Η δωσίλογος γυναίκα. Τι αντιπροσωπεύει η Άνγκελα Μέρκελ για το φεμινιστικό κίνημα;

 

Το θέμα της ισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών έχει πολλές φορές παραστρατήσει και παρεξηγηθεί. Άλλο πράγμα η ισότητα ανδρών και γυναικών και άλλο πράγμα η εξομοίωση γυναικών με τους άνδρες. Ο ζητούμενος και επιδιωκόμενος στόχος πρέπει να είναι η ισότητα, δηλαδή ίσα δικαιώματα, ίσες ευκαιρίες στην εργασία και στην κοινωνία, ίσες απολαβές, ίσος σεβασμός, ίση εκτίμηση και εντέλει ίση αυτοεκτίμηση.

Πάρα πολύ συχνά όμως η ισότητα ερμηνεύεται ως εξομοίωση με τους άνδρες, που σημαίνει ότι η γυναίκα αποδέχεται την ανδρική ιδεολογία και υπηρετεί τις ανδρικές αξίες, συχνά με μεγαλύτερο φανατισμό από τους άνδρες. Δεν αναφέρομαι κυρίως στις γυναίκες-θύματα της πατριαρχίας και της ενδοοικογενειακής ιεραρχίας που δεν έχουν επιλογές και διεξόδους, αλλά αναφέρομαι στις γυναίκες που επέλεξαν να γίνουν «one of the boys», για να ανέλθουν τις ιεραρχικές κλίμακες και να φθάσουν σε θέσεις εξουσίας, όχι για να υπονομεύσουν και να αποδομήσουν (με τη ντερινταϊκή σημασία) την ανδροκρατία της εξουσίας, τις δομές της και τις αξίες της, αλλά για να γίνουν στυλοβάτες όλων αυτών.

Η Άνγκελα Μέρκελ, όπως και παλιότερα η Μάργκαρετ Θάτσερ, είναι τα πλέον χαρακτηριστικά παραδείγματα, μεταξύ πολλών άλλων, ημεδαπών και μη, γυναίκας δωσιλόγου, που συμμάχησε με την ανδρική παράταξη και την υπηρέτησε. Είναι χαρακτηριστικό ότι η Θάτσερ, μόλις ανέλαβε αρχηγός των συντηρητικών, για να κερδίσει τις εκλογές έκανε μαθήματα ορθοφωνίας, για να επανατοποθετήσει τη φωνή της, ώστε να γίνει πιο βαθειά και λιγότερο γυναικεία, γιατί οι άνδρες δεν ανέχονται τις «τσιριχτές, υστερικές γυναικείες φωνές». Και οι δύο ηγέτιδες απαρνήθηκαν τη γυναικεία αξία της φροντίδας προς τον/την συνάνθρωπο, της ανεκτικότητας, της προσφοράς, της αλληλεγγύης, ούτε καλλιέργησαν ένα περιβάλλον χωρίς ανταγωνισμούς και αναμετρήσεις. Αντίθετα οι πολιτικές τους επιλογές ήταν πάντα οι πλέον καταπιεστικές και καταδυναστευτικές. Δικαίωμά τους βέβαια να κάνουν αυτό που έκαναν και κάνουν τόσοι άνδρες, αλλά δεν μπορούν να θεωρηθούν φεμινιστικά πρότυπα.

Πριν μερικές δεκαετίας, όταν άρχισαν να γίνονται δεκτές γυναίκες στον ελληνικό στρατό, είχα παρακολουθήσει τηλεοπτική συνέντευξη της Ελένης Βλάχου, η οποία αναφερόταν στη στράτευση των γυναικών ως ένα επίτευγμα για την ισότητα ανδρών και γυναικών. Δεν είναι όμως επίτευγμα αυτό για την ισότητα, αλλά για την εξομοίωση ανδρών και γυναικών. Δεν έχουμε ανάγκη από γυναίκες στην αστυνομία και στο στρατό, αλλά γυναικείους αγώνες υπέρ της ειρήνης, υπέρ της συμφιλίωσης, της αμοιβαιότητας και κατά του πολέμου, της βίας και της καταστολής. 

Κατεξοχήν όμως έχουμε ανάγκη από γυναίκες στην εκπαίδευση. Ο Νίτσε έλεγε ότι ο δάσκαλος είναι ο κατεξοχήν πατέρας. Μερικές φορές δυστυχώς και η δασκάλα είναι ο κατεξοχήν πατέρας. Χρειαζόμαστε όμως γυναίκες εκπαιδευτικούς που είναι κατεξοχήν μητέρες, που δεν αναπαράγουν τις ανταγωνιστικές αξίες της πατριαρχίας και του εθνικισμού, που δεν τα βλέπουν όλα με τη διχοτομική διάκριση σωστού-λάθους, που δεν καλλιεργούν τα μισαλλόδοξα στερεότυπα του ροζ και του γαλάζιου, του εγώ και του εσύ.

Συνήθιζα να δίνω μια άσκηση σε παιδιά της τρίτης γυμνασίου. Προσποιούμουν ότι διάβαζα ένα απόσπασμα από βιβλίο που έλεγε: «Χτυπούσε το τηλέφωνο και πριν σηκώσει το ακουστικό άφησε το βλέμμα του να πλανηθεί από το παράθυρο. Από τη γωνία του δρόμου είδε να έρχεται ένας άνθρωπος». Στη συνέχεια τους ζητούσα σε ένα χαρτί να περιγράψουν πώς φαντάζονται αυτόν τον άνθρωπο μέσα σε τρείς γραμμές. Τα παιδιά, αγόρια και κορίτσια, περιέγραφαν ως άνθρωπο έναν άνδρα μεταξύ 30 και πενήντα ετών, με κοστούμι και γραβάτα ή με καμπαρντίνα, με χαρτοφύλακα ή ομπρέλα και μερικές φορές είχε περιγραφεί νέος άνδρας με αθλητική φόρμα που έτρεχε.

