Η Τασία και το οικοπεδάκι

 

 Κουράστηκα να ακούω και να διαβάζω όλους αυτούς που κατηγορούσαν τα αυθαίρετα το καλοκαίρι με τις φωτιές στην Ανατολική Αττική και τελευταία με τις πλημμύρες. Πάντα οι φτωχοί και οι πλέον αδύναμοι φταίνε για όλα τα δεινά της κοινωνίας. Το ότι τα αυθαίρετα είναι εκατοντάδες χιλιάδες και στεγάζουν εκατοντάδες χιλιάδες οικογένειες δεν αναγνωρίζεται ως κοινωνικό πρόβλημα για το οποίο έχει την ευθύνη το κράτος. Από τις δεκαετίες του 50 και του 60 οι οικοπεδικοί συνεταιρισμοί, με άδεια κατάτμησης από το Υπουργείο Γεωργίας και άδεια ρυμοτομίας πουλούσαν οικόπεδα με δόσεις. Κάποιοι πρόλαβαν κι έβγαλαν άδεια κι έχτισαν νόμιμα. Μετά τα περισσότερα κηρύχθηκαν δασικά κι απαγορεύτηκε η δόμηση. Κάποιοι δέχθηκαν τη μοίρα τους κι έχασαν την περιουσία τους, κάποιοι αγανάκτησαν με την αυθαιρεσία του κράτους που είχε εισπράξει τους φόρους μεταβίβασης και αποφάσισαν να χτίσουν αυθαίρετα, πληρώνοντας διπλάσια και τριπλάσια τους εργολάβους που τα είχαν «καλά» με την αστυνομία. Αυτοί είναι οι φτωχοί και ανίσχυροι. Οι πλούσιοι και ισχυροί φροντίζουν με τον τρόπο τους να εντάσσεται ο συνεταιρισμός τους στο σχέδιο πόλεως, όπως έγινε με τους γιατρούς στην Ιπποκράτειο πολιτεία και τους δικαστές στο Σχινιά. Άλλοι πάλι με άδεια για μουσείο έχτισαν τεράστια έπαυλη με πισίνα και γήπεδο του τέννις και αυτοί είναι κατεξοχήν αγανακτούν με τα αυθαίρετα. Όπως έλεγε και η μάνα μου «των άλλων είναι καρύδια και κατρακυλούν κι ακούγονται και τα δικά τους είναι σύκα και δεν ακούγονται». Σε όλους αυτούς αφιερώνω το παρακάτω κείμενο, για να χαρούν που η Αττική γλίτωσε από ένα αυθαίρετο».

Όταν απολύσανε τον Νίκο από τα διυλιστήρια, η μάνα μου δεν το έβαλε κάτω. «Θα πάω να μιλήσω στο Βρεττό, το βουλευτή» είπε. «Ωχ, καημένη, όρεξη που την έχεις» είπε ο πατέρας μου κοφτά, αλλά εκείνη με άρπαξε από το χέρι το άλλο πρωί και πήγαμε στην Αθήνα, στο ιατρείο του Βρεττού.

«Κυρ Σπύρο, ένα άκακο αρνί είναι, δεν ανακατεύεται με τα πολιτικά και πάντα Καραμανλή ψηφίζει, ξέρω καλά τι σού λέω». Ο Βρεττός έκανε κάτι τηλεφωνήματα και μετά «σε λίγο θα μας πάρουν  να μας πούνε» είπε. Πράγματι,  χτύπησε το τηλέφωνο και μετά από κάτι μισοκουβέντες το έκλεισε και γύρισε προς τη μάνα μου: «Σοφία μου, ούτε πολιτικά, ούτε τίποτε. Φαίνεται πως αυτός είχε μια γκόμενα, που την παράτησε και μετά αυτή πήγαινε κάθε μέρα στα ναυπηγεία κι έστηνε καυγάδες και ξεσήκωνε τους εργάτες. Με τα πολλά τον απολύσανε να βρούνε την ησυχία τους».

