Η «Άλλη Μοίρα» του Νίκου Παπαδόπουλου

Ο Νίκος Παπαδόπουλος με προσκάλεσε να παρουσιάσω την ποιητική του συλλογή «Άλλη Μοίρα» τη Δευτέρα, 29 Ιανουαρίου 2018, στο Ζοο. Το κείμενο που ακολουθεί είναι από την παρουσίαση.

 

Πριν λίγες μέρες, όταν ο Νίκος Παπαδόπουλος ετοίμαζε την πρόσκληση για την παρουσίαση της «Άλλης Μοίρας» μου πρότεινε να με αναφέρει ως φιλόλογο. Του είπα βιαστικά όχι και διέκοψα απότομα την επικοινωνία. Πάντα θεωρούσα ότι το «φιλόλογος» δεν είναι ειδικότητα, αλλά είδος ανθρώπου. Είδος τρομακτικό και τρομοκρατικό. Το σκέφτηκα μερικές μέρες και μετά του είπα: «γράψε φιλόλογος». Γιατί δεν έχω το κουράγιο και τον χρόνο, για να παλέψω και να διεκδικήσω μια «άλλη μοίρα». Μπορώ ίσως, με πολλά ίσως, να μιλήσω για την «άλλη μοίρα» του Νίκου κινδυνεύοντας πάντα να υποπέσω σε έναν πατερναλισμό, μια και ο φιλόλογος είναι ο κατεξοχήν πατέρας.

Ο Νίκος Παπαδόπουλος συναντάει τη μοίρα του που:

«Ζει σε αδράχτια μοιράζει κομμάτια

Και πνίγει τα δάκρυα

Στ´ αμόνι».

 

Λοιδορεί και περιφρονεί αυτή τη μοίρα:

« Η δική μας η μοίρα

Λιμανιού η ξεφτίλα

Δε θα αλλάξει σαν κάποιων

Φτωχών

 

Η δική μας η μοίρα

Μια θαλάσσια αλμύρα

Θα ξεβράζει καημό

Ξενυχτιών»

 

Αναγνωρίζει τον εαυτό του ανάμεσα σε άλλους:

 

«Κολασμένοι της γης διορισμένοι εξ αρχής

Απ´ τη Μοίρα

Τη θεά των θεών μια μαμά των πολλών

Που δεν οίδα»

 

Θέλει με κάθε τρόπο να ξεφύγει από αυτή τη μοίρα. Αλλά ο τρόπος είναι τελικά ένας και μοναδικός:

 

«Ανοίγει την πόρτα αλλάζει πια ρότα

Γυρίζει την πλάτη

Γλιτώνει

 

Γεννιέται και πάλι και μέσα στην πάλη

Θυμώνει και

Δεν πληρώνει

 

Ζητάει και πάλι να ζήσει τη ζάλη

Αγαπάει μα

Δε ματώνει».

 

Ο στίχος του Νίκου Παπαδόπουλου θυμίζει ρυθμό στοχαστικού πολυβόλου.  Χωρίς στίξη, με μέτρο και ομοιοκαταληξία. Όχι από πίστη και εμμονή σε μια παράδοση, αλλά γιατί ο ήχος του πολυβόλου έχει και μέτρο και ο οικαταληξία, όταν στοχάζεται με ριπές.

 

«Τα ποιήματά μου δε μου άρεσαν ποτέ

Όχι βέβαια ότι προσπάθησα ποτέ να τα κάνω να μου αρέσουν

Ούτε και ότι έγραψα ποτέ

Ποιήματα – με χορδές

Ορδές λέξεων και φράσεων

Που κατακλύζουν τον εγκέφαλο ενός νοητού αναγνώστη»

 

Το ποιητικό του ύφος απέχει πολύ από την καλλιέπεια. Ας λέει ο ίδιος ότι τα ποιήματά του δεν του άρεσαν ποτέ. Στο ύφος αυτό, στον στίχο αυτό έχει φτάσει από καθαρή επιλογή:

 

«Η πένα ακονίζει τις λόγχες, θυμίζει

Παλιά γνώριμη μελωδία

 

Που θέλει να φέρει στο νου που υποφέρει

Την πρώτη αλήθεια

Με βία»

Από αυτή την πένα που ακονίζει τις λόγχες θα προκύψει η άλλη μοίρα, που τελικά μπορεί να μην είναι μόνο η άλλη μοίρα του Νίκου Παπαδόπουλου, αλλά όλων μας.

 

«Η δική μας λεπίδα

Αλλού ηλίου αψίδα

Θα εκτελέσει ένα κράτος

Αστών

 

Ατσαλένια η ασπίδα

Ημετέρα ελπίδα

Για ν´ αλλάξουμε ρου

Στρεβλωτικό»

 

Η άλλη μοίρα όμως δεν συγκρούεται μόνο με τις κοινωνικές και πολιτικές νόρμες. Δεν οδηγεί μόνο σε μια κοινωνική και πολιτική αναγέννηση.   Χρειάζεται να επουλώσει και παλιά τραύματα της ψυχής και της καρδιάς.

 

«Δώσ´ μου ένα σ´ αγαπώ

Λιγάκι και ορθοποδώ

Και συνεχίζω

……..

