουργικό συμβούλιο με ένα δεκαοχτάρη στο υπουργείο του έρωτα, μια μάνα στο υπουργείο γεννήσεων και ένα γεροντάκι στο υπουργείο θανάτου. Ένα μόνο υπουργείο θανάτου, όχι τόσα πολλά που είχαμε και έχουμε τα τελευταία χρόνια.

Πώς να ξεχάσω τα σχόλια του Κούγια, του Ζούλα ακόμη και αυτά που μου είπε ο εισαγγελέας στο εφετείο Λαμίας, λες και δικαζόταν εκεί ο Ρωμανός και όχι οι δολοφόνοι του Γρηγορόπουλου.

Πώς να ξεχάσω την απεργία πείνας για το δικαίωμά του στη μόρφωση και όσα διαμείφθηκαν μέσα στη Βουλή το Δεκέμβριο του 14. Πώς να ξεχάσω τα απαξιωτικα σχόλια γονέων της Σχολής Μωραΐτη, έχω σωρεία από τέτοια μέιλ, που τον παρουσίαζαν ως αδίστακτο δολοφόνο. Ακόμη είπαν και ότι θα ανατίναζε το Mall Σαββατοκύριακο που πήγαιναν τα παιδιά τους. Όχι γιατί δεν τον ήξεραν, όπως τον ήξερα εγώ από παιδί, αλλά γιατί δεν ήθελαν να τον ξέρουν.

Αλλά ποια ήταν και η στάση του σχολείου του που τον ήξερε; Ακόμη και συνάδελφος (όχι βέβαια εκπαιδευτικός), που τον ήξερε και ήξερε καλά και τη μητέρα του, μου είπε πως ήταν αντίθετη με την εκπαιδευτική άδεια με βραχιολάκι, γιατί θα έκανε τρομοκρατικό χτύπημα, θα τον κυνηγούσε η αστυνομία, θα τον πυροβολούσε και η σφαίρα θα εξοστρακιζόταν, όπως έγινε με τη σύλληψη του Μαζιώτη στο Μοναστηράκι, και αυτή τη φορά θα σκότωνε το γιο της που συχνάζει στο Μοναστηράκι.

Η Σχολή Μωραΐτη όχι μόνο δεν είπε έναν καλό λόγο για αυτό το παιδί και την οικογένειά του, που τους ήξερε καλά, γιατί και η μητέρα ήταν απόφοιτη αυτού του σχολείου, αλλά, ακολουθώντας τον δρόμο του χρήματος και της πελατείας, περιέθαλψε και ενθάρρυνε την τρομολαγνεία της και συμπεριφέρθηκε η ίδια τρομοκρατικά προς τους εκπαιδευτικούς κι εμένα.

Όμως ο Ρωμανός δεν τρομοκράτησε δικαστές και κοινωνία με τις πράξεις του, αλλά κυρίως με τις ιδέες του και το αστραφτερό του μυαλό.

(Σένα τα λέγω, σένα τα λέγω κι άκουτα,

πάρε χαρτί και πέννα, κάτσε και γράψε τα)

Η Νταντουλάκη

 

[ Τα αποτελέσματα των πρόσφατων εκλογών, αλλά και των άλλων που έρχονται, μου φέρνουν στο νου τη μεγάλη έλλειψη κατανόησης, την αδυναμία συνεννόησης, αλλά και την ευκολία με την οποία μια τραγωδία μπορεί να γυρίσει σε κωμωδία ή φάρσα.]

-Δεν τη λένε Νταντουλάκη. Δανδουλάκη τη λένε.

