Το αντιεπιστημονικό κύρος του Γεωργίου Μπαμπινιώτη

Ο Γεώργιος Μπαμπινιώτης κατάφερνε πάντα να προσεταιρίζεται τη δεξιά παράταξη και τη συντηρητική κοινωνία, να είναι στην επικαιρότητα και να προσπορίζεται οφέλη, παρεμβαίνοντας στα κρίσιμα θέματα με το δεξιόστροφο και εθνικιστικό «επιστημονικό» του κύρος. Καταξιώθηκε να γίνει και ολέθριος υπουργός παιδείας στην κυβέρνηση Σαμαρά, οπότε πρόβαλε και την αξίωση να παραμείνει μόνιμος υπουργός για το καλό της παιδείας!

Πρόσφατα με επιχειρήματα αποικιοκρατικής ιδεολογίας αποφάνθηκε πως δεν υπάρχει μακεδονική γλώσσα, χαρακτηρίζοντας τη γλώσσα αυτή σερβοσλαβική διάλεκτο. Η τοποθέτηση του αυτή αντικρούσθηκε πολύ εύστοχα από τον Άκη Γαβριηλίδη κι εγώ μόνο προσθέτω ένα βασικό στοιχείο διάκρισης ανάμεσα σε γλώσσα και διάλεκτο που αντιγράφω από κείμενο της καθηγήτριας της γλωσσολογίας Μαρίας Κακριδή Φερράρι: «ονομάζουμε συνήθως γλώσσα μια ποικιλία η οποία περιγράφεται ως πρότυπη σε γραμματικές και λεξικά, επιτελεί δημόσιες λειτουργίες και διδάσκεται στην εκπαίδευση». Και η μακεδονική γλώσσα βεβαίως περιγράφεται σε γραμματικές και λεξικά, χρησιμοποιείται ως κυρίαρχη γλώσσα του κράτους και διδάσκεται στα σχολεία της Β. Μακεδονίας.

Ωστόσο η πιο ολέθρια επιρροή του Μπαμπινιώτη στην ελληνική κοινωνία και εκπαίδευση αφορά τη διαχρονική διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας, που ενίσχυσε το επιχείρημα ότι για να γνωρίζουμε καλά και να χρησιμοποιούμε σωστά τη νέα ελληνική γλώσσα πρέπει να γνωρίζουμε καλά αρχαία Ελληνικά και όλα τα ενδιάμεσα στάδια της ελληνικής γλώσσας με έμφαση βεβαίως στους εκκλησιαστικούς πατέρες. Να θυμίσω ότι η πρώτη κυβέρνηση του πασόκ κατάργησε τη διδασκαλία των αρχαίων Ελληνικών στο γυμνάσιο, αλλά στις επόμενες εκλογές του 1985 το προεκλογικό σύνθημα της ΝΔ ήταν «για τη γλώσσα, για τη θρησκεία, ψηφίστε νέα δημοκρατία». Η ΝΔ δημοκρατία έχασε τις εκλογές, αλλά η διάβρωση της κοινωνίας ήταν τόσο μεγάλη, ώστε στις επόμενες και τα δύο μεγάλα κόμματα δεσμεύθηκαν προεκλογικά να επαναφέρουν τη διδασκαλία των αρχαίων Ελληνικών, πράγμα το οποίο έγινε από την κυβέρνηση Μητσοτάκη. Και παρέμεινε η διδασκαλία των αρχαίων Ελληνικών στο γυμνάσιο και μάλιστα, πολύ αργότερα, η Μαριέτα Γιαννάκου Κουτσίκου, ως υπουργός παιδείας της ΝΔ αφαίρεσε μία ώρα από τη διδασκαλία της ξένης γλώσσας και την πρόσθεσε στη διδασκαλία των αρχαίων Ελληνικών.

Σχεδόν κάθε χρόνο έκανα συνεντεύξεις υποψηφίων για κενές θέσεις φιλολόγων στη Σχολή Μωραΐτη. Μεταξύ των υποψηφίων ήταν και φιλόλογοι μετεκπαιδευμένοι στη γλωσσολογία σε πανεπιστήμια του εξωτερικού και συχνά επαναλαμβανόταν περίπου ο εξής διάλογος:

-Τι γνώμη έχετε για τη διδασκαλία των αρχαίων Ελληνικών στο γυμνάσιο;

-Είναι απαραίτητη.

-Γιατί;

-Γιατί είναι η γλώσσα μας. Και εξάλλου δεν μπορείς να ξέρεις σωστά νέα Ελληνικά χωρίς να ξέρεις αρχαία.

-Είστε λοιπόν υπέρ της διαχρονικής διδασκαλίας της γλώσσας;

-Σαφώς.

-Αυτό σας δίδαξαν στο Sussex;

-Όχι, στο πανεπιστήμιο Αθηνών.

-Στο Sussex τι σας δίδαξαν;

-Ότι η γλώσσα διδάσκεται συγχρονικά.

-Και ποια θεωρία από τις δύο είναι σωστή;

-Για τις άλλες γλώσσες ισχύει η θεωρία του Sussex και για την ελληνική η θεωρία του πανεπιστημίου Αθηνών.

Επομένως προκύπτει ότι για μερικούς  η ελληνική γλώσσα είναι ανάδελφη και συμπαρασύρουν και άλλους ανθρώπους, λιγότερο προβληματισμένους.

