Ο γυναικείος λόγος και η γυναικεία γραφή

Από τη δεκαετία του 70 και έπειτα βλέπουμε μια συνεχή ανάπτυξη της γυναικείας λογοτεχνίας στον ελληνικό χώρο, η οποία ανταποκρίνεται και στις προτιμήσεις του αγοραστικού κοινού, αν κρίνει κανείς από τις πολλαπλές ανατυπώσεις ορισμένων βιβλίων.

Υπάρχει ωστόσο κάποια επιφύλαξη από την πλευρά κυρίως των γυναικών συγγραφέων ως προς τον όρο γυναικεία λογοτεχνία  και γυναικεία γραφή γενικότερα. Διατυπώνεται δηλαδή η επιθυμία να μη γίνεται διάκριση στη γυναικεία λογοτεχνία, με τον ίδιο τρόπο που δεν γίνεται διάκριση στην ανδρική λογοτεχνία και επομένως πρέπει να μιλάμε για λογοτεχνία μόνο χωρίς καμιά διάκριση.

Συνέχεια

Νένη Ευθυμιάδη

Όταν μου έγινε η πρόσκληση να σας μιλήσω στη σημερινή συγκέντρωση απάντησα καταφατικά με μεγάλη προθυμία, γιατί είναι το ελάχιστο που μπορώ να κάνω για τη Νένη. Στη συνέχεια όμως αναλογίσθηκα πόσο δύσκολο είναι να αρχίσω να μιλάω για τη Νένη και κυρίως πόσο δύσκολο είναι να σταματήσω να μιλάω για αυτήν. Πού θα βάλω τελεία, αφού εδώ και καιρό μου έχουν τελειώσει οι τελείες και βάζω παντού ερωτηματικά.

Την πρώτη δυσκολία θα την ξεπεράσω πολύ συμβατικά. Θα αρχίσω από τη γνωριμία μας.  Το 1982, όταν εργαζόμουν στον εκδοτικό τομέα του Βιβλιοπωλείου της Εστίας, με επισκέφτηκε μια νέα κυρία με πολύ εντυπωσιακή εμφάνιση και έντονο μακιγιάζ και με πολύ μεγαλοπρεπείς κινήσεις μου έδωσε ένα ντοσιέ. Μου είπε: «’Εχω γράψει ένα πολύ ωραίο βιβλίο και σας το έφερα να το εκδώσετε». Ο διάλογος δεν κράτησε περισσότερο από ένα λεπτό, χαμογέλασε συγκαταβατικά και αποσύρθηκε. Πολύ βιαστικά την έκρινα στερεοτυπικά και θεώρησα πως αντιμετώπιζα ένα ψώνιο. Αργότερα, πολλές φορές της είχα περιγράψει αυτή τη συνάντηση με τις ανάλογες μιμήσεις φωνής και κινήσεων και αντιδρούσε με ένα παρατεταμένο γέλιο, ιδιαίτερα με το συμπέρασμά μου ότι αντιμετώπιζα ένα ψώνιο. Πάντως, όπως έκανα με όλα τα χειρόγραφα, το έβαλα στην τσάντα μου και το πήρα μαζί μου για να το διαβάσω στο σπίτι.

Συνέχεια