-Σιγά που θα κάθομαι να τη λέω Δα-νδου-λά-κη. Ωχ, καημένε, θα τη λέω, όπως με βολεύει. Εσένα, δηλαδή, τι σε πειράζει;

Δεν με πείραζε και σιγά σιγά μάθαμε όλοι στην οικογένεια να τη λέμε Νταντουλάκη. Δήθεν για αστείο, αλλά ήταν πράγματι πιο βολικό. Μόνο που στην αρχή θύμωνε. -Τη λες κι εσύ Νταντουλάκη, για να με κοροϊδεύεις, ε;

Μια δυο φορές το χρόνο μάς έκανε κάτι τετραήμερες επισκέψεις και προσπαθούσαμε με κάθε τρόπο να την ευχαριστήσουμε, αλλά δεν ήταν και τόσο εύκολο. Τα απογεύματα της έλεγα «να σου ανοίξω την τηλεόραση να δεις τη Λάμψη». -Ε, καλά, να τη δω. Αλλά μη νομίζεις ότι βλέπω συχνά. Στη χάση και στη φέξη. Δεν ευκαιρώ από τις δουλειές. Και ούτε που δίνω βάση. Να, έτσι, να περνάει η ώρα. -Σου αρέσει η Νταντουλάκη, έτσι δεν είναι; -Ε, ναι μου αρέσει. Πώς να μη μου αρέσει;

Κάποια φορά, μετά από λίγα χρόνια, μου λέει η γυναίκα μου, καθώς διάβαζε την εφημερίδα. «Η Νταντουλάκη ανεβάζει το «λεωφορείο ο πόθος». Να πάμε τη μάνα σου, όταν ξανάρθει. Της αρέσει η Νταντουλάκη, της αρέσει το θέατρο, θα της αρέσει και το έργο, ευκαιρία είναι. Παίζει και ο Γκλέτσος, θα ενθουσιαστεί. Ας κάνουμε αυτή τη θυσία». «Και μετά να τη πάμε να φάμε στο Ιντεάλ, που το έχει κι αυτό μεγάλο καημό», συμπλήρωσα κι εγώ, για να προσθέσω κάτι σε αυτή τη θυσία.

Τον επόμενο μήνα μας επισκέφτηκε. Έκλεισα αμέσως εισιτήρια για την απογευματινή του Σαββάτου, αλλά έπρεπε να τα πάρουμε από το ταμείο τουλάχιστον μισή ώρα πριν από την παράσταση. Το μεσημέρι φάγαμε νωρίς και μετά το φαγητό της είπα:

-Να πας τώρα να ξαπλώσεις, για να σηκωθείς νωρίς. Το απόγευμα θα πάμε στο θέατρο.

-Να πάτε. Εγώ θα κάτσω εδώ. Η καλύτερή μου. Θα ´χω και την ησυχία μου.

-Θα έρθεις κι εσύ. Παίζει η Νταντουλάκη.

-Σιγά που θα πάω εγώ να δω τη Νταντουλάκη. Να μου λείπει. Εδώ τις προάλλες την έδειξε η τηλεόραση και με φωνάζει η κόρη μου και μου λέει «έλα μαμά να δεις τη Νταντουλάκη». Πάω κοντά και τι να δω. Πλισές το μούτρο της. Εγώ μπροστά της είμαι κόρη της. Δε φτάνει που την είδα στην τηλεόραση, θα πάω να τη δω κι από κοντά; Δε μου χρειάζεται.

-Θα πας τώρα να κοιμηθείς και το απόγευμα θα πάμε στο θέατρο.

Πρέπει να το είπα λίγο άγρια. Δεν ξαναμίλησε. Κάπνισε το τσιγάρο της και πήγε στο κρεβάτι της.

Φτάσαμε αρκετά νωρίς στο θέατρο. Έβγαλα τα εισιτήρια κι αρχίσαμε τις βόλτες πάνω κάτω στη στοά. Κάποια στιγμή, από την άλλη άκρη ερχότανε η Νταντουλάκη.

-Κοίτα, της λέει η γυναίκα μου, έρχεται η Νταντουλάκη.

-Αυτή είναι η Νταντουλάκη; Και τότε, αυτή που είδα στην τηλεόραση ποια ήταν;

-Θα ήταν καμιά άλλη. Δεν έχει σημασία.

-Έχει. Πρέπει να βρω ποια ήταν στην τηλεόραση.

