Για τον Νίκο Ρωμανό

Χάρηκα που βγήκε επιτέλους από τη φυλακή. Χάρηκα πολύ. Αλλά αυτή η χαρά δεν ήταν ικανή να διαλύσει τις πικρίες του παρελθόντος. Πικρίες πολλές. Για την απάνθρωπη μεταχείριση του, για τις τεράστιες ποινές λες και ήταν δολοφόνος, για τον διασυρμό της οικογένειάς του. Τι να πρωτοθυμηθώ; Πόσα είπαν για εκείνη τη μητέρα; Όλο το ανάθεμα της κοινωνίας έπεσε επάνω της, επάνω σε μια μάνα που είμαι σε θέση να ξέρω πόσο στοργική ήταν και πόσο πολύ αγαπούσε και φρόντιζε το παιδί της. Την κατηγόρησαν ακόμη και για το ότι του διάβαζε διηγήματα του Μάριου Χάκκα. Κατά τη γνώμη τους τον διέφθειρε ο Μάριος Χάκκας, γιατί ο Μάριος Χάκκας δεν ήθελε 51 υπουργούς, αλλά φανταζόταν ένα τριμελές υπουργικό συμβούλιο με ένα δεκαοχτάρη στο υπουργείο του έρωτα, μια μάνα στο υπουργείο γεννήσεων και ένα γεροντάκι στο υπουργείο θανάτου. Ένα μόνο υπουργείο θανάτου, όχι τόσα πολλά που είχαμε και έχουμε τα τελευταία χρόνια.

Πώς να ξεχάσω τα σχόλια του Κούγια, του Ζούλα ακόμη και αυτά που μου είπε ο εισαγγελέας στο εφετείο Λαμίας, λες και δικαζόταν εκεί ο Ρωμανός και όχι οι δολοφόνοι του Γρηγορόπουλου.

Πώς να ξεχάσω την απεργία πείνας για το δικαίωμά του στη μόρφωση και όσα διαμείφθηκαν μέσα στη Βουλή το Δεκέμβριο του 14. Πώς να ξεχάσω τα απαξιωτικα σχόλια γονέων της Σχολής Μωραΐτη, έχω σωρεία από τέτοια μέιλ, που τον παρουσίαζαν ως αδίστακτο δολοφόνο. Ακόμη είπαν και ότι θα ανατίναζε το Mall Σαββατοκύριακο που πήγαιναν τα παιδιά τους. Όχι γιατί δεν τον ήξεραν, όπως τον ήξερα εγώ από παιδί, αλλά γιατί δεν ήθελαν να τον ξέρουν.

Αλλά ποια ήταν και η στάση του σχολείου του που τον ήξερε; Ακόμη και συνάδελφος (όχι βέβαια εκπαιδευτικός), που τον ήξερε και ήξερε καλά και τη μητέρα του, μου είπε πως ήταν αντίθετη με την εκπαιδευτική άδεια με βραχιολάκι, γιατί θα έκανε τρομοκρατικό χτύπημα, θα τον κυνηγούσε η αστυνομία, θα τον πυροβολούσε και η σφαίρα θα εξοστρακιζόταν, όπως έγινε με τη σύλληψη του Μαζιώτη στο Μοναστηράκι, και αυτή τη φορά θα σκότωνε το γιο της που συχνάζει στο Μοναστηράκι.

Η Σχολή Μωραΐτη όχι μόνο δεν είπε έναν καλό λόγο για αυτό το παιδί και την οικογένειά του, που τους ήξερε καλά, γιατί και η μητέρα ήταν απόφοιτη αυτού του σχολείου, αλλά, ακολουθώντας τον δρόμο του χρήματος και της πελατείας, περιέθαλψε και ενθάρρυνε την τρομολαγνεία της και συμπεριφέρθηκε η ίδια τρομοκρατικά προς τους εκπαιδευτικούς κι εμένα.

Όμως ο Ρωμανός δεν τρομοκράτησε δικαστές και κοινωνία με τις πράξεις του, αλλά κυρίως με τις ιδέες του και το αστραφτερό του μυαλό.

(Σένα τα λέγω, σένα τα λέγω κι άκουτα,

πάρε χαρτί και πέννα, κάτσε και γράψε τα)

Η Νταντουλάκη

 

[ Τα αποτελέσματα των πρόσφατων εκλογών, αλλά και των άλλων που έρχονται, μου φέρνουν στο νου τη μεγάλη έλλειψη κατανόησης, την αδυναμία συνεννόησης, αλλά και την ευκολία με την οποία μια τραγωδία μπορεί να γυρίσει σε κωμωδία ή φάρσα.]

-Δεν τη λένε Νταντουλάκη. Δανδουλάκη τη λένε.

-Σιγά που θα κάθομαι να τη λέω Δα-νδου-λά-κη. Ωχ, καημένε, θα τη λέω, όπως με βολεύει. Εσένα, δηλαδή, τι σε πειράζει;

Δεν με πείραζε και σιγά σιγά μάθαμε όλοι στην οικογένεια να τη λέμε Νταντουλάκη. Δήθεν για αστείο, αλλά ήταν πράγματι πιο βολικό. Μόνο που στην αρχή θύμωνε. -Τη λες κι εσύ Νταντουλάκη, για να με κοροϊδεύεις, ε;

Μια δυο φορές το χρόνο μάς έκανε κάτι τετραήμερες επισκέψεις και προσπαθούσαμε με κάθε τρόπο να την ευχαριστήσουμε, αλλά δεν ήταν και τόσο εύκολο. Τα απογεύματα της έλεγα «να σου ανοίξω την τηλεόραση να δεις τη Λάμψη». -Ε, καλά, να τη δω. Αλλά μη νομίζεις ότι βλέπω συχνά. Στη χάση και στη φέξη. Δεν ευκαιρώ από τις δουλειές. Και ούτε που δίνω βάση. Να, έτσι, να περνάει η ώρα. -Σου αρέσει η Νταντουλάκη, έτσι δεν είναι; -Ε, ναι μου αρέσει. Πώς να μη μου αρέσει;

Κάποια φορά, μετά από λίγα χρόνια, μου λέει η γυναίκα μου, καθώς διάβαζε την εφημερίδα. «Η Νταντουλάκη ανεβάζει το «λεωφορείο ο πόθος». Να πάμε τη μάνα σου, όταν ξανάρθει. Της αρέσει η Νταντουλάκη, της αρέσει το θέατρο, θα της αρέσει και το έργο, ευκαιρία είναι. Παίζει και ο Γκλέτσος, θα ενθουσιαστεί. Ας κάνουμε αυτή τη θυσία». «Και μετά να τη πάμε να φάμε στο Ιντεάλ, που το έχει κι αυτό μεγάλο καημό», συμπλήρωσα κι εγώ, για να προσθέσω κάτι σε αυτή τη θυσία.