Και ξαναδώσ´ μου αναπνοή

Μες στης καρδιάς τη συνοχή

Να μ´ αγαπήσω

………

Να ξαναστήσω μια ζωή

Ανθρώπινη και αληθινή

Με μια μαγεία

 

Μια κινησούλα τόσο απλή

Να καθαρίσει η βροχή

Την αμαρτία».

Το μυστικό της κοντέσσας …Σοφίας

Δεν είχε μόνο η κοντέσσα Βαλέραινα μυστικό, είχε και η κοντέσσα …Σοφία

Εκείνο το απόγευμα, μόλις ήρθε η κυρα-Μαρίκα την πήρε η μάνα μου και κλειστήκανε στο μέσα δωμάτιο. Αυτό δεν είχε ξαναγίνει. Πάντα ήμουν κι εγώ μαζί και έκανα ότι έπαιζα και δεν πρόσεχα τι λέγανε. Και δεν έκανα ερωτήσεις, για να μην καταλάβουν ότι είχα στήσει αυτί και άκουγα.

Όταν κάποτε άνοιξε η πόρτα η κυρα-Μαρίκα ήταν πολύ σκυθρωπή: «Να το πεις του άντρα σου να του τρίξει τα δόντια. Δεν μπορεί να μείνει έτσι το πράγμα». Η μάνα μου όμως είχε αντίθετη γνώμη: «Δεν του λέω τίποτε, γιατί αρπάζεται εύκολα και μπορεί να γίνει κανένα κακό. Κι άμα στενοχωρηθεί τον πιάνουν κι  οι αιμορροΐδες του και άστα να πάνε». «Δεν είναι τίποτε οι αιμορροΐδες. Θα σου πω εγώ να φτιάξεις μια αλοιφή και θα βρει μεγάλη ανακούφιση. Θα πάρεις πέντε δραχμές τσίγκο σκόνη από το φαρμακείο και θα την δουλέψεις καλά με λάδι, όπως δουλεύεις την ταραμοσαλάτα, μέχρι να γίνει αλοιφή. Από αυτήν θα βάζει με ένα μπαμπάκι. Αλλά να πλένεται καλά. Πλύσιμο και αλοιφή και θα με θυμηθείς».

Μετά από αυτό βρέθηκα με ένα τάλιρο στο χέρι στο φαρμακείο να ζητάω πέντε δραχμές τσίγκο. Μιά άσπρη σκόνη ήταν μέσα σε ένα μεγάλο βάζο. Ο κυρ-Βασίλης έβαλε δυο κουταλιές σε ένα χάρτινο σακουλάκι από αυτά που έβαζε μέσα χαμομήλι και τίλιο, το ζύγισε, το δίπλωσε και μου το έδωσε. Είχα προετοιμάσει πολλές απαντήσεις να δώσω, αν με ρωτούσε τι θα κάνουμε με τον τσίγκο, αλλά ευτυχώς δεν με ρώτησε. Ούτε παραξενεύτηκε καθόλου.

Στο σπίτι η μάνα μου άδειασε το σακουλάκι μέσα στο φλιτζάνι με το σπασμένο χερούλι. Έξι τα είχε   με μικρά ροζ λουλουδάκια, αλλά έπεσε ο «αναθεματισμένος ο όλμος» και της έσπασε τα γυαλικά στο ντουλάπι κι από τα έξι φλιτζάνια έμεινε μόνο αυτό, δίχως χερούλι. «Αν πεις το καντήλι, δώρο του αδελφού μου στο γάμο μου, έφυγε από τα εικονίσματα κι έπεσε μέσα στην κούνια του μωρού. Πώς δεν πήραμε φωτιά; Ήτανε, βλέπεις, σβηστό. Πού λάδι για καντήλια στην κατοχή.»

Το μισερό φλιτζάνι δεν το πέταξε. «Έρχεται μια μέρα  και σου χρειάζεται». Αλλά εγώ νομίζω πως δεν ήθελε να το αποχωριστεί. Και άλλωστε η παρουσία του βοηθούσε να μνημονεύει κάθε τόσο τον «αναθεματισμένο τον όλμο».

Έριξε λίγο λάδι μέσα στο φλιτζάνι και μ´ ένα κουταλάκι άρχισε να το δουλεύει. Κάθε τόσο έριχνε και λίγες σταγόνες λάδι ώσπου έφτιαξε μια ασπρουλιάρικη αλοιφή. Γρήγορα έγινε η αλοιφή κι ακόμη πιο γρήγορα αποδείχτηκε θαυματουργή. Σε λίγες μέρες μαθεύτηκε στη γειτονιά, σε γνωστούς και φίλους, που έφερναν το σακουλάκι με τον τσίγκο και την άλλη μέρα έπαιρναν την αλοιφή. «Τα χίλια καλά να δεις Σοφία μου, να χαίρεσαι τον άντρα σου και τα παιδιά σου, μας έσωσες»

Ποτέ δεν είπε πώς έφτιαχνε την αλοιφή, ούτε τι έβαζε μέσα. Και ποτέ δεν πήρε λεφτά. «Τη φτιάχνω για την ψυχή τού πατέρα μου, που πατέρα δε γνώρισα. Μωρό ήμουν όταν μας άφησε ορφανά.» και κάθε τόσο μ´ αγριοκοίταζε μη μου ξεφύγει καμιά κουβέντα. Και μετά από λίγο καιρό ρώτησε στο φαρμακείο πίσω από τον Άγιο Κωνσταντίνο από πού έπαιρναν τα βαζάκια που έβαζαν την κρέμα προσώπου. Σε ροζ βαζάκια την κρέμα «της νυχτός» και σε άσπρα βαζάκια την κρέμα «της ημερός». Και την άλλη μέρα με άρπαξε από το χέρι και βρεθήκαμε στην οδό Σωκράτους στην Αθήνα. Από τότε η αλοιφή έμπαινε και σε βαζάκι.

