είμαστε όλοι συνένοχοι

 

 

Η νέα δικαστική απόφαση για το Φαρμακονήσι απέδωσε την ευθύνη για το θάνατο των προσφύγων στο λιμενικό. Το βλέπαμε αυτό από τότε, αλλά η εισαγγελία του ναυτοδικείου Πειραιά είχε αρνηθεί  να διερευνήσει τις ενδεχόμενες ευθύνες του λιμενικού και είχε θέσει την υπόθεση στο αρχείο.

Παρόλα αυτά και πάλι οι νέοι ένοχοι είναι λίγοι και η ευθύνη που τους αποδόθηκε μικρή, αλλά το έγκλημα είναι μεγάλο και οι νεκροί πολλοί. Δεν είναι μόνο οι νεκροί στο Φαρμακονήσι, αλλά και οι δεκάδες χιλιάδες νεκροί που αθροίζονται όλα αυτά τα χρόνια σε θάλασσα και στεριά χωρίς να αποδίδονται ευθύνες και χωρίς να αναλαμβάνει κανείς την ευθύνη. “Τόσα κορμιά ριγμένα στα σαγόνια της θάλασσας στα σαγόνια της γης· τόσες ψυχές δοσμένες στις μυλόπετρες, σαν το σιτάρι.”

Και δεν είναι μόνο οι θάνατοι των προσφύγων, αλλά και των ντόπιων. Στην αρχή ήταν οι φοιτητές που πέθαναν από αναθυμιάσεις μαγκαλιού στη Λάρισα, επειδή δεν είχαν άλλο μέσο θέρμανσης, λόγω κρίσης,  και μετά ακολούθησαν κι άλλοι. Στην αρχή ήταν ο Χριστούλας που αυτοκτόνησε στο σύνταγμα και μετά οι αυτοκτονίες έγιναν αμέτρητες και συνεχίζονται.

Για αυτό το σύγχρονο ολοκαύτωμα προσφύγων και ντόπιων είμαστε όλοι συνένοχοι. Γιατί δεν κάναμε τίποτε, για να σταματήσουμε το κακό ή γιατί αυτά που κάναμε ήταν λίγα και δεν ανέκοψαν την αθλιότητα γύρω μας. Και είμαστε συνένοχοι, γιατί επιτρέψαμε στα μάτια μας και στα αυτιά μας να εξοικειωθούν με τον ανθρώπινο πόνο. Στην αρχή ήταν λίγοι οι ναυαγοί και αναστατωθήκαμε. Και μετά έγιναν πολλοί, πάρα πολλοί, και συνηθίσαμε και η είδηση δεν αξίζει την προσοχή μας. Στην αρχή ήταν ο Χριστούλας και πληγωθήκαμε. Και μετά ακολούθησαν πολλές αυτοκτονίες και χάσαμε τον αριθμό και πάψαμε να λογαριάζουμε τους νεκρούς της οικονομικής κρίσης. Στην αρχή οι ρατσιστικές εκδηλώσεις ήταν λίγες και αντιδράσαμε και μετά έγιναν καθημερινότητα και υποταχθήκαμε.

Και μετά δεχθήκαμε τις καταδικαστικές αποφάσεις για τον Θεοφίλου και την Ηριάννα και θα τους ξεχάσουμε κι αυτούς.

Και μετά χάσαμε τον έλεγχο της ζωής μας και παραδοθήκαμε στη φενάκη των δημοσκοπήσεων.

Αλλά για όλους αυτούς τους λόγους είμαστε όλοι συνένοχοι. Και μπορεί να έχουμε βρει ελαφρυντικά για τον γερμανικό λαό την περίοδο του ναζιστικού ολοκαυτώματος, αλλά για μας τώρα, για αυτό το νέο ολοκαύτωμα δεν θα υπάρχει κανένα ελαφρυντικό.