Τον επόμενο μήνα μας επισκέφτηκε. Έκλεισα αμέσως εισιτήρια για την απογευματινή του Σαββάτου, αλλά έπρεπε να τα πάρουμε από το ταμείο τουλάχιστον μισή ώρα πριν από την παράσταση. Το μεσημέρι φάγαμε νωρίς και μετά το φαγητό της είπα:

-Να πας τώρα να ξαπλώσεις, για να σηκωθείς νωρίς. Το απόγευμα θα πάμε στο θέατρο.

-Να πάτε. Εγώ θα κάτσω εδώ. Η καλύτερή μου. Θα ´χω και την ησυχία μου.

-Θα έρθεις κι εσύ. Παίζει η Νταντουλάκη.

-Σιγά που θα πάω εγώ να δω τη Νταντουλάκη. Να μου λείπει. Εδώ τις προάλλες την έδειξε η τηλεόραση και με φωνάζει η κόρη μου και μου λέει «έλα μαμά να δεις τη Νταντουλάκη». Πάω κοντά και τι να δω. Πλισές το μούτρο της. Εγώ μπροστά της είμαι κόρη της. Δε φτάνει που την είδα στην τηλεόραση, θα πάω να τη δω κι από κοντά; Δε μου χρειάζεται.

-Θα πας τώρα να κοιμηθείς και το απόγευμα θα πάμε στο θέατρο.

Πρέπει να το είπα λίγο άγρια. Δεν ξαναμίλησε. Κάπνισε το τσιγάρο της και πήγε στο κρεβάτι της.

Φτάσαμε αρκετά νωρίς στο θέατρο. Έβγαλα τα εισιτήρια κι αρχίσαμε τις βόλτες πάνω κάτω στη στοά. Κάποια στιγμή, από την άλλη άκρη ερχότανε η Νταντουλάκη.

-Κοίτα, της λέει η γυναίκα μου, έρχεται η Νταντουλάκη.

-Αυτή είναι η Νταντουλάκη; Και τότε, αυτή που είδα στην τηλεόραση ποια ήταν;

-Θα ήταν καμιά άλλη. Δεν έχει σημασία.

-Έχει. Πρέπει να βρω ποια ήταν στην τηλεόραση.

Νιώσαμε λίγη ανακούφιση, μια και αυτή που δεν ήθελε να δει από κοντά δεν ήταν η Νταντουλάκη.

Με λιγότερη απογοήτευση μπήκαμε στο θέατρο, αλλά μόλις έσβησαν τα φώτα η μάνα μου μού λέει: «Θα σκάσω αν δε βρω ποια ήταν αυτή στην τηλεόραση».

Η παράσταση ήταν πολύ χειρότερη από ό,τι φανταζόμουν. Δεν βοήθησαν καθόλου και οι θεατές. Ως θετικός χαρακτήρας έβγαινε ο Στάνλεϊ και προκαλούσε τον θαυμασμό της αίθουσας, ενώ η Μπλανς προκαλούσε το γέλιο του κοινού σε κάθε της φράση.

-Θα σκάσω, αν δεν θυμηθώ ποια ήταν αυτή στην τηλεόραση.

Φτάσαμε και στη σκηνή που ο ημίγυμνος Στάνλεϊ/Απόστολος Γκλέτσος βγαίνει στο δρόμο και φωνάζει προς τα παράθυρα της γειτόνισσας: «Στέλλα, Στέλλα», «Κρατάω μαχαίρι» συμπληρώνει το ξεκαρδισμένο κοινό. Και τότε πετάγεται κι η μάνα μου:

-Τη θυμήθηκα. Η Έλενα Ναθαναήλ ήταν στην τηλεόραση.

Η παράσταση συνεχίστηκε ως κωμωδία. Πολλά γέλια στη σκηνή του βιασμού και πολλά ξεκαρδίσματα όταν έφθασαν οι άνθρωποι του ψυχιατρείου, για να πάρουν την Μπλανς.

Σίγουρα εμείς δεν μπορούμε να βασιζόμαστε ούτε «στην καλοσύνη των ξένων».

Όταν βγήκαμε από το θέατρο τη ρώτησα αν της άρεσε η παράσταση.

-Μου άρεσε, αλλά πιο πολύ φχαριστήθηκα που θυμήθηκα την Έλενα Ναθαναήλ. Μα δε φαντάζεσαι τι ζάρα είχε το μούτρο της. Πλισές σου λέω.

-Τώρα θα πάμε στο Ιντεάλ να φάμε.

-Να με πάτε εμένα σπίτι κι εσείς πηγαίνετε όπου θέλετε.

-Θα πάμε όλοι μαζί στο Ιντεάλ να φάμε.

-Εγώ θέλω ένα φαΐ με αυγολέμονο. Της κόρης μου δεν της αρέσει, ούτε να ακούσει για αυγολέμονο. Στο σπίτι μας δεν μπαίνει και τό ´χω λαχταρήσει τόσο πολύ.

Μόλις κάτσαμε στο τραπέζι κοίταξα τον κατάλογο και της λέω:

-Έχει φαΐ με αυγολέμονο. Ντολμάδες.

-Εγώ θέλω φρικασέ.

Η Λουκιώ

Εγώ την έλεγα νονά, αλλά νονά μου δεν ήταν. Οι γονείς μου και τ´ αδέλφια μου την έλεγαν κουμπάρα, κι αυτό με μισή καρδιά, γιατί κουμπάρα δεν ήταν, δεν είχε παντρέψει τους γονείς μου. Ο Κωστάκης είχε παντρέψει τη μάνα μου και τον πατέρα μου και έπρεπε να βαφτίσει και τον αδελφό μου, αλλά τα δάχτυλά του είχαν πάθει αγκύλωση από τις πληγές που του ´χαν κάνει τα τσέρκια των βαρελιών που δούλευε. Με τέτοια χέρια δεν μπορούσε να κρατήσει το μωρό και είπε να το βαφτίσει η Λουκιώ στη θέση του. Ο πατέρας μου όμως δεν ήθελε, γιατί ο Κωστάκης είχε τη Λουκιώ αστεφάνωτη και δεν γινόταν γυναίκα αστεφάνωτη να βαφτίσει το γιο του, γιατί ο πατέρας μου ήταν αριστερός με αξίες. Ο Κωστάκης θύμωσε που δώσανε το μωρό σε άλλον να το βαφτίσει και σταμάτησαν τα μεγάλα γλέντια, όπως τότε που ο Κωστάκης πλήρωνε την ορχήστρα του μαγαζιού να τους πάει ως το σπίτι με τα πόδια χορεύοντας και τραγουδώντας, γιατί η ώρα ήταν αργά και δεν είχε λεωφορείο. Ο Κωστάκης έβγαζε καλά λεφτά, είχε μεγάλο βαρελάδικο και τη Λουκιώ την είχε σαν βασίλισσα, με τις μακριές μοφλόν ρόμπες και τα ψηλοτάκουνα πασούμια, κεντημένα με πούλιες και χάντρες.