Η μάνα μου ήταν πάντα σε εμπόλεμη κατάσταση με τη μεγάλη αδελφή του πατέρα μου. Όταν άρχιζε να εξιστορεί τι της είχε κάνει ο κατάλογος ήταν μακρύς, αλλά άρχιζε από τότε που ήταν ετοιμόγεννη στον αδελφό μου μέσα στην κατοχή. Και καθώς ερχόταν η μαμή στο σπίτι συνάντησε στο δρόμο τη θεια μου και της είπε «η νύφη σου γεννάει» κι εκείνη απάντησε «άμα κάνει ο κόκορας αυγό θα κάνει κι η νύφη μου παιδί». «Κι ούτε στη βάφτιση ήρθε η φωτιοκαμένη που ο Τάσος μου ήταν το πρώτο εγγόνι μέσα στο σόι κι έπαιρνε το όνομα του πατέρα της, φωτιά να την κάψει».

Φαίνεται πως ο θείος ο Γιάννης είχε κι εκείνος αιμορροΐδες και μια μέρα ήρθε στο σπίτι η θεία Μαρία με ένα σακουλάκι τσίγκο. «Φτιάξε μου, μαρή, να βάλω του Γιάννη, μπάς και του κάνει τίποτε». «Να σου φτιάξω, Μαρία μου, να σου φτιάξω. Έλα σε δυο μέρες να την πάρεις». «Γιατί, μαρή, να ´ρθω σε δυο μέρες, σήμερα να μου τη φτιάξεις, γιατί υποφέρει». «Σήμερα θα την αρχίσω, αλλά μεθαύριο θα είναι έτοιμη. Θέλει δυο μέρες, για να γίνει». Και ήρθε σε δυο μέρες και την πήρε και μεγάλο καλό είδε ο Γιάννης της. Και κάθε τόσο ερχόταν για καινούργια αλοιφή. «Γιατί, μαρή, δε μου φτιάχνεις περισσότερη, να μην έρχομαι ολοένα;» «Γιατί πρέπει να είναι φρέσκια η αλοιφή, χαλάει γρήγορα και θα τη βάζει και δεν θα του κάνει τίποτε». Και μονολογούσε πίσω της «ήταν να μην πέσεις στην ανάγκη μου. Τώρα που έπεσες θα σε συγυρίσω καλά». Μου έριχνε που και που και καμιά άγρια ματιά, γιατί μέσα στο σπίτι μόνο εκείνη κι εγώ ξέραμε τη συνταγή της αλοιφής.

«Γιατί, μαρή, δε μου λες τη συνταγή να τη φτιάχνω μόνη μου, να μην πηγαινοέρχομαι;» «Αχ Μαρία μου, δεν μπορώ. Αυτή πάει από μάνα σε κόρη. Και εμένα τελευταία μου την έμαθε η μάνα μου, γιατί από τις αδελφές μου μόνο εγώ έχω κόρη. Και με όρκισε να μην πω πουθενά το μυστικό, όπως κι εκείνη την όρκισε η μάνα της. “Ορκίσου μου είπε στα τρία σου παιδιά πως ούτε το μυστικό θα πεις, ούτε λεφτά θα κερδίσεις”. Κι εγώ το κάνω για το συχώριο του πατέρα μου και του πεθερού μου, που το όνομά του πήρε ο Τάσος μου».

Η Τασία και το οικοπεδάκι

 

 Κουράστηκα να ακούω και να διαβάζω όλους αυτούς που κατηγορούσαν τα αυθαίρετα το καλοκαίρι με τις φωτιές στην Ανατολική Αττική και τελευταία με τις πλημμύρες. Πάντα οι φτωχοί και οι πλέον αδύναμοι φταίνε για όλα τα δεινά της κοινωνίας. Το ότι τα αυθαίρετα είναι εκατοντάδες χιλιάδες και στεγάζουν εκατοντάδες χιλιάδες οικογένειες δεν αναγνωρίζεται ως κοινωνικό πρόβλημα για το οποίο έχει την ευθύνη το κράτος. Από τις δεκαετίες του 50 και του 60 οι οικοπεδικοί συνεταιρισμοί, με άδεια κατάτμησης από το Υπουργείο Γεωργίας και άδεια ρυμοτομίας πουλούσαν οικόπεδα με δόσεις. Κάποιοι πρόλαβαν κι έβγαλαν άδεια κι έχτισαν νόμιμα. Μετά τα περισσότερα κηρύχθηκαν δασικά κι απαγορεύτηκε η δόμηση. Κάποιοι δέχθηκαν τη μοίρα τους κι έχασαν την περιουσία τους, κάποιοι αγανάκτησαν με την αυθαιρεσία του κράτους που είχε εισπράξει τους φόρους μεταβίβασης και αποφάσισαν να χτίσουν αυθαίρετα, πληρώνοντας διπλάσια και τριπλάσια τους εργολάβους που τα είχαν «καλά» με την αστυνομία. Αυτοί είναι οι φτωχοί και ανίσχυροι. Οι πλούσιοι και ισχυροί φροντίζουν με τον τρόπο τους να εντάσσεται ο συνεταιρισμός τους στο σχέδιο πόλεως, όπως έγινε με τους γιατρούς στην Ιπποκράτειο πολιτεία και τους δικαστές στο Σχινιά. Άλλοι πάλι με άδεια για μουσείο έχτισαν τεράστια έπαυλη με πισίνα και γήπεδο του τέννις και αυτοί είναι κατεξοχήν αγανακτούν με τα αυθαίρετα. Όπως έλεγε και η μάνα μου «των άλλων είναι καρύδια και κατρακυλούν κι ακούγονται και τα δικά τους είναι σύκα και δεν ακούγονται». Σε όλους αυτούς αφιερώνω το παρακάτω κείμενο, για να χαρούν που η Αττική γλίτωσε από ένα αυθαίρετο».