Η έμμονη και αντιεπιστημονική άποψη ότι η καλή γνώση των νέων Ελληνικών προϋποθέτει την γνώση των αρχαίων είχε ως αποτέλεσμα την επιμονή στη λεπτομερή γνώση της γραμματικής και του συντακτικού. Τα παιδιά καλούνται να σχηματίζουν τύπους, να κλίνουν ονόματα, αντωνυμίες και ρήματα λες και πρόκειται να μιλήσουν αρχαία Ελληνικά, ενώ αρκεί μόνο να αναγνωρίζουν τους τύπους, για να μπορούν να μεταφράζουν. Και δεν χρειάζεται βεβαίως να γνωρίζουν τύπους που ποτέ δεν θα συναντήσουν σε κείμενα. Παράλληλα σπαταλούν ατέλειωτες ώρες για να μάθουν συντακτικό και της αρχαίας και της νέας ελληνικής, ενώ αυτή η γνώση δεν χρησιμεύει σε τίποτε. Το δυστύχημα είναι ότι το συντακτικό επιβαρύνθηκε και με άλλα ιδεολογήματα, ότι είναι σαν τα Μαθηματικά, ότι είναι η φιλοσοφία της γλώσσας, ότι όποιος δεν ξέρει συντακτικό δεν μπορεί να μεταφράσει. Ποτέ δεν αναρωτήθηκαν πώς διδάσκονται τα αρχαία Ελληνικά σε άλλες χώρες. Όμως οι κλασικοί φιλόλογοι του Χάρβαρντ, του Κέμπριτζ και της Οξφόρδης, που είναι σε θέση να μεταφράζουν ένα σύγχρονο κείμενο στα αρχαία Ελληνικά, αγνοούν τους όρους ειδικό και τελικό απαρέμφατο και όλα τα υπόλοιπα.

Τα παιδιά στην Αγγλία που πρόκειται να κάνουν κλασικές σπουδές, έχουν επιλέξει να διδαχθούν αρχαία Ελληνικά και δίνουν πολλές και πολύωρες εξετάσεις στα GCE, για να εισαχθούν στο πανεπιστήμιο, που περιλαμβάνουν μετάφραση και σχολιασμό ποιητικών κειμένων  του Ομήρου και των τραγικών καθώς και πεζών κειμένων και μετάφραση άγνωστου σύγχρονου κειμένου στα αρχαία Ελληνικά, χωρίς να έχουν κλίνει ποτέ ένα όνομα ή ένα ρήμα και χωρίς να έχουν διδαχθεί επιθετικούς και κατηγορηματικούς προσδιορισμούς. 

Θα μου πείτε βέβαια πως όλα αυτά δεν τα μαθαίνουν, γιατί ο στόχος τους δεν είναι να μάθουν σωστά νέα Ελληνικά. Αλλά το μοναδικό «επιστημονικό» επιχείρημα που προβάλλει το ιδεολόγημα ότι για να μάθουμε σωστά νέα Ελληνικά πρέπει να ξέρουμε αρχαία είναι η μεταφορά που λέει ότι τα αρχαία είναι οι ρίζες και η σύγχρονη γλώσσα είναι τα κλαδιά και τα φύλλα και αν ξεραθούν οι ρίζες θα ξεραθούν τα κλαδιά και τα φύλλα. Όμως οι μεταφορές δεν λένε την αλήθεια. Όταν λέμε ότι τα μυαλά του πήραν αέρα ξέρουμε ότι είναι κλεισμένα ασφαλώς μέσα στο κρανίο.

Πρόσφατα ο Μπαμπινιώτης πρότεινε αντί για drone να λέμε «ανεπάνδρωτο», λέξη που κατασκεύασε ο ίδιος από το ρήμα επανδρώνω. Η άποψή του όμως ότι δεν πρέπει να χρησιμοποιούμε ξένες λέξεις και το ότι κατασκευάζει παράγωγο από το σεξιστικό ρήμα επανδρώνω, το οποίο πριν μερικές δεκαετίες αντικαταστάθηκε από το ρήμα στελεχώνω, μας δείχνει ότι είναι άνθρωπος άλλης εποχής, χαμένος στα βάθη του αντιεπιστημονικού ρομαντισμού.

Τακουή, είσαι ωραία

Όταν μιλούσε σε μένα την έλεγε Τακουή, δεν την έλεγε Αρμένισσα. Με άφηνε όμως να πηγαίνω σπίτι της. Μερικές φορές με έστελνε κιόλας. «Άντε, πήγαινε λίγο και στην Τακουή, να φύγεις απ´ τα πόδια μου». Η ίδια όμως δε θυμάμαι να είχε πάει ποτέ στο σπίτι της Τακουής, ούτε η Τακουή είχε έρθει στο δικό μας. Δε με ένοιαζαν όμως όλα αυτά. Μου έφτανε ότι με άφηνε να πηγαίνω στο σπίτι της, «να μην αργήσεις» μου έλεγε. Αλλά ποτέ δεν αργούσα, γιατί η Τακουή με χτυπούσε μαλακά στην πλάτη και συμπλήρωνε «είναι ώρα να πας στη μαμά σου».

Μου άρεσε να πηγαίνω σπίτι της, κυρίως τα πρωινά, όταν τα μεγαλύτερα παιδιά πήγαιναν σχολείο. Σε λίγες μέρες όμως θα άρχιζα κι εγώ σχολείο κι ίσως να πήγαινα στην Τακουή το απόγευμα. Δεν ήξερα τότε ότι θα έχανα την Τακουή για πάντα. 