Ο Κωστάκης πέθανε πριν γεννηθώ εγώ κι η Λουκιώ άρχισε να έρχεται στο σπίτι μας. Αλλά πάνε πια τα διώροφα σπίτια και τα μεγαλεία. Όλα τα κληρονόμησε το σόι του Κωστάκη, γιατί η Λουκιώ ήταν αστεφάνωτη. Κι αυτή γύρισε όπως όπως στο παλιό προσφυγικό της σπίτι στις Τζιτζιφιές, ένα δωμάτιο και κουζίνα, όπως όλα τα προσφυγικά σπίτια. Και τα βράδια έπλενε πιάτα στα κέντρα που πριν διασκέδαζε σαν κυρία με τις τουαλέτες της. Όσα χρόνια τη θυμάμαι εγώ, έπλενε πιάτα στη Λάμψη, που ήταν εκεί στην άκρη, πηγαίνοντας για το Τουρκολίμανο.

Στο σπίτι μας ποτέ δεν ερχόταν με άδεια χέρια. Τη μια μού φερνε μπανάνες, που ήταν πανάκριβες τότε και την άλλη βοτσαλάκια και, παρόλο που δεν μου άρεσαν τα κουφέτα κι οι καραμέλες, τα βοτσαλάκια της Λουκιώς τα είχα φάει μέχρι να φύγει. «Εγώ κουμπαρούλα μου, άμα δεν έχω λεφτά να πάρω ακριβό δώρο, θα πάρω μια βελόνα, αλλά την καλύτερη. Κι αν δεν μου φτάνουν τα λεφτά για τη βελόνα, θα πάρω μια καρφίτσα, αλλά την καλύτερη». Μόλις έμπαινε στο σπίτι με έπαιρνε αγκαλιά, με χόρευε και τραγουδούσε: «Γιώργον είχα, Γιώργον έχω κι άμα θα ξαναχηρέψω, πάλι Γιώργο θα γυρέψω». Κι ήταν πάντα μοσχομυριστή η αγκαλιά της: «μαγκρίφ, κουμπαρούλα μου, μαγκρίφ. Το καλύτερο άρωμα».

Όταν ερχόταν στο σπίτι ο πατέρας μου και την έβλεπε, άπλωνε το χέρι του να την χαιρετίσει με κρύα καρδιά, χωρίς να την κοιτάζει στα μάτια. Κι όταν εκείνη τον ρωτούσε «τι κάνεις κουμπάρε;» Εκείνος πετούσε ένα ξερό «καλά» και δεν της ξαναμιλούσε. Κι ο αδελφός μου το ίδιο. Έκανε ό,τι έκανε ο πατέρας μου.

Η μάνα μου έλεγε πάντα καλά λόγια για τον Κωστάκη. Που κατέβαινε στην παραλία στο Φάληρο όταν τραβούσε ο ψαράς τα δίχτυα του και αγόραζε όλη την ψαριά και μετά έλεγε στον ψαρά να ρίξει πάλι τα ψάρια στη θάλασσα, ζωντανά όπως ήταν. Και όταν περνούσε ο ψαράς από το σπίτι κατέβαινε κι αγόραζε μια οκά ψάρια. Κι η Λουκιώ γκρίνιαζε: «κι απ´ τον προηγούμενο ψαρά πήραμε ψάρια, Κωστάκη». Κι ο Κωστάκης της έλεγε «κι άμα δεν πάρω εγώ και δεν πάρει κι ο άλλος, πώς θα μεγαλώσει αυτός ο άνθρωπος τα παιδιά του;» Κι η μάνα μου συμπλήρωνε «μη νομίζεις πως ήτανε καμιά νοικοκυρά η Λουκιώ. Όλο ψι ψι ψι, τάιζε τις γάτες της γειτονιάς, για να αποφύγει το τηγάνισμα. Και τόσα λεφτά περνάγαν απ´ το χέρι της, δεν έβαζε τίποτε στην πάντα για τα γεράματά της». «Μα αφού δεν ήταν δικά της τα λεφτά» είπα μια φορά εγώ. «Οι νοικοκυρές γυναίκες πάντα βάζουν λεφτά στην πάντα». Για τη Λουκιώ ποτέ κανείς δεν είπε μια καλή κουβέντα στο σπίτι μας, ούτε κανείς κατάλαβε γιατί την αγαπούσα. Όλες οι ιστορίες ήταν πάντα για τον Κωστάκη κι ακόμη κι οι δυσάρεστες ιστορίες λέγονταν έτσι που να γίνονται αστείες, να μη σκεφτεί ποτέ κανείς κακό για τον Κωστάκη. «Ή που θα ξεχάσω εγώ, συνέχιζε η μάνα μου, ένα καλοκαίρι που παραθερίζαμε στο σπίτι τους στη Μαγκουφάνα κι η ανιψιά του Κωστάκη ετοίμασε κόλλυβα για το Ψυχοσάββατο του καλοκαιριού και μου πε να πάω μαζί της στο νεκροταφείο. Κι εκεί στην πόρτα του νεκροταφείου την περίμενε ο αγαπητικός της. Μού δωσε την πετσέτα με το πιάτο και μου λέει «πέντε λεφτά, δε θά αργήσω». Και έμεινα εγώ να κρατάω το πιάτο τυλιγμένο με την πετσέτα κι οι δυο τους άφαντοι πίσω από τα δέντρα. Και τώρα θα ´ρθουν και τώρα θα ´ρθουν και πού να έρθουν. Εδέησε εντέλει να γυρίσει πίσω καμιά φορά, περασμένη η ώρα, και στο δρόμο έβγαζα τις πευκοβελόνες απ´ τα ρούχα της. Στο σπίτι ο Κωστάκης φαινόταν πολύ θυμωμένος. Δε μίλησε καθόλου, παρά μου έδωσε τον τρίφτη κι ένα μεγάλο κομμάτι τυρί, σκληρό πέτρα, και μου πε «για τιμωρία σου θα πας κάτω από τη συκιά και θα το τρίψεις όλο. Τι έφταιγα η κακομοίρα;»

Η Λουκιώ ποτέ δεν έλεγε τίποτε για τη ζωή της με τον Κωστάκη. Ποτέ δεν την άκουσα να τον αναφέρει. Πάντα μιλούσε για το τώρα, ποτέ για το τότε. Κι όταν κάποτε της είπα ότι το σχολικό λεωφορείο περνούσε από την παραλία στις Τζιτζιφιές έκανε μεγάλη χαρά. Κι από τότε δυο τρεις φορές την εβδομάδα περίμενε στην παραλία, να με δει στο παράθυρο του λεωφορείου και να μου κουνήσει το χέρι. Κι όταν έγινα δεκατριών μου είπε να πάω σπίτι της. Τώρα πια ήμουν μεγάλος και μπορούσα να πάρω το λεωφορείο και να κατέβω στις Τζιτζιφιές. Εκεί θα με περίμενε, να πάμε σπίτι μαζί. Να με γνωρίσει και η Στάσα, να με γνωρίσουν και τα παιδιά της Στάσας, που τους είχε πει τόσα για μένα.