Όταν απολύσανε τον Νίκο από τα διυλιστήρια, η μάνα μου δεν το έβαλε κάτω. «Θα πάω να μιλήσω στο Βρεττό, το βουλευτή» είπε. «Ωχ, καημένη, όρεξη που την έχεις» είπε ο πατέρας μου κοφτά, αλλά εκείνη με άρπαξε από το χέρι το άλλο πρωί και πήγαμε στην Αθήνα, στο ιατρείο του Βρεττού.

«Κυρ Σπύρο, ένα άκακο αρνί είναι, δεν ανακατεύεται με τα πολιτικά και πάντα Καραμανλή ψηφίζει, ξέρω καλά τι σού λέω». Ο Βρεττός έκανε κάτι τηλεφωνήματα και μετά «σε λίγο θα μας πάρουν  να μας πούνε» είπε. Πράγματι,  χτύπησε το τηλέφωνο και μετά από κάτι μισοκουβέντες το έκλεισε και γύρισε προς τη μάνα μου: «Σοφία μου, ούτε πολιτικά, ούτε τίποτε. Φαίνεται πως αυτός είχε μια γκόμενα, που την παράτησε και μετά αυτή πήγαινε κάθε μέρα στα ναυπηγεία κι έστηνε καυγάδες και ξεσήκωνε τους εργάτες. Με τα πολλά τον απολύσανε να βρούνε την ησυχία τους».

Όταν μπήκαμε στο τρένο να γυρίσουμε στον Πειραιά η μάνα μου, με ύφος που δε σήκωνε δεύτερη κουβέντα, μού είπε: «Κοίταξε, κακομοίρη μου, το καλό που σου θέλω. Λέξη δε θα βγει από το στόμα σου». Το βράδυ που ήρθε ο πατέρας μου από τη δουλειά, αφού πρώτα με κοίταξε καλά στα μάτια, του είπε: «Δε γίνεται τίποτε, εσύ τον πήρες στο λαιμό σου που τον έμπλεξες με τα πολιτικά. Να δούμε τώρα ποιος θα τους δώσει να φάνε, η ΕΔΑ κι ο Ηλιού;»

Ο Νίκος και η Τασία είχαν οχτώ παιδιά. Ή, όπως έλεγε η μάνα μου, «είχαν αραδιάσει οχτώ παιδιά, αλλά πού μυαλό;» Τα μικρότερα στην ηλικία μου και πιο μικρά. Τα μεγαλύτερα δούλευαν και το κορίτσι που μόλις είχε τελειώσει το δημοτικό φρόντιζε το σπίτι και τα μικρότερα.  Η Τασία ξενόπλενε. Κάθε πρωί πήγαινε σε άλλο σπίτι κι έβαζε μπουγάδα στο χέρι. Άπλωνε τα ρούχα και μετά έφευγε. Μερικές κυρίες τη φώναζαν και απογεύματα για σιδέρωμα. Πολλές φορές πήγαινε για σιδέρωμα κι έβρισκε τα ρούχα ακόμη απλωμένα στο σχοινί. «Αυτές παιδάκι μου δεν είναι εισθέση ούτε να κάνουν έτσι και να μαζέψουν τα ρούχα απ´ το σχοινί». Κι όπως έκανε την παραστατική χειρονομία έβλεπες τα δάχτυλά της τυλιγμένα με τσιρότα, γεμάτα πληγές από τα ζεματιστά νερά και το τρινάλ.

Από τις πληροφορίες που μας παρείχε πλουσιοπάροχα η Τασία μαθαίναμε τα νέα από τα σπίτια που δούλευε, που ολοκληρώνονταν κάθε φορά από τη διαπίστωση ότι τα πιο βρώμικα σώβρακα ήταν του γιατρού του Ιωάννου, που άλλαζε κάθε Σάββατο και η Τασία έπλενε το σώβρακό του κάθε Δευτέρα. Από τότε που το έμαθα, κάθε φορά που αρρώσταινα κι ερχόταν ο γιατρός ο Ιωάννου να με δει, εγώ σκεφτόμουν πως φορούσε βρώμικο σώβρακο και δεν ήθελα να με πιάνει.