Άνθρωπος για τα παιδιά ήταν άνδρας στην ακμή του, με θέση ή σύμβολα εξουσίας ή ανδρικής ρώμης. Ο άνθρωπος δεν ήταν ποτέ γυναίκα, ποτέ ανήλικος ή ηλικιωμένος, πρόσφυγας ή ανάπηρος. Το ότι όμως τα παιδιά είχαν αυτή την κατασταλαγμένη άποψη για το τι σημαίνει άνθρωπος δείχνει ότι από την εκπαίδευσή τους στο σπίτι, στο σχολείο, στην κοινωνία έλειπε η γυναικεία οπτική, ο γυναικείος λόγος.

Ο Terry Eagleton είχε πει ότι αν δεν εκθηλυνθεί ο πολιτισμός μας δεν θα μπορέσει να επιβιώσει.

Χρειάζεται να απομακρυνθούμε πολύ από τα λόγια του Παύλου: «γυναικὶ δὲ διδάσκειν οὐκ ἐπιτρέπω, οὐδὲ αὐθεντεῖν ἀνδρός, ἀλλ’ εἶναι ἐν ἡσυχίᾳ», ελπίζοντας να έχουμε και δασκάλους κατεξοχήν μητέρες. Ελπίζοντας να αποκτήσουν και οι άνδρες γυναικείες αξίες, για να επιβιώσει ο πολιτισμός μας, για να επιβιώσει η κοινωνία μας.

Ο πρωτοχρονιάτικος μπακλαβάς

Η οικογένειά μου ήταν πολύ παραδοσιακή. Αριστερή και παραδοσιακή. Και σύμφωνα με την ελληνική παράδοση η μεγάλη γιορτή ήταν η πρωτοχρονιά και όχι τα Χριστούγεννα. Κι όπως τα σχολεία έκλειναν μια εβδομάδα πριν και μία μετά το Πάσχα, έτσι έκλειναν και κλείνουν ακόμη μία βδομάδα πριν από την πρωτοχρονιά και μία μετά. Η μεγάλη θρησκευτική γιορτή ήταν το Πάσχα, όχι τα Χριστούγεννα. Για τα Χριστούγεννα δεν υπήρχαν μεγάλες προετοιμασίες και ποτέ όταν ήμουν παιδί δεν υπήρχαν γλυκά μέσα στο σπίτι τα Χριστούγεννα. Για την πρωτοχρονιά όμως ετοιμαζόταν ο μπακλαβάς. Ποτέ κουραμπιέδες, ποτέ μελομακάρονα, αυτά τα είχαμε για παρακατιανά. Κι αν κάποιος τα έφερνε στο σπίτι μας δεν τα τρώγαμε. Τα δίναμε μαζί με λεφτά στους σκουπιδιάρηδες, στον ταχυδρόμο και σε όσους χτυπούσαν την πόρτα για το πρωτοχρονιάτικο δώρο. Μόνο όταν μεγάλωσα πια εκτίμησα πολύ αυτά τα γλυκά.

Η προετοιμασία του μπακλαβά άρχιζε δύο βδομάδας πριν. Αρχικά αγοράζονταν τα υλικά. Μία οκά αμυγδαλόψιχα, μισή οκά βούτυρο πρόβειο και μία οκά ζάχαρη. Ακριβά υλικά που αγοράζονταν με οικονομίες που άρχιζαν δυο μήνες πριν. Τα αμύγδαλα μούσκεψαν σε βραστό νερό και ξεφλουδίζονταν, διαδικασία στην οποία συμμετείχα από πολύ μικρή ηλικία. Μετά τα άσπρα αμύγδαλα απλώνονταν σε ένα ταψί να στεγνώνουν για περίπου δέκα ημέρες, να φύγει η υγρασία. Το πότε θα γίνονταν οι μπακλαβάδες το αποφάσιζε η θεία Μαρία, η αδελφή του πατέρα μου, που άνοιγε τα φύλλα. Οι επικρατέστερες ημέρες ήταν 28 και 29 Δεκεμβρίου. Εκείνη την ημέρα γίνονταν τέσσερις μπακλαβάδες, της Μαρίας, της Πιπιτσάρας, της Δημητρούλας και ο δικός μας.

Η Μαρία και η Πιπιτσάρα έμεναν στο ίδιο σπίτι και καθώς ήταν κουνιάδα και νύφη μάλωναν συνεχώς. Το όνομα της Πιπιτσάρας ήταν Καλλιόπη και το χαϊδευτικό της ήταν Πιπίτσα. Επειδή όμως ήταν μεγαλόσωμη, το Καλλιόπη έγινε Καλλιοπάρα και το Πιπίτσα Πιπιτσάρα. Ήταν η αγαπημένη μου θεία. Η Μαρία ήταν αδελφή του πατέρα μου και ήταν κακιά. Όλα τα παιδιά τη φοβόμασταν. Εμένα ως παιδί ποτέ δεν με έλεγε με το όνομά μου. Πάντα με έλεγε το «το θέατρο». Συχνά οι μεγάλοι, που γελούν με τα καμώματα των μικρών παιδιών με ρωτούσαν «πώς σε λέει η θεία Μαρία παιδί μου;». Εγώ σούρωνα τα χείλια μου, γούρλωνα τα μάτια μου, αγρίευα τη φωνή μου και φώναζα «το θέατρο». Πιο πολύ όμως τη φοβήθηκα ένα βράδυ  στο πλυσταριό της. Είχε ανάψει φωτιά και μέσα σε ένα καζάνι έβραζε μια γουρουνοκεφαλή, για να κάνει πηχτή. Ήταν στις καλές της και μου μιλούσε. Μου εξήγησε πως δεν θα κοιμόταν και θα καθόταν εκεί να ρίχνει ξύλα στη φωτιά, «γιατί η γουρουνοκεφαλή βράζει από το βράδυ ως το πρωί». Τότε, με νηπιακή περιέργεια τη ρώτησα «γιατί δεν βράζει από το πρωί ως το βράδυ και να κοιμάσαι τη νύχτα;» Τότε αγρίεψε πολύ. «Χάσου από τα μάτια μου» είπε και με πέταξε έξω από το πλυσταριό.

