Η Τασία και το οικοπεδάκι

 

 Κουράστηκα να ακούω και να διαβάζω όλους αυτούς που κατηγορούσαν τα αυθαίρετα το καλοκαίρι με τις φωτιές στην Ανατολική Αττική και τελευταία με τις πλημμύρες. Πάντα οι φτωχοί και οι πλέον αδύναμοι φταίνε για όλα τα δεινά της κοινωνίας. Το ότι τα αυθαίρετα είναι εκατοντάδες χιλιάδες και στεγάζουν εκατοντάδες χιλιάδες οικογένειες δεν αναγνωρίζεται ως κοινωνικό πρόβλημα για το οποίο έχει την ευθύνη το κράτος. Από τις δεκαετίες του 50 και του 60 οι οικοπεδικοί συνεταιρισμοί, με άδεια κατάτμησης από το Υπουργείο Γεωργίας και άδεια ρυμοτομίας πουλούσαν οικόπεδα με δόσεις. Κάποιοι πρόλαβαν κι έβγαλαν άδεια κι έχτισαν νόμιμα. Μετά τα περισσότερα κηρύχθηκαν δασικά κι απαγορεύτηκε η δόμηση. Κάποιοι δέχθηκαν τη μοίρα τους κι έχασαν την περιουσία τους, κάποιοι αγανάκτησαν με την αυθαιρεσία του κράτους που είχε εισπράξει τους φόρους μεταβίβασης και αποφάσισαν να χτίσουν αυθαίρετα, πληρώνοντας διπλάσια και τριπλάσια τους εργολάβους που τα είχαν «καλά» με την αστυνομία. Αυτοί είναι οι φτωχοί και ανίσχυροι. Οι πλούσιοι και ισχυροί φροντίζουν με τον τρόπο τους να εντάσσεται ο συνεταιρισμός τους στο σχέδιο πόλεως, όπως έγινε με τους γιατρούς στην Ιπποκράτειο πολιτεία και τους δικαστές στο Σχινιά. Άλλοι πάλι με άδεια για μουσείο έχτισαν τεράστια έπαυλη με πισίνα και γήπεδο του τέννις και αυτοί είναι κατεξοχήν αγανακτούν με τα αυθαίρετα. Όπως έλεγε και η μάνα μου «των άλλων είναι καρύδια και κατρακυλούν κι ακούγονται και τα δικά τους είναι σύκα και δεν ακούγονται». Σε όλους αυτούς αφιερώνω το παρακάτω κείμενο, για να χαρούν που η Αττική γλίτωσε από ένα αυθαίρετο».

Όταν απολύσανε τον Νίκο από τα διυλιστήρια, η μάνα μου δεν το έβαλε κάτω. «Θα πάω να μιλήσω στο Βρεττό, το βουλευτή» είπε. «Ωχ, καημένη, όρεξη που την έχεις» είπε ο πατέρας μου κοφτά, αλλά εκείνη με άρπαξε από το χέρι το άλλο πρωί και πήγαμε στην Αθήνα, στο ιατρείο του Βρεττού.

«Κυρ Σπύρο, ένα άκακο αρνί είναι, δεν ανακατεύεται με τα πολιτικά και πάντα Καραμανλή ψηφίζει, ξέρω καλά τι σού λέω». Ο Βρεττός έκανε κάτι τηλεφωνήματα και μετά «σε λίγο θα μας πάρουν  να μας πούνε» είπε. Πράγματι,  χτύπησε το τηλέφωνο και μετά από κάτι μισοκουβέντες το έκλεισε και γύρισε προς τη μάνα μου: «Σοφία μου, ούτε πολιτικά, ούτε τίποτε. Φαίνεται πως αυτός είχε μια γκόμενα, που την παράτησε και μετά αυτή πήγαινε κάθε μέρα στα ναυπηγεία κι έστηνε καυγάδες και ξεσήκωνε τους εργάτες. Με τα πολλά τον απολύσανε να βρούνε την ησυχία τους».