Είχα τελειώσει πια το σχολείο, όταν ήρθε η Τασία στο νοσοκομείο να δει τον πατέρα μου, που ήταν στα τελευταία του. Κάποια στιγμή ήρθαν οι γιατροί να τον δουν και βγήκαμε στο διάδρομο. Ήταν πολύ συγκινημένη και η μια κουβέντα έφερνε την άλλη. «Θα το πω μόνο σε σένα, κανείς δεν το ξέρει κι ούτε εσύ να το πεις πουθενά». Τότε μου είπε για το οικοπεδάκι. Ο ξάδελφος της ο Στάθης, γιος της θειας της της Αννίκας, που ζούσε στο Ικόνιο, της είπε ότι αγόρασε ένα οικοπεδάκι στο Πέραμα. Από το Συνεταιρισμό, με δόσεις, λίγα λίγα, κι αν ήθελε να της αγόραζε κι εκείνης. Το ήθελε πολύ η Τασία το οικοπεδάκι, αλλά ο άντρας της δεν θα συμφωνούσε. Τον Στάθη άσωτο τον ανέβαζε, άσωτο τον κατέβαζε, ένα ρεμάλι και μισό. Ώσπου πήρε την απόφαση η Τασία, το ήθελε το οικοπεδάκι στο Πέραμα, αλλά δεν είπε τίποτε σε κανένα. Θα το ξεχρέωνε και μετά θα το παρουσίαζε. Σε δέκα χρόνια, εκατόν είκοσι δόσεις. Κάθε βδομάδα έβαζε στην μπάντα λεφτά και κάθε μήνα πέρναγε από τα ναυπηγεία στο Πέραμα, που δούλευε ο Στάθης, του έδινε τα λεφτά κι εκείνος πήγαινε και τα ακουμπούσε στο Συνεταιρισμό. Να μην τα πολυλογώ, πέρασαν τα δέκα χρόνια κι η Τασία είπε στο Στάθη να της φέρει τα χαρτιά για το οικόπεδο και να πάνε να το δούνε.

Και σήμερα και αύριο, όλο δουλειές είχε ο Στάθης. Και η Τασία αποφάσισε να πάει μόνη της στο Συνεταιρισμό. Λέει το όνομά της, δεν έχουν τέτοιο όνομα της λένε, λέει του άντρα της μήπως το δηλώσανε στο όνομα του Νίκου, ούτε. Λέει το όνομα του Στάθη, ούτε τέτοιο όνομα είχαν.  Της ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι. Δέκα χρόνια, τόσα λεφτά χαμένα. «Παναγία μου, είπε, εγώ να πάω το χαμπέρι του. Δεν πέρασαν πολλές μέρες κι όπως ερχόμουν απ´ τη δουλειά είδα κόσμο μαζεμένο στα ναυπηγεία. Πάω κοντά να μάθω τί γίνεται, τρεις νοματαίοι σκοτωμένοι. Κόλλαγαν ένα καζάνι κι έγινε έκρηξη. Μέσα σε αυτούς κι ο Στάθης. Έφυγα αλαφιασμένη. Ούτε σε τραμ μπήκα ούτε πουθενά. Με τα πόδια έφτασα στο Ικόνιο κι όπως ήταν το σπίτι της θειας μου στην ανηφόρα, από μακριά της φώναζα “θεία ο Στάθης σκοτώθηκε”. Κι όπως την είδα να σπαράζει στο κλάμα και να μαδιέται τη λυπήθηκα. Εγώ δεν ήθελα να σκοτωθεί ο Στάθης. Μόνο το χαμπέρι του ήθελα να πάω».

 

Τα 80 χρόνια της Σχολής Μωραΐτη

 

Μια άλλη προσέγγιση

Δεν έχω δει τη διαφημιστική ταινία της Σχολής Μωραΐτη, για να γιορτάσει τα 80 χρόνια της. Το σενάριο και η σκηνοθεσία είναι του Βασίλη Ραΐση, τον οποίο εκτιμώ πολύ ως άνθρωπο, ως καθηγητή και ως δημιουργό. Οι διαφημιστικές ταινίες όμως και οι χοροί μπορεί να αρμόζουν  στον εορτασμό των 80 χρόνων, αλλά περιορίζονται στις δημόσιες σχέσεις της επιχείρησης. Ένας εκπαιδευτικός οργανισμός πρέπει πρωτίστως να μεριμνά για το παιδαγωγικό και εκπαιδευτικό του έργο και τότε δεν θα έχει ανάγκη τις δημόσιες σχέσεις.

Μερικοί νομίζουν ότι το παιδαγωγικό έργο βελτιώνεται αν εκσυγχρονισθούν οι τρόποι και τα μέσα διδασκαλίας. Ισχύει αυτό. Αλλά η παιδαγωγική δεν έχει σχέση μόνο με το πώς διδάσκουμε, αλλά και με το τι διδάσκουμε. Για αυτό το «τι διδάσκουμε» χρειάζεται να αλλάξει ο ιδεολογικός προσανατολισμός της Σχολής Μωραΐτη.

Ο ιδρυτής του Σχολείου,  ο Αντώνης Μωραΐτης, ήταν άνθρωπος της γενιάς του 30. Εκείνη την εποχή διαδόθηκαν και αγαπήθηκαν πολύ στην Ελλάδα οι θεωρίες του Νίτσε και κυρίως το έργο του «η γέννηση της τραγωδίας» από τη σύγκρουση του απολλώνιου στοιχείου με το διονυσιακό.