Όταν φτιάχνονταν οι μπακλαβάδες η μάνα μου με έπαιρνε μαζί της, γιατί δεν είχε πού να αφήσει το μικρό». Με το ένα χέρι κουβαλούσε τα υλικά του μπακλαβά και με το άλλο κρατούσε εμένα. Μόλις άνοιγε την πόρτα η θεία Μαρία έβγαζε μια φωνή: «έφερες και το θέατρο από κοντά». Μετά μου έδινε μια σακούλα με φασόλια και μια τσίγκινη λεκάνη κι έπρεπε για κάθε φύλλο που άνοιγε να ρίχνω ένα φασόλι, για να μετρήσουμε μετά πόσα φύλλα άνοιξε. Δεν έπρεπε να μιλάω καθόλου ούτε να παίζω, ούτε να αφαιρούμαι.  Όλα γίνονταν σιωπηλά. Μόνο η θεία Μαρία μπορούσε να μιλάει. Δηλαδή, δεν μιλούσε, έβριζε τις άλλες που δεν έκαναν σωστά τις βοηθητικές εργασίες. Η Μαρία άνοιγε τα φύλλα, η Δημητρούλα έπαιρνε τον πλάστη με το τυλιγμένο φύλλα και το άπλωνε στο μπακιρένιο ταψί. Μετά περνούσε τον πλάστη πάνω από το ταψί, για να κοπούν οι άκρες του φύλλου. Κατόπιν έδινε πίσω τον πλάστη στη Μαρία, βουτύρωνε τα φύλλα κι έριχνε το ψιλοαλεσμένο αμύγδαλο. Η Πιπιτσάρα έτριβε το αμύγδαλο στη μηχανή του χεριού, που είχε από τη μάνα της. Η μάνα μου δεν είχε ουσιαστική ανάμειξη, γιατί δεν ήταν από το Αυλωνάρι, δεν ήξερε την τέχνη κι έκανε δευτερεύουσες δουλειές, όπως το να ζεσταίνει το βούτυρο όταν κρύωνε. 

Κάθε μπακλαβάς είχε οχτώ βουτυρωμένα φύλλα από κάτω. Στη συνέχεια άλλα πενήντα περίπου με βούτυρο κι αμύγδαλο από πάνω και μετά τέλειωνε με οχτώ βουτυρωμένα φύλλα. Κι εγώ σιωπηλά έριχνα το φασόλι για κάθε φύλλο μέχρι να τελειώσουν οι τέσσερις μπακλαβάδες. Μετά η θεία Μαρία έπαιρνε τα φασόλια και τα έριχνε στη σακούλα πάλι, χωρίς να τα μετρήσει.

Αυτή η σιωπηλή διαδικασία διακόπηκε μόνο μία χρονιά, όταν η Δημητρούλα έφερε κι ένα πινέλο, για να βουτυρώνει τα φύλλα. Όταν την έβλεπε να αλείφει τα φύλλα με το πινέλο η θεία Μαρία έβγαζε και μία φωνή: «έχουμε και τη λωλή με το πινέλο». Μετά από τρία-τέσσερα φύλλα, της πήρε το πινέλο και το πέταξε.

Όταν τέλειωναν όλα τα φύλλα η θεία Μαρία έκοβε τους μπακλαβάδες, τους ζεμάτιζε με το υπόλοιπο καυτό βούτυρο, τους σκέπαζε με λαδόκολλα και πολλές εφημερίδες, για να μην πάρουν χρώμα στο ψήσιμο και μετά η κάθε μια έπαιρνε το ταψί της και πήγαιναν όλες μαζί στο φούρνο του Πάσχου στην Αγίου Δημητρίου, στον Πειραιά. Είχε περάσει το μεσημέρι κι ο φούρνος δεν έκαιγε πολύ κι ο μπακλαβάς θέλει πολλές ώρες ψήσιμο σε χαμηλή θερμοκρασία. Η θεία Μαρία έμενε στο φούρνο να τους ψήσει μόνη της, γιατί δεν εμπιστευόταν τον φούρναρη για μια δουλειά τόσο μεγάλης ακρίβειας. Οι υπόλοιποι γυρίζαμε πίσω και η Πιπιτσάρα και η Δημητρούλα έφτιαχναν σκαλτσούνια αν είχαν κάνει οι καρυδιές του καρύδια, με τα ζυμάρια από τα περισσεύματα του μπακλαβά. Μερικές φορές έφτιαχναν και αυγοκαλάμαρα και μας έδιναν και μας μερικά, γιατί εμείς δεν είχαμε ούτε αμυγδαλιές, ούτε καρυδιές και όλα τα αγοράζαμε.

Όταν έφτανε η ώρα πηγαίναμε πάλι στο φούρνο του Πάσχου και φέρναμε τους μπακλαβάδες σπίτι, για να σιροπιαστούν. Το σιρόπι ήταν έτοιμο και περίμενε, γιατί ο μπακλαβάς πρέπει να είναι καυτός και καυτό το σιρόπι, να το ρουφήξει καλά. Τον μπακλαβά πρέπει να μπορείς να τον φας με τα χέρια, χωρίς να τρέχουν σιρόπια.

Μια χρονιά, όταν η  θεία Μαρία έκοβε τον μπακλαβά της Πιπιτσάρας, εκείνη της έλεγε συνέχεια «πιο μικρά Μαρία, κόβε τα πιο μικρά τα κομμάτια». Την πρωτοχρονιά που ανταλλάσσαμε επισκέψεις κάποιος θείος είπε στην Πιπιτσάρα «μικρά τα κομμάτια σου εφέτος Καλλιόπη» κι η Πιπιτσάρα απάντησε «η Μαρία τον έκοψε» κι η θεία Μαρία της όρμηξε κι έγινε ένας καυγάς που θα τον θυμάμαι για πάντα.

Τα χρόνια πέρασαν κι από όλους αυτούς ο μόνος που φτιάχνει τον μπακλαβά είναι το θέατρο. Αλλά τον φτιάχνω σε ανοξείδωτο ταψί και τον ψήνω στο σπίτι στους 110 βαθμούς για εφτά ώρες, σκεπασμένο με εφημερίδες.

