Η Υπερηφάνεια

 

Διάβαζα αυτές τις μέρες, στο twitter κυρίως, τα αρνητικά σχόλια για τα gay pride Αθήνας και Θεσσαλονίκης. Δύο πράγματα μού έκαναν τη μεγαλύτερη εντύπωση και μόνο με αυτά θα ασχοληθώ. Το πρώτο είναι τα επιθετικά σχόλια, παράλληλα με τα εγκωμιαστικά, που έγιναν προς τη Ζωή Κωνσταντοπούλου για τη συμμετοχή της στο gay pride Αθήνας. Το να έχεις αντίθετη άποψη για τις πολιτικές επιλογές ενός πολιτικού προσώπου είναι κατανοητό. Το να έχεις αντίρρηση όμως για το ότι το πολιτικό πρόσωπο εκτελεί το καθήκον του δεν το κατανοώ. Και η συμμετοχή στο gay pride θεωρώ πως είναι υποχρέωση και καθήκον όλων των κυβερνητικών και πολιτικών προσώπων και των κρατικών λειτουργών που έχουν υπευθυνότητα και θέλουν να σηματοδοτήσουν το δρόμο προς μια κοινωνία πιο ανεκτική, λιγότερο ομοφοβική, που δεν στιγματίζει και δεν περιθωριοποιεί τη διαφορετικότητα. Και επειδή όλα αυτά καθιστούν την κοινωνία πιο δίκαιη θεωρώ πως είναι απαραίτητη και η παρουσία των προέδρων των ανωτάτων δικαστηρίων και γενικώς εκπροσώπων των δικαστικών αρχών.

Το δεύτερο που μου έκανε εντύπωση είναι η αμφισβήτηση του pride, της υπερηφάνειας. Πολλοί αναρωτήθηκαν γιατί είναι οι gay υπερήφανοι και γιατί παρελαύνουν; οι straight γιατί δεν παρελαύνουν που έχουν κάθε λόγο να είναι υπερήφανοι;

Ας δούμε όμως έστω και μόνο μια πλευρά της υπερηφάνειας των gay. Έχουν κάθε λόγο οι gay να είναι υπερήφανοι/ες που τόλμησαν να παραδεχθούν και να ομολογήσουν ότι είναι gay. Που άντεξαν την οικογενειακή απόρριψη, που υπέστησαν το bulling στο σχολείο, στο δρόμο, στη γειτονιά, στο στρατό, στον εργασιακό χώρο. Και να μην ξεχνάμε πως η υπερηφάνεια πάει χέρι χέρι με τη ντροπή. Τη ντροπή των γονιών, του παππού και της γιαγιάς, των συγγενών, των “φίλων”, ακόμη και του διαχειριστή της πολυκατοικίας, που κρυφοκοιτάζει, ποιος μπαίνει και ποιος βγαίνει.

Και είναι οι gay υπερήφανοι ως αντίβαρο για εκείνους/ες που δεν τόλμησαν να το αποκαλύψουν, αλλά έχουν μια κρυφή ζωή, γιατί το περιβάλλον τους δεν θα τους ανεχόταν. Τα πολιτικά κόμματα, ο στρατός, η αστυνομία, τα αθλητικά σωματεία, τα σχολεία είναι τα λιγότερο ανεκτικά και πλέον καταπιεστικά περιβάλλοντα. Και δεν κατακρίνω αυτούς που δεν αποκαλύφθηκαν, τα περιβάλλοντά τους κατακρίνω που δεν τους έδωσαν την ευκαιρία.

Και επειδή, από όλα αυτά τα περιβάλλοντα, μόνο το σχολικό περιβάλλον μου είναι οικείο, ξέρω πόσο δύσκολο είναι να αντιμετωπίσει κανείς την ομοφοβία. Πόσο φοβούνται οι πατεράδες μήπως ο γιος τους καταλήξει να γίνει gay και παράλληλα θεωρούν ότι η macho διαπαιδαγώγηση θα αποτρέψει το “κακό”. Πάντα θεωρούσα παιδαγωγικά επιβεβλημένο σε ένα σχολείο να διδάσκουν gay εκπαιδευτικοί, γιατί ένα μεγάλο πρόβλημα της κοινωνίας και του σχολικού περιβάλλοντος είναι η ομοφοβία. Πώς όμως θα γινόταν αυτό δεκτό από τους γονείς, όταν ακόμη και γιατρός πρώην υπουργός έχει δηλώσει ότι η ομοφυλοφιλία είναι κολλητική;

Για όλους και όλες τους/τις gay που ντρέπονται ή δεν μπορούν να αποκαλυφθούν έχουν δικαίωμα οι άλλοι να είναι υπερήφανοι και να παρελαύνουν, ως αντίβαρο στην κοινωνική καταπίεση.