Ο Απόλλων ήταν θεός του φωτός, του πνεύματος, της ομορφιάς, της αγνότητας, της διαύγειας, της γαλήνης και της αρμονίας, ενώ στον Διόνυσο αποδιδόταν ο ασυγκράτητος συναισθηματισμός και το πάθος. Πολλοί θεώρησαν τη διάκριση ανάμεσα στο απολλώνιο και το διονυσιακό ως τη διάκριση ανάμεσα στον δυτικό κόσμο και στον κόσμο της Ανατολής και ως διάκριση ανάμεσα στον άνδρα και τη γυναίκα. Παρόλο όμως που ο Νίτσε  έβλεπε το απολλώνιο στοιχείο σε συγκερασμό με το διονυσιακό, ο Αντώνης Μωραΐτης επέλεξε να απομονώσει το απολλώνιο και όρισε ως έμβλημα του Σχολείου την κεφαλή του Απόλλωνα. Παρά τους ξεπερασμένους και προβληματικούς συμβολισμούς η κεφαλή του Απόλλωνα παραμένει ως έμβλημα του Σχολείου. Θα μου πείτε βέβαια ότι πολύ συχνά διατηρούνται τα παλαιά εμβλήματα, και συχνά απογυμνώνονται από το συμβολικό περιεχόμενο. Το δέχομαι. Όμως εδώ δεν ισχύει. Ενώ παλιότερα το έμβλημα περιείχε τη ρεαλιστική απεικόνιση της κεφαλής του αγάλματος, τα τελευταία χρόνια άλλαξε. Αν το θέμα ήταν η συνέχεια θα έπρεπε να διατηρηθεί το έμβλημα ως είχε. Αναφέρθηκα όμως πριν στη διάκριση ανάμεσα στο πώς διδάσκουμε και το τι διδάσκουμε. Παρέμεινε η κεφαλή του Απόλλωνα, διατηρήθηκε το «τι» και άλλαξε μόνο το «πώς». Παρέμεινε το ιδεολογικό περιεχόμενο, αλλά η κεφαλή του αγάλματος ξανασχεδιάστηκε και σχεδόν δεν είναι αναγνωρίσιμη, λόγω των έντονων και αντιθετικών σκιάσεων που προσδίδουν μιλιταριστικό ύφος. Περιορίζομαι σε αυτό το σχόλιο και θα αποφύγω τις άλλες ερμηνείες που αποδόθηκαν στον Νίτσε.

Το ιδεολογικό φορτίο του απολλώνιου στοιχείου ήταν εμφανές στον «δωδεκάλογο του μαθητή» που ίσχυε έως το 2013, οπότε μετά από προσωπικό αγώνα 20 ετών κατάφερα να αντικατασταθεί από τις «θέσεις και αξίες» που υποτίθεται ότι θα δέσμευαν όλους τους/τις ανθρώπους του σχολείου και όχι μόνο τον «μαθητή», αλλά τελικά δεν δεσμεύουν κανένα. Και ο λόγος είναι απλός. Δεν εφαρμόζονται, γιατί βασίζονται στις αρχές της ισότητας, της ανεκτικότητας και της αποδοχής της διαφορετικότητας. Σε αντίθεση ο  αυταρχικός «δωδεκάλογος του μαθητή» περιείχε απολλώνεια άρθρα όπως το  «αγαπάμε το ωραίο», λες και υπάρχουν άνθρωποι που αγαπούν το άσχημο. αλλά βέβαια εδώ αντικειμενικοποιείται το ωραίο και είναι αποκλειστικά αυτό που αρέσει στην ιδιοκτησία του Σχολείου.

Ας δούμε όμως και τον ύμνο του Σχολείου σε στίχους του Κώστα Γεωργουσόπουλου. Οι δύο πρώτοι στίχοι «Ο κόσμος είναι πέλαγο και το σχολειό καράβι» ορίζουν το ιδεολογικό πλαίσιο. Το σχολείο προφυλάσσει από τον κόσμο. Όποιος πέσει από το καράβι είναι ναυαγός μέσα στον κόσμο. Ή είσαι μέσα στο σχολείο_καράβι ή θα πνιγείς μέσα στον κόσμο. Το σχολείο δεν εκπαιδεύει τα παιδιά  ως ισότιμα μέλη της κοινωνίας, αλλά για να τα προφυλάξει και με ελιτίστικο τρόπο να τα αποκλείσει από αυτήν. Όμως το καράβι περιλαμβάνει μόνο τα παιδιά; Οι εκπαιδευτικοί, οι γονείς των παιδιών και οι φίλοι και συγγενείς τους είναι μέσα στο καράβι ή είναι ναυαγοί μέσα στον κόσμο; Ο γιος της ιδιοκτήτριας συχνά αναφέρεται στην οικογένεια του Σχολείου και την αναλύει πάντα με αυτή τη σειρά: «μαθητές, γονείς, απόφοιτοι και καθηγητές». Οι εκπαιδευτικοί είναι πάντα μετά τους γονείς και τους απόφοιτους. Οι δάσκαλοι/ες του δημοτικού και οι νηπιαγωγοί είναι εξαφανισμένοι. Ποιοι από αυτούς είναι μέσα στο καράβι; Μάλλον δεν περισσεύει χώρος για τους εκπαιδευτικούς. Πρώτα έρχονται αυτοί που φέρνουν, έφερναν και θα φέρνουν με τα παιδιά τους λεφτά στο μαγαζί. Ενώ οι εκπαιδευτικοί είναι τα παράσιτα που παίρνουν λεφτά από το μαγαζί.