Νιώσαμε λίγη ανακούφιση, μια και αυτή που δεν ήθελε να δει από κοντά δεν ήταν η Νταντουλάκη.

Με λιγότερη απογοήτευση μπήκαμε στο θέατρο, αλλά μόλις έσβησαν τα φώτα η μάνα μου μού λέει: «Θα σκάσω αν δε βρω ποια ήταν αυτή στην τηλεόραση».

Η παράσταση ήταν πολύ χειρότερη από ό,τι φανταζόμουν. Δεν βοήθησαν καθόλου και οι θεατές. Ως θετικός χαρακτήρας έβγαινε ο Στάνλεϊ και προκαλούσε τον θαυμασμό της αίθουσας, ενώ η Μπλανς προκαλούσε το γέλιο του κοινού σε κάθε της φράση.

-Θα σκάσω, αν δεν θυμηθώ ποια ήταν αυτή στην τηλεόραση.

Φτάσαμε και στη σκηνή που ο ημίγυμνος Στάνλεϊ/Απόστολος Γκλέτσος βγαίνει στο δρόμο και φωνάζει προς τα παράθυρα της γειτόνισσας: «Στέλλα, Στέλλα», «Κρατάω μαχαίρι» συμπληρώνει το ξεκαρδισμένο κοινό. Και τότε πετάγεται κι η μάνα μου:

-Τη θυμήθηκα. Η Έλενα Ναθαναήλ ήταν στην τηλεόραση.

Η παράσταση συνεχίστηκε ως κωμωδία. Πολλά γέλια στη σκηνή του βιασμού και πολλά ξεκαρδίσματα όταν έφθασαν οι άνθρωποι του ψυχιατρείου, για να πάρουν την Μπλανς.

Σίγουρα εμείς δεν μπορούμε να βασιζόμαστε ούτε «στην καλοσύνη των ξένων».

Όταν βγήκαμε από το θέατρο τη ρώτησα αν της άρεσε η παράσταση.

-Μου άρεσε, αλλά πιο πολύ φχαριστήθηκα που θυμήθηκα την Έλενα Ναθαναήλ. Μα δε φαντάζεσαι τι ζάρα είχε το μούτρο της. Πλισές σου λέω.

-Τώρα θα πάμε στο Ιντεάλ να φάμε.

-Να με πάτε εμένα σπίτι κι εσείς πηγαίνετε όπου θέλετε.

-Θα πάμε όλοι μαζί στο Ιντεάλ να φάμε.

-Εγώ θέλω ένα φαΐ με αυγολέμονο. Της κόρης μου δεν της αρέσει, ούτε να ακούσει για αυγολέμονο. Στο σπίτι μας δεν μπαίνει και τό ´χω λαχταρήσει τόσο πολύ.

Μόλις κάτσαμε στο τραπέζι κοίταξα τον κατάλογο και της λέω:

-Έχει φαΐ με αυγολέμονο. Ντολμάδες.

-Εγώ θέλω φρικασέ.

Όχι η αγάπη, η ανδρική κουλτούρα όπλισε το χέρι του

Η ιδιοκτησία είναι ο βασικός παράγοντας για τη δόμηση και θεσμοθέτηση της οικογένειας, όπως την ξέρουμε. Ο αγρός, που καλλιεργούσε ένας άντρας, καθώς επίσης τα εργαλεία του και τα όπλα του ήθελε να περάσουν σε ένα αγόρι, που θα ήταν δικό του παιδί. Για να είναι βέβαιος ότι αποκτά γνήσια, δικά του παιδιά δεν υπήρχε άλλος τρόπος παρά να θέσει μία ή περισσότερες γυναίκες σε απομόνωση από άλλους άντρες και αυτό το ονόμασε οικογένεια. Η γη, οι γυναίκες, τα παιδιά ήταν το σύνολο της ιδιοκτησίας του.

