Η ασεβής ιεραρχία

 

 

Η εναντίωση της ιεραρχίας στο νομοσχέδιο για την ταυτότητα φύλου ισχυροποιεί την εξουσία της εκκλησίας πάνω στο σώμα. Σε προηγούμενο κείμενο είχα διατυπώσει την άποψη πως παρόλο που οι σχέσεις θρησκείας και ανθρώπων είναι πνευματικές, η εκκλησία προσπαθεί να εξουσιάζει το σώμα, επιβάλλοντας αυστηρούς κανόνες, που ελέγχουν την τροφή και το σεξ. Η νηστεία επιβάλλεται τις περισσότερες ημέρες του έτους, καθώς και η αποχή από το σεξ, που έτσι κι αλλιώς περιορίζεται μόνο μεταξύ συζύγων, μέσα σε αυστηρά καθορισμένα πλαίσια.

Η μεγαλύτερη εξουσία που μπορεί να επιβληθεί στους ανθρώπους βασίζεται στις δύο μεγάλες σωματικές ανάγκες, την τροφή και το σεξ, αλλά αυτή η εξουσία της εκκλησίας περιορίζεται μόνο στους πιστούς χριστιανούς. Η παρέμβαση όμως της εκκλησίας στο νομοθετικό έργο, ισχυροποιεί την εξουσία της και την επεκτείνει, όχι μόνο στα σώματα των πιστών της, αλλά και στα σώματα των αλλοθρήσκων και των αθέων.

Η εκκλησία θα έπρεπε, όχι μόνο να μην αναμειγνύεται στο νομοθετικό έργο, αλλά ούτε καν να έχει πρόσβαση στον χώρο του κοινοβουλίου, όπου συνεχώς εισχωρεί για ορκωμοσίες και αγιασμούς. Και βέβαια αναμειγνύεται στο νομοθετικό έργο όταν θίγονται τα συμφέροντά της ή της δίνεται η ευκαιρία να ισχυροποιήσει την εξουσία της.

Και για την ανάμειξή της τώρα, για άλλη μια φορά επικαλείται την προστασία του έθνους. Όμως η εκκλησία ποτέ δεν προστάτευσε το έθνος, τουλάχιστον ο ανώτερος κλήρος, ο οποίος πάνω από όλα  παρεμπόδισε τον διαφωτισμό στην Ελλάδα. Κάθε φορά αποδίδουμε στους Οθωμανούς ευθύνες για την «αγραμματοσύνη» του έθνους, ενώ μοναδικός υπεύθυνος ήταν η εκκλησία, που επέβαλλε ως μοναδικό διδακτικό εγχειρίδιο το ψαλτήρι και απαγόρευε τη διδασκαλία των μαθηματικών και των φυσικών επιστημών και κάθε κειμένου που μιλούσε για ελευθερία και κοινοβουλευτισμό. Και παρόλο που την οθωμανική περίοδο τα σχολεία ήταν ελεύθερα, κατασκεύασε τον μύθο του κρυφού σχολειού, όπως, για να καλύψει την εναντίωση των ιεραρχών για εθνική ανεξαρτησία, κατασκεύασε τον μύθο ότι ο Παλαιών Πατρών Γερμανός ύψωσε το λάβαρο της επανάστασης. Η εκκλησία δεν προστατεύει το «έθνος». Μόνο το χειραγωγεί και το ιδιοποιείται, για να ισχυροποιεί τις θέσεις της.

Η ιεραρχία της Ελλάδας τελικά, παρά τους ισχυρισμούς της για το αντίθετο, είναι ασεβής.

Γιατί δεν σέβεται τους αγώνες του ελληνικού λαού, αλλά τους παραχαράσσει, ώστε να προάγονται τα συμφέροντά της.

Γιατί δεν σέβεται τις δημοκρατικές αξίες.

Γιατί δεν σέβεται το δικαίωμα της αυτοδιαχείρισης του σώματος.

Γιατί δεν σέβεται τις ατομικές ελευθερίες και τα ατομικά δικαιώματα.

Γιατί δεν σέβεται το δικαίωμα των ανθρώπων στη χαρά και την ευτυχία.