Τελευταία, επιστρέφοντας από έναν περίπατο στην Κύμη, περάσαμε και από το Αυλωνάρι. Όπως κάθε φορά σταματήσαμε να αγοράσουμε κάτι από το σύλλογο γυναικών. Είδα το ταψί με τον μπακλαβά, με έτοιμο φύλλο, και ρώτησα τη γυναίκα που μας εξυπηρετούσε «στο Αυλωνάρι οι γυναίκες ανοίγουν το φύλλο για τον μπακλαβά;». «Μπα, μου είπε. Καμμία. Τώρα όλες με έτοιμο φύλλο τον φτιάχνουμε».

Μη νομίζετε πως την πίστεψα.

Η κατάθεσή μου στο εφετείο Λαμίας για τη δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου

Στις 4 Ιουλίου κατέθεσα για δεύτερη φορά σε δίκη για τη δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου. Αυτή τη φορά σε δεύτερο βαθμό, στο εφετείο Λαμίας. Να θυμίσω ότι η δίκη άρχισε την άνοιξη του 2017 και συνεχίζεται με αργούς ρυθμούς. Τους προηγούμενους μήνες κατέθεταν οι αυτόπτες μάρτυρες. Εγώ κλήθηκα να μιλήσω για το χαρακτήρα και την προσωπικότητα του παιδιού, ως διευθυντής του σχολείου του.

 Η υπερασπιστική γραμμή των δικηγόρων των κατηγορουμένων Κορκονέα και Σαραλιώτη παρέμεινε η ίδια με τη δίκη σε πρώτο βαθμό στην Άμφισσα. Έφταιγε, δηλαδή, η ομάδα των αντιεξουσιαστών που δημιουργούσε έντονα επεισόδια και οι κατηγορούμενοι ένιωσαν μεγάλη απειλή, με αποτέλεσμα να πυροβολήσει ο Κορκονέας. Καμιά διαφοροποίηση στην υπερασπιστική γραμμή, κανένα ίχνος μεταμέλειας. Ούτε οι αυτόπτες μάρτυρες ούτε τα βίντεο που αποδείκνυαν ότι δεν προϋπήρξαν επεισόδια και προκλήσεις ήσαν ικανά να κλονίσουν τους ισχυρισμούς της υπεράσπισης, οι οποίοι επαναλαμβάνονταν με πρόθεση να παγιδεύσουν και να προκαλέσουν αμφιβολίες στους μάρτυρες και εν προκειμένω σε μένα.

Με σαφήνεια και κατηγορηματικό τρόπο απάντησα στις ερωτήσεις της προέδρου και περιέγραψα την προσωπικότητα του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου. Ήταν παιδί ιδιαίτερα ντροπαλό, με ενδιαφέρον για τον αθλητισμό, με άριστη διαγωγή και με άριστες σχέσεις με τους εκπαιδευτικούς και τους συμμαθητές του, αλλά χωρίς κοινωνικούς προβληματισμούς και πολιτική συνείδηση, πράγμα που τονιζόταν πολύ από τους φιλολόγους του ως μειονέκτημα.

Με ρώτησε η πρόεδρος πώς τα ήξερα όλα αυτά, αφού δεν υπήρξα καθηγητής του. Εξήγησα πως στο σχολείο γίνονταν συνεχώς συνεδριάσεις με τους καθηγητές κάθε τάξης, όπου συζητούσαμε για κάθε παιδί διεξοδικά κι εγώ, ως διευθυντής κρατούσα πρακτικά, ώστε να παρακολουθώ την πορεία κάθε παιδιού και να είμαι σε θέση να ενημερώνω και τους γονείς. Η μητέρα μάλιστα του Γρηγορόπουλου ερχόταν στο σχολείο κάθε εβδομάδα, για να δει καθηγητές κι εμένα, οπότε φρόντιζα να είμαι πάντα ενημερωμένος. Επιπλέον καλούσα το παιδί στο γραφείο μου, για να του μιλήσω για τις καθυστερήσεις του στο σχολείο το πρωί στην έναρξη των μαθημάτων. Συγκεκριμένα, ο Αλέξανδρος είχε μια αδελφή που πήγαινε στο Λύκειο. Στο γυμνάσιο το μάθημα άρχιζε στις 8:05, ενώ στο Λύκειο η προσέλευση διαρκούσε ως τις 8:15. Τα δύο αδέλφια έμεναν σχετικά κοντά στο σχολείο κι έρχονταν μαζί με τα πόδια. Το κορίτσι όμως, που φρόντιζε περισσότερο την εμφάνισή του και είχε περιθώριο χρόνου μεγαλύτερο, κάποιες φορές καθυστερούσε λίγα λεπτά, οπότε ο Αλέξανδρος χρεωνόταν με απουσία, γιατί έμπαινε καθυστερημένος στην τάξη του. Όταν του μιλούσα, όπως έκανα με όλα τα παιδιά, του έλεγα να λέει στην αδελφή του να μην καθυστερεί με πολύ μαλακό τρόπο, γιατί έδινα μεγαλύτερη αξία στην αδελφική αγάπη, παρά στις καθυστερήσεις, και δεν ήθελα να διαταράξω τη σχέση των δύο παιδιών.

Μετά  άρχισαν οι ερωτήσεις για τον Νίκο Ρωμανό, ο οποίος είχε προσκαλέσει τον Γρηγορόπουλο να πάνε μαζί σε καφετέρια στα Εξάρχεια, επειδή ήταν του Αγίου Νικολάου και γιόρταζε και μπροστά του ξεψύχησε ο Αλέξανδρος.