Ο ύμνος πιο κάτω φθάνει σε σεξιστικό μεγαλείο: «κορίτσια στα πανιά κι αγόρια στο τιμόνι». Τα κορίτσια στη βοηθητική εργασία εκτελούν παραγγέλματα. Οι γυναίκες πάντοτε στα πανιά. Στα πανιά της γέννας και της λοχείας, τα πανιά του πλυσίματος, του σφουγγαρίσματος και του ξεσκονίσματος. Άλλωστε και ο Φρόυντ θεωρούσε πως οι γυναίκες συνέβαλαν στον πολιτισμό μόνο με την υφαντική τέχνη. Οι γυναίκες πάντα ως καρτερικές και πιστές Πηνελόπες. Και στον ύμνο φροντίζουν τα πανιά πάνω σε ένα φαλλικό σύμβολο, το κατάρτι.

Ας δούμε όμως πώς όλα αυτά τα ιδεολογήματα επιβιώνουν και αναπαράγονται δραστικά στην τελετή αποφοίτησης του Σχολείου.

Τα παιδιά που αποφοιτούν δεν μπορούν αυτή τη σημαντική ημέρα της ζωής τους να ντυθούν όπως θέλουν. Τους επιβάλλεται να ντύνονται ομοιόμορφα. Η έννοια του uniform, της ενιαίας μορφής δεν εξυπηρετεί μόνο αισθητικά κριτήρια, αλλά και ιδεολογικά. Η κοινή μορφή παραπέμπει και σε κοινή σκέψη και ιδεολογία. Το ίδιο σημαίνον παραπέμπει στο ίδιο σημαινόμενο και σε αυτό εξυπηρετεί η στολή στα σώματα ασφαλείας. Οδηγεί στο στραγγαλισμό της προσωπικότητας και της ιδιαιτερότητας.

Τα κορίτσια στην τελετή αποφοίτησης είναι ντυμένα στα λευκά, στο χρώμα της απολλώνιας αγνότητας. Έτοιμες νύφες. Άλλωστε αυτός δεν είναι ο προορισμός της γυναίκας στη συντηρητική και αναχρονιστική κοινωνία; Να βρει σύζυγο μόλις τελειώσει το σχολείο. Κρατούν όμως και ένα κόκκινο τριαντάφυλλο, σύμβολο του διονυσιακού πόθου, και στο συγκερασμό του απολλώνιου με το διονυσιακό παράγεται η τραγωδία του Σχολείου. Η σεξιστική αντίληψη έχει και ως αποτέλεσμα τα κορίτσια να επιλέγουν πιο πολύ «κοριτσίστικες» σπουδές.

Τα αγόρια από την άλλη είναι ντυμένα γαλανόλευκα, όπως πάνε και στην παρέλαση, σε επίρρωση του μιλιταριστικού ανδρικού στερεότυπου. Το λευκό πουκάμισο δηλώνει απολλώνια αγνότητα μόνο στην καρδιά και στη σκέψη. Το βάθρο της απονομής των απολυτηρίων βρίσκεται ψηλά, ώστε να αποκλείονται παιδιά με κινητικά προβλήματα. Και στο τραπέζι του βάθρου διακρίνονται πιο ψηλά από όλους τρία πρόσωπα. Ένας Μωραΐτης από τη μια, ένας Καρτάλης από την άλλη και στη μέση μία Μωραΐτη Καρτάλη, ως επικύρωση της απολλώνιας αρμονίας.

Οι εκπαιδευτικοί της Σχολής Μωραΐτη αγωνίζονται, για να προσφέρουν εκπαίδευση χωρίς αναχρονιστικές αντιλήψεις και παρωχημένα ιδεολογήματα και προσπαθούν να δίνουν ερεθίσματα για τη σκέψη των παιδιών, για τα οποία εγκαλούνται από την ιδιοκτησία και τα φερέφωνά της. Οι προσπάθειες των εκπαιδευτικών συχνά ακυρώνονται από την κεντρική διοίκηση που καθηλώνει το Σχολείο σε μια συντηρητική αντίληψη, που το καθιστά ουραγό και συνοδοιπόρο άλλων, μεγάλων ιδιωτικών σχολείων με πολύ καλύτερες εγκαταστάσεις.

Οι εκσυγχρονιστικές προσπάθειες του σχολείου περιορίζονται στο μάρκετιν και τον εντυπωσιασμό με μηχανιστικά μέσα διδασκαλίας, που καταπονούν και εξουθενώνουν τις/τους εκπαιδευτικούς, περιορίζουν την πρωτοβουλία τους και την προσωπική τους συμβολή στη διδασκαλία, ενώ συγχρόνως αυξάνονται τα ωράριά τους και οι έκτακτες εργασίες, με απλήρωτες οφειλές και συνεχώς μειούμενες αποδοχές.

Το σχολείο αυτό μόνιμα και συνειδητά ξεχνάει πως ότι καλό έχει το οφείλει στους/στις εκπαιδευτικούς του. Όχι μόνο συλλήβδην και αόριστα, αλλά και ατομικά στον καθένα και στην καθεμιά, από το νηπιαγωγείο ως την τελευταία τάξη.