νῆσός τις ἔστι

Τη Σαλαμίνα δεν την ήξερα. Μου ήταν άγνωστο αυτό το όνομα. Ήξερα όμως την Κούλουρη, αλλά δεν είχα πάει, ή μάλλον νόμιζα πως δεν είχα πάει. Είχα πάει εκδρομή και στα Παλούκια και στα Σελήνια και στην Κατσηβίγκλα, αλλά δεν ήξερα ότι όλα αυτά τα μέρη ήταν στην Κούλουρη. Κι έπρεπε να φτάσω στη Δευτέρα Δημοτικού, για να μάθω τη Σαλαμίνα στο Σχολείο. Αλλά για να μάθω ότι η Κούλουρη ήταν η Σαλαμίνα πέρασαν ακόμη δυο τρία χρόνια.

Στο σπίτι πάντα άκουγα η για την Κούλουρη. Για όλα τα πράγματα ο πατέρας μου έλεγε ότι ήταν κουλουριώτικο μάλαμα και κάθε που τρόμαζε η μάνα μου, η ψυχή της πήγαινε στην Κούλουρη. Και κάθε τόσο σήκωνε τα μάτια της στον ουρανό κι έλεγε “βλέπω την Κούλουρη φορτωμένη σύννεφα. Θα φέρει βροχή”. Αυτό ήταν και το πρώτο μου μάθημα γεωγραφίας. Όπου έβλεπα σύννεφα στον ουρανό ήξερα ότι εκεί ήταν η Κούλουρη.

Ο θείος της μάνας μου, ο μπαρμπα-Σταύρος, έμενε στην Κατσηβίγκλα. Ο μπαρμπα-Σταύρος έπλεκε νταμιτζάνες και μπουκάλια με χρωματιστά σχοινιά. Κάθε που ερχόταν σπίτι μάς έφερνε κι ένα μπουκάλι. Η μάνα μου δεν τα ήθελε αυτά τα μπουκάλια, γιατί δεν μπορούσε να τα πλύνει απέξω ούτε να δει μέσα αν ήταν καθαρά. Το πετρέλαιο για την γκαζιέρα το είχε πάντα σε μπουκάλι που μπορούσε να πλένεται και να μην λερώνονται τα χέρια της, όταν το έπιανε για να γεμίσει τη γκαζιέρα. Είχαμε όμως πλεγμένα ένα μισοκαδιάρικο του ούζου κι ένα της οκάς για το κρασί. Ο μπαρμπα-Σταύρος έπλεκε κι ένα καπελάκι σφιχτό για το φελλό του μπουκαλιού κι ένωνε φελλό και μπουκάλι με ένα κορδόνι. Με το βάλε βγάλε έσπασε κάποια στιγμή ο μισός φελλός και η μάνα μου έβαλε άλλο φελλό στο μπουκάλι. Ο παλιός έγερνε πάντα στο πλάι και μού φερνε μια θλίψη, αλλά δεν μπορούσε η μάνα μου να τον κόψει, γιατί θα ξηλωνόταν όλο το μπουκάλι. Κάποια στιγμή που ο μπαρμπα-Σταύρος γέρασε πολύ και σταμάτησε τις επισκέψεις η μάνα μου πέταξε όλα τα μπουκάλια του κι εγώ νόμιζα ότι θα λυπόμουν, αλλά τελικά δεν λυπήθηκα.

Στο σπίτι του μπαρμπα-Σταύρου στην Κατσηβίγκλα δεν πήγαμε ποτέ. Όταν όμως η ξαδέλφη της μάνας μου η Φωφώ έχτισε τις δυο κάμαρες πήγαμε να δούμε το σπίτι και το μεσημέρι κοιμηθήκαμε στην αυλή. Κι όταν μπήκαμε στο καραβάκι, ήξερα πια να διαβάζω, είδα ότι στην ταμπέλα του δεν έγραφε Κατσηβίγκλα αλλά Κακή Βίγλα. Αποφάσισα όμως να μη μιλήσω, γιατί ο πατέρας μου με είχε ήδη πει “στρίγκλικο”. Εκεί στην Κατσηβίγκλα ήταν που η θεία Φωφώ έκανε στη μάνα μου τη μεγάλη εξομολόγηση: “Η μάνα μου, Σοφία μου, μού έλεγε να πλένω το ρύζι εφτά χέρια, Γιώργο πήγαινε έξω να παίξεις, αλλά εγώ, από το τρίτο χέρι, όταν βλέπω το νερό να βγαίνει καθαρό, το φουντέρνω”.