Η Υπερηφάνεια

 

Διάβαζα αυτές τις μέρες, στο twitter κυρίως, τα αρνητικά σχόλια για τα gay pride Αθήνας και Θεσσαλονίκης. Δύο πράγματα μού έκαναν τη μεγαλύτερη εντύπωση και μόνο με αυτά θα ασχοληθώ. Το πρώτο είναι τα επιθετικά σχόλια, παράλληλα με τα εγκωμιαστικά, που έγιναν προς τη Ζωή Κωνσταντοπούλου για τη συμμετοχή της στο gay pride Αθήνας. Το να έχεις αντίθετη άποψη για τις πολιτικές επιλογές ενός πολιτικού προσώπου είναι κατανοητό. Το να έχεις αντίρρηση όμως για το ότι το πολιτικό πρόσωπο εκτελεί το καθήκον του δεν το κατανοώ. Και η συμμετοχή στο gay pride θεωρώ πως είναι υποχρέωση και καθήκον όλων των κυβερνητικών και πολιτικών προσώπων και των κρατικών λειτουργών που έχουν υπευθυνότητα και θέλουν να σηματοδοτήσουν το δρόμο προς μια κοινωνία πιο ανεκτική, λιγότερο ομοφοβική, που δεν στιγματίζει και δεν περιθωριοποιεί τη διαφορετικότητα. Και επειδή όλα αυτά καθιστούν την κοινωνία πιο δίκαιη θεωρώ πως είναι απαραίτητη και η παρουσία των προέδρων των ανωτάτων δικαστηρίων και γενικώς εκπροσώπων των δικαστικών αρχών.

Το δεύτερο που μου έκανε εντύπωση είναι η αμφισβήτηση του pride, της υπερηφάνειας. Πολλοί αναρωτήθηκαν γιατί είναι οι gay υπερήφανοι και γιατί παρελαύνουν; οι straight γιατί δεν παρελαύνουν που έχουν κάθε λόγο να είναι υπερήφανοι;

Ας δούμε όμως έστω και μόνο μια πλευρά της υπερηφάνειας των gay. Έχουν κάθε λόγο οι gay να είναι υπερήφανοι/ες που τόλμησαν να παραδεχθούν και να ομολογήσουν ότι είναι gay. Που άντεξαν την οικογενειακή απόρριψη, που υπέστησαν το bulling στο σχολείο, στο δρόμο, στη γειτονιά, στο στρατό, στον εργασιακό χώρο. Και να μην ξεχνάμε πως η υπερηφάνεια πάει χέρι χέρι με τη ντροπή. Τη ντροπή των γονιών, του παππού και της γιαγιάς, των συγγενών, των “φίλων”, ακόμη και του διαχειριστή της πολυκατοικίας, που κρυφοκοιτάζει, ποιος μπαίνει και ποιος βγαίνει.

Και είναι οι gay υπερήφανοι ως αντίβαρο για εκείνους/ες που δεν τόλμησαν να το αποκαλύψουν, αλλά έχουν μια κρυφή ζωή, γιατί το περιβάλλον τους δεν θα τους ανεχόταν. Τα πολιτικά κόμματα, ο στρατός, η αστυνομία, τα αθλητικά σωματεία, τα σχολεία είναι τα λιγότερο ανεκτικά και πλέον καταπιεστικά περιβάλλοντα. Και δεν κατακρίνω αυτούς που δεν αποκαλύφθηκαν, τα περιβάλλοντά τους κατακρίνω που δεν τους έδωσαν την ευκαιρία.

Και επειδή, από όλα αυτά τα περιβάλλοντα, μόνο το σχολικό περιβάλλον μου είναι οικείο, ξέρω πόσο δύσκολο είναι να αντιμετωπίσει κανείς την ομοφοβία. Πόσο φοβούνται οι πατεράδες μήπως ο γιος τους καταλήξει να γίνει gay και παράλληλα θεωρούν ότι η macho διαπαιδαγώγηση θα αποτρέψει το “κακό”. Πάντα θεωρούσα παιδαγωγικά επιβεβλημένο σε ένα σχολείο να διδάσκουν gay εκπαιδευτικοί, γιατί ένα μεγάλο πρόβλημα της κοινωνίας και του σχολικού περιβάλλοντος είναι η ομοφοβία. Πώς όμως θα γινόταν αυτό δεκτό από τους γονείς, όταν ακόμη και γιατρός πρώην υπουργός έχει δηλώσει ότι η ομοφυλοφιλία είναι κολλητική;

Για όλους και όλες τους/τις gay που ντρέπονται ή δεν μπορούν να αποκαλυφθούν έχουν δικαίωμα οι άλλοι να είναι υπερήφανοι και να παρελαύνουν, ως αντίβαρο στην κοινωνική καταπίεση.

Για να εκλείψει η υπερηφάνεια πρέπει προηγουμένως να εκλείψει η ντροπή. Γιατί η υπερηφάνεια και η ντροπή πάνε μαζί. Και μακάρι να φτάσουμε κάποτε να μην είναι κανείς ποτέ υπερήφανος για οτιδήποτε και να είμαστε όλοι ταπεινοί. Για το καλό της κοινωνίας.

