νῆσός τις ἔστι

Τη Σαλαμίνα δεν την ήξερα. Μου ήταν άγνωστο αυτό το όνομα. Ήξερα όμως την Κούλουρη, αλλά δεν είχα πάει, ή μάλλον νόμιζα πως δεν είχα πάει. Είχα πάει εκδρομή και στα Παλούκια και στα Σελήνια και στην Κατσηβίγκλα, αλλά δεν ήξερα ότι όλα αυτά τα μέρη ήταν στην Κούλουρη. Κι έπρεπε να φτάσω στη Δευτέρα Δημοτικού, για να μάθω τη Σαλαμίνα στο Σχολείο. Αλλά για να μάθω ότι η Κούλουρη ήταν η Σαλαμίνα πέρασαν ακόμη δυο τρία χρόνια.

Στο σπίτι πάντα άκουγα η για την Κούλουρη. Για όλα τα πράγματα ο πατέρας μου έλεγε ότι ήταν κουλουριώτικο μάλαμα και κάθε που τρόμαζε η μάνα μου, η ψυχή της πήγαινε στην Κούλουρη. Και κάθε τόσο σήκωνε τα μάτια της στον ουρανό κι έλεγε “βλέπω την Κούλουρη φορτωμένη σύννεφα. Θα φέρει βροχή”. Αυτό ήταν και το πρώτο μου μάθημα γεωγραφίας. Όπου έβλεπα σύννεφα στον ουρανό ήξερα ότι εκεί ήταν η Κούλουρη.

Ο θείος της μάνας μου, ο μπαρμπα-Σταύρος, έμενε στην Κατσηβίγκλα. Ο μπαρμπα-Σταύρος έπλεκε νταμιτζάνες και μπουκάλια με χρωματιστά σχοινιά. Κάθε που ερχόταν σπίτι μάς έφερνε κι ένα μπουκάλι. Η μάνα μου δεν τα ήθελε αυτά τα μπουκάλια, γιατί δεν μπορούσε να τα πλύνει απέξω ούτε να δει μέσα αν ήταν καθαρά. Το πετρέλαιο για την γκαζιέρα το είχε πάντα σε μπουκάλι που μπορούσε να πλένεται και να μην λερώνονται τα χέρια της, όταν το έπιανε για να γεμίσει τη γκαζιέρα. Είχαμε όμως πλεγμένα ένα μισοκαδιάρικο του ούζου κι ένα της οκάς για το κρασί. Ο μπαρμπα-Σταύρος έπλεκε κι ένα καπελάκι σφιχτό για το φελλό του μπουκαλιού κι ένωνε φελλό και μπουκάλι με ένα κορδόνι. Με το βάλε βγάλε έσπασε κάποια στιγμή ο μισός φελλός και η μάνα μου έβαλε άλλο φελλό στο μπουκάλι. Ο παλιός έγερνε πάντα στο πλάι και μού φερνε μια θλίψη, αλλά δεν μπορούσε η μάνα μου να τον κόψει, γιατί θα ξηλωνόταν όλο το μπουκάλι. Κάποια στιγμή που ο μπαρμπα-Σταύρος γέρασε πολύ και σταμάτησε τις επισκέψεις η μάνα μου πέταξε όλα τα μπουκάλια του κι εγώ νόμιζα ότι θα λυπόμουν, αλλά τελικά δεν λυπήθηκα.