Όταν έγινα δέκα ετών είδα στο χάρτη και την Κακή Βίγλα, και τα Σελήνια και τα Παλούκια κι ανακάλυψα ότι είχα πάει στην Κούλουρη, που στο σχολείο τη λέγαν πια Σαλαμίνα. Είδα και ότι όλες οι παραλίες που κάναμε μπάνιο, από τον Άη Γιώργη και το Ικόνιο ως το Πέραμα ήταν ακριβώς απέναντι από τη Σαλαμίνα. Πολύ ωραία περνούσαμε σε αυτές τις παραλίες. Μετά το μπάνιο βγάζαμε από τα πόδια μας τις πίσσες με πανί βουτηγμένο στο πετρέλαιο που πάντα παίρναμε μαζί μας. Στο γυρισμό το βαγόνι μύριζε πετρέλαιο. Τότε όμως νόμιζα πως όλες οι θάλασσες είχαν πίσσες, γιατί δεν ήξερα ακόμη ότι οι πίσσες πήγαιναν μαζί με την εγκατάλειψη και την ύβρη των συμφερόντων.

Το Πέραμα ήταν στο τέλος της διαδρομής που έκανε το τραμ κι εκεί νόμιζα ότι ήταν η άκρη του κόσμου.  Στα προσχολικά μου χρόνια πηγαίναμε στο Πέραμα σε μια ταβέρνα που λεγόταν “η πέρδικα”. Είχανε κι ένα κλουβί κάτω από την κληματαριά με μια καρδερίνα που νόμιζα ότι ήταν πέρδικα. Το βράδυ άναβαν μια λάμπα ασετυλίνης και τηγάνιζαν μαριδάκι, αλλά εγώ νύσταζα και ήθελα να φύγουμε κι ο πατέρας μου θύμωνε, αλλά με έπαιρνε αγκαλιά και κοιμόμουν.

Στην ηλικία των δέκα η μάνα μου μού είπε για το ναυάγιο.

Αρχές Μαΐου του 44 έφυγε ο πατέρας πολύ πρωί για δουλειά στη Σαλαμίνα. Έξω από την Ψυτάλλεια το καράβι έπεσε σε νάρκη και βυθίστηκε. Ο πατέρας μου πέταξε όλα του τα ρούχα και με τα σώβρακα μόνο κολύμπησε ώρες και βγήκε απέναντι στη στεριά. Κι από κει, ξεπαγιασμένος περπάτησε ως το σπίτι, στην οδό Βιτωλίων.

Η μάνα μου άκουσε τα χτυπήματα στην πόρτα, άνοιξε και τον είδε μπροστά της με τα σώβρακα, να τρέμει από το κρύο.

“Η ψυχή μου πήγε στην Κούλουρη. Τι έπαθες, τον ρωτάω, αλλά δεν μπορούσε να μιλήσει. Σήκωσε τα μωρά από το κρεβάτι τους, ο Τάσος μου ήταν τότε είκοσι μηνών και η Ελένη μου μωρό ασαράντητο, τα κράταγε στην αγκαλιά του κι έκλαιγε. Εσείς παιδιά μου με σώσατε, έλεγε.”

Στη μάνα μου δεν πήγε κανένας αγγελιαφόρος, όπως πήγε στην Άτοσσα, να της πει “νῆσός τις …” Ούτε χρειάστηκε να της πει ο πατέρας μου: “νῆσός τις ἔστι πρόσθε Σαλαµῖνος τόπων”, γιατί η μάνα μου ήξερε πολύ καλά πως το νησί μπροστά από την Κούλουρη είναι η Ψυτάλλεια.