Όταν μπήκαμε στο τρένο να γυρίσουμε στον Πειραιά η μάνα μου, με ύφος που δε σήκωνε δεύτερη κουβέντα, μού είπε: «Κοίταξε, κακομοίρη μου, το καλό που σου θέλω. Λέξη δε θα βγει από το στόμα σου». Το βράδυ που ήρθε ο πατέρας μου από τη δουλειά, αφού πρώτα με κοίταξε καλά στα μάτια, του είπε: «Δε γίνεται τίποτε, εσύ τον πήρες στο λαιμό σου που τον έμπλεξες με τα πολιτικά. Να δούμε τώρα ποιος θα τους δώσει να φάνε, η ΕΔΑ κι ο Ηλιού;»

Ο Νίκος και η Τασία είχαν οχτώ παιδιά. Ή, όπως έλεγε η μάνα μου, «είχαν αραδιάσει οχτώ παιδιά, αλλά πού μυαλό;» Τα μικρότερα στην ηλικία μου και πιο μικρά. Τα μεγαλύτερα δούλευαν και το κορίτσι που μόλις είχε τελειώσει το δημοτικό φρόντιζε το σπίτι και τα μικρότερα.  Η Τασία ξενόπλενε. Κάθε πρωί πήγαινε σε άλλο σπίτι κι έβαζε μπουγάδα στο χέρι. Άπλωνε τα ρούχα και μετά έφευγε. Μερικές κυρίες τη φώναζαν και απογεύματα για σιδέρωμα. Πολλές φορές πήγαινε για σιδέρωμα κι έβρισκε τα ρούχα ακόμη απλωμένα στο σχοινί. «Αυτές παιδάκι μου δεν είναι εισθέση ούτε να κάνουν έτσι και να μαζέψουν τα ρούχα απ´ το σχοινί». Κι όπως έκανε την παραστατική χειρονομία έβλεπες τα δάχτυλά της τυλιγμένα με τσιρότα, γεμάτα πληγές από τα ζεματιστά νερά και το τρινάλ.

Από τις πληροφορίες που μας παρείχε πλουσιοπάροχα η Τασία μαθαίναμε τα νέα από τα σπίτια που δούλευε, που ολοκληρώνονταν κάθε φορά από τη διαπίστωση ότι τα πιο βρώμικα σώβρακα ήταν του γιατρού του Ιωάννου, που άλλαζε κάθε Σάββατο και η Τασία έπλενε το σώβρακό του κάθε Δευτέρα. Από τότε που το έμαθα, κάθε φορά που αρρώσταινα κι ερχόταν ο γιατρός ο Ιωάννου να με δει, εγώ σκεφτόμουν πως φορούσε βρώμικο σώβρακο και δεν ήθελα να με πιάνει.

Είχα τελειώσει πια το σχολείο, όταν ήρθε η Τασία στο νοσοκομείο να δει τον πατέρα μου, που ήταν στα τελευταία του. Κάποια στιγμή ήρθαν οι γιατροί να τον δουν και βγήκαμε στο διάδρομο. Ήταν πολύ συγκινημένη και η μια κουβέντα έφερνε την άλλη. «Θα το πω μόνο σε σένα, κανείς δεν το ξέρει κι ούτε εσύ να το πεις πουθενά». Τότε μου είπε για το οικοπεδάκι. Ο ξάδελφος της ο Στάθης, γιος της θειας της της Αννίκας, που ζούσε στο Ικόνιο, της είπε ότι αγόρασε ένα οικοπεδάκι στο Πέραμα. Από το Συνεταιρισμό, με δόσεις, λίγα λίγα, κι αν ήθελε να της αγόραζε κι εκείνης. Το ήθελε πολύ η Τασία το οικοπεδάκι, αλλά ο άντρας της δεν θα συμφωνούσε. Τον Στάθη άσωτο τον ανέβαζε, άσωτο τον κατέβαζε, ένα ρεμάλι και μισό. Ώσπου πήρε την απόφαση η Τασία, το ήθελε το οικοπεδάκι στο Πέραμα, αλλά δεν είπε τίποτε σε κανένα. Θα το ξεχρέωνε και μετά θα το παρουσίαζε. Σε δέκα χρόνια, εκατόν είκοσι δόσεις. Κάθε βδομάδα έβαζε στην μπάντα λεφτά και κάθε μήνα πέρναγε από τα ναυπηγεία στο Πέραμα, που δούλευε ο Στάθης, του έδινε τα λεφτά κι εκείνος πήγαινε και τα ακουμπούσε στο Συνεταιρισμό. Να μην τα πολυλογώ, πέρασαν τα δέκα χρόνια κι η Τασία είπε στο Στάθη να της φέρει τα χαρτιά για το οικόπεδο και να πάνε να το δούνε.