Όταν μπήκαμε στο τρένο να γυρίσουμε στον Πειραιά η μάνα μου, με ύφος που δε σήκωνε δεύτερη κουβέντα, μού είπε: «Κοίταξε, κακομοίρη μου, το καλό που σου θέλω. Λέξη δε θα βγει από το στόμα σου». Το βράδυ που ήρθε ο πατέρας μου από τη δουλειά, αφού πρώτα με κοίταξε καλά στα μάτια, του είπε: «Δε γίνεται τίποτε, εσύ τον πήρες στο λαιμό σου που τον έμπλεξες με τα πολιτικά. Να δούμε τώρα ποιος θα τους δώσει να φάνε, η ΕΔΑ κι ο Ηλιού;»

Ο Νίκος και η Τασία είχαν οχτώ παιδιά. Ή, όπως έλεγε η μάνα μου, «είχαν αραδιάσει οχτώ παιδιά, αλλά πού μυαλό;» Τα μικρότερα στην ηλικία μου και πιο μικρά. Τα μεγαλύτερα δούλευαν και το κορίτσι που μόλις είχε τελειώσει το δημοτικό φρόντιζε το σπίτι και τα μικρότερα.  Η Τασία ξενόπλενε. Κάθε πρωί πήγαινε σε άλλο σπίτι κι έβαζε μπουγάδα στο χέρι. Άπλωνε τα ρούχα και μετά έφευγε. Μερικές κυρίες τη φώναζαν και απογεύματα για σιδέρωμα. Πολλές φορές πήγαινε για σιδέρωμα κι έβρισκε τα ρούχα ακόμη απλωμένα στο σχοινί. «Αυτές παιδάκι μου δεν είναι εισθέση ούτε να κάνουν έτσι και να μαζέψουν τα ρούχα απ´ το σχοινί». Κι όπως έκανε την παραστατική χειρονομία έβλεπες τα δάχτυλά της τυλιγμένα με τσιρότα, γεμάτα πληγές από τα ζεματιστά νερά και το τρινάλ.

Από τις πληροφορίες που μας παρείχε πλουσιοπάροχα η Τασία μαθαίναμε τα νέα από τα σπίτια που δούλευε, που ολοκληρώνονταν κάθε φορά από τη διαπίστωση ότι τα πιο βρώμικα σώβρακα ήταν του γιατρού του Ιωάννου, που άλλαζε κάθε Σάββατο και η Τασία έπλενε το σώβρακό του κάθε Δευτέρα. Από τότε που το έμαθα, κάθε φορά που αρρώσταινα κι ερχόταν ο γιατρός ο Ιωάννου να με δει, εγώ σκεφτόμουν πως φορούσε βρώμικο σώβρακο και δεν ήθελα να με πιάνει.

Είχα τελειώσει πια το σχολείο, όταν ήρθε η Τασία στο νοσοκομείο να δει τον πατέρα μου, που ήταν στα τελευταία του. Κάποια στιγμή ήρθαν οι γιατροί να τον δουν και βγήκαμε στο διάδρομο. Ήταν πολύ συγκινημένη και η μια κουβέντα έφερνε την άλλη. «Θα το πω μόνο σε σένα, κανείς δεν το ξέρει κι ούτε εσύ να το πεις πουθενά». Τότε μου είπε για το οικοπεδάκι. Ο ξάδελφος της ο Στάθης, γιος της θειας της της Αννίκας, που ζούσε στο Ικόνιο, της είπε ότι αγόρασε ένα οικοπεδάκι στο Πέραμα. Από το Συνεταιρισμό, με δόσεις, λίγα λίγα, κι αν ήθελε να της αγόραζε κι εκείνης. Το ήθελε πολύ η Τασία το οικοπεδάκι, αλλά ο άντρας της δεν θα συμφωνούσε. Τον Στάθη άσωτο τον ανέβαζε, άσωτο τον κατέβαζε, ένα ρεμάλι και μισό. Ώσπου πήρε την απόφαση η Τασία, το ήθελε το οικοπεδάκι στο Πέραμα, αλλά δεν είπε τίποτε σε κανένα. Θα το ξεχρέωνε και μετά θα το παρουσίαζε. Σε δέκα χρόνια, εκατόν είκοσι δόσεις. Κάθε βδομάδα έβαζε στην μπάντα λεφτά και κάθε μήνα πέρναγε από τα ναυπηγεία στο Πέραμα, που δούλευε ο Στάθης, του έδινε τα λεφτά κι εκείνος πήγαινε και τα ακουμπούσε στο Συνεταιρισμό. Να μην τα πολυλογώ, πέρασαν τα δέκα χρόνια κι η Τασία είπε στο Στάθη να της φέρει τα χαρτιά για το οικόπεδο και να πάνε να το δούνε.