Περί αριστείας

Μαθητής του δημοτικού ήμουν και ο θείος μου μού υποσχέθηκε πως αν έπαιρνα άριστα και στο καινούργιο πολύ δύσκολο σχολείο, θα μου έκανε δώρο ένα ρολόι. Από τη χαρά μου κρατούσα τον έλεγχο με το άριστα στο χέρι, δεν τον έβαλα στην τσάντα, και πρώτα πήγα στον θείο μου να τον δείξω και μετά στο σπίτι μας. Νόμιζα πως την άλλη μέρα θα πήγαινα σχολείο με το ρολόι, αλλά οι μέρες περνούσαν και το ρολόι δεν ερχόταν. Μετά από μερικές βδομάδες ρώτησα πολύ δειλά τον θείο μου αν θα μου αγόραζε το ρολόι. Μου είπε ότι το είχε παραγγείλει σε ένα φίλο του ναυτικό και αυτός θα το έφερνε. Μετά από οχτώ μήνες ήρθε το ρολόι, μάρκας continental, όπως το ζαχαροπλαστείο στον Πειραιά. Πάστες και ρολόι ίδια μάρκα. Μαζί του ήρθαν και πολλοί κανόνες. Να μην το κουρδίζω τέρμα. Καλύτερα να το κουρδίζω το μισό κάθε βράδυ που έπρεπε να το βγάζω και το άλλο μισό το πρωί πριν το ξαναφορέσω. Και να το βγάζω κάθε φορά πριν πλύνω τα χέρια μου, για να μην πάει νερό. Το ρολόι περνούσε τον περισσότερο στον ρολογά και τον λιγότερο στο χέρι μου.

Δεν θέλω να αναφερθώ άλλο στα δικά μου, αλλά στα πολλά άριστα των παιδιών στο σχολείο, στην εκπαιδευτική μου πορεία. Υπήρχαν αρκετά παιδιά που έπαιρναν άριστα με ευκολία και άλλα που οι γονείς τους τα κούρδιζαν μισό το βράδυ πριν κοιμηθούν και μισό το πρωί αφού ξυπνήσουν. Παιδιά που αγωνιούσαν μην μπει κι άλλο τεστ και διακινδυνεύσει η βαθμολογία τους. Παιδιά που ρωτούσαν με πολύ άγχος στο διάλειμμα τι βαθμό πήραν. Παιδιά που θεωρούσαν το 17 σε ένα τεστ μεγάλη αποτυχία. Παράλληλα υπήρχε η αγωνία για το πόσο ψηλό είναι το άριστά τους. Είναι το ψηλότερο στο τμήμα, είναι το ψηλότερο στην τάξη; Κι αν το ψηλότερο στην τάξη το έχει παιδί άλλου τμήματος, το έχει επειδή ο μαθηματικός του άλλου τμήματος βάζει ψηλότερους βαθμούς κι αυτό είναι αδικία.

Και από την άλλη έρχεται η αγωνία των γονέων. Που εκείνοι έπαιρναν άριστα στο σχολείο και πρέπει να πάρει κι ο γιος τους ή η κόρη τους. Που το άλλο τους παιδί παίρνει άριστα και πρέπει να πάρει και το μικρότερο. Που από τότε που γεννήθηκε αποφάσισαν πως το παιδί τους θα γίνει νευροχειρούργος και για αυτό πρέπει να παίρνει πάνω από δεκαεννέα. “Που εγώ άφησα τη δουλειά μου και αφοσιώθηκα στα παιδιά μου και έχω την απαίτηση να μου φέρνουν ψηλούς βαθμούς”. “Δεν μπορεί στα Γαλλικά να του βάζουν 18, τη στιγμή που στα Αγγλικά παίρνει 19”.

-Τι θα κάνουμε, για να πάρει καλούς βαθμούς;

-Μα παίρνει καλούς βαθμούς.

-Εσείς θεωρείτε το 16 καλό βαθμό;

-Για την ακρίβεια τον θεωρώ πολύ καλό βαθμό.

-Και τι να του πω το βράδυ στο σπίτι;

-Να του πείτε μπράβο.

-Αυτό δεν μπορώ να το κάνω.

 

Ωστόσο τα παιδιά δεν πάνε στο σχολείο μόνο για τα μαθήματα και για τους βαθμούς των μαθημάτων.  Το σχολείο οφείλει να τους μάθει δεξιότητες, να ανακαλύψει τις κλίσεις τους και να τις καλλιεργήσει, να τα βοηθήσει να αναπτύξουν την προσωπικότητας τους. Να τους μάθει να ζουν σε μια κοινωνία με ευθύνη, με αναγνώριση των υποχρεώσεων τους και με διάθεση προσφοράς. Το σχολείο δεν πρέπει να κλονίζει την αυτοπεποίθηση των παιδιών, αλλά να την ενισχύει. Όλα αυτά μπορεί να αποδειχθούν πολύ πιο χρήσιμα στη ζωή των παιδιών και στις σχέσεις τους με τους συνανθρώπους τους από ένα άριστα στη βαθμολογία, που μπορεί να είναι και καρπός μεγάλης θλίψης.