Έλαμπε από χαρά όταν κατέβηκα από το λεωφορείο. Πήγαμε σπίτι της, στις προσφυγικές πολυκατοικίες. «Εδώ κοιμάμαι εγώ» μου έδειξε το ντιβανάκι στην κουζίνα. Στο δωμάτιο, μέσα, έμενε η Στάσα με τα παιδιά της. «Έτσι που τους έχεις χωρίς χαρτιά, χωρίς να σου πληρώνουν νοίκι, χωρίς τίποτε, θα στο φάνε μια μέρα το σπίτι» της έλεγε η μάνα μου. «Να μου το φάνε, κουμπαρούλα μου, να μου το φάνε. Φτωχοί άνθρωποι είναι, εγώ τι να το κάνω;» Και γνώρισα τη Στάσα, γνώρισα και τα παιδιά της και είπαμε ιστορίες και γελάσαμε και φάγαμε απ´ όλα τα καλά. Ως και ψωμί εφτάζυμο μου είχε αγοράσει.

Τον τελευταίο χρόνο, που έμενα στο οικοτροφείο, χαθήκαμε. Ούτε το σχολικό περνούσε, ούτε στο σπίτι ερχόταν. Ήμασταν και απορροφημένοι από την αρρώστια του πατέρα μου και δεν πολύ σκεφτόμασταν τη Λουκιώ. Στο θάνατο του πατέρα μου δεν είχαμε τρόπο να την ειδοποιήσουμε. Τηλέφωνο δεν είχε. Κι όταν κόντευε το μνημόσυνο των σαράντα, τέλος Απριλίου, ξεκίνησα να της πάω το αγγελτήριο του μνημοσύνου, αν και ο πατέρας μου δεν θα την ήθελε, γυναίκα αστεφάνωτη, στο μνημόσυνό του. Μόνο εγώ είχα πάει στο σπίτι της, μόνο εγώ ήξερα πού έμενε. Και βρήκα το σπίτι κλειστό. Κι άκουσε τα χτυπήματα στην πόρτα μια γειτόνισσα και άνοιξε το παράθυρο. «Η κυρία Λουκία πέθανε, μου είπε, και την Κυριακή έχουμε το μνημόσυνο των σαράντα».

Έσκυψα το κεφάλι και έφυγα. Κι έμεινα σκυφτός πολύ καιρό.

Πώς γλίτωσα τον εκκλησιασμό

Ο πατέρας μου δεν είχε καλές σχέσεις με τη θρησκεία, αλλά ανάμεσα στον πατέρα μου και στον παπα-Γιάννη υπήρχε μεγάλη αλληλοεκτίμηση. Η μάνα μου είχε καλές σχέσεις με τη θρησκεία, αλλά από απόσταση. Στην εκκλησία δεν πηγαίναμε, ούτε ποτέ το ραδιόφωνο μετέδιδε τη λειτουργία. Μόνη εξαίρεση γινόταν τη Μ. Πέμπτη. Τη λάτρευα από παιδί αυτή την ημέρα, με τα κόκκινα αυγά και τα κουλουράκια. Η μάνα μου τσουρέκια δεν έφτιαχνε, αλλά εγώ πάντα έδινα υπόσχεση στον εαυτό μου πως άμα μεγαλώσω θα φτιάχνω και τσουρέκια. Το βράδυ της Μ. Πέμπτης η μάνα μου άνοιγε το ραδιόφωνο, για να ακούσουμε τη σταύρωση. Περίμενε να ακουστεί το «σήμερον κρεμάται επί ξύλου» και με φώναζε. «Να τώρα θα ακουστεί το σφυρί που καρφώνει τα καρφιά». Κι όταν άκουγε το σφυρί δάκρυζε και με την ανάποδη του χεριού της σκούπιζε τα δάκρυα. Κάποτε τη ρώτησα ποιος καρφώνει τον Χριστό στην εκκλησία. «Ο επίτροπος»,  μού απάντησε κι εγώ κάθε χρόνο σκεφτόμουν τον κύριο Γρηγόρη, που ήταν επίτροπος στην εκκλησία κι ο πατέρας μου τον κορόιδευε γιαυτό, να ανεβαίνει με μια σκάλα να σταυρώσει τον Χριστό.

Όταν ήμουν στην πέμπτη δημοτικού, ο αδελφός του πατέρα μου, που δεν είχε δικά του παιδιά και ήθελε πάντα να έχει λόγο στο πώς μεγάλωνα, μού υποσχέθηκε πως την Μ. Πέμπτη θα με έπαιρνε μαζί του στην εκκλησία να ακούσουμε τα δώδεκα ευαγγέλια και πως από δω κι εμπρός θα πηγαίναμε στην εκκλησία κάθε Κυριακή. Ήθελα να δω τον κύριο Γρηγόρη να σταυρώνει το Χριστό και να μην ακούω το σφυρί και τα καρφιά από το ραδιόφωνο. Από την άλλη όμως με ανησυχούσαν τα δώδεκα ευαγγέλια, μου φαίνονταν πολλά, και το κάθε Κυριακή μού προκαλούσε τρόμο.

Σε όλη τη διαδρομή ως τον Άγιο Διονύσιο ο θείος μου με κρατούσε από το χέρι, πράγμα που δεν έκανε ο πατέρας μου, γιατί ήμουν πια μεγάλος. Αλλά και μέσα στην εκκλησία, πάλι από το χέρι με κρατούσε κι εγώ ήθελα να αλλάξω χέρι, αλλά δεν μπορούσα.

Όλα ήταν πολύ βαρετά, πάρα πολύ βαρετά και το θέαμα αργούσε. Σκεφτόμουν τα κόκκινα αυγά στο σπίτι. Η μάνα μου ήθελε να βάψει τριάντα, εγώ εξήντα και συμβιβαστήκαμε στα 40. Όλα κόκκινα. Εγώ ήθελα κι άλλα χρώματα, αλλά η μάνα μου έλεγε ότι τα αυγά του πάσχα είναι κόκκινα και δε σήκωνε αντίρρηση. Μόνο τότε που ήμουν πολύ μικρός και είχα πάθει μαγουλάδες και γκρίνιαζα κλεισμένος στο σπίτι μού έδωσε στουπί και μέ έβαλε να βγάζω τις άσπρες κλωστές, για να μείνουν μόνο οι χρωματιστές. Δυο μέρες έβγαζα τις άσπρες κλωστές και μετά πήρε τις χρωματιστές κλωστές, τις τύλιξε γύρω από τα αυγά και τα έβρασε. Βγήκαν έξι πολύ ωραία χρωματιστά αυγά, αλλά ποτέ άλλοτε δεν μπήκαν χρωματιστά αυγά στο σπίτι μας. Όμως εγώ, άμα μεγαλώσω θά βάφω για τα παιδιά μου χρωματιστά αυγά.

«Θείε, πόσα ευαγγέλια έχουν πει;» -«Σουτ, μη μιλάς».