 

Έγραψα το κείμενο αυτό, εκτός των άλλων, και ως υποχρέωση απέναντι στις/τους gay μαθήτριες και μαθητές μου, τους γονείς τους, του ομόφυλους γονείς του σχολείου και τα παιδιά τους και τις/τους gay εκπαιδευτικούς συναδέλφους μου στη Σχολή Μωραΐτη.

Ο καλός μαραγκός κι ο κακός επιστήμονας

 

Δεν με απασχολεί το ότι το κείμενο του Θεοτοκά διασκευάστηκε, για να δοθεί στις πανελλήνιες εξετάσεις των ΕΠΑΛ, αλλά με απασχολεί το ότι επιλέχθηκε ένα πατερναλιστικό και σεξιστικό κείμενο του 1956 και διασκευάστηκε,  ώστε να γίνει συντηρητικότερο και να προσλάβει έντονες ταξικές προκαταλήψεις.

Ο πατερναλισμός είναι το γενικότερο πρόβλημα της παιδείας και σε αυτό το κείμενο δεσπόζουν τα δύο φανταστικά πρόσωπα, ο πατέρας και ο μελλοντικός πατέρας, ο γιος του. Δεν θεωρώ πως ο Θεοτοκάς θα κατασκεύαζε ποτέ μια μητέρα να δίνει ανάλογες συμβουλές στην κόρη της, αλλά, αναρωτιέμαι αν ο ίδιος πατέρας έδινε συμβουλές στην υποτιθέμενη κόρη του θα την συμβούλευε να παντρευτεί σύζυγο κατά 30 χρόνια μεγαλύτερό της. Ο ίδιος ο Θεοτοκάς παντρεύτηκε σε ηλικία 61 ετών την 30 χρόνια νεότερή του Κοραλία.

Ας δούμε τώρα και τις ταξικές προκαταλήψεις. Το πρωτότυπο έλεγε: «Ένας άξιος μαραγκός που κατέχει καλά τη δουλειά του και πιστεύει σ’ αυτήν είναι πολύ πιο ολοκληρωμένος και αξιοσέβαστος άνθρωπος από έναν κουφό πρύτανη ή έναν κακό πρωθυπουργό».  Σαφής η προτίμηση προς τον υποδειγματικό μαραγκό έναντι του κουφού (ή κούφου, όπως διορθώνει ο Σαραντάκος) πρύτανη ή του κακού πρωθυπουργού. Υποθέτουμε πως, σύμφωνα με τις αξίες του κειμένου, ο συνετός πρύτανης και ο καλός πρωθυπουργός υπερέχουν έναντι του άξιου ξυλουργού.

Ας δούμε τώρα και το διασκευασμένο κείμενο που δόθηκε προς ανάπτυξη στις εξετάσεις:

«Ενας άξιος μαραγκός που κατέχει καλά τη δουλειά του και πιστεύει σ’ αυτήν είναι πολύ πιο ολοκληρωμένος και αξιοσέβαστος άνθρωπος από έναν κακό επιστήμονα». Πάντα είχα πρόβλημα με τη χρήση του επιθέτου «κακός», και πάντα αναρωτιόμουν αν το θηλυκό του γένος είναι κακιά ή κακή. Γιατί άλλο νόημα έχει η κακή δεσμοφύλακας και άλλο η κακιά δεσμοφύλακας, πόσο μάλλον που η κακή δεσμοφύλακας δεν είναι κακιά, αλλά καλή. Γενικά πρέπει να αποφεύγουμε την αφελή ταξινόμηση σε καλούς και κακούς και ένας λόγος παραπάνω να το αποφεύγουμε στην εκπαίδευση. Αλλά ζητάω πολλά. Επειδή όπως είπα δυσκολεύομαι να κατανοήσω τι σημαίνει κακός, ανέτρεξα στις απαντήσεις των φροντιστηρίων και είδα ότι κακός επιστήμονας είναι αυτός που δεν κατέχει καλά το γνωστικό του αντικείμενο.