Στο σπίτι του μπαρμπα-Σταύρου στην Κατσηβίγκλα δεν πήγαμε ποτέ. Όταν όμως η ξαδέλφη της μάνας μου η Φωφώ έχτισε τις δυο κάμαρες πήγαμε να δούμε το σπίτι και το μεσημέρι κοιμηθήκαμε στην αυλή. Κι όταν μπήκαμε στο καραβάκι, ήξερα πια να διαβάζω, είδα ότι στην ταμπέλα του δεν έγραφε Κατσηβίγκλα αλλά Κακή Βίγλα. Αποφάσισα όμως να μη μιλήσω, γιατί ο πατέρας μου με είχε ήδη πει “στρίγκλικο”. Εκεί στην Κατσηβίγκλα ήταν που η θεία Φωφώ έκανε στη μάνα μου τη μεγάλη εξομολόγηση: “Η μάνα μου, Σοφία μου, μού έλεγε να πλένω το ρύζι εφτά χέρια, Γιώργο πήγαινε έξω να παίξεις, αλλά εγώ, από το τρίτο χέρι, όταν βλέπω το νερό να βγαίνει καθαρό, το φουντέρνω”.

Όταν έγινα δέκα ετών είδα στο χάρτη και την Κακή Βίγλα, και τα Σελήνια και τα Παλούκια κι ανακάλυψα ότι είχα πάει στην Κούλουρη, που στο σχολείο τη λέγαν πια Σαλαμίνα. Είδα και ότι όλες οι παραλίες που κάναμε μπάνιο, από τον Άη Γιώργη και το Ικόνιο ως το Πέραμα ήταν ακριβώς απέναντι από τη Σαλαμίνα. Πολύ ωραία περνούσαμε σε αυτές τις παραλίες. Μετά το μπάνιο βγάζαμε από τα πόδια μας τις πίσσες με πανί βουτηγμένο στο πετρέλαιο που πάντα παίρναμε μαζί μας. Στο γυρισμό το βαγόνι μύριζε πετρέλαιο. Τότε όμως νόμιζα πως όλες οι θάλασσες είχαν πίσσες, γιατί δεν ήξερα ακόμη ότι οι πίσσες πήγαιναν μαζί με την εγκατάλειψη και την ύβρη των συμφερόντων.

Το Πέραμα ήταν στο τέλος της διαδρομής που έκανε το τραμ κι εκεί νόμιζα ότι ήταν η άκρη του κόσμου.  Στα προσχολικά μου χρόνια πηγαίναμε στο Πέραμα σε μια ταβέρνα που λεγόταν “η πέρδικα”. Είχανε κι ένα κλουβί κάτω από την κληματαριά με μια καρδερίνα που νόμιζα ότι ήταν πέρδικα. Το βράδυ άναβαν μια λάμπα ασετυλίνης και τηγάνιζαν μαριδάκι, αλλά εγώ νύσταζα και ήθελα να φύγουμε κι ο πατέρας μου θύμωνε, αλλά με έπαιρνε αγκαλιά και κοιμόμουν.

Στην ηλικία των δέκα η μάνα μου μού είπε για το ναυάγιο.

Αρχές Μαΐου του 44 έφυγε ο πατέρας πολύ πρωί για δουλειά στη Σαλαμίνα. Έξω από την Ψυτάλλεια το καράβι έπεσε σε νάρκη και βυθίστηκε. Ο πατέρας μου πέταξε όλα του τα ρούχα και με τα σώβρακα μόνο κολύμπησε ώρες και βγήκε απέναντι στη στεριά. Κι από κει, ξεπαγιασμένος περπάτησε ως το σπίτι, στην οδό Βιτωλίων.

Η μάνα μου άκουσε τα χτυπήματα στην πόρτα, άνοιξε και τον είδε μπροστά της με τα σώβρακα, να τρέμει από το κρύο.

“Η ψυχή μου πήγε στην Κούλουρη. Τι έπαθες, τον ρωτάω, αλλά δεν μπορούσε να μιλήσει. Σήκωσε τα μωρά από το κρεβάτι τους, ο Τάσος μου ήταν τότε είκοσι μηνών και η Ελένη μου μωρό ασαράντητο, τα κράταγε στην αγκαλιά του κι έκλαιγε. Εσείς παιδιά μου με σώσατε, έλεγε.”