Και μετά με έτρωγε το πόδι μου κι έσκυβα να το ξύσω κι ο θείος με τράβαγε να μη σκύβω. Και μετά άρχισε να με τρώει το άλλο πόδι και δεν μπορούσα να το ξύσω, γιατί το άλλο χέρι το κρατούσε ο θείος μου. Και τράβηξα το χέρι μου, αλλά ο θείος μου μού το ξανάπιασε. «Σταμάτα να ξύνεσαι και πρόσεχε». -«Πόσα ευαγγέλια έχουν πει;», -«να μην ξαναμιλήσεις.» Τότε κατάλαβα πως ο θείος μου δεν ήξερε πόσα ευαγγέλια είχαν πει και κόντευα να τρελαθώ από τη φαγούρα, που πλέον απλωνόταν σε όλο μου το σώμα.

Κάποια στιγμή έσβησαν τα φώτα κι η εκκλησία φωτιζόταν μόνο από τα κεριά. Ωραίο ήταν αυτό και κατάλαβα πως ήρθε η ώρα. Κι ο παπα-Γιάννης βγήκε από την αριστερή πόρτα του ιερού κουβαλώντας το σταυρό στον ώμο του κι έψελνε αργά αργά και μακρόσυρτα «σήμερον κρεμάται επί ξύλου ο εν ύδασι την γην κρεμάσας». Και άρχισε να έρχεται στον κεντρικό διάδρομο που καθόμασταν εμείς. Και τότε είδα ότι ο παπά-Γιάννης είχε δέσει στο σταυρό μια πλακέ μπαταρία κι ένα λαμπάκι που φώτιζε ένα χαρτί κολλημένο στο σταυρό. Κι από αυτό το χαρτί διάβαζε γραμμένα με το χέρι τα λόγια που έψελνε. Κι όταν έφτασε μπροστά μου διάβασα κι εγώ στο χαρτί «σήμερον κρεμάται επί ξύλου ο εν οίδασι την γην κρεμάσας». Και τότε έδειξα με το χέρι και με φωνή που ενδυνάμωναν ο θρίαμβος κι η διαμαρτυρία φώναξα «είναι ανορθόγραφο». Ο καημένος ο παπα-Γιάννης είχε μπερδέψει τα ύδατα με το «ου γαρ οίδασι τι ποιούσι».

Η αντίδραση του θείου μου ήταν ακαριαία. Με άρπαξε από το χέρι και με τράβηξε έξω από την εκκλησία, χωρίς να δούμε τον κύριο Γρηγόρη να σταυρώνει τον Χριστό. Ο θείος μου έδειχνε πολύ θυμωμένος. Δεν με κρατούσε πια από το χέρι, αλλά με τραβούσε από το μπράτσο και δεν έλεγε τίποτε. Μόνο όταν κοντεύαμε στο σπίτι μού είπε «εσύ, όταν μεγαλώσεις, θα γίνεις δάσκαλος». Και ποτέ πια δεν με ξαναπήρε στην εκκλησία.

Η γυναικεία σεξουαλικότητα στο στόχαστρο της θρησκείας.

Η γιορτή του Ευαγγελισμού και οι Χαιρετισμοί κάθε Παρασκευή αυτή την εποχή υμνούν και δοξάζουν «την ωραιότητα της παρθενίας». Η Παναγία είναι η αδιαφθόρως τεκούσα, η αμόλυντος παστάς και συνοδεύεται από χαρακτηρισμούς όπως άμωμος, αειπάρθενος και πανάχραντος. Η έμφαση στην αξία και τη δόξα της παρθενίας και ο έμμεσος χαρακτηρισμός της ερωτικής συνεύρεσης  ως διαφθοράς και μόλυνσης της παρθένου έχει μεγάλη κοινωνιολογική και παιδαγωγική σημασία για την αξία και αντιμετώπιση της γυναίκας και της σεξουαλικότητάς της.

Η παρθένος δεν είναι γυναίκα. Μπορούμε να το δούμε αυτό από συνήθεις εκφράσεις όπως: «στην αγκαλιά του ένιωσε για πρώτη φορά γυναίκα» ή «μικρό κορίτσι την πήρε από την αγκαλιά της μάνας της κι αυτός την έκανε γυναίκα». Η γυναίκα δεν είναι παρθένος και η παρθένος δεν είναι γυναίκα. Η παρθένος είναι κόρη, κοπέλα, μεγαλοκοπέλα, γεροντοκόρη, δεσποινίς. Δεν είναι γυναίκα. Περιμένει έναν άντρα που θα την κάνει γυναίκα και κυρία.

Αυτοί οι διαχωρισμοί έχουν ως σκοπό να αποκλείσουν τη γυναίκα από το σεξ και να της απαγορεύσουν την ερωτική επιθυμία και ευχαρίστηση. Οι γυναίκες που έχουν ερωτικές επιθυμίες και αντλούν ευχαρίστηση από το σεξ θεωρούνται πόρνες και είναι κατακριτέες. Το χειρότερο είναι ότι αυτές οι αντιλήψεις είναι εμπεδωμένες από την παιδική ηλικία. Σε ένα γυμνάσιο θεωρείται απόλυτα φυσιολογικό και κανονικό και συχνά επιθυμητό να εκδηλώνουν τα αγόρια την ερωτική τους επιθυμία προς τα κορίτσια με θεμιτούς ή αθέμιτους τρόπους, ενώ θεωρείται τελείως απαράδεκτο για τα κορίτσια, όχι μόνο να εκδηλώνουν, αλλά και να έχουν ερωτική επιθυμία. Και γνωρίζουμε τον θαυμασμό και τα εγκωμιαστικά σχόλια με τα οποία η μαθητική κοινότητα και η οικογένεια περιβάλλουν έναν έφηβο που έχει ερωτικές εμπειρίες, ενώ αντίστοιχα για μια έφηβη με ερωτικές εμπειρίες ισχύει πάντα ο ένας και μοναδικός απαξιωτικός χαρακτηρισμός. Και, το χειρότερο, στις σεξουαλικές παρενοχλήσεις μέσα στο σχολείο δείχνεται μεγάλη κατανόηση προς το αγόρι, ενώ συχνά η ευθύνη και η κατακραυγή έχουν ως στόχο το κορίτσι Και μπορεί η κοινωνία μας να μην προβαίνει σε ακρωτηριασμούς γεννητικών οργάνων, αλλά η αντίληψη γύρω από τη γυναικεία σεξουαλικότητα δεν διαφέρει πολύ. Οι αυστηροί περιορισμοί ως προς την εμφάνιση και το «προκλητικό» ντύσιμο έχουν ως στόχο τα κορίτσια και όχι τα αγόρια.Τα αγόρια μπορούν να εμφανίζονται με πολύ αποκαλυπτικά αθλητικά σορτς και συχνά γυμνά από τη μέση και πάνω. Τα αγόρια μπορούν να βάζουν τα αθλητικά τους ρούχα στις κερκίδες, ενώ για ένα διάστημα παραμένουν αναγκαστικά με το εσώρουχο μόνο, αλλά έχουν το άλλοθι ότι δεν αποκαλύπτουν τίποτε περισσότερο από ό,τι αποκαλύπτουν στην παραλία. Ένα κορίτσι βεβαίως σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να εμφανιστεί ποτέ με τα εσώρουχα, γιατί τα γυναικεία εσώρουχα δεν παραπέμπουν σε παραλία, αλλά σε κρεβατοκάμαρα  και κρεβάτι. Αντίστοιχα μέσα στην οικογένεια ο πατέρας και οι γιοί μπορούν να κυκλοφορούν με το εσώρουχο μόνο, πράγμα αδιανόητο για τη μητέρα και τις κόρες.