Και σήμερα και αύριο, όλο δουλειές είχε ο Στάθης. Και η Τασία αποφάσισε να πάει μόνη της στο Συνεταιρισμό. Λέει το όνομά της, δεν έχουν τέτοιο όνομα της λένε, λέει του άντρα της μήπως το δηλώσανε στο όνομα του Νίκου, ούτε. Λέει το όνομα του Στάθη, ούτε τέτοιο όνομα είχαν.  Της ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι. Δέκα χρόνια, τόσα λεφτά χαμένα. «Παναγία μου, είπε, εγώ να πάω το χαμπέρι του. Δεν πέρασαν πολλές μέρες κι όπως ερχόμουν απ´ τη δουλειά είδα κόσμο μαζεμένο στα ναυπηγεία. Πάω κοντά να μάθω τί γίνεται, τρεις νοματαίοι σκοτωμένοι. Κόλλαγαν ένα καζάνι κι έγινε έκρηξη. Μέσα σε αυτούς κι ο Στάθης. Έφυγα αλαφιασμένη. Ούτε σε τραμ μπήκα ούτε πουθενά. Με τα πόδια έφτασα στο Ικόνιο κι όπως ήταν το σπίτι της θειας μου στην ανηφόρα, από μακριά της φώναζα “θεία ο Στάθης σκοτώθηκε”. Κι όπως την είδα να σπαράζει στο κλάμα και να μαδιέται τη λυπήθηκα. Εγώ δεν ήθελα να σκοτωθεί ο Στάθης. Μόνο το χαμπέρι του ήθελα να πάω».

 

Τα 80 χρόνια της Σχολής Μωραΐτη

 

Μια άλλη προσέγγιση

Δεν έχω δει τη διαφημιστική ταινία της Σχολής Μωραΐτη, για να γιορτάσει τα 80 χρόνια της. Το σενάριο και η σκηνοθεσία είναι του Βασίλη Ραΐση, τον οποίο εκτιμώ πολύ ως άνθρωπο, ως καθηγητή και ως δημιουργό. Οι διαφημιστικές ταινίες όμως και οι χοροί μπορεί να αρμόζουν  στον εορτασμό των 80 χρόνων, αλλά περιορίζονται στις δημόσιες σχέσεις της επιχείρησης. Ένας εκπαιδευτικός οργανισμός πρέπει πρωτίστως να μεριμνά για το παιδαγωγικό και εκπαιδευτικό του έργο και τότε δεν θα έχει ανάγκη τις δημόσιες σχέσεις.

Μερικοί νομίζουν ότι το παιδαγωγικό έργο βελτιώνεται αν εκσυγχρονισθούν οι τρόποι και τα μέσα διδασκαλίας. Ισχύει αυτό. Αλλά η παιδαγωγική δεν έχει σχέση μόνο με το πώς διδάσκουμε, αλλά και με το τι διδάσκουμε. Για αυτό το «τι διδάσκουμε» χρειάζεται να αλλάξει ο ιδεολογικός προσανατολισμός της Σχολής Μωραΐτη.

Ο ιδρυτής του Σχολείου,  ο Αντώνης Μωραΐτης, ήταν άνθρωπος της γενιάς του 30. Εκείνη την εποχή διαδόθηκαν και αγαπήθηκαν πολύ στην Ελλάδα οι θεωρίες του Νίτσε και κυρίως το έργο του «η γέννηση της τραγωδίας» από τη σύγκρουση του απολλώνιου στοιχείου με το διονυσιακό.

Ο Απόλλων ήταν θεός του φωτός, του πνεύματος, της ομορφιάς, της αγνότητας, της διαύγειας, της γαλήνης και της αρμονίας, ενώ στον Διόνυσο αποδιδόταν ο ασυγκράτητος συναισθηματισμός και το πάθος. Πολλοί θεώρησαν τη διάκριση ανάμεσα στο απολλώνιο και το διονυσιακό ως τη διάκριση ανάμεσα στον δυτικό κόσμο και στον κόσμο της Ανατολής και ως διάκριση ανάμεσα στον άνδρα και τη γυναίκα. Παρόλο όμως που ο Νίτσε  έβλεπε το απολλώνιο στοιχείο σε συγκερασμό με το διονυσιακό, ο Αντώνης Μωραΐτης επέλεξε να απομονώσει το απολλώνιο και όρισε ως έμβλημα του Σχολείου την κεφαλή του Απόλλωνα. Παρά τους ξεπερασμένους και προβληματικούς συμβολισμούς η κεφαλή του Απόλλωνα παραμένει ως έμβλημα του Σχολείου. Θα μου πείτε βέβαια ότι πολύ συχνά διατηρούνται τα παλαιά εμβλήματα, και συχνά απογυμνώνονται από το συμβολικό περιεχόμενο. Το δέχομαι. Όμως εδώ δεν ισχύει. Ενώ παλιότερα το έμβλημα περιείχε τη ρεαλιστική απεικόνιση της κεφαλής του αγάλματος, τα τελευταία χρόνια άλλαξε. Αν το θέμα ήταν η συνέχεια θα έπρεπε να διατηρηθεί το έμβλημα ως είχε. Αναφέρθηκα όμως πριν στη διάκριση ανάμεσα στο πώς διδάσκουμε και το τι διδάσκουμε. Παρέμεινε η κεφαλή του Απόλλωνα, διατηρήθηκε το «τι» και άλλαξε μόνο το «πώς». Παρέμεινε το ιδεολογικό περιεχόμενο, αλλά η κεφαλή του αγάλματος ξανασχεδιάστηκε και σχεδόν δεν είναι αναγνωρίσιμη, λόγω των έντονων και αντιθετικών σκιάσεων που προσδίδουν μιλιταριστικό ύφος. Περιορίζομαι σε αυτό το σχόλιο και θα αποφύγω τις άλλες ερμηνείες που αποδόθηκαν στον Νίτσε.