Και σήμερα και αύριο, όλο δουλειές είχε ο Στάθης. Και η Τασία αποφάσισε να πάει μόνη της στο Συνεταιρισμό. Λέει το όνομά της, δεν έχουν τέτοιο όνομα της λένε, λέει του άντρα της μήπως το δηλώσανε στο όνομα του Νίκου, ούτε. Λέει το όνομα του Στάθη, ούτε τέτοιο όνομα είχαν.  Της ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι. Δέκα χρόνια, τόσα λεφτά χαμένα. «Παναγία μου, είπε, εγώ να πάω το χαμπέρι του. Δεν πέρασαν πολλές μέρες κι όπως ερχόμουν απ´ τη δουλειά είδα κόσμο μαζεμένο στα ναυπηγεία. Πάω κοντά να μάθω τί γίνεται, τρεις νοματαίοι σκοτωμένοι. Κόλλαγαν ένα καζάνι κι έγινε έκρηξη. Μέσα σε αυτούς κι ο Στάθης. Έφυγα αλαφιασμένη. Ούτε σε τραμ μπήκα ούτε πουθενά. Με τα πόδια έφτασα στο Ικόνιο κι όπως ήταν το σπίτι της θειας μου στην ανηφόρα, από μακριά της φώναζα “θεία ο Στάθης σκοτώθηκε”. Κι όπως την είδα να σπαράζει στο κλάμα και να μαδιέται τη λυπήθηκα. Εγώ δεν ήθελα να σκοτωθεί ο Στάθης. Μόνο το χαμπέρι του ήθελα να πάω».

 

Ο Αμίρ και η σημαία από άλλη οπτική

Διάβασα με ειλικρινή συγκίνηση όσα έχουν γραφεί για συμπαράσταση προς τον Αμίρ και σε σχέση με τη σημαία που δεν κράτησε και σε σχέση με την επίθεση που έγινε στο σπίτι του. Δεν θέλω να ασχοληθώ με την επίθεση ούτε με την καπηλεία του θέματος από την κυβέρνηση και προσωπικά από τον πρωθυπουργό, γιατί δεν έχω κάτι σημαντικό να προσθέσω. Θέλω όμως να προσπαθήσουμε να δούμε το θέμα της σημαίας από άλλη οπτική γωνία.

Έχω επανειλημμένα αντιταχθεί στις μαθητικές παρελάσεις (και τις παρελάσεις γενικότερα) και στις σημαιοφορίες. Η σημαία, ως σύμβολο του κράτους, πρέπει γενικότερα να χρησιμοποιείται όπου απαιτείται η εκπροσώπηση του κράτους και όχι για εθνικιστικές εξάρσεις. Οι λόγοι είναι πολλοί, αλλά τώρα θα επιμείνω μόνο σε ένα.