Αν αναγνωρίσουμε την αξία όλων αυτών και δεν επιμείνουμε μόνο στη βαθμολογία, τότε θα ανακαλύψουμε και άλλα πολλά άριστα που δεν έχουν σχέση με τα μαθήματα. Και δεν αναφέρομαι μόνο στο παιδί που τραγουδάει, που παίζει κιθάρα, που ζωγραφίζει, που χορεύει, που παίρνει αθλητικά έπαθλα. Αναφέρομαι κυρίως στο παιδί που χαμογελάει, που είναι φιλικό προς τους άλλους. Αναφέρομαι στο παιδί που είναι θλιμμένο, αλλά τιμά την εμπιστοσύνη που του δείχνεις. Αναφέρομαι στο παιδί που το κορόιδεψαν, αλλά δεν κρατάει κακία. Αναφέρομαι στο παιδί το θυμωμένο που θα αξιοποιήσει την ανεκτικότητά μας.

 

Τελικά, όλα τα παιδιά είναι άριστα σε κάτι. Κι αν κάποιο δεν είναι, δεν είναι επειδή δεν είχαμε την υπομονή και την ευαισθησία, για να ανακαλύψουμε την αριστεία του.

 

 

Υ.Γ. Θεωρώ ότι η κλήρωση είναι ένα δημοκρατικό μέσο, όταν γίνεται έντιμα. Αλλά θεωρώ πως τα παιδιά των σχολείων δεν πρέπει να παίρνουν μέρος σε τελετές και εκδηλώσεις μιλιταριστικού χαρακτήρα, όπως οι παρελάσεις.

 

Από τις αδελφές Τσαγκαράκη έως την Ηριάννα

Ο πρώτος αντιτρομοκρατικός νόμος μετά την μεταπολίτευση είναι ο 774/1978, ο οποίος προέβλεπε ακόμη και θανατική ποινή. Τα αθώα θύματα αυτού του νόμου και των άλλων που ακολούθησαν είναι πολύ περισσότερα από τα θύματα της τρομοκρατίας. Θύτες ήταν η αστυνομία, η δικαιοσύνη και οι νομοθέτες των τρομονόμων, ενώ τα θύματα προέρχονται από τον αντιεξουσιαστικό χώρο ή θεωρήθηκε ότι ανήκουν σε αυτόν.

Οι πρώτοι δεκατρείς που συνελήφθησαν το 1980 αθωώθηκαν μετά από πολύμηνη προφυλάκιση. Η μέθοδος όμως να προφυλακίζονται αθώοι και να αθωώνονται στη συνέχεια από έλλειψη στοιχείων θεωρήθηκε προφανώς πολύ επιτυχής και δεν έχει εγκαταλειφθεί. Είναι χαρακτηριστικό όμως ότι τον Μάρτιο του 1980 συνελήφθησαν στη Χαλκίδα με τον αντιτρομοκρατικό νόμο τρεις ανήλικοι μαθητές, επειδή έκαψαν τα απουσιολόγια του σχολείου. Οι περιπτώσεις είναι αμέτρητες, αλλά θα σταθώ σε μία εκείνης της εποχής. Στη σύλληψη, το 1981, των αδελφών Αικατερίνης και Ευαγγελίας (Λίτσας) Τσαγκαράκη 23 και 20 ετών αντίστοιχα και του Βαγγέλη Λάμπρου, ο οποίος το 1979 σε ηλικία 23 ετών είχε φυλακιστεί για εκούσια απαγωγή της ανήλικης τότε Λίτσας Τσαγκαράκη. Τον Δεκέμβριο του 1980 κάηκαν τα πολυκαταστήματα Μινιόν και Κατράντζος και τον Ιούνιο του 1981 τα πολυκαταστήματα Κλαουδάτος και Ατενέ. Μετά από λίγες ημέρες συνελήφθη ως ύποπτος για τους εμπρησμούς ο Βαγγέλης Λάμπρου, ο οποίος ανήκε στον αντιεξουσιαστικό χώρο και αμέσως μετά η αστυνομία έκανε έφοδο στο σπίτι των αδελφών Τσαγκαράκη, λόγω της προηγούμενης σχέσης της Λίτσας Τσαγκαράκη με τον Βαγγέλη Λάμπρου, παρόλο που αυτός εκείνη την εποχή συζούσε με άλλη γυναίκα.