Ενώ λοιπόν το κείμενο προτιμάει τον καλό μαραγκό από τον κακό επιστήμονα, προφανώς προτιμάει τον καλό επιστήμονα από τον καλό ξυλουργό. Αυθαίρετη επιλογή, απαράδεκτη σύγκριση και ταξικά φορτισμένη. Το παιδί του καλού μαραγκού που φοιτά στο ΕΠΑΛ θα προτιμούσε, επομένως, να ήταν ο πατέρας του καλός επιστήμονας, οπότε μπορεί να φοιτούσε σε γενικό λύκειο και θα έδινε άλλες εξετάσεις. Γιατί με κάποιο τρόπο το κείμενο του λέει: «Εσύ από το επαγγελματικό λύκειο τι πιθανότητες έχεις να γίνεις καλός επιστήμονας; Μήπως είναι προτιμότερο να γίνεις καλός μαραγκός;» Και ίσως για να συμπληρωθεί η γελοιότητα έπρεπε να μην έχουμε μόνο δύο επιλογές, αλλά και μία τρίτη, του καλού έμπορα που βγάζει πολλά λεφτά;

Το πρωτότυπο, αν κρίνω καλά, δίνει ηθική διάσταση στον κουφό πρύτανη και τον κακό πρωθυπουργό και τους καταλογίζει αλαζονεία, γιατί και το  κουφός μπορεί μεταφορικά να έχει το ίδιο νόημα με το κούφος. Αυτή την ηθική διάσταση, από ό,τι φαίνεται δεν έχει ο κακός επιστήμονας, αφού το κακός έχει σχέση με τις γνώσεις μόνο. Κι αυτό απαράδεκτο. Γίνεται λοιπόν μια έμμεση κριτική στην ανώτατη εκπαίδευση, ότι βγάζει πτυχιούχους χωρίς επιστημονική κατάρτιση; Δεν νομίζω. Μάλλον αναφέρεται περιφρονητικά σε όλους εκείνους τους άνεργους πτυχιούχους, που οδηγήθηκαν να βρουν χειρωνακτική εργασία, απομακρύνθηκαν από το γνωστικό τους αντικείμενο και δεν είναι πλέον επαρκώς ενημερωμένοι, όπως ο συμμαθητής μου, με πολύ καλές σπουδές, που έχασε τη δουλειά του σε μεγάλη ηλικία και τώρα δουλεύει βάρδια σε ταξί.

Αν ήμουν μαθητής και έδινα αυτές τις εξετάσεις  τι βαθμό νομίζετε ότι θα έπαιρνα; Εγώ πάντως νομίζω πως αυτοί που έβαλαν το θέμα θα ήταν προτιμότερο να είχαν γίνει μαραγκοί, αλλά καλοί μαραγκοί αποκλείεται να γίνονταν. Ο καλός μαραγκός εκτός από την τεχνική κατάρτιση διαθέτει φαντασία, δημιουργικότητα, υπολογιστική και σχεδιαστική ικανότητα, καλές σχέσεις με τους ανθρώπους και χαίρει σεβασμού από όλους εκείνους που τον προσφωνούν «μάστορα».

Η Κατίνα, το μισοφέγγαρο

Η μάνα μου είχε συγγενείς στη Λυγιά, κοντά στο Κιάτο. Από αυτούς του συγγενείς ερχόταν  κάθε χρόνο ένα καλάθι με πορτοκάλια. Κάθε φορά που έφτανε η ειδοποίηση, για να πάει η μάνα μας να παραλάβει από το κτελ το καλάθι, έβγαζε ένα  «ωχ», σαν να είχε φάει μαχαιριά.  «Και κάτι χειρότερο» συμπλήρωνε. «Τι να τα κάνω εγώ τα πορτοκάλια; Βρωμάει ο τόπος από πορτοκάλια μές στο χειμώνα. Και δεν φτάνει που έχω να κουβαλήσω το καλάθι τόσο δρόμο από το κτελ, μετά πρέπει να το γεμίσω με δώρα και να το στείλω πίσω. Και άντε να βάλω καφέ και ζάχαρη και παντόφλες για τη θεία, το υπόλοιπο πώς γεμίζει; Αυτοί τα έχουν τζάμπα τα πορτοκάλια, αλλά εμένα δε μου φτάνει ένα κατοστάρικο, για να γεμίσω το καλάθι».

Πρέπει να ήμουν τεσσάρων ετών, όταν ήρθε το γράμμα. Το διάβασε η μάνα μου και άρχισε τα «ωχ, τι τραβάω». Θα ερχόταν, λέει από τη Λυγιά η Κατίνα, η αρραβωνιαστικιά του ξαδέλφου της, να μείνει λίγες μέρες, για να φτιάξει τα δόντια της. «Εδώ δε χωράμε εμείς, πού θα την βάλω αυτή;» μονολογούσε συνεχώς. Σε λίγες μέρες πήγε η μάνα μου στο κτελ, να την παραλάβει και κατέφτασε η Κατίνα με μια βαλιτσάρα.