Είμαστε πλέον μια πολυπολιτισμική κοινωνία, όπως οφείλει κάθε σύγχρονη κοινωνία να είναι. Τα σχολεία μας είναι ευτυχώς και αυτά πολυπολιτισμικά, όσον αφορά τις μαθήτριες και τους μαθητές. Δυστυχώς όμως η παιδεία μας είναι άκρως εθνικιστική. Άλλωστε, όταν στις μέρες μας με δήθεν προοδευτική διάθεση θεωρούμε ότι είναι Έλληνες «οι της ημετέρας παιδείας μετέχοντες» αυτό κυρίως εννοούμε. Όσοι ενστερνίζονται τα διδάγματα και τα παραγγέλματα της εθνικιστικής παιδείας είναι Έλληνες, στα πλαίσια ενός πολιτισμικού ιμπεριαλισμού.

Όταν όμως καλούμε τον Αμίρ να φέρει την ελληνική σημαία και να παρελάσει με αυτήν παρουσιάζοντας το εγχείρημα ως μεγάλο του προνόμιο, στην ουσία προβαίνουμε σε ένα εθνοτικό προσηλυτισμό, πιο απαράδεκτο ή έστω εξίσου απαράδεκτο με τον θρησκευτικό προσηλυτισμό. Κανένα παιδί άλλης εθνότητας και μάλιστα προσφυγόπουλο δεν μπορεί να αντισταθεί σε αυτή την τόσο καλά οργανωμένη διαδικασία αλλοτρίωσης. Οι πρόσφυγες και γενικότερα οι μειονότητες πρέπει να μπορούν, χωρίς περιορισμούς και πιέσεις, να διατηρούν τα εθνοτικά τους στοιχεία. Δεν περιμένω από τον Αμίρ να αρνηθεί να κρατήσει τη ελληνική σημαία και να μη συμμετάσχει στην παρέλαση. Περιμένω ματαιοπονώντας από την πολιτεία να προχωρήσει σε μια ανεξίθρησκη και μη εθνικιστική εκπαίδευση και να καταργήσει τις παρελάσεις και τις σημαιοφορίες.

Ο πρωθυπουργός χάρισε στον Αμίρ την ελληνική σημαία (να την κάνει τι;) και παράλληλα είναι σε αγαστή συνεννόηση με τη γερμανική κυβέρνηση για τη μη συνένωση των οικογενειών των προσφύγων. Ο πατέρας του Αμίρ βρίσκεται στη Γερμανία και δεν του επιτρέπεται να συναντήσει την οικογένειά του. Μήπως κι εκείνος θέλει να κρατήσει τη γερμανική σημαία; Μήπως η κ. Μέρκελ του χαρίσει μια σημαία, για να τον παρηγορήσει που δεν μπορεί να δει την οικογένειά του; Ο Αμίρ δεν έχει ανάγκη από πατέρα. Τώρα έχει την ελληνική σημαία.  Να σε κάψω Γιάννη, να σ´ αλείψω μέλι, όπως θα ´λεγε και ο πρωθυπουργός, που του αρέσουν οι παροιμίες.

Άκουγα χθες τον πρόεδρο της Δημοκρατίας να αγορεύει για τη μειονότητα της Θράκης και να καταγγέλλει για παραβίαση του διεθνούς δικαίου όποιον την θεωρεί κάτι άλλο εκτός από μουσουλμανική. Στην Ελλάδα μόνιμα και ηθελημένα συγχέουμε τις έννοιες υπηκοότητα και εθνότητα, ακριβώς για να μην αποκτήσει εθνότητα η μειονότητα. Αφού είναι Έλληνες υπήκοοι, άρα είναι Έλληνες. Το να αρνείσαι όμως σε μια μειονότητα τον εθνοτικό της αυτοπροσδιορισμό συνιστά κατάφωρη παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Και όταν παραβιάζεις ανθρώπινα δικαιώματα δεν μπορείς να επικαλείσαι ούτε νόμους, ούτε διεθνείς συνθήκες που υπεγράφησαν πριν εκατό χρόνια.

Θα μου πείτε, βέβαια, ας είχε και ο Αμίρ, και όλοι οι Αμίρ, την ελληνική υπηκοότητα και θα βλέπαμε για τα υπόλοιπα.