Για να εκλείψει η υπερηφάνεια πρέπει προηγουμένως να εκλείψει η ντροπή. Γιατί η υπερηφάνεια και η ντροπή πάνε μαζί. Και μακάρι να φτάσουμε κάποτε να μην είναι κανείς ποτέ υπερήφανος για οτιδήποτε και να είμαστε όλοι ταπεινοί. Για το καλό της κοινωνίας.

 

Έγραψα το κείμενο αυτό, εκτός των άλλων, και ως υποχρέωση απέναντι στις/τους gay μαθήτριες και μαθητές μου, τους γονείς τους, του ομόφυλους γονείς του σχολείου και τα παιδιά τους και τις/τους gay εκπαιδευτικούς συναδέλφους μου στη Σχολή Μωραΐτη.

Αλλαγή ήθους στη Σχολή Μωραΐτη

Πριν από ένα μήνα είχα παρευρεθεί στην κηδεία του πατέρα μιας παλιάς συναδέλφου από τη Σχολή Μωραΐτη, που τώρα όμως εργάζεται αλλού. Η κηδεία έγινε σε ένα δυσπρόσιτο χωριό της Βοιωτίας και είναι κατανοητό ότι δεν παραβρέθηκαν οι προϊστάμενοί της, αλλά έστειλαν δύο στεφάνια. Παρόλο που σε αυτήν την υπηρεσία εργάζεται λιγότερο από 18 μήνες οι νέοι της προϊστάμενοι αισθάνθηκαν την ανάγκη να στείλουν τα στεφάνια και επιπλέον της έδωσαν μια εβδομάδα άδεια. Η συνάδελφος μού έδειξε τα στεφάνια με δικαιολογημένη υπερηφάνεια και συγκίνηση, γιατί ένιωσε ότι στην εργασία της έχει την αναγνώριση που θέλει να έχει και που της αξίζει.

Την Πέμπτη κηδεύτηκε στο Α νεκροταφείο της Αθήνας ο πατέρας άλλης συναδέλφου, που διδάσκει στη Σχολή Μωραΐτη τα τελευταία 24 χρόνια και έχει την αγάπη και την εκτίμηση όλων των συναδέλφων της. Αυτή τη φορά η κηδεία έγινε στο κέντρο της Αθήνας και θα ήταν πολύ πιο εύκολο για τον καθένα να έρθει. Από τη διεύθυνση της Σχολής Μωραΐτη όμως δεν εμφανίστηκε κανείς και μάταια διάβασα όλα τα στεφάνια. Η Σχολή Μωραΐτη παντελώς απούσα. Ο αδελφός της συναδέλφου διαμένει μόνιμα στη Νορβηγία και οι εργοδότες του βρίσκονται στη Νορβηγία και στο Κουβέιτ, αλλά η απόσταση δεν τους εμπόδισε να συμμετάσχουν στο πένθος με όποιο τρόπο μπορούσαν. Είμαι βέβαιος πως η συνάδελφος ενημέρωσε τη διευθύντρια του γυμνασίου για το θάνατο του πατέρα της, για να δικαιολογήσει την απουσία της. Ούτε εκείνη όμως, ούτε άλλος από την τριμελή διεύθυνση του γυμνασίου εμφανίστηκε στην κηδεία. Και επιπλέον υποθέτω ότι δεν ενημέρωσαν συναδέλφους, από φόβο μήπως τους ζητήσει κανείς άδεια, για να έρθει στην κηδεία. Συνέχεια