Η Τακουή με έπαιρνε αγκαλιά και με κάθιζε πάνω στο μπουφέ με το μεγάλο καθρέφτη. Δεν μιλούσαμε σχεδόν καθόλου ούτε πολυέτρωγα τις καραμέλες που μου έδινε. Μου άρεσε όμως να τη βλέπω να χτενίζεται και να στολίζεται μπροστά στο μεγάλο καθρέφτη του μπουφέ. Βούταγε τη χτένα της στο δαφνόλαδο και χτένιζε τα μαλλιά της με αργές κινήσεις. Μετά άνοιγε το κουτάκι της το τζαμπλακένιο κι έβγαζε από μέσα φουρκέτες και τσιμπηδάκια και τα περνούσε στα μαλλιά της. Κι αριστερά στο μέτωπο έστριβε μια μικρή τούφα κι έκανε ένα σαλιγκαράκι. Κι ύστερα έβαφε τα μάτια της με ένα μολύβι, που κάθε τόσο το ακουμπούσε στη γλώσσα της, το σάλιωνε λίγο και τότε αυτό έβαφε. Πρώτα τα φρύδια κι ύστερα τα τσίνορα και ζωγράφιζε και μια ελιά στο μάγουλο. Έκανε μια γκριμάτσα, για να τεντώνουν τα χείλη της, και τα έβαφε κόκκινα κι έβαζε και λίγο κοκκινάδι στα μάγουλα και το άπλωνε με τα δάχτυλά της. Μετά έβαζε άρωμα στο λαιμό και πίσω από τα αυτιά. Έβαζε και σε μένα κολόνια. «Σε σένα θα βάλουμε λεμόνι, γιατί είσαι άντρας, δεν θα βάλουμε φουζέρ», μου έλεγε. Ύστερα έβαζε τα κρεμαστά της σκουλαρίκια και η μεγάλη στιγμή είχε φτάσει. Γύριζε το κεφάλι της λίγο στο πλάι, χαμογελούσε ελαφρά, έτσι που να ανοίγει λίγο το στόμα της και να φαίνεται το χρυσό της δόντι, κοίταζε μέσα στον καθρέφτη και ρωτούσε «Τακουή, Τακουή, είσαι ωραία;» Μετά γύριζε το κεφάλι στο άλλο πλάι και πάλι: «Τακουή, Τακουή, είσαι ωραία;» Μπορεί να γινόταν το ίδιο και τρεις και τέσσερις φορές και μετά άρχιζε να τραγουδάει: «κι όταν ακούω μπίρ Αλλάχ, μπιρ Αλλάχ, ο νους μου πάει σε σένα…» Έλεγε πολλά τραγούδια η Τακουή και με έπαιρνε αγκαλιά, με κάθιζε στο αριστερό της χέρι και με το δεξί της κρατούσε το δικό μου αριστερό χέρι και χορεύαμε μαζί πολλή ώρα.

Προχωρούσε ο Σεπτέμβρης και σε λίγο θα πήγαινα σχολείο, πρώτη τάξη. Ήρθε και η γιορτή της μάνας μου και έφτιαξε γαλακτομπούρεκο. Στη γιορτή του πατέρα μου, του Αγίου Κωνσταντίνου, έφτιαχνε καταΐφι. Όταν τη ρώτησα γιατί δε φτιάχνει γαλακτομπούρεκο που μου αρέσει, μου είπε «το γαλακτομπούρεκο δεν είναι γλυκό για γιορτή», «στη δική σου γιορτή όμως φτιάχνεις γαλακτομπούρεκο», «άλλο εγώ, πήγαινε λίγο και στην Τακουή».

Έκανε πολλή ζέστη κι έβγαλε τις καρέκλες στην αυλή. Πέρασε κι ο παγοπώλης το απόγευμα κι αγόρασε μισή κολώνα πάγο για το ψυγείο, να μη μείνουμε από κρύο νερό χρονιάρα μέρα. Σε λίγο άρχισαν να έρχονται οι επισκέψεις, η Τασία, η θεία Χρυσάνθη, η κυρα-Βαγγελιώ, η κυρα-Ευτυχία. Από τα κουτιά που κρατούσαν κατάλαβα ότι όλες έφεραν σοκολατάκια μαργαρίτες, ενώ στη γιορτή του πατέρα μου έφερναν μεγάλα κουτιά με πάστες.

Τελευταία ήρθε η κυρα-Μαρίκα, που ο πατέρας μου την έλεγε κωλοπετσωμένη. Περίεργο κουτί

 κρατούσε, λίγο παλιό και χωρίς κορδέλες και φιόγκους. Το γνώρισα όμως. Ήταν το κουτί του πουκαμισάδικου που αγοράζαμε τα πουκάμισα του πατέρα μου. Ήξερα και τι έλεγε απέξω. Είχα ρωτήσει τη μάνα μου και μου το είχε διαβάσει. «Αφοί, που θα πει αδελφοί, Λασκαράτοι». Μετά από αυτό έλεγα την αδελφή μου αφή μου και τον αδελφό μου αφό μου.

Η κυρα-Μαρίκα μπήκε φουριόζα και χωρίς να χαιρετίσει κανένα, χωρίς να πει χρόνια πολλά σήκωσε το κουτί ψηλά και φώναξε: «Να δεις τι δώρο σού έφερα. Ελάτε όλες να δείτε». Σηκώθηκαν και οι άλλες από τις καρέκλες τους και η η κυρα-Μαρίκα άνοιξα το κουτί πιο ψηλά από εμένα, ώστε να μη βλέπω. Αμέσως άρχισαν να ξελιγώνονται στα γέλια και να λένε πράγματα περίεργα. «Μπα που να μη σώσεις», «το θεό σου δεν έχεις», «και τι θρεμμένο που είναι», «και πώς πετάγεται», «πάλι ήρθε ο ναυτικός;», «θα κατουρηθώ από τα γέλια» και η θεία Χρυσάνθη μού είπε «φέρε μου, μανάρι μου, ένα ποτήρι νερό, να πάει η καρδιά μου στη θέση της». 