Η ασεβής ιεραρχία

 

 

Η εναντίωση της ιεραρχίας στο νομοσχέδιο για την ταυτότητα φύλου ισχυροποιεί την εξουσία της εκκλησίας πάνω στο σώμα. Σε προηγούμενο κείμενο είχα διατυπώσει την άποψη πως παρόλο που οι σχέσεις θρησκείας και ανθρώπων είναι πνευματικές, η εκκλησία προσπαθεί να εξουσιάζει το σώμα, επιβάλλοντας αυστηρούς κανόνες, που ελέγχουν την τροφή και το σεξ. Η νηστεία επιβάλλεται τις περισσότερες ημέρες του έτους, καθώς και η αποχή από το σεξ, που έτσι κι αλλιώς περιορίζεται μόνο μεταξύ συζύγων, μέσα σε αυστηρά καθορισμένα πλαίσια.

Η μεγαλύτερη εξουσία που μπορεί να επιβληθεί στους ανθρώπους βασίζεται στις δύο μεγάλες σωματικές ανάγκες, την τροφή και το σεξ, αλλά αυτή η εξουσία της εκκλησίας περιορίζεται μόνο στους πιστούς χριστιανούς. Η παρέμβαση όμως της εκκλησίας στο νομοθετικό έργο, ισχυροποιεί την εξουσία της και την επεκτείνει, όχι μόνο στα σώματα των πιστών της, αλλά και στα σώματα των αλλοθρήσκων και των αθέων.

Η εκκλησία θα έπρεπε, όχι μόνο να μην αναμειγνύεται στο νομοθετικό έργο, αλλά ούτε καν να έχει πρόσβαση στον χώρο του κοινοβουλίου, όπου συνεχώς εισχωρεί για ορκωμοσίες και αγιασμούς. Και βέβαια αναμειγνύεται στο νομοθετικό έργο όταν θίγονται τα συμφέροντά της ή της δίνεται η ευκαιρία να ισχυροποιήσει την εξουσία της.

Και για την ανάμειξή της τώρα, για άλλη μια φορά επικαλείται την προστασία του έθνους. Όμως η εκκλησία ποτέ δεν προστάτευσε το έθνος, τουλάχιστον ο ανώτερος κλήρος, ο οποίος πάνω από όλα  παρεμπόδισε τον διαφωτισμό στην Ελλάδα. Κάθε φορά αποδίδουμε στους Οθωμανούς ευθύνες για την «αγραμματοσύνη» του έθνους, ενώ μοναδικός υπεύθυνος ήταν η εκκλησία, που επέβαλλε ως μοναδικό διδακτικό εγχειρίδιο το ψαλτήρι και απαγόρευε τη διδασκαλία των μαθηματικών και των φυσικών επιστημών και κάθε κειμένου που μιλούσε για ελευθερία και κοινοβουλευτισμό. Και παρόλο που την οθωμανική περίοδο τα σχολεία ήταν ελεύθερα, κατασκεύασε τον μύθο του κρυφού σχολειού, όπως, για να καλύψει την εναντίωση των ιεραρχών για εθνική ανεξαρτησία, κατασκεύασε τον μύθο ότι ο Παλαιών Πατρών Γερμανός ύψωσε το λάβαρο της επανάστασης. Η εκκλησία δεν προστατεύει το «έθνος». Μόνο το χειραγωγεί και το ιδιοποιείται, για να ισχυροποιεί τις θέσεις της.

Η ιεραρχία της Ελλάδας τελικά, παρά τους ισχυρισμούς της για το αντίθετο, είναι ασεβής.

Γιατί δεν σέβεται τους αγώνες του ελληνικού λαού, αλλά τους παραχαράσσει, ώστε να προάγονται τα συμφέροντά της.

Γιατί δεν σέβεται τις δημοκρατικές αξίες.

Γιατί δεν σέβεται το δικαίωμα της αυτοδιαχείρισης του σώματος.

Γιατί δεν σέβεται τις ατομικές ελευθερίες και τα ατομικά δικαιώματα.