Στην εποχή μας, που υποτίθεται ότι έχει αποβάλει μερικές από τις προκαταλήψεις του παρελθόντος, έχει γίνει και έχει επιδιωχθεί ο γυναικείος οργασμός. Όμως ο γυναικείος οργασμός δεν ανήκει στη γυναίκα, αλλά στον άντρα. Είναι απόδειξη της ικανότητάς του, είναι μέρος της τεχνικής του, είναι απόδειξη της εμπειρίας του. Γιαυτό και οι γυναίκες υποκρίνονται ότι έχουν οργασμό, για να τον προσφέρουν στους άντρες, στους οποίους τελικά ανήκει.

Στον άντρα ανήκει ο οργασμός και στον άντρα άνήκει επίσης η παρθενία. Στα πρώτα νομοθετήματα των εθνοσυνελεύσεων προβλεπόταν και η νομοθέτηση σχετικά με την αποπλάνηση και τον βιασμό, γιατί μέσω αυτών εθίγοντο βασικά ανδρικά συμφέροντα. Προβλεπόταν λοιπόν ότι ο βιασμός παρθένου είχε ως επίπτωση την επιβολή προστίμου στον βιαστή, που θα αύξανε την προίκα της γυναίκας, ανάλογα με την κοινωνική της θέση, ώστε να αντισταθμίσει για τον μέλλοντα σύζυγό της τη ζημιά που του είχε γίνει. Το πρόστιμο δηλαδή απέβλεπε στην αποζημίωση του μέλλοντος συζύγου. Στην περίπτωση βιασμού παντρεμένης γυναίκας επιβαλλόταν αποζημίωση προς τον σύζυγο της γυναίκας, και πάλι ανάλογα προς την κοινωνική της θέση, αλλά πολύ μικρότερο από την προηγούμενη περίπτωση, γιατί η γυναίκα δεν ήταν παρθένα. Τέλος για το βιασμό χήρας δεν επιβαλλόταν κανένα πρόστιμο, γιατί ο βιασμός δεν ζημίωνε κανένα άντρα. Και μπορεί τον 19ο αιώνα και αργότερα να προβάλλονταν κατά κόρον γυναικείες μορφές, για να συμβολίσουν υπέρτατες αξίες και έθνη όπως η Ελλάδα, η Ελευθερία και η Δόξα, και περιγράφονταν με τρόπους που συχνά θυμίζουν την παρθένο θεά Αθηνά και την Παναγία. Όντα φανταστικά, ασεξουαλικά και υπέρτατα, που κάνουν τις πραγματικές γυναίκες να φαίνονται πολύ κατώτερες και τελείως ασήμαντες.

Ακόμη και σήμερα ακούμε στο συνεργείο αυτοκινήτων ότι το αυτοκίνητο φοράει αυτά τα λάστιχα από τη μάνα του και το στερεοφωνικό είναι της μάνας του. Ακόμη και το αυτοκίνητο, όπως και άλλα μηχανήματα, έχουν μια μάνα φαντασιακή, υπέρτατη που γεννά και αυτή με παρθενογένεση. Αυτή είναι και η μεγαλύτερη ανδρική φαντασίωση. Η παρθένος μητέρα κάθε άνδρα. Και όταν οι άνδρες περιγράφουν γυναίκες συχνά καταφεύγουν σε στερεοτυπικές περιγραφές. Η μάνα περιγράφεται ως Παναγία, ενώ οι υπόλοιπες περιγράφονται ως Μαγδαληνές. Δεν έχουμε παρά να δούμε τη δυσκολία, για να νομοθετηθεί ως βιασμός η έλλειψη συναίνεσης στο σεξ.  Οι Μαγδαληνές πάντα συναινούν και οι Παναγίες δεν βιάζονται.

Η γιορτή του Ευαγγελισμού και οι Χαιρετισμοί προβάλλουν αξίες που καθηλώνουν τις γυναίκες, και μαζί τους ολόκληρη την κοινωνία, σε παρωχημένες και καταστροφικές αντιλήψεις. Η θρησκεία αντλεί μεγάλη δύναμη παρεμβαίνοντας στο σώμα και ελέγχοντας τις δύο πολύ μεγάλες σωματικές ανάγκες για τροφή και σεξ. Αλλά φαίνεται πως δίνει μεγαλύτερη σημασία στον έλεγχο του σεξ από όση δείχνει για τη νηστεία, γιατί οι απαγορεύσεις του σεξ είναι πολύ περισσότερες. Το σεξ απαγορεύεται τις 50 ημέρες της σαρακοστής του Πάσχα, τις 15 του Αυγούστου και τις 40 της σαρακοστής των Χριστουγέννων. Κάθε Τετάρτη και Παρασκευή όλο τον χρόνο, όλα τα σαββατόβραδα και τις Κυριακές, όλες τις γιορτές σημαντικών αγίων και τις παραμονές τους. Αν αφαιρέσει κανείς και τις ημέρες της περιόδου, παρέμεναν ελάχιστες ημέρες που επιτρεπόταν το σεξ. Όταν όμως γίνονταν παραβιάσεις, επειδή η ανδρική φύση είναι ανυπότακτη, οι γυναίκες ήταν οι αμαρτωλές και οι γυναίκες έτρεχαν να εξομολογηθούν και μέσω της υποταγής των γυναικών αντλούσαν εξουσία οι ιερείς. Η εξιδανίκευση της παρθενίας και η απαγόρευση των προγαμιαίων σχέσεων δεν περιορίζουν απλώς το σεξ, αλλά του προσδίδουν και διαστροφική διάσταση.

Και βέβαια ας μη μιλήσουμε για τον αυνανισμό, την ομοφυλοφιλία και τις λοιπές, γύρω από το σεξ, αμαρτίες. 

Η Τσικνοπέμπτη και το αλί μεντέτ

Γλέντια στο σπίτι μας δεν θυμάμαι, παρά μόνο όταν ήμουν πολύ μικρός και μέναμε στην οδό Βιτωλίων. Εκεί μείναμε ως τα Χριστούγεννα που πήγαινα πρώτη δημοτικού. Μετά αλλάξαμε σπίτι, πήγαμε στην Κυπρίων ηρώων. Άλλαξα και σχολείο. Σταμάτησα να πηγαίνω στο ενδέκατο, που ήμουν ερωτευμένος με τη Ρούλα και συνέχισα στο τρίτο, όπου ερωτεύτηκα την Κικίτσα και στις γυμναστικές επιδείξεις της πρώτης χορέψαμε ζευγάρι.