Τον Ρωμανό τον γνώριζα μέσα από τις διαδικασίες των συνεδριάσεων και φρόντιζα να είμαι πάντα ενημερωμένος, γιατί και η δική του μητέρα με επισκεπτόταν πολύ συχνά. Και με τον ίδιο όμως είχα συζητήσει αρκετά με δική του πρωτοβουλία για τις ανησυχίες που είχε. Ο Νίκος δεν ήταν καθόλου ντροπαλός και ήθελε πολύ να εκθέτει τις απόψεις του. Είχε και αυτός άριστη διαγωγή, με γονείς που τον παρακολουθούσαν σε κάθε του βήμα, αλλά με έντονο κοινωνικό προβληματισμό και μεγάλη ενημέρωση για το τι συνέβαινε στην κοινωνία. Οι φιλόλογοί του εντυπωσιάζονταν για τις εύστοχες παρατηρήσεις του στα κείμενα και την Ιστορία. Ο Ρωμανός ήταν τραυματισμένος συναισθηματικά, γιατί δύο χρόνια πριν το θάνατο του Γρηγορόπουλου πέθανε ξαφνικά η γιαγιά του μπροστά στα μάτια του. Την επόμενη χρονιά πέθανε φίλος του, μαθητής του σχολείου, αφού έμεινε επί δύο μήνες στην εντατική. Κατά την περίοδο της αρρώστιας και στη συνέχεια μετά το θάνατο του παιδιού, ο Νίκος επισκεπτόταν συνεχώς την οικογένεια, για να παρηγορεί τους γονείς και κυρίως τον άλλο τους γιο, που ήταν επίσης φίλος του. Επίσης, τα πρωινά, πριν αρχίσει το μάθημα, ερχόταν συχνά στο γραφείο μου, περιμένοντας από εμένα να καταπραΰνω τις μεταφυσικές του ανησυχίες και το πένθος που ένιωθε, ενώ κατέβαλε προσπάθεια να συγκρατήσει τα δάκρυά του. Την επόμενη χρονιά ήρθε ο θάνατος του Γρηγορόπουλου, που ξεψύχησε στην αγκαλιά του. Να θυμόμαστε πως στις εφηβικές ηλικίες το βαρύ πένθος εκδηλώνεται με μεγάλο θυμό.

Όταν άρχισε η δίκη στην Άμφισσα ο Ρωμανός παραβρέθηκε την πρώτη μέρα και άκουσε τους χαρακτηρισμούς του Κούγια για τα δύο παιδιά, που όλοι γνωρίζουμε και τους παρουσίαζε ως τέρατα: «Αυτά τα παιδιά δεν είναι σαν τα δικά σας και σαν τα δικά μας» και άλλα πολλά. Μετά από αυτό αρνήθηκε να παρουσιαστεί ξανά στη δίκη. Οι γονείς του τον πήγαν σε ψυχολόγο, για να του συμπαρασταθεί, γιατί ήταν τρομοκρατημένος, ρωτούσαν κι εμένα τι να κάνουν και πώς να τον αντιμετωπίσουν. Όταν ο Νίκος κατάλαβε ότι μπορούσε το δικαστήριο να διατάξει τη βίαιη προσαγωγή του, έφυγε από το σπίτι του και οι γονείς του δεν ήξεραν πού βρισκόταν τα επόμενα δύο χρόνια. Μετά ακολούθησε το δρόμο που ακολούθησε.

Όταν αναφέρθηκα στον Κούγια, η υπεράσπιση άρχισε να διαμαρτύρεται, η πρόεδρος τους έκανε παρατήρηση, ενώ ο εφέτης δίπλα της μού υπέδειξε ευγενικά «ο κύριος Κούγιας».

Η υπεράσπιση με ρώτησε με δηκτικό ύφος αν ήξερα τη δήλωση του Ρωμανού στην οποία έλεγε ότι αυτός και ο Γρηγορόπουλος ήταν σύντροφοι ενταγμένοι στον αντιεξουσιαστικό χώρο. Απάντησα πως βεβαίως τη γνωρίζω. Ο Ρωμανός με αυτή τη δήλωση προσπάθησε να μας πείσει και κυρίως να πείσει τον εαυτό του ότι δεν οδηγήθηκε στις επιλογές του σπρωγμένος από τις καταστάσεις, αλλά από ελεύθερη και ανεπηρέαστη βούληση. Προσπάθησε να μας πείσει και να πειστεί κι ο ίδιος ότι όλα αυτά που συνέβησαν δεν τον άλλαξαν, παρόλο που ήταν 15 ετών. Εμένα πάντως και με επηρέασαν και με άλλαξαν, παρόλο που τότε ήμουν 56 ετών.

Τότε ακολούθησε η αναμενόμενη ερώτηση, γιατί πήγαν τα παιδιά στα Εξάρχεια.

Στην απάντησή μου αναφέρθηκα στο ότι δύο ημέρες μετά τη δολοφονία μερικοί συμμαθητές του Αλέξανδρου μού ζήτησαν να μιλήσουν στο θέατρο για το συμμαθητή τους και να ενημερώσουν τα μικρότερα παιδιά. Όταν τέλειωσε η ενημέρωση που έγινε σε πολύ φορτισμένο κλίμα με μεγάλη συγκίνηση, ένα αγόρι της πρώτης γυμνασίου ρώτησε «όμως τι γύρευε στα Εξάρχεια;» Και το μεγάλο αγόρι, που ήταν ο βασικός ομιλητής, τού  απάντησε: «Εκεί που δολοφονήθηκε ο Αλέξανδρος είναι το σπίτι μου. Θα με ρωτήσεις κι εμένα γιατί μένω στα Εξάρχεια;»