-Κατίνα μου, τι βαλιτσάρα είναι αυτή; Τη σηκώνω και είναι ελαφριά, σαν άδεια.

-Σοφία μου, δεν είναι δικιά μου, δανεικιά την πήρα από τη γειτόνισσα. Αυτήν είχε, αυτή μού έδωσε.

Η Κατίνα ήταν μια λεπτούλα και κοντούλα, με μαύρα κατσαρά μαλλιά και χρυσά δόντια. Το βράδυ, όταν ήρθε ο πατέρας μου, ρώτησε τη μάνα μου. «Πόσο καιρό θα μείνει εδώ το μισοφέγγαρο;» Από εκείνη τη στιγμή δεν την ξαναείπαμε μεταξύ μας Κατίνα. Μόνο μισοφέγγαρο.

Κάθε μέρα το μισοφέγγαρο έφευγε να πάει στο γιατρό και γύριζε με ψώνια. Παπούτσια, φορέματα, ζακέτες, μπλούζες. Απορούσε η μάνα μου πού βρεθήκανε τόσα λεφτά για λούσα στη μετεμφυλιακή Ελλάδα. «Εδώ δεν έχουμε καλά-καλά να φάμε και αυτή αγοράζει φορέματα.»

Πέρασαν δυο βδομάδες, που φάνηκαν της μάνας μου ατέλειωτες, και μετά γέμισε η βαλιτσάρα με τα ψώνια, την πήρε το μισοφέγγαρο κι έφυγε.

Από την επόμενη εβδομάδα άρχισαν να χτυπάνε την πόρτα οι δοσατζήδες. Όλα εκείνα τα ψώνια είχαν αγοραστεί με δόσεις. Και το μισοφέγγαρο έδωσε το όνομα και τη διεύθυνση της μάνας μου. Και ξεχρέωνε η μάνα μου για καιρό από τις οικονομίες της, κρυφά από τον πατέρα μου, για να μην του δίνει δικαίωμα να λέει για το σόι της.

Το μισοφέγγαρο δεν το ξανάδαμε ποτέ. Το καλάθι με τα πορτοκάλια όμως πηγαινοερχόταν για πολλά χρόνια. Και για πολλά χρόνια το να δημιουργούν άλλοι τα χρέη και άλλοι να πληρώνουν έμοιαζε με άδικο, αλλά τώρα πια είναι το κανονικό. Και πληρώνουμε με παραπανιστούς φόρους και με περικοπές μισθών και συντάξεων. Μόνο που αυτό δεν είναι μισοφέγγαρο. Είναι φεγγάρι ολόγιομο, πανσέληνος. Και με την πανσέληνο ανάβουνε τα αίματα.

 

Υ.Γ. Αναλογίζομαι κι εκείνους τους εργαζόμενους, που, χωρίς να το ξέρουν, ξεχρεώνουν με μεγάλες περικοπές των αποδοχών τους, που έγιναν με άλλοθι την κρίση, ένα μεγάλο δάνειο, που πήραν οι ιδιοκτήτες για άλλη οικογενειακή επιχείρηση και λόγω κακής διαχείρισης γιγαντώθηκε.

ο τρόμος επιστρέφει

Ο συμβιβασμός του Γαβρόγλου με την Εκκλησία  προκαθόρισε τη συνέχεια της πορείας του. Η ανατροπή του νόμου Φίλη για τους ιδιωτικούς εκπαιδευτικούς δείχνει πόσο βαθιά έχει υιοθετήσει την εκκλησιαστική υποκρισία και μεθοδολογία. Μου θυμίζει μάλιστα κάποιον δεσπότη που είχε πει ότι η Ορθοδοξία δεν ακολουθεί το Γρηγοριανό ημερολόγιο, που είναι δημιούργημα ενός πάπα, αλλά το  Ιουλιανό, διορθωμένο κατά 13 ημέρες! Με ίδια υποκρισία ο Γιαβρόγλου στόλισε τον νόμο με πολλή στάχτη στα μάτια, με δήθεν δικλείδες ασφαλείας, που όλες όμως οδηγούν στην ανεξέλεγκτη και αυθαίρετη απόλυση του ιδιωτικού εκπαιδευτικού.