Η ανδρική κουλτούρα έχει θεμελιωθεί πάνω στην ιδιοκτησία και στην αποκλειστική κατοχή του γυναικείου σώματος. Και γιαυτό «ο άντρας δεν είναι ντροπή να αγαπά και δέκα. Είναι ντροπή να αγαπά δυο άντρες μια γυναίκα». Ο ανταγωνισμός με άλλους άντρες, η κάθε είδους αναμέτρηση, η ανάγκη για επικράτηση και κυριαρχία, για κατάκτηση και επέκταση, τα εγκλήματα τιμής, η χρησιμοποίηση του σεξ ως μέσου επιβολής, η σωματική δύναμη και το αίσθημα ανασφάλειας ως γενικός παρονομαστής όλων αυτών εκπορεύονται από την ανάγκη για κατοχή και ιδιοκτησία. Κι αν δεν υπάρχει περιουσία, θα υπάρχει ένα μαχαίρι, ένα δαχτυλίδι, μια εικόνα, μια συλλογή από κοχύλια. Κι αν δεν υπάρχουν ούτε αυτά, θα υπάρχουν πάντα το όνομα και το αίμα, που θα περάσουν στους γνήσιους απογόνους. Το όνομα είναι το σημαίνον και το αίμα του πατέρα είναι το σημαινόμενο. Το όνομα δηλώνει πως το παιδί έχει το αίμα του πατέρα του. Η ζωή της γυναίκας είναι μέσα στο αίμα, το αίμα της περιόδου, το αίμα της παρθενίας, το αίμα του βιασμού, το αίμα της γέννας, το αίμα της λοχείας, αλλά τα παιδιά της έχουν το όνομα και το αίμα του πατέρα τους.

Τα γνήσια παιδιά θα κληρονομήσουν την περιουσία του πατέρα. Κι όταν λέμε παιδιά, δεν εννοούμε τα κορίτσια. Τα κορίτσια θα πάρουν μια προίκα για να πάνε σε άλλη πατριά. Τα κορίτσια προδίδουν τον πατέρα και το όνομά του, για να πάρουν το όνομα μιας άλλης πατριάς και να γεννήσουν παιδιά που θα έχουν το όνομα και το αίμα άλλου πατέρα.

Τα αγόρια είναι οι γνήσιοι συνεχιστές του ονόματος και του αίματος. Κι από αυτά ο πρωτότοκος θα πάρει το μεγαλύτερο μερίδιο. Το κτήμα, το σπίτι, την επιχείρηση, το εργοστάσιο. Κι αν κάποιος γιος δεν κληρονομήσει, πάντα μπορεί να τα φτιάξει από το τίποτε ως αυτοδημιούργητος και να έχει ακόμη πιο διογκωμένο το Εγώ του και να θεωρεί πως όλα τα έφτιαξε με την αξία του. Οι υπόλοιποι που δεν τα απόκτησαν δεν είχαν αξία. Η περιουσία είναι αυτή που φτιάχνει τα γενεαλογικά δέντρα. Όταν δεν υπάρχει μεγάλη περιουσία η μνήμη φθάνει ως τον παππού και τη γιαγιά, σπάνια στον προπάππου. Όταν όμως υπάρχει πολύ μεγάλη περιουσία (και η δόξα περιουσία είναι) τότε η μνήμη φθάνει αιώνες πριν και οι κανόνες για τη διατήρηση του αίματος και του ονόματος είναι ακόμη πιο αυστηροί και οι γυναίκες πρέπει να είναι πιο υποταγμένες και να διαφυλάττουν τη συνέχεια.