Στη μάνα μου δεν πήγε κανένας αγγελιαφόρος, όπως πήγε στην Άτοσσα, να της πει “νῆσός τις …” Ούτε χρειάστηκε να της πει ο πατέρας μου: “νῆσός τις ἔστι πρόσθε Σαλαµῖνος τόπων”, γιατί η μάνα μου ήξερε πολύ καλά πως το νησί μπροστά από την Κούλουρη είναι η Ψυτάλλεια.

Η Ποτίτσα, η κουμπάρα

-Αύριο που θα πάω στου Πανάγου για δικά μου θα σου πάρω κι εσένα μαλλί και βελονάκι και θα στα στείλω με το Γιώργο μου. Καναρινί, για να ταιριάζει, είτε γεννηθεί αγόρι, είτε κορίτσι.

Όταν έφυγε η Ποτίτσα, άρχισα τη γκρίνια.

-Δεν θέλω να πάω.

-Αφού είναι πολύ κοντά το σπίτι της. Μου είπε ότι θα σου δώσει και παγάκια.

Το επιχείρημα ήταν ισχυρό, αν και δεν άκουσα την Ποτίτσα να λέει κάτι τέτοιο.

-Εγώ δεν την άκουσα να λέει για παγάκια.

-Δεν το είπε σήμερα, άλλη φορά το είπε.

Τα παγάκια ήταν η αδυναμία μου. Στη γειτονιά υπήρχαν μόνο δύο ηλεκτρικά ψυγεία. Ήξερες ποιοι έχουν ηλεκτρικό ψυγείο, γιατί ο παγοπώλης δεν άφηνε πάγο στην πόρτα τους. Το ένα το είχε η Αθηνά, η Αραπίτσα, που την έλεγαν έτσι, γιατί ήταν πολύ μελαχρινή. Η Αραπίτσα ήταν μοδίστρα και μια φορά που με πήρε μαζί η μάνα μου για πρόβα, ζήτησα νερό. Πήγα στην κουζίνα να πιω το νερό και τότε τα είδα, ηλεκτρική κουζίνα και ψυγείο ιζόλα. Δεν ήξερα να διαβάζω, αλλά αναγνώριζα το σήμα από το άλλο ψυγείο της γειτονιάς, του Μπεμπέκου.

Ο Μπεμπέκος έμενε λοξά απέναντί μας. Ακριβώς απέναντι έμενε η Ερηνούλα, που η μάνα μου την έλεγε Χοντροκώλα και δίπλα ήταν το σπίτι του Μπεμπέκου. Όταν πήγαινα σπίτι του να παίξουμε μερικές φορές η μάνα του μάς έδινε από ένα παγάκι. Ο Μπεμπέκος ήταν πολύ φίλος μου και στενοχωριόμουν όταν τα βράδια έβγαινε η μάνα του στην πόρτα και φώναζε “Μπεμπέεεεκοοοο” και όλοι στη γειτονιά γέλαγαν.

Ο Μπεμπέκος κι εγώ ήμασταν τα μόνα αγόρια της παρέας. Δύο αγόρια και τέσσερα κορίτσια. Η Βούλα, η Νικολέττα, η Μαρία και η Μερόπη. Αλλά στο σπίτι της Μερόπης δεν με άφηνε ο πατέρας μου να πηγαίνω, γιατί ο πατέρας της Μερόπης ήταν αστυνομικός.

Όταν παίζαμε στο πεζοδρόμιο τις κουμπάρες και τους κουμπάρους εγώ σέρβιρα τα παγάκια. Το καπάκι που σκέπαζε το μετρητή του νερού ήταν όλο τετραγωνάκια. Αυτό ήταν η παγοθήκη. Έριχνα λίγο νερό από πάνω και τα τετραγωνάκια  ήταν ολόιδια με παγάκια. Τους σέρβιρα συνέχεια. Ήμουν και κουμπάρος και σερβιτόρος.

 

-Μη γυρίσεις την τσάντα ανάποδα και σου πέσει το βελονάκι. Ίσια να την κρατάς.