Γιατί δεν σέβεται το δικαίωμα των ανθρώπων στη χαρά και την ευτυχία.

Από τις αδελφές Τσαγκαράκη έως την Ηριάννα

Ο πρώτος αντιτρομοκρατικός νόμος μετά την μεταπολίτευση είναι ο 774/1978, ο οποίος προέβλεπε ακόμη και θανατική ποινή. Τα αθώα θύματα αυτού του νόμου και των άλλων που ακολούθησαν είναι πολύ περισσότερα από τα θύματα της τρομοκρατίας. Θύτες ήταν η αστυνομία, η δικαιοσύνη και οι νομοθέτες των τρομονόμων, ενώ τα θύματα προέρχονται από τον αντιεξουσιαστικό χώρο ή θεωρήθηκε ότι ανήκουν σε αυτόν.

Οι πρώτοι δεκατρείς που συνελήφθησαν το 1980 αθωώθηκαν μετά από πολύμηνη προφυλάκιση. Η μέθοδος όμως να προφυλακίζονται αθώοι και να αθωώνονται στη συνέχεια από έλλειψη στοιχείων θεωρήθηκε προφανώς πολύ επιτυχής και δεν έχει εγκαταλειφθεί. Είναι χαρακτηριστικό όμως ότι τον Μάρτιο του 1980 συνελήφθησαν στη Χαλκίδα με τον αντιτρομοκρατικό νόμο τρεις ανήλικοι μαθητές, επειδή έκαψαν τα απουσιολόγια του σχολείου. Οι περιπτώσεις είναι αμέτρητες, αλλά θα σταθώ σε μία εκείνης της εποχής. Στη σύλληψη, το 1981, των αδελφών Αικατερίνης και Ευαγγελίας (Λίτσας) Τσαγκαράκη 23 και 20 ετών αντίστοιχα και του Βαγγέλη Λάμπρου, ο οποίος το 1979 σε ηλικία 23 ετών είχε φυλακιστεί για εκούσια απαγωγή της ανήλικης τότε Λίτσας Τσαγκαράκη. Τον Δεκέμβριο του 1980 κάηκαν τα πολυκαταστήματα Μινιόν και Κατράντζος και τον Ιούνιο του 1981 τα πολυκαταστήματα Κλαουδάτος και Ατενέ. Μετά από λίγες ημέρες συνελήφθη ως ύποπτος για τους εμπρησμούς ο Βαγγέλης Λάμπρου, ο οποίος ανήκε στον αντιεξουσιαστικό χώρο και αμέσως μετά η αστυνομία έκανε έφοδο στο σπίτι των αδελφών Τσαγκαράκη, λόγω της προηγούμενης σχέσης της Λίτσας Τσαγκαράκη με τον Βαγγέλη Λάμπρου, παρόλο που αυτός εκείνη την εποχή συζούσε με άλλη γυναίκα.

Θυμάμαι δισέλιδο ρεπορτάζ σε εφημερίδα, όπου οι αδελφές Τσαγκαράκη εμφανίζονταν αναμφισβήτητα ως ένοχες για τους εμπρησμούς. Τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν τότε θεωρήθηκαν αδιάσειστα. Οι δύο αδελφές έκαναν συχνά ταξίδια στο εξωτερικό, στο σπίτι τους βρέθηκαν πολλά μπουκάλια με χημικά καθώς και τεύχη της εξτρεμιστικής οργάνωσης Αντί. Πρόκειται βέβαια για το ευρείας κυκλοφορίας περιοδικό Αντί, του οποίου τα γραφεία ήταν στο Κολωνάκι.