Το ιδεολογικό φορτίο του απολλώνιου στοιχείου ήταν εμφανές στον «δωδεκάλογο του μαθητή» που ίσχυε έως το 2013, οπότε μετά από προσωπικό αγώνα 20 ετών κατάφερα να αντικατασταθεί από τις «θέσεις και αξίες» που υποτίθεται ότι θα δέσμευαν όλους τους/τις ανθρώπους του σχολείου και όχι μόνο τον «μαθητή», αλλά τελικά δεν δεσμεύουν κανένα. Και ο λόγος είναι απλός. Δεν εφαρμόζονται, γιατί βασίζονται στις αρχές της ισότητας, της ανεκτικότητας και της αποδοχής της διαφορετικότητας. Σε αντίθεση ο  αυταρχικός «δωδεκάλογος του μαθητή» περιείχε απολλώνεια άρθρα όπως το  «αγαπάμε το ωραίο», λες και υπάρχουν άνθρωποι που αγαπούν το άσχημο. αλλά βέβαια εδώ αντικειμενικοποιείται το ωραίο και είναι αποκλειστικά αυτό που αρέσει στην ιδιοκτησία του Σχολείου.

Ας δούμε όμως και τον ύμνο του Σχολείου σε στίχους του Κώστα Γεωργουσόπουλου. Οι δύο πρώτοι στίχοι «Ο κόσμος είναι πέλαγο και το σχολειό καράβι» ορίζουν το ιδεολογικό πλαίσιο. Το σχολείο προφυλάσσει από τον κόσμο. Όποιος πέσει από το καράβι είναι ναυαγός μέσα στον κόσμο. Ή είσαι μέσα στο σχολείο_καράβι ή θα πνιγείς μέσα στον κόσμο. Το σχολείο δεν εκπαιδεύει τα παιδιά  ως ισότιμα μέλη της κοινωνίας, αλλά για να τα προφυλάξει και με ελιτίστικο τρόπο να τα αποκλείσει από αυτήν. Όμως το καράβι περιλαμβάνει μόνο τα παιδιά; Οι εκπαιδευτικοί, οι γονείς των παιδιών και οι φίλοι και συγγενείς τους είναι μέσα στο καράβι ή είναι ναυαγοί μέσα στον κόσμο; Ο γιος της ιδιοκτήτριας συχνά αναφέρεται στην οικογένεια του Σχολείου και την αναλύει πάντα με αυτή τη σειρά: «μαθητές, γονείς, απόφοιτοι και καθηγητές». Οι εκπαιδευτικοί είναι πάντα μετά τους γονείς και τους απόφοιτους. Οι δάσκαλοι/ες του δημοτικού και οι νηπιαγωγοί είναι εξαφανισμένοι. Ποιοι από αυτούς είναι μέσα στο καράβι; Μάλλον δεν περισσεύει χώρος για τους εκπαιδευτικούς. Πρώτα έρχονται αυτοί που φέρνουν, έφερναν και θα φέρνουν με τα παιδιά τους λεφτά στο μαγαζί. Ενώ οι εκπαιδευτικοί είναι τα παράσιτα που παίρνουν λεφτά από το μαγαζί.

Ο ύμνος πιο κάτω φθάνει σε σεξιστικό μεγαλείο: «κορίτσια στα πανιά κι αγόρια στο τιμόνι». Τα κορίτσια στη βοηθητική εργασία εκτελούν παραγγέλματα. Οι γυναίκες πάντοτε στα πανιά. Στα πανιά της γέννας και της λοχείας, τα πανιά του πλυσίματος, του σφουγγαρίσματος και του ξεσκονίσματος. Άλλωστε και ο Φρόυντ θεωρούσε πως οι γυναίκες συνέβαλαν στον πολιτισμό μόνο με την υφαντική τέχνη. Οι γυναίκες πάντα ως καρτερικές και πιστές Πηνελόπες. Και στον ύμνο φροντίζουν τα πανιά πάνω σε ένα φαλλικό σύμβολο, το κατάρτι.