Η απόκτηση γνήσιων απογόνων βασίζεται στην ιδιοκτησία του γυναικείου σώματος και στην αποκλειστική χρήση του. Για αυτό άλλωστε ο θεός έπλασε την Εύα. Για να καλύπτει τις ανάγκες του. Ο μόνος και βασικός καημός του άντρα είναι ότι δεν μπορεί να έχει έναν απλό και πρακτικό τρόπο να ελέγχει τη γνησιότητα των παιδιών του και παρηγοριέται με τα λόγια της γυναικείας ομήγυρης «φτυστός ο πατέρας του είναι». Φαντασιώνεται όμως ότι κάποια πλάσματα μπορούν να έχουν αποδείξεις πατρότητας: «Ο αετός είναι βασιλεύς εις όλα τα πετόμενα…. Έχει δε τέτοια σοφία εκ θεού, όταν γεννήσει ο θηλυκός αετός τα πουλιά του, τότε ο αρσενικός αετός υπάγει εις την φωλιά των μικρών πουλιών και στένει τα κατά πρόσωπο του ήλιου και στοχάζεται καλώς. Ει μεν εκείνα σταθούσι στερεά και ιδούσι την ακτίνα του ηλίου, τότε γνωρίζει πως είναι γνήσιο σπέρμα του, ειδέ και σφαλίσουν τα ομμάτια τους και δεν δυνηθούν να ιδούσι την ακτίνα του ηλίου, τότε γνωρίζει πως είναι νόθα, ήγουν πως εμοιχεύθει η μητέρα τους με άλλον αετό. Και σύντομα τους χτυπά με την πτέρυγά του και ρίπτει τα κάτω της φωλεάς. (Δαμασκηνός Στουδίτης)».

Η κουλτούρα αυτή προστατεύεται είτε εθιμικά, είτε νομοθετικά. Σε μερικές κοινωνίες, όχι μόνο στο παρελθόν, οι γυναίκες δεν κληρονομούν κι αν δεν υπάρχουν αγόρια στην οικογένεια, κληρονομούν τα ξαδέλφια. Τα γυναικεία επώνυμα είναι πάντα σε γενική κτητική κι αν μερικές γυναίκες μετά το γάμο διατηρούν «το όνομά τους» και αυτό το όνομα είναι σε πτώση γενική, δεν είναι δικό τους, δηλώνει ότι ανήκουν ακόμη στον πατέρα τους. Και κάτι που ισχύει για όλους και όλες μας. Σε όλες τις επίσημες αναγραφές του ονόματός μας ακολουθεί ένα Του, όπου αναγράφεται το όνομα του πατέρα μας. Και σε μερικές περιπτώσεις αυτοβούλως μεταξύ του ονόματος και του επωνύμου αναγράφουμε και το αρχικό όνομα του πατέρα μας και μερικές γυναίκες του συζύγου τους.

Δεν είναι περίεργο που έχουμε τόσες πολλές περιπτώσεις γυναικοκτονίας (και βιασμών). Η κοινωνία ολόκληρη είναι υπεύθυνη, ένοχη και υπόλογος. Η κοινωνία ολόκληρη υποθάλπει τέτοιες καταστάσεις, ρίχνοντας ευθύνες στο θύμα και δείχνοντας κατανόηση και συμπαράσταση στο δράστη, «άντρας είναι και αυτός τι να σου κάνει, τον έπνιξε το δίκιο του, τον τύφλωσε το πάθος του». Ο άντρας δεν είναι από τη φύση του κυριαρχικός, ούτε η γυναίκα είναι από τη φύση της υποταγμένη. Ακολουθούν την κυρίαρχη ιδεολογία, την κυρίαρχη κουλτούρα, τις κοινωνικές επιταγές. Τόσα χρόνια εκπαιδευτικός παρότρυνα τα παιδιά του σχολείου να μη χρησιμοποιούν εκφράσεις όπως «και φυσικά», «όπως ήταν φυσικό», για να δικαιολογήσουν κοινωνικές αντιδράσεις. Το «φυσικά» τους έλεγαν να το χρησιμοποιούν, για να εξηγήσουν τη βροχή, τον κεραυνό, την ξηρασία, το ηλιοκαμένο τους δέρμα. Οι κοινωνικές αντιδράσεις έχουν πολιτισμικές και ιδεολογικές ερμηνείες, δεν είναι φυσικά φαινόμενα. Όμως σε μερικά μυαλά ακόμη μοιάζει αφύσικο μια γυναίκα να ζητάει διαζύγιο από τον άντρα της. Και είναι φυσικό εκείνος να τη σκοτώσει «γιατί την αγαπούσε».