Ξεκίνησα με βαριά καρδιά. Αν άνοιγε την πόρτα η Ποτίτσα, δεν υπήρχε πρόβλημα. Θα της άφηνα την τσάντα χωρίς να πω τίποτε και θα έφευγα γρήγορα γρήγορα. Αν όμως άνοιγε την πόρτα η γιαγιά, η κυρα-Βασιλική, τότε τι θα έλεγα και τι θα έκανα; Δεν μπορούσα να πω “θέλω την κυρία Ποτίτσα”, γιατί εγώ αυτό το όνομα δεν μπορούσα να το πω. Γιατί το Ποτίτσα βγαίνει από το Τιποτίτσα και είναι ντροπή να σε λένε και να σε φωνάζουν Τιποτίτσα. Κι ας έλεγε η μάνα μου ψέματα ότι έβγαινε από το Παναγιώτα. Τιποτίτσα τη βάφτισαν.

Κατέβηκα την Βιτωλίων, πέρασα τις γραμμές του τραμ κι εκεί απέναντι ήταν το σπίτι. Ανέβηκα το μαρμάρινο σκαλοπάτι, σηκώθηκα στις μύτες των ποδιών και χτύπησα το κουδούνι. Ηλεκτρικό κουδούνι, όπως στο σπίτι του Μπεμπέκου.

-Τι θέλεις, ποιος είσαι; ρώτησε η κυρα-Βασιλική.

Μιλιά εγώ. Της έδωσα την τσάντα με το μαλλί.

-Ο Γιώργος είσαι; Έλα μέσα.

Με πήγε στην κουζίνα. Κάθισε, μου λέει, και τότε το είδα. Δεν ήταν ιζόλα. Άλλα γράμματα.

-Τι μάρκα είναι το ψυγείο σας; ρώτησα πολύ δειλά.

-Βοσκή, γερμανικό.

Σε λίγο μπήκε και η Ποτίτσα.

– Θέλεις γλυκό βανίλια;

– Τς.

-Βύσσινο;

-Τς.

-Τίποτε δεν θέλεις;

-Θέλω ένα παγάκι.

-Παγάκι δεν κάνει, γιατί θα πονέσει ο λαιμός σου.

 

Σε λίγους μήνες γεννήθηκε η Μπούλα. Την είδαμε που φορούσε καναρινί καπελάκι, καναρινί ζιπουνάκι και καναρινιά καλτσάκια. Για τα Χριστούγεννα η μάνα μου της έπλεξε καναρινί φορεματάκι. Την Άνοιξη βαφτίσαμε τη Μπούλα στην Υπαπαντή και τη βγάλαμε Βασιλική. Νονός ήταν ο πατέρας μου. Αλλά κοίταζε αλλού. Του μίλαγε ο παπάς, ο πατέρας μου κοίταζε αλλού. Έβαλαν το παιδί στην κολυμπήθρα, ο πατέρας μου κοίταζε αλλού. Τότε ανακάλυψα πόσο καλά ο πατέρας μου κοίταζε αλλού.

 

Λίγο καιρό μετά ο πατέρας μου έφερε μια εφημερίδα. Την έδειξε στη μάνα μου και της είπε “Δες εδώ ρεζιλίκια”. Και μετά συνέχεια έλεγαν “Αυτός, αυτός, αυτός” και κάτι για λεφτά, που δε βγαίνουν από ένα μαγαζί.

 

Από τότε δεν ξανάδαμε ούτε την Ποτίτσα, ούτε τον άντρα της, ούτε τη Μπούλα, που τη βαφτίσαμε Βασιλική. Και η φωτογραφία της Μπούλας με το καναρινί φορεματάκι βγήκε από τον μπουφέ.

 

Την Ποτίτσα την ξανάδα στα δεκαεννιά μου. Στην κηδεία του πατέρα μου. Είχε μαζί της και ένα κορίτσι στην εφηβεία. “Έφερα” μου είπε τη Μπούλα, για να νεκροφιλήσει το χέρι του νονού της. Ανατρίχιασα.