Ας δούμε όμως πώς όλα αυτά τα ιδεολογήματα επιβιώνουν και αναπαράγονται δραστικά στην τελετή αποφοίτησης του Σχολείου.

Τα παιδιά που αποφοιτούν δεν μπορούν αυτή τη σημαντική ημέρα της ζωής τους να ντυθούν όπως θέλουν. Τους επιβάλλεται να ντύνονται ομοιόμορφα. Η έννοια του uniform, της ενιαίας μορφής δεν εξυπηρετεί μόνο αισθητικά κριτήρια, αλλά και ιδεολογικά. Η κοινή μορφή παραπέμπει και σε κοινή σκέψη και ιδεολογία. Το ίδιο σημαίνον παραπέμπει στο ίδιο σημαινόμενο και σε αυτό εξυπηρετεί η στολή στα σώματα ασφαλείας. Οδηγεί στο στραγγαλισμό της προσωπικότητας και της ιδιαιτερότητας.

Τα κορίτσια στην τελετή αποφοίτησης είναι ντυμένα στα λευκά, στο χρώμα της απολλώνιας αγνότητας. Έτοιμες νύφες. Άλλωστε αυτός δεν είναι ο προορισμός της γυναίκας στη συντηρητική και αναχρονιστική κοινωνία; Να βρει σύζυγο μόλις τελειώσει το σχολείο. Κρατούν όμως και ένα κόκκινο τριαντάφυλλο, σύμβολο του διονυσιακού πόθου, και στο συγκερασμό του απολλώνιου με το διονυσιακό παράγεται η τραγωδία του Σχολείου. Η σεξιστική αντίληψη έχει και ως αποτέλεσμα τα κορίτσια να επιλέγουν πιο πολύ «κοριτσίστικες» σπουδές.

Τα αγόρια από την άλλη είναι ντυμένα γαλανόλευκα, όπως πάνε και στην παρέλαση, σε επίρρωση του μιλιταριστικού ανδρικού στερεότυπου. Το λευκό πουκάμισο δηλώνει απολλώνια αγνότητα μόνο στην καρδιά και στη σκέψη. Το βάθρο της απονομής των απολυτηρίων βρίσκεται ψηλά, ώστε να αποκλείονται παιδιά με κινητικά προβλήματα. Και στο τραπέζι του βάθρου διακρίνονται πιο ψηλά από όλους τρία πρόσωπα. Ένας Μωραΐτης από τη μια, ένας Καρτάλης από την άλλη και στη μέση μία Μωραΐτη Καρτάλη, ως επικύρωση της απολλώνιας αρμονίας.

Οι εκπαιδευτικοί της Σχολής Μωραΐτη αγωνίζονται, για να προσφέρουν εκπαίδευση χωρίς αναχρονιστικές αντιλήψεις και παρωχημένα ιδεολογήματα και προσπαθούν να δίνουν ερεθίσματα για τη σκέψη των παιδιών, για τα οποία εγκαλούνται από την ιδιοκτησία και τα φερέφωνά της. Οι προσπάθειες των εκπαιδευτικών συχνά ακυρώνονται από την κεντρική διοίκηση που καθηλώνει το Σχολείο σε μια συντηρητική αντίληψη, που το καθιστά ουραγό και συνοδοιπόρο άλλων, μεγάλων ιδιωτικών σχολείων με πολύ καλύτερες εγκαταστάσεις.

Οι εκσυγχρονιστικές προσπάθειες του σχολείου περιορίζονται στο μάρκετιν και τον εντυπωσιασμό με μηχανιστικά μέσα διδασκαλίας, που καταπονούν και εξουθενώνουν τις/τους εκπαιδευτικούς, περιορίζουν την πρωτοβουλία τους και την προσωπική τους συμβολή στη διδασκαλία, ενώ συγχρόνως αυξάνονται τα ωράριά τους και οι έκτακτες εργασίες, με απλήρωτες οφειλές και συνεχώς μειούμενες αποδοχές.

Το σχολείο αυτό μόνιμα και συνειδητά ξεχνάει πως ότι καλό έχει το οφείλει στους/στις εκπαιδευτικούς του. Όχι μόνο συλλήβδην και αόριστα, αλλά και ατομικά στον καθένα και στην καθεμιά, από το νηπιαγωγείο ως την τελευταία τάξη.