Θυμάμαι δισέλιδο ρεπορτάζ σε εφημερίδα, όπου οι αδελφές Τσαγκαράκη εμφανίζονταν αναμφισβήτητα ως ένοχες για τους εμπρησμούς. Τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν τότε θεωρήθηκαν αδιάσειστα. Οι δύο αδελφές έκαναν συχνά ταξίδια στο εξωτερικό, στο σπίτι τους βρέθηκαν πολλά μπουκάλια με χημικά καθώς και τεύχη της εξτρεμιστικής οργάνωσης Αντί. Πρόκειται βέβαια για το ευρείας κυκλοφορίας περιοδικό Αντί, του οποίου τα γραφεία ήταν στο Κολωνάκι.

Λίγες μέρες αργότερα αποδείχθηκε ότι τα ταξίδια στο εξωτερικό αφορούσαν επισκέψεις σε οφθαλμιατρικό κέντρο, λόγω των προβλημάτων όρασης της μιας από τις δύο αδελφές και τα μπουκάλια με τα χημικά ήταν οφθαλμιατρικά φάρμακα. Και ο Λάμπρου και οι δύο αδελφές απηλλάγησαν από τις κατηγορίες, όμως στην αντίληψη της κοινωνίας οι αδελφές παρέμειναν ένοχες. Λίγους μήνες αργότερα ο πατέρας των αδελφών Τσαγκαράκη, που υπηρετούσε ως υπεύθυνος ασφαλείας του νομισματοκοπείου της Τράπεζας της Ελλάδας, έβαλε τέλος στη ζωή του αυτοπυρπολούμενος στο προαύλιο της εκκλησίας. Επέλεξε αυτόν τον τρόπο θανάτου, που συνήθως επιλέγουν οι απόλυτα αδύναμοι και αγανακτισμένοι άνθρωποι. Δεν πυρπόλησαν οι κόρες του τα πολυκαταστήματα, αλλά οι εκπρόσωποι του κράτους πυρπόλησαν αυτόν τον πατέρα. Ο Βαγγέλης Λάμπρου συνελήφθη επανειλημμένα, χωρίς ποτέ να αποδειχθεί ανάμειξή του σε οποιαδήποτε πράξη. Τέλος, θεωρήθηκε ύποπτος και για το “ριφιφί” στην Τράπεζα Εργασίας το 1992. Και πάλι δεν προέκυψε κάτι που να τον συνδέει με την υπόθεση, αλλά λόγω της κακής πλέον ψυχικής κατάστασής του, αυτοκτόνησε στην Αίγινα το 1994, σε ηλικία 39 ετών.

Θα ήθελα να κάνω και μια σύντομη αναφορά στον Νίκο Ρωμανό, επειδή η περίπτωσή του είναι πρόσφατη και δεν χρειάζεται μεγάλη εξιστόρηση. Καταδικάστηκε σε κάθειρξη 20 ετών, για απόπειρα ληστείας και ως αυτόνομος τρομοκράτης, μια και δεν στοιχειοθετήθηκε η ανάμειξή του σε κάποια οργάνωση, και αν και δεν είχε προβεί σε κάποια αντιτρομοκρατική πράξη. Επιπλέον ουδέποτε του χορηγήθηκε άδεια σπουδών, παρά την ειδική νομοθέτηση που έγινε τον Δεκέμβριο του 2014 για εκείνον, μετά την μεγάλης διάρκειας απεργία πείνας που είχε κάνει.

Με άλματα και σημαντικές παραλείψεις φθάνουμε στο τώρα. Στον Θεόφιλο, στον Περικλή και την Ηριάννα. Στα γνωστά σε όλους. Όμως θα κάνω μια τελευταία παρένθεση.