Από τότε δεν ξανάδα την Ποτίτσα, ούτε κανένα άλλο από την οικογένειά της. Και κατάφερα να μην πω ποτέ το όνομα της. Αλλά προστέθηκαν πλέον τόσα πολλά ονόματα που δεν θέλω να πω. Όχι Τιποτίτσες. Τιποτένιοι και τιποτένιες.

Η Κατίνα, το μισοφέγγαρο

Η μάνα μου είχε συγγενείς στη Λυγιά, κοντά στο Κιάτο. Από αυτούς του συγγενείς ερχόταν  κάθε χρόνο ένα καλάθι με πορτοκάλια. Κάθε φορά που έφτανε η ειδοποίηση, για να πάει η μάνα μας να παραλάβει από το κτελ το καλάθι, έβγαζε ένα  «ωχ», σαν να είχε φάει μαχαιριά.  «Και κάτι χειρότερο» συμπλήρωνε. «Τι να τα κάνω εγώ τα πορτοκάλια; Βρωμάει ο τόπος από πορτοκάλια μές στο χειμώνα. Και δεν φτάνει που έχω να κουβαλήσω το καλάθι τόσο δρόμο από το κτελ, μετά πρέπει να το γεμίσω με δώρα και να το στείλω πίσω. Και άντε να βάλω καφέ και ζάχαρη και παντόφλες για τη θεία, το υπόλοιπο πώς γεμίζει; Αυτοί τα έχουν τζάμπα τα πορτοκάλια, αλλά εμένα δε μου φτάνει ένα κατοστάρικο, για να γεμίσω το καλάθι».

Πρέπει να ήμουν τεσσάρων ετών, όταν ήρθε το γράμμα. Το διάβασε η μάνα μου και άρχισε τα «ωχ, τι τραβάω». Θα ερχόταν, λέει από τη Λυγιά η Κατίνα, η αρραβωνιαστικιά του ξαδέλφου της, να μείνει λίγες μέρες, για να φτιάξει τα δόντια της. «Εδώ δε χωράμε εμείς, πού θα την βάλω αυτή;» μονολογούσε συνεχώς. Σε λίγες μέρες πήγε η μάνα μου στο κτελ, να την παραλάβει και κατέφτασε η Κατίνα με μια βαλιτσάρα.

-Κατίνα μου, τι βαλιτσάρα είναι αυτή; Τη σηκώνω και είναι ελαφριά, σαν άδεια.

-Σοφία μου, δεν είναι δικιά μου, δανεικιά την πήρα από τη γειτόνισσα. Αυτήν είχε, αυτή μού έδωσε.

Η Κατίνα ήταν μια λεπτούλα και κοντούλα, με μαύρα κατσαρά μαλλιά και χρυσά δόντια. Το βράδυ, όταν ήρθε ο πατέρας μου, ρώτησε τη μάνα μου. «Πόσο καιρό θα μείνει εδώ το μισοφέγγαρο;» Από εκείνη τη στιγμή δεν την ξαναείπαμε μεταξύ μας Κατίνα. Μόνο μισοφέγγαρο.

Κάθε μέρα το μισοφέγγαρο έφευγε να πάει στο γιατρό και γύριζε με ψώνια. Παπούτσια, φορέματα, ζακέτες, μπλούζες. Απορούσε η μάνα μου πού βρεθήκανε τόσα λεφτά για λούσα στη μετεμφυλιακή Ελλάδα. «Εδώ δεν έχουμε καλά-καλά να φάμε και αυτή αγοράζει φορέματα.»

Πέρασαν δυο βδομάδες, που φάνηκαν της μάνας μου ατέλειωτες, και μετά γέμισε η βαλιτσάρα με τα ψώνια, την πήρε το μισοφέγγαρο κι έφυγε.