Κι από ό,τι φαίνεται για πολύ καιρό ακόμη θα μας περιγράφουν οι στίχοι του Όσκαρ Ουάιλντ.

«Γιατί ο καθένας σκοτώνει ό,τι αγαπάει

και στον καθένα τούτο ας ειπωθεί.

Ο δειλός μ´ ένα φιλί σκοτώνει.

Ο γενναίος με της αγάπης το σπαθί»

Η Λουκιώ

Εγώ την έλεγα νονά, αλλά νονά μου δεν ήταν. Οι γονείς μου και τ´ αδέλφια μου την έλεγαν κουμπάρα, κι αυτό με μισή καρδιά, γιατί κουμπάρα δεν ήταν, δεν είχε παντρέψει τους γονείς μου. Ο Κωστάκης είχε παντρέψει τη μάνα μου και τον πατέρα μου και έπρεπε να βαφτίσει και τον αδελφό μου, αλλά τα δάχτυλά του είχαν πάθει αγκύλωση από τις πληγές που του ´χαν κάνει τα τσέρκια των βαρελιών που δούλευε. Με τέτοια χέρια δεν μπορούσε να κρατήσει το μωρό και είπε να το βαφτίσει η Λουκιώ στη θέση του. Ο πατέρας μου όμως δεν ήθελε, γιατί ο Κωστάκης είχε τη Λουκιώ αστεφάνωτη και δεν γινόταν γυναίκα αστεφάνωτη να βαφτίσει το γιο του, γιατί ο πατέρας μου ήταν αριστερός με αξίες. Ο Κωστάκης θύμωσε που δώσανε το μωρό σε άλλον να το βαφτίσει και σταμάτησαν τα μεγάλα γλέντια, όπως τότε που ο Κωστάκης πλήρωνε την ορχήστρα του μαγαζιού να τους πάει ως το σπίτι με τα πόδια χορεύοντας και τραγουδώντας, γιατί η ώρα ήταν αργά και δεν είχε λεωφορείο. Ο Κωστάκης έβγαζε καλά λεφτά, είχε μεγάλο βαρελάδικο και τη Λουκιώ την είχε σαν βασίλισσα, με τις μακριές μοφλόν ρόμπες και τα ψηλοτάκουνα πασούμια, κεντημένα με πούλιες και χάντρες.

Ο Κωστάκης πέθανε πριν γεννηθώ εγώ κι η Λουκιώ άρχισε να έρχεται στο σπίτι μας. Αλλά πάνε πια τα διώροφα σπίτια και τα μεγαλεία. Όλα τα κληρονόμησε το σόι του Κωστάκη, γιατί η Λουκιώ ήταν αστεφάνωτη. Κι αυτή γύρισε όπως όπως στο παλιό προσφυγικό της σπίτι στις Τζιτζιφιές, ένα δωμάτιο και κουζίνα, όπως όλα τα προσφυγικά σπίτια. Και τα βράδια έπλενε πιάτα στα κέντρα που πριν διασκέδαζε σαν κυρία με τις τουαλέτες της. Όσα χρόνια τη θυμάμαι εγώ, έπλενε πιάτα στη Λάμψη, που ήταν εκεί στην άκρη, πηγαίνοντας για το Τουρκολίμανο.

Στο σπίτι μας ποτέ δεν ερχόταν με άδεια χέρια. Τη μια μού φερνε μπανάνες, που ήταν πανάκριβες τότε και την άλλη βοτσαλάκια και, παρόλο που δεν μου άρεσαν τα κουφέτα κι οι καραμέλες, τα βοτσαλάκια της Λουκιώς τα είχα φάει μέχρι να φύγει. «Εγώ κουμπαρούλα μου, άμα δεν έχω λεφτά να πάρω ακριβό δώρο, θα πάρω μια βελόνα, αλλά την καλύτερη. Κι αν δεν μου φτάνουν τα λεφτά για τη βελόνα, θα πάρω μια καρφίτσα, αλλά την καλύτερη». Μόλις έμπαινε στο σπίτι με έπαιρνε αγκαλιά, με χόρευε και τραγουδούσε: «Γιώργον είχα, Γιώργον έχω κι άμα θα ξαναχηρέψω, πάλι Γιώργο θα γυρέψω». Κι ήταν πάντα μοσχομυριστή η αγκαλιά της: «μαγκρίφ, κουμπαρούλα μου, μαγκρίφ. Το καλύτερο άρωμα».