Ο Αμίρ και η σημαία από άλλη οπτική

Διάβασα με ειλικρινή συγκίνηση όσα έχουν γραφεί για συμπαράσταση προς τον Αμίρ και σε σχέση με τη σημαία που δεν κράτησε και σε σχέση με την επίθεση που έγινε στο σπίτι του. Δεν θέλω να ασχοληθώ με την επίθεση ούτε με την καπηλεία του θέματος από την κυβέρνηση και προσωπικά από τον πρωθυπουργό, γιατί δεν έχω κάτι σημαντικό να προσθέσω. Θέλω όμως να προσπαθήσουμε να δούμε το θέμα της σημαίας από άλλη οπτική γωνία.

Έχω επανειλημμένα αντιταχθεί στις μαθητικές παρελάσεις (και τις παρελάσεις γενικότερα) και στις σημαιοφορίες. Η σημαία, ως σύμβολο του κράτους, πρέπει γενικότερα να χρησιμοποιείται όπου απαιτείται η εκπροσώπηση του κράτους και όχι για εθνικιστικές εξάρσεις. Οι λόγοι είναι πολλοί, αλλά τώρα θα επιμείνω μόνο σε ένα.

Είμαστε πλέον μια πολυπολιτισμική κοινωνία, όπως οφείλει κάθε σύγχρονη κοινωνία να είναι. Τα σχολεία μας είναι ευτυχώς και αυτά πολυπολιτισμικά, όσον αφορά τις μαθήτριες και τους μαθητές. Δυστυχώς όμως η παιδεία μας είναι άκρως εθνικιστική. Άλλωστε, όταν στις μέρες μας με δήθεν προοδευτική διάθεση θεωρούμε ότι είναι Έλληνες «οι της ημετέρας παιδείας μετέχοντες» αυτό κυρίως εννοούμε. Όσοι ενστερνίζονται τα διδάγματα και τα παραγγέλματα της εθνικιστικής παιδείας είναι Έλληνες, στα πλαίσια ενός πολιτισμικού ιμπεριαλισμού.

Όταν όμως καλούμε τον Αμίρ να φέρει την ελληνική σημαία και να παρελάσει με αυτήν παρουσιάζοντας το εγχείρημα ως μεγάλο του προνόμιο, στην ουσία προβαίνουμε σε ένα εθνοτικό προσηλυτισμό, πιο απαράδεκτο ή έστω εξίσου απαράδεκτο με τον θρησκευτικό προσηλυτισμό. Κανένα παιδί άλλης εθνότητας και μάλιστα προσφυγόπουλο δεν μπορεί να αντισταθεί σε αυτή την τόσο καλά οργανωμένη διαδικασία αλλοτρίωσης. Οι πρόσφυγες και γενικότερα οι μειονότητες πρέπει να μπορούν, χωρίς περιορισμούς και πιέσεις, να διατηρούν τα εθνοτικά τους στοιχεία. Δεν περιμένω από τον Αμίρ να αρνηθεί να κρατήσει τη ελληνική σημαία και να μη συμμετάσχει στην παρέλαση. Περιμένω ματαιοπονώντας από την πολιτεία να προχωρήσει σε μια ανεξίθρησκη και μη εθνικιστική εκπαίδευση και να καταργήσει τις παρελάσεις και τις σημαιοφορίες.

Ο πρωθυπουργός χάρισε στον Αμίρ την ελληνική σημαία (να την κάνει τι;) και παράλληλα είναι σε αγαστή συνεννόηση με τη γερμανική κυβέρνηση για τη μη συνένωση των οικογενειών των προσφύγων. Ο πατέρας του Αμίρ βρίσκεται στη Γερμανία και δεν του επιτρέπεται να συναντήσει την οικογένειά του. Μήπως κι εκείνος θέλει να κρατήσει τη γερμανική σημαία; Μήπως η κ. Μέρκελ του χαρίσει μια σημαία, για να τον παρηγορήσει που δεν μπορεί να δει την οικογένειά του; Ο Αμίρ δεν έχει ανάγκη από πατέρα. Τώρα έχει την ελληνική σημαία.  Να σε κάψω Γιάννη, να σ´ αλείψω μέλι, όπως θα ´λεγε και ο πρωθυπουργός, που του αρέσουν οι παροιμίες.