«Τι είναι μέσα στο κουτί;» ρώτησα τη μάνα μου. «Πουκάμισο για τον μπαμπά σου». «Και γιατί γελάτε;». «Ε, γιορτή έχουμε, να μη γελάσουμε και λίγο;»

Μετά η μάνα μου πήρε το κουτί και το έβαλε ψηλά πάνω στο μπουφέ της σάλας και βγήκε να κεράσει το γλυκό. Κι εγώ έβαλα μια καρέκλα, πάτησα πάνω στο μπουφέ και μετά στο πρώτο ράφι. Με το ένα χέρι κρατιόμουν μην πέσω και με το άλλο άνοιξα το κουτί. Από μέσα πετάχτηκε κάτι σιχαμένο και μεγάλο με πολλές τρίχες. Ποτέ δεν είχα τρομάξει τόσο. Έκλεισα το κουτί όπως μπορούσα κι έτρεξα στην Τακουή αλαφιασμένος. Η Τακουή μόλις με είδε έτσι τρομαγμένο πήρε ένα κουταλάκι, το γέμισε με μέλι και μου το έβαλε στο στόμα. Με πήρε αγκαλιά και με φίλησε στο κεφάλι. «Τώρα όλα θα φτιάξουν».

Δεν έφτιαξαν όμως. Έμεινα αρκετή ώρα στην αγκαλιά της που μύριζε δαφνόλαδο και φουζέρ και μετά ακούστηκαν φωνές. Γυναίκες άγνωστες έριχναν πέτρες στα παράθυρα και φώναζαν «παλιοβρώμα», «αντροχωρίστρα», «Κάστρω, μαύρα να τα βάψεις». Η Τακουή με έβγαλε στην πίσω αυλή και με πέρασε πάνω από το φράκτη στην αυλή μας. Κόντευε να νυχτώσει, οι επισκέψεις είχαν φύγει, κι ο πατέρας μου είχε έρθει και μάζευε τις καρέκλες από την αυλή. Η μάνα μου έστρωνε το τραπέζι για το βραδινό. Έριξα μια ματιά ψηλά στο μπουφέ και το κουτί έλειπε κι ευτυχώς δεν το ξαναείδα ποτέ. Είχα όμως μεγάλη στενοχώρια για την Τακουή. Και πολλά πράγματα δεν τα καταλάβαινα. Το «μαύρα να τα βάψεις» το καταλάβαινα, γιατί πριν λίγο καιρό ήμουνα στο σπίτι της θειας μου της Μαρίας κι ήταν εκεί κι η ξαδέλφη του πατέρα μου, η Ανδρομάχη. Μόλις είχαν έρθει από το νεκροταφείο που είχαν ξεθάψει τον άντρα της Ανδρομάχης, γιατί μετά από τρία χρόνια τους πεθαμένους τους ξεθάβουν. Η Ανδρομάχη, έβγαλε το μαύρο μαντίλι από το κεφάλι της, το δίπλωσε και το έβαλε στην τσάντα της. Μετά σήκωσε το φουστάνι της ως το γόνατο κι έβγαλε τις καλτσοδέτες και τις μαύρες κάλτσες. Τις έδωσε στη θεία μου και της είπε «πέταξέ τις στα σκουπίδια, να μην τις ξαναδώ». Μετά ζήτησε ένα κουταλάκι ζάχαρη, το έβαλε στο στόμα της και το πιπίλαγε αργά αργά. Εγώ κοίταζα με γουρλωμένα μάτια και τότε η θεία μου μού εξήγησε: «Τα τρία χρόνια που ήταν πεθαμένος ο άντρας της, η Ανδρομάχη δεν έβαλε στο στόμα της ούτε γλυκό ούτε ζάχαρη. Και δεν άνοιξε τα παντζούρια στα παράθυρά της». 

Αυτό που δεν καταλάβαινα όμως ήταν το κάστρο. Γιατί έλεγαν την Τακουή κάστρο; Την άλλη μέρα ρώτησα τη μάνα μου και μου εξήγησε: «Λένε Κάστρω, αλλά το πραγματικό της όνομα ήταν Κάστρου, το επίθετό της ήταν αυτό. Κι αυτή η Κάστρου είχε μια πολύ όμορφη κόρη, τη Φούλα. Και μαζί, μάνα και κόρη σκότωσαν τον άντρα της Φούλας και τώρα είναι φυλακή». Μετά μου είπε και το τραγούδι: «Στου Χαροκόπου τα στενά μια μικροπαντρεμένη». Αλλά εμένα πιο πολύ μου άρεσε εκεί που έλεγε: «Καημένε Αθανασόπουλε, τι σού μελλε να πάθεις, από κακούργα πεθερά τα νιάτα σου να χάσεις».

-Και γιατί βρίζανε την Τακουή;

-Γιατί είναι κακές γυναίκες, μη στενοχωριέσαι. Μετά από λίγες μέρες θα ξαναπάς.

Τις επόμενες μέρες τα παντζούρια της Τακουής ήταν κλειστά, όπως της Ανδρομάχης. 