Εξήγησα πως η ερώτηση «τι γύρευε στα Εξάρχεια» δεν αποβλέπει μόνο στη δικαίωση των δολοφόνων, αλλά στον εφησυχασμό της κοινωνίας. Η κοινωνία καθησυχάζεται και εφησυχάζει όταν φταίει το θύμα. Όταν φταίει το θύμα δεν χρειάζεται να αλλάξει τίποτε. Όταν φταίει η γυναίκα για το βιασμό της, γιατί ήταν προκλητικά ντυμένη, η κοινωνία δεν χρειάζεται να αλλάξει. Ας πρόσεχε το θύμα. Αν έφταιγε ο Αλέξανδρος που βρέθηκε στα Εξάρχεια, δεν φταίνε οι δολοφόνοι, ούτε χρειάζεται να αλλάξει νοοτροπία η αστυνομία. Και οι οικογένειες που ζουν εκτός Αθηνών δεν χρειάζεται να πάρουν θέση, γιατί τα παιδιά τους δεν θα πάνε στα Εξάρχεια και το θέμα δεν τους αφορά. Να μην ξεχνάμε ότι ο Αλέξανδρος είχε συνεννοηθεί με τη μητέρα του να ανέβουν μαζί στο σπίτι, όταν θα έκλεινε το κατάστημά της στο κέντρο της Αθήνας. Ο Αλέξανδρος δεν κυκλοφορούσε τις νύχτες. Και όταν χτύπησε το τηλέφωνο της μητέρας του που την καλούσαν από το κινητό του γιου της νόμιζε πως ήταν ώρα, για να περάσει να τον πάρει και όχι για να της πουν πως ο γιος της δολοφονήθηκε. Ξέρουμε πολλούς αντιεξουσιαστές που περνάει η μαμά τους να τους πάρει με το αυτοκίνητο, όταν κλείνουν τα καταστήματα; Και ο Ρωμανός είμαι βέβαιος πως θα είχε κανονίσει να είναι στο σπίτι του νωρίς το βράδυ την ημέρα της γιορτής του, να είναι με τους γονείς του.

Παρόλο που το επιχείρημα περί εξοστρακισμού της σφαίρας έχει καταρριφθεί ποικιλοτρόπως και έχει αποδειχθεί ότι ο Κορκονέας πυροβόλησε στοχευμένα σε ευθεία βολή, η υπεράσπιση επικαλούμενη τον «ανθρωπισμό» μου με ρώτησε αν συμφωνώ να είναι στη φυλακή δέκα χρόνια αυτό το θύμα (ο Κορκονέας) λόγω εξοστρακισμού της σφαίρας. Απάντησα πως θύμα δεν είναι ο κατηγορούμενος, αλλά ο Γρηγορόπουλος, που συνεχίζει να θυματοποιείται και μετά τη δολοφονία του. Έφερα μάλιστα ως παράδειγμα κείμενο του δημοσιογράφου Κασιμάτη της Καθημερινής, ο οποίος ένα ή δύο χρόνια μετά το πέρας της πρώτης δίκης έγραφε παραμονή του Αγίου Νικολάου «αύριο του οσίου Γρηγορόπουλου του μολοτοφόρου». Και αυτό παρόλο που αποδείχθηκε ότι δεν προϋπήρξαν ταραχές πριν τη δολοφονία, ότι οι αστυνομικοί μόνοι τους προκάλεσαν τις φθορές στο περιπολικό μετά τη δολοφονία, για να εμφανίσουν τη δολοφονία ως άμυνα και κανείς ποτέ δεν ισχυρίστηκε, ούτε η υπεράσπιση ότι ο Γρηγορόπουλος πέταξε ποτέ μολότοφ. Και πάλι επεσήμανα πόσο ανακουφίζει την κοινωνία να αποδίδει ευθύνες στο θύμα και να το θυματοποιεί ακόμη περισσότερο.

Η υπεράσπιση όλη χτίζεται στο επιχείρημα ότι, για να είναι στα Εξάρχεια ο δεκαπεντάχρονος Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος το απόγευμα εκείνου του Σαββάτου, σημαίνει ότι ήταν αντιεξουσιαστής και οι δύο αστυνομικοί ένιωσαν ότι απειλείται η ζωή τους. Ο αστυνομικός μάλιστα που κατέθετε πριν από μένα ως μάρτυρας υπεράσπισης δήλωσε ότι οι νεότεροι αντεξουσιαστές στα Εξάρχεια που προκαλούν επεισόδια είναι  δεκατριών ετών!

Ενώ λέγονταν αυτά, οι αστυνομικοί που βρίσκονταν μέσα στην αίθουσα του δικαστηρίου σηκώνονταν κάθε τόσο και πατούσαν τις κατσαρίδες που κυκλοφορούσαν στο βρώμικο πάτωμα. Ίσως και να ήταν Ερινύες που μεταμορφώθηκαν σε κατσαρίδες. 