Λίγες μέρες αργότερα αποδείχθηκε ότι τα ταξίδια στο εξωτερικό αφορούσαν επισκέψεις σε οφθαλμιατρικό κέντρο, λόγω των προβλημάτων όρασης της μιας από τις δύο αδελφές και τα μπουκάλια με τα χημικά ήταν οφθαλμιατρικά φάρμακα. Και ο Λάμπρου και οι δύο αδελφές απηλλάγησαν από τις κατηγορίες, όμως στην αντίληψη της κοινωνίας οι αδελφές παρέμειναν ένοχες. Λίγους μήνες αργότερα ο πατέρας των αδελφών Τσαγκαράκη, που υπηρετούσε ως υπεύθυνος ασφαλείας του νομισματοκοπείου της Τράπεζας της Ελλάδας, έβαλε τέλος στη ζωή του αυτοπυρπολούμενος στο προαύλιο της εκκλησίας. Επέλεξε αυτόν τον τρόπο θανάτου, που συνήθως επιλέγουν οι απόλυτα αδύναμοι και αγανακτισμένοι άνθρωποι. Δεν πυρπόλησαν οι κόρες του τα πολυκαταστήματα, αλλά οι εκπρόσωποι του κράτους πυρπόλησαν αυτόν τον πατέρα. Ο Βαγγέλης Λάμπρου συνελήφθη επανειλημμένα, χωρίς ποτέ να αποδειχθεί ανάμειξή του σε οποιαδήποτε πράξη. Τέλος, θεωρήθηκε ύποπτος και για το “ριφιφί” στην Τράπεζα Εργασίας το 1992. Και πάλι δεν προέκυψε κάτι που να τον συνδέει με την υπόθεση, αλλά λόγω της κακής πλέον ψυχικής κατάστασής του, αυτοκτόνησε στην Αίγινα το 1994, σε ηλικία 39 ετών.

Θα ήθελα να κάνω και μια σύντομη αναφορά στον Νίκο Ρωμανό, επειδή η περίπτωσή του είναι πρόσφατη και δεν χρειάζεται μεγάλη εξιστόρηση. Καταδικάστηκε σε κάθειρξη 20 ετών, για απόπειρα ληστείας και ως αυτόνομος τρομοκράτης, μια και δεν στοιχειοθετήθηκε η ανάμειξή του σε κάποια οργάνωση, και αν και δεν είχε προβεί σε κάποια αντιτρομοκρατική πράξη. Επιπλέον ουδέποτε του χορηγήθηκε άδεια σπουδών, παρά την ειδική νομοθέτηση που έγινε τον Δεκέμβριο του 2014 για εκείνον, μετά την μεγάλης διάρκειας απεργία πείνας που είχε κάνει.

Με άλματα και σημαντικές παραλείψεις φθάνουμε στο τώρα. Στον Θεόφιλο, στον Περικλή και την Ηριάννα. Στα γνωστά σε όλους. Όμως θα κάνω μια τελευταία παρένθεση.

Τον Οκτώβριο του 2010 εκδόθηκε η απόφαση του δικαστηρίου για τους δύο ενόχους για τη δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου. Οι δύο ένοχοι όχι μόνο δολοφόνησαν εν ψυχρώ ένα αθώο αγόρι 15 ετών, αλλά από κοινού απέκρυψαν και αλλοίωσαν τα επιβαρυντικά για αυτούς στοιχεία και προσπάθησαν με κατασκευασμένα στοιχεία να αποδώσουν τη δολοφονία σε άμυνα. Και επιπλέον επιβάρυναν το ελληνικό δημόσιο με 800.000€, όση είναι η αποζημίωση του κράτους προς την οικογένεια Γρηγορόπουλου. Ο συνένοχος για τη δολοφονία ειδικός φρουρός Βασίλης Σαραλιώτης καταδικάστηκε σε δεκαετή φυλάκιση. Τον επόμενο Οκτώβριο με απόφαση του πενταμελούς εφετείου Λαμίας αποφυλακίστηκε ο Βασίλης Σαραλιώτης, λόγω των προβλημάτων υγείας του πατέρα του! Και καθυστέρησε η απόφαση ένα χρόνο, όχι για άλλο λόγο, αλλά επειδή η δικαιοσύνη είναι αργή. Φαντάζομαι ότι ο πατέρας της Ηριάννας είναι απόλυτα υγιής, αλλιώς θα είχε αποφυλακιστεί και αυτή.