Θα μπορούσε βέβαια κανείς, όπως το κάνουν πολλοί, να αντιτάξει αφελώς το επιχείρημα πως και ο ιδιωτικός εκπαιδευτικός είναι ένας ιδιωτικός υπάλληλος, όπως όλοι οι άλλοι, και πως δεν είναι σωστό να υπάρχει για αυτόν ιδιαίτερο καθεστώς προστασίας. Και τα ιδιωτικά σχολεία είναι επιχειρήσεις, όπως όλες οι άλλες, και έχουν δικαίωμα να απολύουν τους υπαλλήλους του με βάση τους νόμους της αγοράς.

Δεν είναι όμως καθόλου έτσι τα πράγματα.

Ο γονιός-πελάτης του ιδιωτικού σχολείου δεν συγκρίνεται με τον πελάτη του σουπερμάρκετ, του φαρμακείου, του εμπορικού, της ταβέρνας. Ο γονιός-πελάτης έχει το παιδί του στο σχολείο συνήθως από το νηπιαγωγείο ως το λύκειο, δηλαδή 14 χρόνια. Κι αν πληρώνει για ετήσια δίδακτρα το μετριοπαθές ποσό των 10 χιλιάδων ευρώ, είναι πελάτης των 140 χιλιάδων ευρώ. Κι αν έχει δύο ή τρία παιδιά κι ανίψια και βαφτιστήρια στο ίδιο σχολείο αισθάνεται πως δεν είναι απλώς πελάτης, αλλά μέλος της διοίκησης του σχολείου. Κι αν κάποιος από τους δύο γονείς, αν όχι και οι δύο, έχουν αποφοιτήσει από το ίδιο σχολείο, καθώς και τα αδέλφια τους, δεν έχει απλώς απόψεις για όλα,αλλά αποφασίζει για όλα.

Βεβαίως είναι πάρα πολλοί οι γονείς που φέρονται σωστά, με άψογο τρόπο και μετριοπάθεια, που εμπιστεύονται τους εκπαιδευτικούς και σε προσωπικό επίπεδο μας ενθαρρύνουν και μας συμπαραστέκονται. Χάρη σε αυτούς και στην πλειοψηφία των παιδιών μπορούν οι ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί να αντλούν δυνάμεις στο δύσκολο έργο τους. Αυτού του είδους οι γονείς θα έπρεπε πρώτοι να αντιδράσουν για την κατάργηση του νόμου Φίλη, γιατί με το νόμο του Γαβρόγλου κινδυνεύει η παιδεία που παρέχεται στα παιδιά τους, όπως εξηγώ στη συνέχεια.

Δυστυχώς δεν είναι όλοι οι γονείς ίδιοι και  πρέπει να αναλογισθούμε πόσο έχει ενισχυθεί η ακροδεξιά ιδεολογία τα τελευταία χρόνια, την οποία δεν χρειάζεται να ταυτίσουμε αναγκαστικά και αποκλειστικά με τη χρυσή αυγή. Μπορεί κανείς λοιπόν να φανταστεί έναν τέτοιο γονιό, με έντονο εθνικισμό, θρησκευτικό φανατισμό, σεξισμό και πίστη στους αστικούς μύθους να θέλει να χειραγωγήσει το μάθημα και την παιδαγωγική του εκπαιδευτικού. Συχνά όμως ο εκπαιδευτικός έχει να αντιμετωπίσει και γονείς «δημοκρατικούς», που όμως ταυτίζονται ναρκισσιστικά με το παιδί τους και θεωρούν ότι ο βαθμός στο μάθημα βαθμολογεί τους ίδιους, η επισήμανση λάθους στο παιδί αμφισβητεί τη δική τους επιστημονική κατάρτιση και η επίπληξη του παιδιού επιπλήττει τους ίδιους. Πόσες φορές τα παιδιά έχουν παρανοήσει κάτι και με τα κινητά τους τηλέφωνα ειδοποιούν τους γονείς, που καταφθάνουν στο σχολείο έξαλλοι; Ο περισσότερος χρόνος μου ως διευθυντή αφιερωνόταν στην υπεράσπιση των εκπαιδευτικών απέναντι σε έξαλλους γονείς  και στην ιδιοκτησία του σχολείου για θέματα ιδεολογικά, βαθμολογικά και χειρισμών  παραπτωμάτων. Συνέχεια