Στις τράπεζες λεφτά, στη νεολαία σφαίρες

398B8C72-D590-4417-8170-52702016CE72

Ο Κορκονέας, ο δολοφόνος του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου, δήλωσε στο εφετείο της Λαμίας, όπου εκδικάζεται η δολοφονία σε δεύτερο βαθμό, ότι δεν ζητάει συγγνώμη. Σύμφωνα με δήλωσή του δεν ζητάει συγγνώμη, γιατί σκότωσε έναν αντιεξουσιαστή. Και ήταν αντιεξουσιαστής ο Γρηγορόπουλος, επειδή βρέθηκε στα Εξάρχεια. Όποιος βρεθεί στα Εξάρχεια είναι αντιεξουσιαστής και πρέπει να πεθάνει. Αυτή είναι η λογική και δεν είναι μόνο η λογική του Κορκονέα. Αν ήταν μόνο δική του η λογική αυτή θα δίσταζε να τη διατυπώσει ενώπιον του δικαστηρίου. Τη διατυπώνει έτσι με θράσος, γιατί ξέρει ότι εκφράζει την κοινή ιδεολογική γραμμή του σώματος, στο οποίο υπηρετούσε και το οποίο φροντίζει να τον υποστηρίζει ιδεολογικά και υλικά. Το σώμα των ειδικών φρουρών είχε καλύψει τα έξοδα της πρώτης δίκης και προσέλαβε ως δικηγόρο τον Κούγια.
Ο δεκαπεντάχρονος Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος δεν ήταν αντιεξουσιαστής, όπως θα φανεί και από την κατάθεσή μου στο εφετείο, η οποία θα δημοσιοποιηθεί το Σάββατο, 8 Δεκεμβρίου. Ο Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος ήταν ένα αθώο παιδί, όχι πως αν ήταν αντιεξουσιαστής θα έπαυε να είναι αθώος. Αλλά ήταν αθώος, υπό την έννοια πως οποιαδήποτε κατηγορία προσπάθησε η υπεράσπιση των δολοφόνων να του επιρρίψει κατέπεσε πολύ εύκολα. Ο Αλέξανδρος ήταν ένα ήσυχο και ευγενικό παιδί, που συμπτωματικά βρέθηκε στα Εξάρχεια και έγινε στόχος του δολοφόνου του. Ούτε ο Αλέξανδρος, ούτε τα άλλα παιδιά αποτελούσαν πρόβλημα. Το πρόβλημα διαχρονικά είναι οι δολοφονικές αντιλήψεις αυτών που επιβάλλουν την «τάξη» και άλλωστε ο Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος δεν είναι ο μόνος νεκρός. Είναι και ο Ζακ Κωστόπουλος και ο Σακελίων από τους πιο πρόσφατους και αρκετοί πρόσφυγες ανώνυμοι, είτε γιατί δεν γνωρίζουμε τα ονόματά τους, είτε γιατί δεν μπορούμε να τα προφέρουμε. Και εκτός από τις δολοφονίες να μην ξεχνάμε τους ξυλοδαρμούς, τα βασανιστήρια και τους τραυματισμούς.
Ο Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος ήταν ένα αθώο δεκαπεντάχρονο παιδί, που δολοφονήθηκε το 2008, στην αρχή της οικονομικής, αλλά και γενικότερης κρίσης, θύματα της οποίας είναι κατεξοχήν τα παιδιά και οι νέοι άνθρωποι γενικότερα. Στις πορείες που γίνονται κάθε χρόνο στις 6 Δεκεμβρίου, βλέπει και ακούει κανείς συνθήματα που συνοψίζουν τα δεινά που έχει υποστεί η νεολαία όλα αυτά τα χρόνια, με αποτέλεσμα να έχει αναδειχθεί ο Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος στο σύμβολο μιας ανάλγητα κατατρεγμένης γενιάς.
Θα μπορούσα να αναφερθώ σε πολλά συνθήματα, αλλά επιλέγω ένα μόνο πολύ σύντομο και πολύ περιεκτικό: «Στις τράπεζες λεφτά, στη νεολαία σφαίρες». Τα χρήματα που δανείστηκε η Ελλάδα κατέληξαν στη σωτηρία των ξένων τραπεζών και στη χρηματοδότηση των ελληνικών πιστωτικών ιδρυμάτων με παράλληλη αφαίμαξη της κοινωνίας. Και βέβαια τα χρήματα δόθηκαν μετά τη δολοφονία του Γρηγορόπουλου, μετά το 2008, αλλά όπως είπαμε ο Γρηγορόπουλος είναι πλέον ένα σύμβολο. Ο Γρηγορόπουλος δέχθηκε κατάκαρδα την πρώτη σφαίρα, αλλά οι άλλες σφαίρες προς την νεολαία είναι και αυτές μεταγενέστερες και μεταφορικές, αλλά πολύ επώδυνες. Τα παιδιά που πάνε σχολείο νηστικά, η εξαθλίωση της παιδείας, τα υποβαθμισμένο πτυχία, η εκτεταμένη και παρατεταμένη ανεργία, η εργασιακή εκμετάλλευση, οι μισθοί πείνας, η μετανάστευση είναι οι σφαίρες που δέχεται καθημερινά η νεολαία. Ακόμη και η αυτοκτονία του Βαγγέλη Γιακουμάκη, χωρίς απαγγελία κατηγοριών μετά τέσσερα χρόνια, και η αυτοκτονία του δεκαπεντάχρονου στην Αργυρούπολη δηλώνουν κράτος αδιάφορο και ανάλγητο, που δεν υιοθετεί και δεν εφαρμόζει γενικευμένη εκπαιδευτική πολιτική για το bullying και την ομοφοβία, αλλά επαφίεται στην εξύμνηση της ελληνικής λεβεντιάς.
Σε λίγες πλέον ημέρες ή εβδομάδες θα εκδοθεί η απόφαση του Εφετείου Λαμίας. Ο δεύτερος ένοχος, ο Σαραλιώτης, παρόλο που είχε καταδικαστεί σε δεκαετή φυλάκιση, έμεινε ελάχιστα στη φυλακή, επειδή ήταν άρρωστος ο πατέρας του. Βλέπετε της Ηριάννας και του Θεοφίλου οι γονείς ήταν υγιέστατοι. Πολύ φοβούμαι ότι αν δεν κινητοποιηθούμε όλοι μας και ο Κορκονέας θα είναι σύντομα ελεύθερος. Όλοι εμείς που κινητοποιηθήκαμε και φωνάξαμε για τον Αλέξανδρο Γρηγορόπουλο το 2008, για τον Θεοφίλου και την Ηριάννα αργότερα, για τον Ζακ Κωστόπουλο και την καθαρίστρια πρόσφατα, ας κινητοποιηθούμε και ας φωνάξουμε ξανά για τον Αλέξανδρο Γρηγορόπουλο. Για εκείνη την πρώτη σφαίρα και για τις άλλες που ακολούθησαν.

Το εργασιακό ήθος της Σχολής Μωραΐτη

Μάλλον δεν είναι γνωστό στον περισσότερο κόσμο ότι οι εκπαιδευτικοί προσλαμβάνονται από τα ιδιωτικά σχολεία αρχικά με διετή σύμβαση, στο τέλος της οποίας είναι δυνατή η απόλυσή τους αναιτιολόγητα και πολύ εύκολα. Αν ανανεωθεί η σύμβασή τους, τότε μετατρέπεται σε αορίστου χρόνου και η απόλυση τους σε καμιά περίπτωση δεν γίνεται αναιτιολόγητα και κρίνεται από επιτροπή.