Και τη Δευτέρα, καθώς γύριζα από το σχολείο, είδα ένα φορτηγό μπροστά από την πόρτα της με όλα τα έπιπλα της Τακουής. Πήγα κοντά και τότε το φορτηγό ξεκίνησε. Κι από το τζάμι είδα την Τακουή να μου κουνάει το χέρι της. Και ήταν σαν να έκλαιγε η Τακουή κι έκλαιγα κι εγώ και κουνούσα το χέρι μου μέχρι που το φορτηγό έστριψε. Και δεν την ξαναείδα ποτέ την Τακουή κι ούτε μπόρεσα ποτέ να της πω «ναι είσαι ωραία Τακουή μου, η πιο ωραία των ωραίων, πιο ωραία κι από τη βασίλισσα του παραμυθιού».

πατρίδα ή χώρα;

«Γιούχα και πάλε γιούχα των πατρίδων!»

Κωστή Παλαμά: Ο δωδεκάλογος του Γύφτου.

Τον τελευταίο καιρό με τα ελληνοτουρκικά, το μακεδονικό και τις εκδηλώσεις της 25ης Μαρτίου άκουσα και διάβασα αμέτρητες αναφορές στην πατρίδα. Γενικά όμως η λέξη «πατρίδα» είναι σε ημερήσια διάταξη στα χείλη των Ελλήνων και κυρίως των πολιτικών. Όμως η πατρίδα δεν είναι συνώνυμη ούτε με την Ελλάδα, ούτε με τη χώρα, γιατί έχει και αναπόφευκτες σηματοδοτήσεις, που θα έπρεπε να αποφεύγουμε.
Η πατρίδα είναι το θεμέλιο της πατριαρχίας, τα πάτρια εδάφη, η γη των πατέρων μας. Η γη στην οποία γεννήθηκαν οι πατέρες μας και οι πατέρες των πατέρων μας, που στη συνέχεια την παρέδωσαν στους γιούς τους, για να την προασπίζονται και να τη διαφυλάττουν, για να την παραδώσουν κι εκείνοι στους δικούς τους γιούς. Η πατρίδα έχει αποκλειστική σχέση με τον πατέρα και καμιά σχέση με τη μητέρα. Αλλά στην Ελλάδα τα πάντα είναι πατροπαράδοτα. Ακόμη κι αν οι γυναίκες φτιάχνουν κουραμπιέδες και μελομακάρονα, αν ζυμώνουν τσουρέκια και βάφουν αυγά, αν φτιάχνουν κόλυβα και μοιρολογούν, τα έθιμα είναι πατροπαράδοτα. Θυμάμαι μάλιστα μια εγκύκλιο του υπουργείου Παιδείας με οδηγίες διδασκαλίας «της μητρικής γλώσσας, όπως αυτή παραδίδεται από πατέρα σε γιο». Αποκορύφωση της πατριαρχίας είναι ο ύμνος των ολυμπιακών αγώνων, που έγραψε ο Παλαμάς. «Αρχαίο πνεύμα, αθάνατο, αγνέ πατέρα του ωραίου, του μεγάλου και του αληθινού». Σε αυτούς τους στίχους επιβεβαιώνεται η ανδρική φαντασίωση, ο πατέρας είναι αυτός που γεννά, χωρίς τη μεσολάβηση γυναίκας. Το αρχαίο πνεύμα αναβιώνει μέσω των πατέρων και γεννά τις μεγάλες αξίες της πατρίδας, το ωραίο, το μεγάλο και το αληθινό.
Εκτός όμως από τη συγγένεια της πατρίδας με την πατριαρχία δεν πρέπει να παραβλέπουμε τη σχέση της με τον εθνικισμό. Οι ευρωπαίοι μεταφραστές ελληνικών κειμένων αποδίδουν την έννοια της πατρίδας με τη λέξη «fatherland» ή άλλη συνώνυμη, που όμως βαρύνεται από ναζιστικούς συνειρμούς.
Η πατρίδα είναι μια έννοια αποκλείουσα (exclusive). Αποκλείει όλους/ες που δεν έχουν τη σειρά του αίματος, που τους πάει πολλές γενιές πίσω στην ελληνική γενεαλογία. Η γενεαλογία του έθνους αποκλείει τις/τους συζύγους των μικτών γάμων, αποκλείει τα παιδιά ξένων γονέων που γεννήθηκαν στην Ελλάδα, αποκλείει τις μειονότητες, τους πρόσφυγες και τους μετανάστες.
Αυτούς όλους δεν τους αποκλείουμε αν αναφερόμαστε στη χώρα μας και όχι στην πατρίδα μας.
Η χώρα είναι έννοια περικλείουσα (inclusive) και περιλαμβάνει χωρίς αποκλεισμούς και διακρίσεις όλες και όλους που ζούμε σε αυτήν. Η χώρα είναι ο χώρος που μας χωράει όλους/ες, χωρίς πατριαρχικούς και εθνικιστικούς περιορισμούς.