είμαστε όλοι συνένοχοι

 

 

Η νέα δικαστική απόφαση για το Φαρμακονήσι απέδωσε την ευθύνη για το θάνατο των προσφύγων στο λιμενικό. Το βλέπαμε αυτό από τότε, αλλά η εισαγγελία του ναυτοδικείου Πειραιά είχε αρνηθεί  να διερευνήσει τις ενδεχόμενες ευθύνες του λιμενικού και είχε θέσει την υπόθεση στο αρχείο.

Παρόλα αυτά και πάλι οι νέοι ένοχοι είναι λίγοι και η ευθύνη που τους αποδόθηκε μικρή, αλλά το έγκλημα είναι μεγάλο και οι νεκροί πολλοί. Δεν είναι μόνο οι νεκροί στο Φαρμακονήσι, αλλά και οι δεκάδες χιλιάδες νεκροί που αθροίζονται όλα αυτά τα χρόνια σε θάλασσα και στεριά χωρίς να αποδίδονται ευθύνες και χωρίς να αναλαμβάνει κανείς την ευθύνη. “Τόσα κορμιά ριγμένα στα σαγόνια της θάλασσας στα σαγόνια της γης· τόσες ψυχές δοσμένες στις μυλόπετρες, σαν το σιτάρι.”

Και δεν είναι μόνο οι θάνατοι των προσφύγων, αλλά και των ντόπιων. Στην αρχή ήταν οι φοιτητές που πέθαναν από αναθυμιάσεις μαγκαλιού στη Λάρισα, επειδή δεν είχαν άλλο μέσο θέρμανσης, λόγω κρίσης,  και μετά ακολούθησαν κι άλλοι. Στην αρχή ήταν ο Χριστούλας που αυτοκτόνησε στο σύνταγμα και μετά οι αυτοκτονίες έγιναν αμέτρητες και συνεχίζονται.

Για αυτό το σύγχρονο ολοκαύτωμα προσφύγων και ντόπιων είμαστε όλοι συνένοχοι. Γιατί δεν κάναμε τίποτε, για να σταματήσουμε το κακό ή γιατί αυτά που κάναμε ήταν λίγα και δεν ανέκοψαν την αθλιότητα γύρω μας. Και είμαστε συνένοχοι, γιατί επιτρέψαμε στα μάτια μας και στα αυτιά μας να εξοικειωθούν με τον ανθρώπινο πόνο. Στην αρχή ήταν λίγοι οι ναυαγοί και αναστατωθήκαμε. Και μετά έγιναν πολλοί, πάρα πολλοί, και συνηθίσαμε και η είδηση δεν αξίζει την προσοχή μας. Στην αρχή ήταν ο Χριστούλας και πληγωθήκαμε. Και μετά ακολούθησαν πολλές αυτοκτονίες και χάσαμε τον αριθμό και πάψαμε να λογαριάζουμε τους νεκρούς της οικονομικής κρίσης. Στην αρχή οι ρατσιστικές εκδηλώσεις ήταν λίγες και αντιδράσαμε και μετά έγιναν καθημερινότητα και υποταχθήκαμε.

Και μετά δεχθήκαμε τις καταδικαστικές αποφάσεις για τον Θεοφίλου και την Ηριάννα και θα τους ξεχάσουμε κι αυτούς.

Και μετά χάσαμε τον έλεγχο της ζωής μας και παραδοθήκαμε στη φενάκη των δημοσκοπήσεων.

Αλλά για όλους αυτούς τους λόγους είμαστε όλοι συνένοχοι. Και μπορεί να έχουμε βρει ελαφρυντικά για τον γερμανικό λαό την περίοδο του ναζιστικού ολοκαυτώματος, αλλά για μας τώρα, για αυτό το νέο ολοκαύτωμα δεν θα υπάρχει κανένα ελαφρυντικό.