Άκουγα χθες τον πρόεδρο της Δημοκρατίας να αγορεύει για τη μειονότητα της Θράκης και να καταγγέλλει για παραβίαση του διεθνούς δικαίου όποιον την θεωρεί κάτι άλλο εκτός από μουσουλμανική. Στην Ελλάδα μόνιμα και ηθελημένα συγχέουμε τις έννοιες υπηκοότητα και εθνότητα, ακριβώς για να μην αποκτήσει εθνότητα η μειονότητα. Αφού είναι Έλληνες υπήκοοι, άρα είναι Έλληνες. Το να αρνείσαι όμως σε μια μειονότητα τον εθνοτικό της αυτοπροσδιορισμό συνιστά κατάφωρη παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Και όταν παραβιάζεις ανθρώπινα δικαιώματα δεν μπορείς να επικαλείσαι ούτε νόμους, ούτε διεθνείς συνθήκες που υπεγράφησαν πριν εκατό χρόνια.

Θα μου πείτε, βέβαια, ας είχε και ο Αμίρ, και όλοι οι Αμίρ, την ελληνική υπηκοότητα και θα βλέπαμε για τα υπόλοιπα.

Η ασεβής ιεραρχία

 

 

Η εναντίωση της ιεραρχίας στο νομοσχέδιο για την ταυτότητα φύλου ισχυροποιεί την εξουσία της εκκλησίας πάνω στο σώμα. Σε προηγούμενο κείμενο είχα διατυπώσει την άποψη πως παρόλο που οι σχέσεις θρησκείας και ανθρώπων είναι πνευματικές, η εκκλησία προσπαθεί να εξουσιάζει το σώμα, επιβάλλοντας αυστηρούς κανόνες, που ελέγχουν την τροφή και το σεξ. Η νηστεία επιβάλλεται τις περισσότερες ημέρες του έτους, καθώς και η αποχή από το σεξ, που έτσι κι αλλιώς περιορίζεται μόνο μεταξύ συζύγων, μέσα σε αυστηρά καθορισμένα πλαίσια.

Η μεγαλύτερη εξουσία που μπορεί να επιβληθεί στους ανθρώπους βασίζεται στις δύο μεγάλες σωματικές ανάγκες, την τροφή και το σεξ, αλλά αυτή η εξουσία της εκκλησίας περιορίζεται μόνο στους πιστούς χριστιανούς. Η παρέμβαση όμως της εκκλησίας στο νομοθετικό έργο, ισχυροποιεί την εξουσία της και την επεκτείνει, όχι μόνο στα σώματα των πιστών της, αλλά και στα σώματα των αλλοθρήσκων και των αθέων.

Η εκκλησία θα έπρεπε, όχι μόνο να μην αναμειγνύεται στο νομοθετικό έργο, αλλά ούτε καν να έχει πρόσβαση στον χώρο του κοινοβουλίου, όπου συνεχώς εισχωρεί για ορκωμοσίες και αγιασμούς. Και βέβαια αναμειγνύεται στο νομοθετικό έργο όταν θίγονται τα συμφέροντά της ή της δίνεται η ευκαιρία να ισχυροποιήσει την εξουσία της.

Και για την ανάμειξή της τώρα, για άλλη μια φορά επικαλείται την προστασία του έθνους. Όμως η εκκλησία ποτέ δεν προστάτευσε το έθνος, τουλάχιστον ο ανώτερος κλήρος, ο οποίος πάνω από όλα  παρεμπόδισε τον διαφωτισμό στην Ελλάδα. Κάθε φορά αποδίδουμε στους Οθωμανούς ευθύνες για την «αγραμματοσύνη» του έθνους, ενώ μοναδικός υπεύθυνος ήταν η εκκλησία, που επέβαλλε ως μοναδικό διδακτικό εγχειρίδιο το ψαλτήρι και απαγόρευε τη διδασκαλία των μαθηματικών και των φυσικών επιστημών και κάθε κειμένου που μιλούσε για ελευθερία και κοινοβουλευτισμό. Και παρόλο που την οθωμανική περίοδο τα σχολεία ήταν ελεύθερα, κατασκεύασε τον μύθο του κρυφού σχολειού, όπως, για να καλύψει την εναντίωση των ιεραρχών για εθνική ανεξαρτησία, κατασκεύασε τον μύθο ότι ο Παλαιών Πατρών Γερμανός ύψωσε το λάβαρο της επανάστασης. Η εκκλησία δεν προστατεύει το «έθνος». Μόνο το χειραγωγεί και το ιδιοποιείται, για να ισχυροποιεί τις θέσεις της.

Η ιεραρχία της Ελλάδας τελικά, παρά τους ισχυρισμούς της για το αντίθετο, είναι ασεβής.

Γιατί δεν σέβεται τους αγώνες του ελληνικού λαού, αλλά τους παραχαράσσει, ώστε να προάγονται τα συμφέροντά της.

Γιατί δεν σέβεται τις δημοκρατικές αξίες.