Από την επόμενη εβδομάδα άρχισαν να χτυπάνε την πόρτα οι δοσατζήδες. Όλα εκείνα τα ψώνια είχαν αγοραστεί με δόσεις. Και το μισοφέγγαρο έδωσε το όνομα και τη διεύθυνση της μάνας μου. Και ξεχρέωνε η μάνα μου για καιρό από τις οικονομίες της, κρυφά από τον πατέρα μου, για να μην του δίνει δικαίωμα να λέει για το σόι της.

Το μισοφέγγαρο δεν το ξανάδαμε ποτέ. Το καλάθι με τα πορτοκάλια όμως πηγαινοερχόταν για πολλά χρόνια. Και για πολλά χρόνια το να δημιουργούν άλλοι τα χρέη και άλλοι να πληρώνουν έμοιαζε με άδικο, αλλά τώρα πια είναι το κανονικό. Και πληρώνουμε με παραπανιστούς φόρους και με περικοπές μισθών και συντάξεων. Μόνο που αυτό δεν είναι μισοφέγγαρο. Είναι φεγγάρι ολόγιομο, πανσέληνος. Και με την πανσέληνο ανάβουνε τα αίματα.

 

Υ.Γ. Αναλογίζομαι κι εκείνους τους εργαζόμενους, που, χωρίς να το ξέρουν, ξεχρεώνουν με μεγάλες περικοπές των αποδοχών τους, που έγιναν με άλλοθι την κρίση, ένα μεγάλο δάνειο, που πήραν οι ιδιοκτήτες για άλλη οικογενειακή επιχείρηση και λόγω κακής διαχείρισης γιγαντώθηκε.

άστοδιαλο

Τον Δεκέμβρη του 1968, ως αρχισυντάκτης του μαθητικού περιοδικού «ο Αθηναίος» ετοίμαζα το πρώτο τεύχος της χρονιάς, που έπρεπε να κυκλοφορήσει πριν από τις χριστουγεννιάτικες διακοπές. Παρόλο που ήμουν αρχισυντάκτης του «Αθηναίου», εγώ ως Πειραιώτης δεν ήξερα να κυκλοφορώ στην Αθήνα. Ευτυχώς όμως οι συμμαθητές μου στο οικοτροφείο του Κολλεγίου Αθηνών ήταν πρόθυμοι να με εξυπηρετούν και δυο με τρεις φορές την εβδομάδα έβγαιναν με άδεια για να πηγαινοφέρνουν κείμενα και διορθώσεις. Πέρασε πολύς καιρός μέχρι να μάθω πού οφειλόταν η προθυμία τους να παίρνουν σχεδόν κάθε απόγευμα τέσσερις ώρες άδεια, για να πάνε στην οδό Φυλής, όπου ήταν το τυπογραφείο και άλλοι πόλοι έλξης. Χαλάλι τους, γιατί πολύ με εξυπηρέτησαν και μείωσαν τα ξενύχτια μου πάνω από τα μαθήματα και τα τυπογραφικά δοκίμια.

Ο χρόνος όμως ήταν πολύ πιεστικός και την τελευταία εβδομάδα έπρεπε να πάω ο ίδιος στο τυπογραφείο από πολύ νωρίς το πρωί και να κάνω επιτόπου τις τελευταίες διορθώσεις.  Έφυγα από το σχολείο πριν από το πρόγευμα και έφτασα στην οδό Φυλής νηστικός και αγχωμένος στις εφτάμιση. Το κρύο πολύ και το τυπογραφείο ήταν χωρίς πόρτα. Είχε μόνο ένα ρολό, που όταν σηκωνόταν σε άφηνε εκτεθειμένο στις καιρικές συνθήκες. Έπιασα δουλειά αμέσως. Διόρθωνα και μετά έλεγχα αν πέρασαν σωστά οι διορθώσεις. Ιδιοκτήτης και αρχηγός στη δουλειά του τυπογραφείου ήταν ο Δημοσθένης Σπανόπουλος, ο οποίος ήταν πολύ υπερήφανος που στοιχειοθετούσε και τύπωνε φιλολογικά περιοδικά και διατριβές και κάθε δέκα λεπτά επαναλάμβανε πως το τυπογραφείο είναι το δεύτερο πανεπιστήμιο.