Η γιορτή της γυναίκας

Τώρα που μαράθηκαν τα λουλούδια και ξεθώριασαν οι αγάπες, τι άλλο απόμεινε από τη γιορτή της γυναίκας, εκτός από τη φενάκη; Η γιορτή της γυναίκας είναι μία ημέρα το χρόνο και τις υπόλοιπες 359 είναι η γιορτή του άντρα. Αν και βάσιμα θεωρώ πως και η γιορτή της γυναίκας είναι στην ουσία της και πάλι γιορτή του άντρα, γιατί του δίνεται η ευκαιρία να δείξει πόσο μεγαλόκαρδος και ανεξίκακος είναι. «Κι αν είναι όλες καθώς λεν χωρίς καρδιά, εμείς που έχουμε καρδιά τις αγαπάμε».
Η γυναίκα δημιουργήθηκε από το πλευρό του Αδάμ, σύμφωνα με τη θρησκευτική μυθολογία. Ο Αδάμ, ο άντρας, είναι το όλον και η γυναίκα το μέρος. Ο άντρας γνωρίζει τον εαυτό του, ως σύνολο, και άρα γνωρίζει και περιγράφει τη γυναίκα, αφού είναι κομμάτι του. Η γυναίκα πάλι δεν ξέρει τον εαυτό της, αφού δεν έχει εαυτό, ένα κομμάτι είναι, ούτε ξέρει τον άντρα, γιατί δεν μπορεί το κομμάτι να ξέρει το όλον. Βέβαια οι μύθοι πλάθονται έκ των υστέρων, για να προσδώσουν θεία επίνευση στην κοινωνική κατάσταση, ώστε να μη μπορεί καμιά/κανείς να αντισταθεί στη θεία βούληση. Ακολούθως ο Παύλος έθεσε τα χριστιανικά επιστεγάσματα: «Ἡ δέ γυνή ἵνα φοβῆται τόν ἄνδρα» και «γυναικὶ δὲ διδάσκειν οὐκ ἐπιτρέπω, οὐδὲ αὐθεντεῖν ἀνδρός, ἀλλ’ εἶναι ἐν ἡσυχίᾳ».
Δεν μπορώ να παρακάμψω το ότι η γιορτή της γυναίκας είναι τον Μάρτιο, την περίοδο της σαρακοστής και των χαιρετισμών, που εξυμνούν την «ωραιότητα της παρθενίας». Η παρθένος δεν είναι ακόμη γυναίκα, αν κρίνουμε από συνήθεις εκφράσεις όπως: «στην αγκαλιά του ένιωσε για πρώτη φορά γυναίκα» ή «αυτός την πήρε από την αγκαλιά της μάνας της και την έκανε γυναίκα». Η παρθένος είναι άμωμος και αμόλυντη, ενώ προφανώς η γυναίκα είναι βεβηλωμένη. Το βιολογικό θήλυ αποκτά το κοινωνικό γένος (gender) μέσω του άντρα. Ο άντρας είναι ο δημιουργός της γυναίκας. Και αν ακόμη παρακάμψουμε τη σεξουαλική πράξη και πάλι ο άντρας ευθύνεται για την κατασκευή του στερεοτύπου «γυναίκα», ενώ το στερεότυπο «άντρας» δεν είναι γυναικεία κατασκευή, αλλά και πάλι αντρική. Ο άντρας δίνει το λόγο της αντρικής του τιμής και τιμά τα παντελόνια που φορεί, ενώ η γυναικεία τιμή περιορίζεται στη διαφύλαξη της παρθενίας και στο σεξ εντός του γάμου.
Για τους άντρες το γυναικείο πρότυπο είναι μόνο αυτό της παρθένου. Με τα χαρακτηριστικά της παρθένου περιγράφουν τη μάνα τους και μερικές φορές την κόρη τους ή την αδελφή τους. Οι υπόλοιπες γυναίκες περιγράφονται ως «η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή». Κι αν κανείς αντιτάξει το επιχείρημα ότι με γυναικείες μορφές παρουσιάζονται υψηλές έννοιες, όπως η ελευθερία, η δικαιοσύνη, η δόξα, οι μορφές αυτές είναι τελείως εξαγνισμένες και ασεξουαλικές, έτσι ώστε να κάνουν τις πραγματικές γυναίκες να φαίνονται πολύ κατώτερες.
Αλλά περνάει η ώρα και πριν σχολάσει και πάλι το Αρσάκειο και αρχίσει η λατέρνα να παίζει ξανά το «αχ βρε παλιομισοφόρια, τι τραβάν για σας τα αγόρια» να προλάβω να αναρτήσω ένα ποίημα της Ζωής Καρέλλη:

Εγώ γυναίκα, η άνθρωπος,
ζητούσα το πρόσωπό Σου πάντοτε,
ήταν ως τώρα του ανδρός
και δεν μπορώ αλλιώς να το γνωρίσω.Ποιος είναι και πώς
πιο πολύ μονάχος,
παράφορα, απελπισμένα μονάχος,
τώρα εγώ ή εκείνος;

Πίστεψα πως υπάρχω, θα υπάρχω,
όμως πότε υπήρχα δίχως του
και τώρα,
πώς στέκομαι, σε ποιο φως,
ποιος είναι ο δικός μου ακόμα καϋμός;

Ω, πόσο διπλά υποφέρω,
χάνομαι διαρκώς,
όταν Εσύ οδηγός μου δεν είσαι.

Πώς θα δω το πρόσωπό μου,
την ψυχή μου πώς θα παραδεχτώ,
όταν τόσο παλεύω
και δεν μπορώ ν’ αρμοστώ.

«Ότι διά σου αρμόζεται
γυνή τω ανδρί.»
Δεν φαίνεται ακόμα το τραγικό
του απρόσωπου, ούτε κι εγώ
δεν μπορώ να το φανταστώ ακόμα, ακόμα.

Τι θα γίνει που τόσο καλά,
όσα πολλά ξέρω και γνωρίζω καλλίτερα,
πως απ’ το πλευρό του δεν μ’ έβγαλες.