Τον Οκτώβριο του 2010 εκδόθηκε η απόφαση του δικαστηρίου για τους δύο ενόχους για τη δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου. Οι δύο ένοχοι όχι μόνο δολοφόνησαν εν ψυχρώ ένα αθώο αγόρι 15 ετών, αλλά από κοινού απέκρυψαν και αλλοίωσαν τα επιβαρυντικά για αυτούς στοιχεία και προσπάθησαν με κατασκευασμένα στοιχεία να αποδώσουν τη δολοφονία σε άμυνα. Και επιπλέον επιβάρυναν το ελληνικό δημόσιο με 800.000€, όση είναι η αποζημίωση του κράτους προς την οικογένεια Γρηγορόπουλου. Ο συνένοχος για τη δολοφονία ειδικός φρουρός Βασίλης Σαραλιώτης καταδικάστηκε σε δεκαετή φυλάκιση. Τον επόμενο Οκτώβριο με απόφαση του πενταμελούς εφετείου Λαμίας αποφυλακίστηκε ο Βασίλης Σαραλιώτης, λόγω των προβλημάτων υγείας του πατέρα του! Και καθυστέρησε η απόφαση ένα χρόνο, όχι για άλλο λόγο, αλλά επειδή η δικαιοσύνη είναι αργή. Φαντάζομαι ότι ο πατέρας της Ηριάννας είναι απόλυτα υγιής, αλλιώς θα είχε αποφυλακιστεί και αυτή.

Η Ποτίτσα, η κουμπάρα

-Αύριο που θα πάω στου Πανάγου για δικά μου θα σου πάρω κι εσένα μαλλί και βελονάκι και θα στα στείλω με το Γιώργο μου. Καναρινί, για να ταιριάζει, είτε γεννηθεί αγόρι, είτε κορίτσι.

Όταν έφυγε η Ποτίτσα, άρχισα τη γκρίνια.

-Δεν θέλω να πάω.

-Αφού είναι πολύ κοντά το σπίτι της. Μου είπε ότι θα σου δώσει και παγάκια.

Το επιχείρημα ήταν ισχυρό, αν και δεν άκουσα την Ποτίτσα να λέει κάτι τέτοιο.

-Εγώ δεν την άκουσα να λέει για παγάκια.

-Δεν το είπε σήμερα, άλλη φορά το είπε.

Τα παγάκια ήταν η αδυναμία μου. Στη γειτονιά υπήρχαν μόνο δύο ηλεκτρικά ψυγεία. Ήξερες ποιοι έχουν ηλεκτρικό ψυγείο, γιατί ο παγοπώλης δεν άφηνε πάγο στην πόρτα τους. Το ένα το είχε η Αθηνά, η Αραπίτσα, που την έλεγαν έτσι, γιατί ήταν πολύ μελαχρινή. Η Αραπίτσα ήταν μοδίστρα και μια φορά που με πήρε μαζί η μάνα μου για πρόβα, ζήτησα νερό. Πήγα στην κουζίνα να πιω το νερό και τότε τα είδα, ηλεκτρική κουζίνα και ψυγείο ιζόλα. Δεν ήξερα να διαβάζω, αλλά αναγνώριζα το σήμα από το άλλο ψυγείο της γειτονιάς, του Μπεμπέκου.

Ο Μπεμπέκος έμενε λοξά απέναντί μας. Ακριβώς απέναντι έμενε η Ερηνούλα, που η μάνα μου την έλεγε Χοντροκώλα και δίπλα ήταν το σπίτι του Μπεμπέκου. Όταν πήγαινα σπίτι του να παίξουμε μερικές φορές η μάνα του μάς έδινε από ένα παγάκι. Ο Μπεμπέκος ήταν πολύ φίλος μου και στενοχωριόμουν όταν τα βράδια έβγαινε η μάνα του στην πόρτα και φώναζε “Μπεμπέεεεκοοοο” και όλοι στη γειτονιά γέλαγαν.

Ο Μπεμπέκος κι εγώ ήμασταν τα μόνα αγόρια της παρέας. Δύο αγόρια και τέσσερα κορίτσια. Η Βούλα, η Νικολέττα, η Μαρία και η Μερόπη. Αλλά στο σπίτι της Μερόπης δεν με άφηνε ο πατέρας μου να πηγαίνω, γιατί ο πατέρας της Μερόπης ήταν αστυνομικός.

Όταν παίζαμε στο πεζοδρόμιο τις κουμπάρες και τους κουμπάρους εγώ σέρβιρα τα παγάκια. Το καπάκι που σκέπαζε το μετρητή του νερού ήταν όλο τετραγωνάκια. Αυτό ήταν η παγοθήκη. Έριχνα λίγο νερό από πάνω και τα τετραγωνάκια  ήταν ολόιδια με παγάκια. Τους σέρβιρα συνέχεια. Ήμουν και κουμπάρος και σερβιτόρος.

 

-Μη γυρίσεις την τσάντα ανάποδα και σου πέσει το βελονάκι. Ίσια να την κρατάς.