Στη Σχολή Μωραΐτη δίδασκε καθηγήτρια Γαλλικών στο δημοτικό και στο γυμνάσιο για πολλά χρόνια, η οποία όμως παρέμενε αδιόριστη τελείως παράνομα. Όταν αντιλήφθηκα ότι δεν ήταν διορισμένη και το σχολείο την ανάγκαζε να διδάσκει παράνομα και παράνομα να δίνει βαθμολογία και να υπογράφει βιβλία ύλης και ελέγχους, πίεσα τη διοίκηση του σχολείου να την διορίσει, αλλά το σχολείο αρνήθηκε πεισματικά. Την επόμενη χρονιά την πίεση με διοικητικά μέσα ανέλαβε η ΟΙΕΛΕ, οπότε η καθηγήτρια διορίστηκε με αυτήν την κατά κάποιον τρόπο δοκιμαστική διετή σύμβαση. Τώρα έληξε η διετής σύμβαση και η Σχολή Μωραΐτη απέλυσε την καθηγήτρια, με το σκεπτικό ότι δεν ανταποκρινόταν σωστά στα καθήκοντά της.

Η Σχολή Μωραΐτη επιθυμεί να έχει αδιόριστους εκπαιδευτικούς ή εκπαιδευτικούς με πλήρες διδακτικό πρόγραμμα, αλλά διορισμένους για λίγες ώρες, για να μπορεί να τους εκβιάζει με αυτόματη απόλυση ή μείωση των διδακτικών τους ωρών στις προβλεπόμενες από το διοριστήριό τους. Η αλλαγή όμως του μισθολογικού κλιμακίου των εκπαιδευτικών ρυθμίζεται από τη διεύθυνση δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης με βάση τη συμπλήρωση χρόνου διδασκαλίας με διορισμό πλήρους ωραρίου. Όσο πιο λίγες ώρες διδασκαλίας εμφανίζονται στο διορισμό τόσο πιο πολύ καθυστερεί η αλλαγή μισθολογικού κλιμακίου. Το σχολείο αρνείται να επιδείξει τους πίνακες των διοριστηρίων στο διοικητικό συμβούλιο του συνδικαλιστικού συλλόγου των καθηγητών και απαιτεί από το διοικητικό συμβούλιο να πει τα ονόματα των εκπαιδευτικών που παραπονέθηκαν, ώστε να απολύσει και αυτούς. Αλλά βέβαια τα διοριστήρια δεν τα έδειχνε ούτε σε μένα που ήμουν διευθυντής, στους συνδικαλιστές θα τα δείξει; Και δεν τα δείχνει ακριβώς, για να μην αποκαλυφθούν οι παρανομίες και το μέγεθος της εκμετάλλευσης, έχοντας εκπαιδευτικούς που υπογράφουν ετήσιες συμβάσεις, ως εργαζόμενοι σε ένα ανύπαρκτο φροντιστήριο. Μπορεί να φαίνεται απίστευτο, αλλά η Σχολή Μωραΐτη έχει και άδεια φροντιστηρίου, που για κάποιο διάστημα εμφάνιζε ως έδρα του το σπίτι της ιδιοκτήτριας του σχολείου, για να παροχετεύει τους αδιόριστους εκπαιδευτικούς και τους εκπαιδευτικούς με λίγες ώρες διορισμού, που όμως διδάσκουν κανονικά στο πρωινό πρόγραμμα του σχολείου.

Η πίεση που ασκήθηκε, ώστε να διοριστεί κανονικά η καθηγήτρια Γαλλικών είχε ως αποτέλεσμα την εκδίκητική απόλυσή της μετά την εξάντληση της διετούς σύμβασης, η οποία έχει κατά κάποιον τρόπο ένα δοκιμαστικό χαρακτήρα. Όμως στην προκειμένη περίπτωση η απόλυση είναι αποκλειστικά ΕΚΔΙΚΗΤΙΚΗ, γιατί αν είχε κάποιο παράπονο από την καθηγήτρια, θα την απέλυε τόσα χρόνια, που δίδασκε αδιόριστη. Τώρα που διορίστηκε ανακάλυψε τα μειονεκτήματά της; Την εκδικείται επειδή αναγκάστηκε από την ΟΙΕΛΕ να τη διορίσει. Το σχολείο έλαβε την απόφαση να την απολύσει εκδικητικά, όταν υπέγραφε τη διετή σύμβαση και όχι στη λήξη της. Και δεν είναι μόνο εκδικητική, είναι και ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΚΗ,  γιατί αποβλέπει στο να τρομοκρατήσει και τους υπόλοιπους αδιόριστους εκπαιδευτικούς. Άλλωστε η καθηγήτρια αυτή δεν είναι η μόνη που απολύθηκε εφέτος, αλλά είναι η πιο χαρακτηριστική περίπτωση.

Τώρα το σχολείο έχει εξαπολύσει γνωστό παπαγαλάκι που ανάμεσα σε φιλιά, αγκαλιές και φιλοφρονήσεις διασπείρει κακοήθη γενικόλογα και αόριστα ψευδή σχόλια εις βάρος της καθηγήτριας, με σκοπό να εμφανιστεί η απόλυση δήθεν ως αιτιολογημένη και να προκαλέσει αμφιβολίες στους υπόλοιπους εκπαιδευτικούς.

Η κρίση των τελευταίων ετών δεν είναι μόνο οικονομική. Το χειρότερο είναι ότι έκανε κάποιους εργοδότες τελείως αδιάντροπους και ανάλγητους. Και είναι ΑΔΙΑΝΡΟΠΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΛΓΗΣΙΑ να αντιμετωπίζει η Σχολή Μωραΐτη όλα τα θέματα με το μοναδικό επιχείρημα «περιμένουν χιλιάδες άλλοι πολύ καλύτεροι έξω». Όταν αυτά είναι τα λόγια ενός σχολείου προς τους εκπαιδευτικούς του δεν αποκαλύπτει μόνο το εργασιακό του ήθος, αλλά και το εκπαιδευτικό-παιδαγωγικό ήθος του. Άλλωστε η ηθική στάση είναι μία. Και η δική μας ηθική στάση επιβάλλει να προστατεύσουμε την απολυμένη καθηγήτρια με κάθε συνδικαλιστικό, διοικητικό και ένδικο μέσο. Στην ουσία έτσι θα προστατεύσουμε όλους τους εκπαιδευτικούς της Σχολής Μωραΐτη.