Και λέω πως είμαι ακέραιος άνθρωπος
και μόνος. Δίχως του δεν εγινόμουν
και τώρα είμαι και μπορώ
κι είμαστε ζεύγος χωρισμένο, εκείνος
κι εγώ έχω το δικό μου φως,
εγώ ποτέ, σελήνη,
είπα πως δεν θα βαστώ απ’ τον ήλιο
κι έχω τόσην υπερηφάνεια
που πάω τη δική του να φτάσω
και να ξεπεραστώ, εγώ,
που τώρα μαθαίνομαι και πλήρως
μαθαίνω πως θέλω σ’ εκείνον ν’ αντισταθώ
και δεν θέλω από κείνον τίποτα
να δεχτώ και δε θέλω να περιμένω.

Δεν κλαίω, ούτε τραγούδι ψάλλω.
Μα γίνεται πιο οδυνηρό το δικό μου
ξέσκισμα που τοιμάζω,
για να γνωρίσω τον κόσμο δ’ εμού,
για να πω το λόγο δικό μου,
εγώ που ως τώρα υπήρξα
για να θαυμάζω, να σέβομαι και ν’ αγαπώ,
εγώ πια δεν του ανήκω
και πρέπει μονάχη να είμαι,
εγώ, η άνθρωπος.

Η ελληνική ονοματοπληξία

Οι Αρχαίοι Έλληνες έδιναν ονόματα σε ηπείρους, όπως Ευρώπη και Ασία, σε περιοχές που κατοικούνταν από διαφορετικούς λαούς, όπως Μεσοποταμία, και σε ξένους λαούς, όπως Αιθίοπες (αίθω+ωψ), που σημαίνει «αυτοί που έχουν καπνισμένο πρόσωπο». Σήμερα φαίνεται πως οι σύγχρονοι Έλληνες επιθυμούν, ως γνήσιοι απόγονοι, να συνεχίσουν αυτήν την παράδοση και επιθυμούν να είναι αυτοί που θα δώσουν όνομα στον γειτονικό λαό.

Όμως το ότι εμείς σήμερα ονομαζόμαστε Έλληνες μπορεί να μοιάζει αυτονόητο, αλλά δεν είναι. Στην εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας το 1822 υπήρξε προβληματισμός για την επιλογή του εθνικού ονόματος. Τα υποψήφια ονόματα ήταν: Ρωμιός, Έλλην και Γραικός. Οι Ευγένιος Βούλγαρης, Αδαμάντιος Κοραής και Αλέξανδρος Υψηλάντης υποστήριζαν το όνομα Γραικός και απέρριπταν το Έλλην, που ως εκείνη την εποχή σήμαινε ειδωλολάτρης. Ο εθνικισμός όμως επιβάλλει κάθε νεότερος λαός να συνδέεται  με έναν αρχαιότερο ένδοξο λαό και τελικώς επικράτησαν τα ονόματα Ελλάς και Έλληνες.

Στη συνέχεια οι νεότεροι Έλληνες επιδόθηκαν στην εξαφάνιση κάθε ίχνους της ενδιάμεσης ιστορίας τους και διατήρησαν και πρόβαλαν μόνο ότι τους συνέδεε με την αρχαία Ελλάδα. Τα βυζαντινά, υστεροβυζαντινά και οθωμανικά κτίσματα στην Ακρόπολη και γύρω από αυτήν γκρεμίστηκαν, χωρίς να καταγραφούν και αποτυπωθούν. Το υπουργείο πολιτισμού ουδέποτε ενδιαφέρθηκε για τη συντήρηση και αποκατάσταση της οικίας Μπενιζέλου στην οδό Αδριανού, μέχρις ότου πρόσφατα την παρέδωσε στην Εκκλησία, ως κατοικία της Αγίας Φιλοθέης και έτσι αποκαταστάθηκε.

Το ελληνικό κράτος όμως προχώρησε και στη σταδιακή αλλαγή των τοπωνυμίων. Το 1909 συγκροτήθηκε μια επιτροπή, υπό την προεδρία του Νικόλαου Πολίτη, της οποίας οι στόχοι περιγράφονται  ως εξής: «Είναι βεβαίως λυπηρόν το φαινόμενον τούτο, διότι τα βάρβαρα ονόματα και τα κακόφωνα ελληνικά λυπούσι μεν το γλωσσικόν συναίσθημα, έχουσι δε και επιβλαβή μορφωτικήν επήρειαν εις τους κατοικούντας συστέλλοντά πως και ταπεινούντα το φρόνημα αυτών, αλλά και παρέχουσι ψευδή υπόνοιαν περί της εθνικής συστάσεις των χωρίων αυτών, ων τα ξενικά ονόματα ηδύναντο να εκληφθώσιν ως μαρτυρούντα και ξενικήν καταγωγήν».

Κι έτσι, για να μη ταπεινωθεί το φρόνημά μας το Ζητούνι έγινε Λαμία, η Βοστίτσα Αίγιον, το Μπογιάτι Οίον, το Χασάνι Ελληνικόν, η Γκιουλμουτζίνα Κομοτηνή, ενώ η Βιτρινίτσα της Δωρίδας έγινε Ερατεινή από το όνομα της συζύγου του Δημάρχου της. Οι Σπέτσες μετονομάστηκαν σε Τυπάρηνος, όχι όμως για πολύ. Όπως γράφει ο Τερτσέτης «οι δύο πρωτόγεροι Χατζηγιάννης Μέξης και Ανδρέας Αναργύρου και ο ναύαρχος Ανδρούτσος δεν το έστεργαν ότι είναι Τυπαρήνιοι. Πιάνονται από άρματα είπαν … και οι Σπετζιώτες έμειναν Σπετζιώτες».