Όταν ερχόταν στο σπίτι ο πατέρας μου και την έβλεπε, άπλωνε το χέρι του να την χαιρετίσει με κρύα καρδιά, χωρίς να την κοιτάζει στα μάτια. Κι όταν εκείνη τον ρωτούσε «τι κάνεις κουμπάρε;» Εκείνος πετούσε ένα ξερό «καλά» και δεν της ξαναμιλούσε. Κι ο αδελφός μου το ίδιο. Έκανε ό,τι έκανε ο πατέρας μου.

Η μάνα μου έλεγε πάντα καλά λόγια για τον Κωστάκη. Που κατέβαινε στην παραλία στο Φάληρο όταν τραβούσε ο ψαράς τα δίχτυα του και αγόραζε όλη την ψαριά και μετά έλεγε στον ψαρά να ρίξει πάλι τα ψάρια στη θάλασσα, ζωντανά όπως ήταν. Και όταν περνούσε ο ψαράς από το σπίτι κατέβαινε κι αγόραζε μια οκά ψάρια. Κι η Λουκιώ γκρίνιαζε: «κι απ´ τον προηγούμενο ψαρά πήραμε ψάρια, Κωστάκη». Κι ο Κωστάκης της έλεγε «κι άμα δεν πάρω εγώ και δεν πάρει κι ο άλλος, πώς θα μεγαλώσει αυτός ο άνθρωπος τα παιδιά του;» Κι η μάνα μου συμπλήρωνε «μη νομίζεις πως ήτανε καμιά νοικοκυρά η Λουκιώ. Όλο ψι ψι ψι, τάιζε τις γάτες της γειτονιάς, για να αποφύγει το τηγάνισμα. Και τόσα λεφτά περνάγαν απ´ το χέρι της, δεν έβαζε τίποτε στην πάντα για τα γεράματά της». «Μα αφού δεν ήταν δικά της τα λεφτά» είπα μια φορά εγώ. «Οι νοικοκυρές γυναίκες πάντα βάζουν λεφτά στην πάντα». Για τη Λουκιώ ποτέ κανείς δεν είπε μια καλή κουβέντα στο σπίτι μας, ούτε κανείς κατάλαβε γιατί την αγαπούσα. Όλες οι ιστορίες ήταν πάντα για τον Κωστάκη κι ακόμη κι οι δυσάρεστες ιστορίες λέγονταν έτσι που να γίνονται αστείες, να μη σκεφτεί ποτέ κανείς κακό για τον Κωστάκη. «Ή που θα ξεχάσω εγώ, συνέχιζε η μάνα μου, ένα καλοκαίρι που παραθερίζαμε στο σπίτι τους στη Μαγκουφάνα κι η ανιψιά του Κωστάκη ετοίμασε κόλλυβα για το Ψυχοσάββατο του καλοκαιριού και μου πε να πάω μαζί της στο νεκροταφείο. Κι εκεί στην πόρτα του νεκροταφείου την περίμενε ο αγαπητικός της. Μού δωσε την πετσέτα με το πιάτο και μου λέει «πέντε λεφτά, δε θά αργήσω». Και έμεινα εγώ να κρατάω το πιάτο τυλιγμένο με την πετσέτα κι οι δυο τους άφαντοι πίσω από τα δέντρα. Και τώρα θα ´ρθουν και τώρα θα ´ρθουν και πού να έρθουν. Εδέησε εντέλει να γυρίσει πίσω καμιά φορά, περασμένη η ώρα, και στο δρόμο έβγαζα τις πευκοβελόνες απ´ τα ρούχα της. Στο σπίτι ο Κωστάκης φαινόταν πολύ θυμωμένος. Δε μίλησε καθόλου, παρά μου έδωσε τον τρίφτη κι ένα μεγάλο κομμάτι τυρί, σκληρό πέτρα, και μου πε «για τιμωρία σου θα πας κάτω από τη συκιά και θα το τρίψεις όλο. Τι έφταιγα η κακομοίρα;»