Ξεκίνησα με βαριά καρδιά. Αν άνοιγε την πόρτα η Ποτίτσα, δεν υπήρχε πρόβλημα. Θα της άφηνα την τσάντα χωρίς να πω τίποτε και θα έφευγα γρήγορα γρήγορα. Αν όμως άνοιγε την πόρτα η γιαγιά, η κυρα-Βασιλική, τότε τι θα έλεγα και τι θα έκανα; Δεν μπορούσα να πω “θέλω την κυρία Ποτίτσα”, γιατί εγώ αυτό το όνομα δεν μπορούσα να το πω. Γιατί το Ποτίτσα βγαίνει από το Τιποτίτσα και είναι ντροπή να σε λένε και να σε φωνάζουν Τιποτίτσα. Κι ας έλεγε η μάνα μου ψέματα ότι έβγαινε από το Παναγιώτα. Τιποτίτσα τη βάφτισαν.

Κατέβηκα την Βιτωλίων, πέρασα τις γραμμές του τραμ κι εκεί απέναντι ήταν το σπίτι. Ανέβηκα το μαρμάρινο σκαλοπάτι, σηκώθηκα στις μύτες των ποδιών και χτύπησα το κουδούνι. Ηλεκτρικό κουδούνι, όπως στο σπίτι του Μπεμπέκου.

-Τι θέλεις, ποιος είσαι; ρώτησε η κυρα-Βασιλική.

Μιλιά εγώ. Της έδωσα την τσάντα με το μαλλί.

-Ο Γιώργος είσαι; Έλα μέσα.

Με πήγε στην κουζίνα. Κάθισε, μου λέει, και τότε το είδα. Δεν ήταν ιζόλα. Άλλα γράμματα.

-Τι μάρκα είναι το ψυγείο σας; ρώτησα πολύ δειλά.

-Βοσκή, γερμανικό.

Σε λίγο μπήκε και η Ποτίτσα.

– Θέλεις γλυκό βανίλια;

– Τς.

-Βύσσινο;

-Τς.

-Τίποτε δεν θέλεις;

-Θέλω ένα παγάκι.

-Παγάκι δεν κάνει, γιατί θα πονέσει ο λαιμός σου.

 

Σε λίγους μήνες γεννήθηκε η Μπούλα. Την είδαμε που φορούσε καναρινί καπελάκι, καναρινί ζιπουνάκι και καναρινιά καλτσάκια. Για τα Χριστούγεννα η μάνα μου της έπλεξε καναρινί φορεματάκι. Την Άνοιξη βαφτίσαμε τη Μπούλα στην Υπαπαντή και τη βγάλαμε Βασιλική. Νονός ήταν ο πατέρας μου. Αλλά κοίταζε αλλού. Του μίλαγε ο παπάς, ο πατέρας μου κοίταζε αλλού. Έβαλαν το παιδί στην κολυμπήθρα, ο πατέρας μου κοίταζε αλλού. Τότε ανακάλυψα πόσο καλά ο πατέρας μου κοίταζε αλλού.

 

Λίγο καιρό μετά ο πατέρας μου έφερε μια εφημερίδα. Την έδειξε στη μάνα μου και της είπε “Δες εδώ ρεζιλίκια”. Και μετά συνέχεια έλεγαν “Αυτός, αυτός, αυτός” και κάτι για λεφτά, που δε βγαίνουν από ένα μαγαζί.

 

Από τότε δεν ξανάδαμε ούτε την Ποτίτσα, ούτε τον άντρα της, ούτε τη Μπούλα, που τη βαφτίσαμε Βασιλική. Και η φωτογραφία της Μπούλας με το καναρινί φορεματάκι βγήκε από τον μπουφέ.

 

Την Ποτίτσα την ξανάδα στα δεκαεννιά μου. Στην κηδεία του πατέρα μου. Είχε μαζί της και ένα κορίτσι στην εφηβεία. “Έφερα” μου είπε τη Μπούλα, για να νεκροφιλήσει το χέρι του νονού της. Ανατρίχιασα.

Από τότε δεν ξανάδα την Ποτίτσα, ούτε κανένα άλλο από την οικογένειά της. Και κατάφερα να μην πω ποτέ το όνομα της. Αλλά προστέθηκαν πλέον τόσα πολλά ονόματα που δεν θέλω να πω. Όχι Τιποτίτσες. Τιποτένιοι και τιποτένιες.