Αυτά είναι απλά παραδείγματα, αλλά οι μετονομασίες είναι πολλές και πολύ εκτεταμένες και φθάνουν ως τις μέρες μας. Στην περίοδο της δικτατορίας το Τουρκολίμανο έγινε Μικρολίμανο, το Πασαλιμάνι λιμήν Ζέας και ο τούρκικος καφές ελληνικός. Τελευταία σε μια εκδρομή στην Εύβοια πριν από δημοτικές εκλογές διέσχισα τους δήμους Ελυμνίων, Μεσσαπίων και Ταμινέων.

Από τις πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις όμως είναι το Δεδέ Αγάτς. Στο ψαροχώρι αυτό της Θράκης έφτασε το 1920 ο βασιλιάς Αλέξανδρος λίγο πριν από το θάνατό του από δάγκωμα μαϊμούς. Το δημοτικό συμβούλιο αποφάσισε τότε να μετονομάσει προς τιμή του νεαρού βασιλιά το Δεδέ Αγάτς σε Αλεξανδρούπολη. Ο Αλέξανδρος όμως δεν ήταν ούτε ένδοξος ούτε αγαπητός από την οικογένειά του λόγω του γάμου του με την Ασπασία Μάνου και βασίλεψε μόνο τρία χρόνια, όταν εξορίστηκε ο πατέρας του. Για αυτό σιγά σιγά και με τη βοήθεια του ήλιου της Βεργίνας  αφήνεται να σχηματισθεί η εντύπωση ότι η πόλη πήρε το όνομά της από τον Μέγα Αλέξανδρο.

Το όνομα για τους σύγχρονους Έλληνες είναι πολύ σημαντικό. Η συνέχεια του ονόματος αποδεικνύει και τη συνέχεια του αίματος. Ο πρωτότοκος γιος θα πάρει όχι μόνο το επώνυμο, αλλά και το όνομα του παππού του και θα διασφαλίσει τη συνέχεια της γενιάς. Ο πατέρας δίνει τη συνέχεια του αίματος και του ονόματος. Η μητέρα είναι ένας αμελητέος ξενιστής, που το επώνυμό της είναι σε πτώση γενική και δεν είναι σε θέση να διαταράξει ούτε τη συνέχεια του αίματος, ούτε τη συνέχεια του ονόματος.

Το οικογενειακό όνομα διασφαλίζει τη συνέχεια του αίματος της πατριάς και το τοπωνύμιο τη συνέχεια του αίματος της κοινότητας ή της κοινωνίας. Αλλά η συνέχεια δεν είναι αυταξία. Έχει τόση αξία, όση ακριβώς της δίνουμε.

Στις μέρες μας αποφεύγουμε να μιλάμε για τη συνέχεια του αίματος, γιατί κινδυνεύουμε να χαρακτηριστούμε ρατσιστές. Μιλάμε μόνο, για τη συνέχεια του ονόματος, αλλά πίσω από το όνομα υπολανθάνει ο εθνικιστικός πόθος για τη συνέχεια του αίματος. Το όνομα ως σημαίνον παραπέμπει σε ένα σημαινόμενο, που συχνά είναι φανταστικό ή μεταφυσικό.

Για όλους αυτούς τους λόγους δεν αναγνωρίζουμε στο γειτονικό λαό το όνομα που έχει επιλέξει, ούτε την ταυτότητά του. Θέλουμε εμείς να του επιβάλουμε όνομα και μάλιστα erga omnes.

Πριν από λίγες δεκαετίες είχε δημιουργηθεί μια εθνικιστική κίνηση να επιβληθεί στους υπόλοιπους λαούς, όταν αναφέρονται στην Ελλάδα και στους Έλληνες να χρησιμοποιούν αποκλειστικά το όνομα Hellas και τα παράγωγά του. Κάτι αντίστοιχο δηλαδή με το να μας επιβάλει η Γερμανία να χρησιμοποιούμε το όνομα Deutschland και μόνο αυτό erga omnes. Θυμάμαι μάλιστα τα χρόνια των σπουδών στην Οξφόρδη, που μια ομάδα φοιτητών ζήτησε να μετονομαστεί το φοιτητικό Greek Society σε Hellenic. Αρνηθήκαμε οι περισσότεροι και η ομάδα αυτή αποσχίστηκε και δημιούργησε το Hellenic Society.

Αντίθετα ας φανταστούμε για μια στιγμή τι θα γινόταν αν κάποιο κράτος ή κάποια κράτη θεωρούσαν ότι δεν έχουμε δικαίωμα να ιδιοποιούμαστε αποκλειστικά τον ελληνικό πολιτισμό και  απαιτούσαν να χρησιμοποιούμε το όνομα Greeks erga omnes. Οι μόνοι που θα χαίρονταν θα ήταν ο Βούλγαρης, ο Κοραής και ο Υψηλάντης, αλλά αυτοί δεν ζουν πια. Ίσως καλύτερη τύχη θα είχε η πρόταση να χρησιμοποιούμε erga omnes το όνομα λεβέντες. Γιατί αναγνωρίζουμε σε αυτό μόνο τη σημασία που του έχουμε δώσει και αγνοούμε ότι προέρχεται από τη λέξη levante και άρα σημαίνει ανατολίτες.