Εκεί στο σπίτι, στη Βιτωλίων γίνονταν πολλά γλέντια, και Τσικνοπέμπτη, και Καθαρή Δευτέρα και Πρωτομαγιά, αλλά όταν αλλάξαμε σπίτι σταμάτησαν όλα αυτά. Στις γιορτές δεν γίνονταν γλέντια, γιατί έρχονταν τα αδέλφια του πατέρα μου και ο πατέρας μου έλεγε πως ήταν μονόχνωτοι.

Την Τσικνοπέμπτη δεν υπήρχαν ψητά κρέατα τότε. Δεν υπήρχε και τρόπος να ψηθούν. Ούτε φούρνος υπήρχε, ούτε ψησταριά. Όλα ετοιμάζονταν στο τηγάνι και στην κατσαρόλα. Και με δυσκολία μεγάλη, γιατί η φωτιά ήταν μία, μια γκαζιέρα με φωτιστικό πετρέλαιο. Ό,τι προλάβαινε η μάνα μου, αλλά οι κεφτέδες ήταν απαραίτητοι, γιατί τρώγονταν και κρύοι. Κι από τραγούδια, μόνο ό,τι τραγουδούσαν μόνοι τους. Και μετά το φαγητό τραβούσαν το τραπέζι στην άκρη και χόρευαν. Αλλά περίμεναν να κοιμηθώ εγώ πρώτα. Και ο πατέρας μου τραγουδούσε «στης ματζουράνας τον ανθό»  που το άκουγα κάνοντας τον κοιμισμένο και το είχα μάθει απέξω, αλλά δεν καταλάβαινα τι έλεγε, ούτε καταλάβαινα γιατί γελούσαν. Και μετά πέφτανε στο πάτωμα και χόρευαν τραγουδώντας «πώς το τρίβουν το πιπέρι».

Δεν κρατούσε το γλέντι μέχρι αργά, γιατί έπρεπε να προλάβουν το τραμ του Περάματος και τα λεωφορεία, αν και μερικοί έμεναν κοντά και πήγαιναν με τα πόδια. Εκείνη τη φορά όμως, πριν φύγουν, ο πατέρας μου τους είπε μια ιστορία για μια παράγκα. Εγώ τότε δεν είχα δει παράγκα. Όταν όμως πήγαμε στην Κυπρίων Ηρώων είδα παράγκα. Σε μια παράγκα, πιο κάτω από το σπίτι μας έμενε η Όλγα η Βυζού με τη θεία της, αν και οι περισσότεροι ξεχνούσαν το Όλγα και την έλεγαν σκέτο Βυζού. Η Όλγα μύριζε ωραία κι η μάνα μου είχε πει ότι έβαζε μαγκρίφ, αλλά θύμωνε όταν η Όλγα με έπαιρνε αγκαλιά και δε με άφηνε να πηγαίνω στην παράγκα. Όταν αλλάξαμε πάλι σπίτι και πήγαμε στην Ψαρών, εκεί υπήρχαν πολλές παράγκες. Και στην Ψαρών και στη Μεσολογγίου, ώσπου κάποτε τις γκρέμισαν, όταν ήμουν μεγάλο παιδί του γυμνασίου. Τότε ήταν που ο Μπιθικώτσης είπε το τραγούδι «Παρ´ το στεφάνι μας, παρ´ το γεράνι μας, στη Δραπετσώνα πια δεν έχουμε ζωή»

Όταν όμως είπε ο πατέρας μου την ιστορία για την παράγκα, που δεν την κατάλαβα ολόκληρη τότε, είπε και μια περίεργη λέξη, που δεν την άκουσα καλά και δεν μπόρεσα να τη θυμηθώ. Θυμόμουν ολόκληρη την ιστορία ακριβώς, αλλά μού έλειπε αυτή η λέξη. Σημαντική λέξη, γιατί όταν την είπε ο πατέρας μου, άρχισαν όλοι να γελάνε.

Πέρασαν αρκετές δεκαετίες και μια φορά που πήγαινα την ηλικιωμένη πλέον μάνα μου στο γιατρό τη ρώτησα. Καθόταν δίπλα μου, με την τσάντα στην αγκαλιά και την κρατούσε σφιχτά με τα δυό της χέρια. Κοιτούσε σιωπηλή μπροστά και τότε την αιφνιδίασα. «Μαμά, κάποτε ο μπαμπάς είχε πει μια ιστορία για μια παράγκα, αλλά είπε και μια τούρκικη λέξη που δεν τη θυμάμαι». «Αλί μεντέτ» απάντησε κοφτά, χωρίς να αλλάξει έκφραση. Ούτε γύρισε να κοιτάξει δεξιά ή αριστερά. Και μετά σιωπή. Η ιστορία όμως ήταν πλήρης μετά από τόσα χρόνια.

«Γύρισε ο άντρας από τη δουλειά νωρίς και λέει στη γυναίκα του. “Βρε γυναίκα, δε στέλνεις τα παιδιά στη μάνα σου, να κάνουμε τίποτε να το φχαριστηθούμε με την ησυχία μας;”. Πράγματι, έφυγαν τα παιδιά, έπεσαν στο κρεβάτι, αλλά μετά από λίγο έπιασε μπόρα. Όταν έβρεχε, από τη λαμαρίνα της σκεπής έτρεχε νερό, που το μάζευαν σε ένα κουβά επάνω στη ντουλάπα. Και πάνω στο αλί μεντέτ δίνει μια το κρεβάτι στη ντουλάπα και τού ´ρχεται ο κουβάς με το νερό καπέλο. “Α, ρε γυναίκα, δεν ήτανε γραφτό μας”.»