Η δουλειά της στοιχειοθεσίας γινόταν όλη με το χέρι και γράμμα γράμμα. Ο τυπογράφος ήταν πίσω από ένα πάγκο και μπροστά του είχε αναρίθμητα ξύλινα κουτάκια με όλα τα στοιχεία. Άλφα με οξεία, άλφα με ψιλή οξεία, άλφα με δασεία οξεία, άλφα με περισπωμένη, άλφα με βαρεία και πάλι με ψιλή και με δασεία, και πάλι όλοι οι συνδυασμοί με υπογεγραμμένη. Χώρια τα κεφαλαία, τα σημεία στίξης, τα κενά και τα διάστιχα, και μετά τα πλάγια και τα bold, μαύρα τα λέγαμε τότε. Και πιο δίπλα τα πιο μεγάλα και τα πιο μικρά. Και σε άλλους πάγκους οι άλλες οικογένειες γραμμάτων, τα αττικά, τα λειψίας, τα ελζεβίρ. Μετά την εκτύπωση έπρεπε να διαλυθούν οι πλάκες της στοιχειοθεσίας και τα στοιχεία να επιστρέψουν στα κουτάκια τους.

Ποτέ στη ζωή μου δεν έχω νιώσει τόση ανάγκη για γάντια κατάδικου Ντίκενς, με τις ακάλυπτες άκρες των δαχτύλων, όσο τότε. Καθόμουν ξεπαγιασμένος και νηστικός και διάβαζα για πολλοστή φορά τα τυπογραφικά δοκίμια, ενώ πηγαινοερχόταν ο καφετζής της γειτονιάς με τα ούζα και τις ελιές.  Ουσιαστικά ήμουν παιδί και ντρεπόμουν να πω πως το «όχι» μου για το ούζο δεν περιλάμβανε και την ελιά με την οδοντογλυφίδα που το συνόδευε.

Από τη θέση που καθόμουν έβλεπα έναν αποστεωμένο και πολύ μελαχρινό τυπογράφο με διαβολικό ύφος, που όπως μου εξήγησε ο Σπανόπουλος, τον είχε προσλάβει εκτάκτως για εκείνες τις μέρες της πολλής δουλειάς. Κάθε φορά που άπλωνε αυτός το χέρι του να πάρει ένα στοιχείο από το κουτάκι κάτι ψέλλιζε, που όμως δεν μπορούσα από μακριά να ακούσω. Η περιέργειά μου ήταν τόσο μεγάλη που υπερνίκησε το μούδιασμα των ποδιών από την παγωνιά. Άλλωστε το ξεμούδιασμα ήταν μια καλή δικαιολογία για να περπατήσω ως τον στοχευμένο πάγκο. Τα μάτια μου σίγουρα γούρλωσαν μόλις άκουσα ότι με κάθε κίνηση του χεριού, που γινόταν αστραπιαία, έπεφτε συγχρόνως και ένα «άει στο διάολο», αλλά όχι ακριβώς έτσι, μια πιο σύντομη εκδοχή, ένα κοφτό «άστοδιαλο». Ριπές ατέλειωτες, χωρίς ανάσα, χωρίς διακοπή άστοδιαλο, άστοδιαλο, άστοδιαλο, άστοδιαλο, άστοδιαλο, άστοδιαλο. Κάθε δευτερόλεπτο ένα, κάθε λεπτό 60, κάθε ώρα 3600. Στις 12 ώρες που έμεινε εκεί πρέπει να έπεσαν τουλάχιστον 43.200 άστοδιαλο. Είχα μπροστά μου μια μπαρουτοκαπνισμένη διαολοσταλτική μηχανή που δούλευε με ούζο. Συνέχεια