Η Λουκιώ ποτέ δεν έλεγε τίποτε για τη ζωή της με τον Κωστάκη. Ποτέ δεν την άκουσα να τον αναφέρει. Πάντα μιλούσε για το τώρα, ποτέ για το τότε. Κι όταν κάποτε της είπα ότι το σχολικό λεωφορείο περνούσε από την παραλία στις Τζιτζιφιές έκανε μεγάλη χαρά. Κι από τότε δυο τρεις φορές την εβδομάδα περίμενε στην παραλία, να με δει στο παράθυρο του λεωφορείου και να μου κουνήσει το χέρι. Κι όταν έγινα δεκατριών μου είπε να πάω σπίτι της. Τώρα πια ήμουν μεγάλος και μπορούσα να πάρω το λεωφορείο και να κατέβω στις Τζιτζιφιές. Εκεί θα με περίμενε, να πάμε σπίτι μαζί. Να με γνωρίσει και η Στάσα, να με γνωρίσουν και τα παιδιά της Στάσας, που τους είχε πει τόσα για μένα.

Έλαμπε από χαρά όταν κατέβηκα από το λεωφορείο. Πήγαμε σπίτι της, στις προσφυγικές πολυκατοικίες. «Εδώ κοιμάμαι εγώ» μου έδειξε το ντιβανάκι στην κουζίνα. Στο δωμάτιο, μέσα, έμενε η Στάσα με τα παιδιά της. «Έτσι που τους έχεις χωρίς χαρτιά, χωρίς να σου πληρώνουν νοίκι, χωρίς τίποτε, θα στο φάνε μια μέρα το σπίτι» της έλεγε η μάνα μου. «Να μου το φάνε, κουμπαρούλα μου, να μου το φάνε. Φτωχοί άνθρωποι είναι, εγώ τι να το κάνω;» Και γνώρισα τη Στάσα, γνώρισα και τα παιδιά της και είπαμε ιστορίες και γελάσαμε και φάγαμε απ´ όλα τα καλά. Ως και ψωμί εφτάζυμο μου είχε αγοράσει.

Τον τελευταίο χρόνο, που έμενα στο οικοτροφείο, χαθήκαμε. Ούτε το σχολικό περνούσε, ούτε στο σπίτι ερχόταν. Ήμασταν και απορροφημένοι από την αρρώστια του πατέρα μου και δεν πολύ σκεφτόμασταν τη Λουκιώ. Στο θάνατο του πατέρα μου δεν είχαμε τρόπο να την ειδοποιήσουμε. Τηλέφωνο δεν είχε. Κι όταν κόντευε το μνημόσυνο των σαράντα, τέλος Απριλίου, ξεκίνησα να της πάω το αγγελτήριο του μνημοσύνου, αν και ο πατέρας μου δεν θα την ήθελε, γυναίκα αστεφάνωτη, στο μνημόσυνό του. Μόνο εγώ είχα πάει στο σπίτι της, μόνο εγώ ήξερα πού έμενε. Και βρήκα το σπίτι κλειστό. Κι άκουσε τα χτυπήματα στην πόρτα μια γειτόνισσα και άνοιξε το παράθυρο. «Η κυρία Λουκία πέθανε, μου είπε, και την Κυριακή έχουμε το μνημόσυνο των σαράντα».

Έσκυψα το κεφάλι και έφυγα. Κι έμεινα σκυφτός πολύ καιρό.