Το χρονικό μιας ‘άκυρης απόλυσης, ως ουδέποτε γενομένης’ από τη Σχολή ΜΩΡΑΪΤΗ

Στις 5 Μαρτίου του 2015 επέστρεψα θριαμβικά στη Σχολή ΜΩΡΑΪΤΗ μετά από αναγκαστική απουσία δυόμιση μηνών. Στο θέατρο με υποδέχτηκαν όρθιοι όλοι οι εκπαιδευτικοί του Σχολείου, μαθητές και μαθήτριες, γραμματείς και άλλοι υπάλληλοι, που ένιωσαν ότι ο αγώνας τους δικαιώθηκε. Τα χειροκροτήματα διάρκεσαν πολλή  ώρα, έως ότου αρχίσω να τους μιλάω για τις κοινές αξίες, που μας ενώνουν και για τις οποίες πρέπει να αγωνιζόμαστε  χωρίς παραίτηση και χωρίς διακοπή.

Συνέχεια

Τι προκάλεσε την ‘απόλυση’

Από τη στιγμή που ανέλαβα τη διεύθυνση του γυμνασίου δεν είχα ψευδαισθήσεις για τις προσδοκίες της ιδιοκτησίας και συγχρόνως ήξερα πως δεν έπρεπε να επιτρέψω στον εαυτό μου να μεταβληθεί σε διευθυντικό στέλεχος ανώνυμης εταιρίας. Ήμουν και έπρεπε να παραμείνω εκπαιδευτικός και να φροντίσω να βελτιωθεί το εκπαιδευτικό έργο με μοναδικούς γνώμονες το παιδαγωγικό συμφέρον των παιδιών και την προάσπιση του ρόλου των εκπαιδευτικών. Δεν είχα διλήμματα, γιατί ήξερα τι έπρεπε να γίνει από τότε που ήμουν καθηγητής, χωρίς καμιά διοικητική θέση. Για να γίνει το εκπαιδευτικό έργο καλύτερο, έπρεπε να αναβαθμισθεί ο ρόλος των εκπαιδευτικών. Όταν οι εκπαιδευτικοί αισθάνονται πως ο λόγος τους δεν μετράει σε τίποτε, πως δεν συμμετέχουν στις αποφάσεις, που λαμβάνονται πρόχειρα και χωρίς παιδαγωγικά κριτήρια, πως όλα γίνονται ερήμην τους, πως δεν επιβραβεύονται η προσφορά και η σκληρή εργασία, αλλά οι δημόσιες σχέσεις, τότε το εκπαιδευτικό και το παιδαγωγικό έργο δεν πάνε καλά. Δεν μπορούν  να πάνε καλά, γιατί σταδιακά μειώνονται το κέφι για προσφορά, η διάθεση για ενημέρωση και καλύτερη κατάρτιση, η πρωτοβουλία για ανανέωση. Οι εκπαιδευτικοί καταλήγουν να είναι διεκπεραιωτές μιας αποσκελετωμένης ύλης.  Ήξερα επομένως πως έπρεπε να αναβαθμισθεί ο ρόλος τους, παράλληλα με πιέσεις για οικονομική ικανοποίηση. Και μπορεί για τα οικονομικά άλλοι να είχαν τον τελευταίο λόγο, αλλά για την ηθική αναβάθμισή τους και την αύξηση του κύρους τους ήμουν αποκλειστικά υπεύθυνος και αρμόδιος, παρά τις δυσκολίες και τα εμπόδια.

Συνέχεια

Το έργο μου στη Σχολή ΜΩΡΑΪΤΗ

  • Προτεραιότητά μου ήταν να αποκτήσει ο σύλλογος διδασκόντων τον ουσιαστικό ρόλο, που του αποδίδει η νομοθεσία και τον καθιστά το κυρίαρχο διοικητικό όργανο. Οι αποφάσεις του είναι δεσμευτικές και για την ιδιοκτησία και τη διεύθυνση και είναι ο βασικός ρυθμιστής της λειτουργίας του σχολείου. Οι προκατασκευασμένες αποφάσεις και η υφαρπαγή της επικυρωτικής υπογραφής των μελών του συλλόγου σταμάτησε. Οι εκπαιδευτικού χαρακτήρα αποφάσεις και οι αποφάσεις που επηρεάζουν άμεσα ή έμμεσα το εκπαιδευτικό έργο πρέπει να λαμβάνονται από τους μόνους αρμόδιους, τους εκπαιδευτικούς. Συνέχεια