Κάπως έτσι σκέφτηκε ο εισαγγελέας για τους δύο δολοφόνους του Γρηγορόπουλου

Ο Κορκονέας είναι Άντρας. Με κεφαλαίο Α. Είναι Άντρας και το κέφι του θα κάνει. Και θα ρίξει και καμιά σφαίρα παραπάνω. Ο Κορκονέας είναι θυμωμένος. Ξέρεις τι θα πει να είναι ένας Άντρας θυμωμένος; Και είναι θυμωμένος, γιατί έχει δίκιο. Τον πνίγει το δίκιο του, γιατί μέσα στο δρόμο κάθονται δεκαπεντάχρονο παλιόπαιδα. Κι ο Σαραλιώτης δίπλα του είναι κι αυτός θυμωμένος. Βλέπουν τα παλιόπαιδα και φεύγουν. Αλλά ο θυμός τους δε λέει να περάσει. Ο θυμός ενός Άντρα δεν περνάει εύκολα, πόσο μάλλον ο θυμός δύο Αντρών. Και αφήνουν το περιπολικό πιο μακριά και επιστρέφουν με τα πόδια. Κι από το κέντρο τους λένε να απομακρυνθούν. Αλλά στο κέντρο δεν ξέρουν ότι οι Άντρες είναι θυμωμένοι. Αν το ήξεραν θα τους έλεγαν να γυρίσουν πίσω, να καθαρίσουν σαν Άντρες. Και αυτό έκαναν. Και δεν μιλάνε μεταξύ τους. Ο Κορκονέας δεν λέει στον Σαραλιώτη πού πάνε και με ποιο σκοπό, γιατί οι θυμωμένοι δεν δίνουν εξηγήσεις. Ούτε ο Σαραλιώτης ρωτάει. Τι να ρωτήσει, που κι αυτός είναι θυμωμένος και σέβεται τον άλλο. Οι κουβέντες είναι για τις γυναικούλες, κουβέντα θα πιάσουν τώρα; Και πάνε. Και στήνονται μπροστά στα παιδιά. Και τα βρίζουν, όπως κάνουν οι αληθινοί Άντρες, στη δική τους γλώσσα. Και όσο βρίζουν τα παιδιά, τόσο μεγαλώνει ο θυμός τους. Και ο Κορκονέας βγάζει το όπλο. Κι ο Σαραλιώτης το βλέπει και δεν μιλάει. Ιερή στιγμή αυτή. Δεν είναι για κουβέντες. Κι ο Κορκονέας γονατίζει και σημαδεύει. Για να πυροβολήσει στον αέρα. Όσοι πυροβολούν στον αέρα γονατίζουν πρώτα. Όλοι το ξέρουμε αυτό. Το έχουμε δει και στις ταινίες. Κι ο Κορκονέας πυροβολεί δυο φορές, για να τρομάξουν δυο φορές τα παιδιά. Και τρόμαξαν τα παιδιά, γιατί η μπαμπέσα η σφαίρα βρήκε τον Αλέξανδρο κατάκαρδα. Αλλά τον Αλέξανδρο δεν τον σκότωσε ο Κορκονέας, τον σκότωσε η μπαμπέσα η σφαίρα, που σφηνώθηκε στην καρδιά του. Τι θέλατε δηλαδή, κοτζάμ Άντρας, ειδικός φρουρός, να μην ξέρει καλό σημάδι; Αλλά τον Αλέξανδρο δεν είχε πρόθεση να τον σκοτώσει ο Κορκονέας. Τίποτε τέτοιο. Ο Κορκονέας δεν στόχευσε, δεν πυροβόλησε, για να σκοτώσει. Πυροβόλησε από θυμό. Πολύ μεγάλο θυμό. Άλλο πράμα. Για αυτό κράτησε τόσο πολύ. Γιατί τον έπνιγε το δίκιο του. Κι ο θυμός του ο μεγάλος και το δίκιο του το μεγάλο κράτησαν δέκα χρόνια. Για αυτό και μετά από δέκα χρόνια δεν ζητούσε συγγνώμη από ένα δεκαπεντάχρονο, που βρέθηκε στο λάθος μέρος, στη λάθος ώρα, απέναντι σε μια σφαίρα, που ξεπόρτισε από το περίστροφο ενός θυμωμένου Άντρα.

Τι σου είναι όμως ο θυμός! Και μετά τον πυροβολισμό κι αφού έπεσε νεκρός ο Αλέξανδρος, οι δύο θυμωμένοι Άντρες δεν λυγίζουν, δεν κάνουν σαν γυναικούλες να τρέξουν να προσφέρουν βοήθεια στο δεκαπεντάχρονο παλιόπαιδο, αλλά φεύγουν αγέρωχοι, όπως ήρθαν. Και πηγαίνουν στο περιπολικό και είναι τόσο θυμωμένοι που ξεσπάνε στο περιπολικό. Και το χτυπάνε και σπάνε όλα τα τζάμια και μετά βγήκαν οι παλιοδικηγόροι και είπαν πως το έκαναν, για να πουν αργότερα ότι το έσπασαν τα παλιόπαιδα, δήθεν. Δεν κάνουν τέτοια πράγματα αυτοί, γιατί είναι αληθινοί Άντρες και οι αληθινοί Άντρες απλώς δεν σηκώνουν μύγα στο σπαθί τους.

Και μετά ήρθε στο δικαστήριο μια σοβαρή γυναίκα, συγγενής αστυνομικών, που έβλεπε από το μπαλκόνι και είδε πώς έγιναν τα πράγματα, αλλά θύμωσε κι εκείνη, θόλωσε ο νους της και τα είπε ανάποδα στη δίκη. Και πάλι είπαν οι παλιοδικηγόροι ότι ήταν ψευδομάρτυρας και έψαξαν και βρήκαν ότι ήταν συγγενής αστυνομικών. Αλλά δεν ήταν ψευδομάρτυρας, απλώς τα μπέρδεψε, γιατί πραγματικά θόλωσε ο νους της.

Και μετά ήρθε στη δίκη μια παλιογυναίκα, από εκείνες που ξημεροβραδιάζονται στο μπαλκόνι με το κινητό στο χέρι και τα κατέγραψε όλα σε βίντεο και έβαλαν τα δυο παλικάρια φυλακή και τότε θύμωσαν ακόμη πιο πολύ, γιατί πού ακούστηκε αστυνομικοί να μπαίνουν φυλακή, επειδή ένα δεκαπεντάχρονο παλιόπαιδο βρέθηκε στο λάθος μέρος, στη λάθος ώρα.

Τέτοιες σκέψεις περνούσαν από το μυαλό του εισαγγελέα στο εφετείο της Λαμίας, για αυτό στην πρότασή του θεώρησε πως ο Κορκονέας δεν πυροβόλησε από δόλο, αλλά από θυμό. Αυτός που φταίει είναι ο δεκαπεντάχρονος που βρέθηκε στο λάθος μέρος, στη λάθος ώρα. Κι ο Σαραλιώτης δεν φταίει καθόλου, ούτε είδε, ούτε άκουσε, ούτε κατάλαβε τι γινόταν, τι έγινε τελικά. Τίποτε. Παντελώς αθώος. Και για εκείνο το μικρό διάστημα που έμεινε φυλακή θα πρέπει να αποζημιωθεί κιόλας το παλικάρι. Ευτυχώς που έμεινε πολύ λίγο στη φυλακή και ανεστάλη η ποινή του, γιατί, λέει, ήταν άρρωστος ο μπαμπάς του. Κι αυτό ο νόμος του Παρασκευόπουλου το λέει;

Άντε, λοιπόν, να βγουν καθαρά τα παλικάρια από τη φυλακή, γιατί εκλογές έρχονται, να μπουν και στα ψηφοδέλτια της Χρυσής Αυγής, να σώσουν την πατρίδα από όλα τα αποβράσματα τύπου ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΓΡΗΓΟΡΟΠΟΥΛΟΣ κι εμείς να καθόμαστε με σταυρωμένα χέρια.