Ο Αμίρ και η σημαία από άλλη οπτική

Διάβασα με ειλικρινή συγκίνηση όσα έχουν γραφεί για συμπαράσταση προς τον Αμίρ και σε σχέση με τη σημαία που δεν κράτησε και σε σχέση με την επίθεση που έγινε στο σπίτι του. Δεν θέλω να ασχοληθώ με την επίθεση ούτε με την καπηλεία του θέματος από την κυβέρνηση και προσωπικά από τον πρωθυπουργό, γιατί δεν έχω κάτι σημαντικό να προσθέσω. Θέλω όμως να προσπαθήσουμε να δούμε το θέμα της σημαίας από άλλη οπτική γωνία.

Έχω επανειλημμένα αντιταχθεί στις μαθητικές παρελάσεις (και τις παρελάσεις γενικότερα) και στις σημαιοφορίες. Η σημαία, ως σύμβολο του κράτους, πρέπει γενικότερα να χρησιμοποιείται όπου απαιτείται η εκπροσώπηση του κράτους και όχι για εθνικιστικές εξάρσεις. Οι λόγοι είναι πολλοί, αλλά τώρα θα επιμείνω μόνο σε ένα.

Είμαστε πλέον μια πολυπολιτισμική κοινωνία, όπως οφείλει κάθε σύγχρονη κοινωνία να είναι. Τα σχολεία μας είναι ευτυχώς και αυτά πολυπολιτισμικά, όσον αφορά τις μαθήτριες και τους μαθητές. Δυστυχώς όμως η παιδεία μας είναι άκρως εθνικιστική. Άλλωστε, όταν στις μέρες μας με δήθεν προοδευτική διάθεση θεωρούμε ότι είναι Έλληνες «οι της ημετέρας παιδείας μετέχοντες» αυτό κυρίως εννοούμε. Όσοι ενστερνίζονται τα διδάγματα και τα παραγγέλματα της εθνικιστικής παιδείας είναι Έλληνες, στα πλαίσια ενός πολιτισμικού ιμπεριαλισμού.

Όταν όμως καλούμε τον Αμίρ να φέρει την ελληνική σημαία και να παρελάσει με αυτήν παρουσιάζοντας το εγχείρημα ως μεγάλο του προνόμιο, στην ουσία προβαίνουμε σε ένα εθνοτικό προσηλυτισμό, πιο απαράδεκτο ή έστω εξίσου απαράδεκτο με τον θρησκευτικό προσηλυτισμό. Κανένα παιδί άλλης εθνότητας και μάλιστα προσφυγόπουλο δεν μπορεί να αντισταθεί σε αυτή την τόσο καλά οργανωμένη διαδικασία αλλοτρίωσης. Οι πρόσφυγες και γενικότερα οι μειονότητες πρέπει να μπορούν, χωρίς περιορισμούς και πιέσεις, να διατηρούν τα εθνοτικά τους στοιχεία. Δεν περιμένω από τον Αμίρ να αρνηθεί να κρατήσει τη ελληνική σημαία και να μη συμμετάσχει στην παρέλαση. Περιμένω ματαιοπονώντας από την πολιτεία να προχωρήσει σε μια ανεξίθρησκη και μη εθνικιστική εκπαίδευση και να καταργήσει τις παρελάσεις και τις σημαιοφορίες.

Ο πρωθυπουργός χάρισε στον Αμίρ την ελληνική σημαία (να την κάνει τι;) και παράλληλα είναι σε αγαστή συνεννόηση με τη γερμανική κυβέρνηση για τη μη συνένωση των οικογενειών των προσφύγων. Ο πατέρας του Αμίρ βρίσκεται στη Γερμανία και δεν του επιτρέπεται να συναντήσει την οικογένειά του. Μήπως κι εκείνος θέλει να κρατήσει τη γερμανική σημαία; Μήπως η κ. Μέρκελ του χαρίσει μια σημαία, για να τον παρηγορήσει που δεν μπορεί να δει την οικογένειά του; Ο Αμίρ δεν έχει ανάγκη από πατέρα. Τώρα έχει την ελληνική σημαία.  Να σε κάψω Γιάννη, να σ´ αλείψω μέλι, όπως θα ´λεγε και ο πρωθυπουργός, που του αρέσουν οι παροιμίες.

Άκουγα χθες τον πρόεδρο της Δημοκρατίας να αγορεύει για τη μειονότητα της Θράκης και να καταγγέλλει για παραβίαση του διεθνούς δικαίου όποιον την θεωρεί κάτι άλλο εκτός από μουσουλμανική. Στην Ελλάδα μόνιμα και ηθελημένα συγχέουμε τις έννοιες υπηκοότητα και εθνότητα, ακριβώς για να μην αποκτήσει εθνότητα η μειονότητα. Αφού είναι Έλληνες υπήκοοι, άρα είναι Έλληνες. Το να αρνείσαι όμως σε μια μειονότητα τον εθνοτικό της αυτοπροσδιορισμό συνιστά κατάφωρη παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Και όταν παραβιάζεις ανθρώπινα δικαιώματα δεν μπορείς να επικαλείσαι ούτε νόμους, ούτε διεθνείς συνθήκες που υπεγράφησαν πριν εκατό χρόνια.

Θα μου πείτε, βέβαια, ας είχε και ο Αμίρ, και όλοι οι Αμίρ, την ελληνική υπηκοότητα και θα βλέπαμε για τα υπόλοιπα.