Γιατί δεν σέβεται το δικαίωμα της αυτοδιαχείρισης του σώματος.

Γιατί δεν σέβεται τις ατομικές ελευθερίες και τα ατομικά δικαιώματα.

Γιατί δεν σέβεται το δικαίωμα των ανθρώπων στη χαρά και την ευτυχία.

νῆσός τις ἔστι

Τη Σαλαμίνα δεν την ήξερα. Μου ήταν άγνωστο αυτό το όνομα. Ήξερα όμως την Κούλουρη, αλλά δεν είχα πάει, ή μάλλον νόμιζα πως δεν είχα πάει. Είχα πάει εκδρομή και στα Παλούκια και στα Σελήνια και στην Κατσηβίγκλα, αλλά δεν ήξερα ότι όλα αυτά τα μέρη ήταν στην Κούλουρη. Κι έπρεπε να φτάσω στη Δευτέρα Δημοτικού, για να μάθω τη Σαλαμίνα στο Σχολείο. Αλλά για να μάθω ότι η Κούλουρη ήταν η Σαλαμίνα πέρασαν ακόμη δυο τρία χρόνια.

Στο σπίτι πάντα άκουγα η για την Κούλουρη. Για όλα τα πράγματα ο πατέρας μου έλεγε ότι ήταν κουλουριώτικο μάλαμα και κάθε που τρόμαζε η μάνα μου, η ψυχή της πήγαινε στην Κούλουρη. Και κάθε τόσο σήκωνε τα μάτια της στον ουρανό κι έλεγε “βλέπω την Κούλουρη φορτωμένη σύννεφα. Θα φέρει βροχή”. Αυτό ήταν και το πρώτο μου μάθημα γεωγραφίας. Όπου έβλεπα σύννεφα στον ουρανό ήξερα ότι εκεί ήταν η Κούλουρη.

Ο θείος της μάνας μου, ο μπαρμπα-Σταύρος, έμενε στην Κατσηβίγκλα. Ο μπαρμπα-Σταύρος έπλεκε νταμιτζάνες και μπουκάλια με χρωματιστά σχοινιά. Κάθε που ερχόταν σπίτι μάς έφερνε κι ένα μπουκάλι. Η μάνα μου δεν τα ήθελε αυτά τα μπουκάλια, γιατί δεν μπορούσε να τα πλύνει απέξω ούτε να δει μέσα αν ήταν καθαρά. Το πετρέλαιο για την γκαζιέρα το είχε πάντα σε μπουκάλι που μπορούσε να πλένεται και να μην λερώνονται τα χέρια της, όταν το έπιανε για να γεμίσει τη γκαζιέρα. Είχαμε όμως πλεγμένα ένα μισοκαδιάρικο του ούζου κι ένα της οκάς για το κρασί. Ο μπαρμπα-Σταύρος έπλεκε κι ένα καπελάκι σφιχτό για το φελλό του μπουκαλιού κι ένωνε φελλό και μπουκάλι με ένα κορδόνι. Με το βάλε βγάλε έσπασε κάποια στιγμή ο μισός φελλός και η μάνα μου έβαλε άλλο φελλό στο μπουκάλι. Ο παλιός έγερνε πάντα στο πλάι και μού φερνε μια θλίψη, αλλά δεν μπορούσε η μάνα μου να τον κόψει, γιατί θα ξηλωνόταν όλο το μπουκάλι. Κάποια στιγμή που ο μπαρμπα-Σταύρος γέρασε πολύ και σταμάτησε τις επισκέψεις η μάνα μου πέταξε όλα τα μπουκάλια του κι εγώ νόμιζα ότι θα λυπόμουν, αλλά τελικά δεν λυπήθηκα.

Στο σπίτι του μπαρμπα-Σταύρου στην Κατσηβίγκλα δεν πήγαμε ποτέ. Όταν όμως η ξαδέλφη της μάνας μου η Φωφώ έχτισε τις δυο κάμαρες πήγαμε να δούμε το σπίτι και το μεσημέρι κοιμηθήκαμε στην αυλή. Κι όταν μπήκαμε στο καραβάκι, ήξερα πια να διαβάζω, είδα ότι στην ταμπέλα του δεν έγραφε Κατσηβίγκλα αλλά Κακή Βίγλα. Αποφάσισα όμως να μη μιλήσω, γιατί ο πατέρας μου με είχε ήδη πει “στρίγκλικο”. Εκεί στην Κατσηβίγκλα ήταν που η θεία Φωφώ έκανε στη μάνα μου τη μεγάλη εξομολόγηση: “Η μάνα μου, Σοφία μου, μού έλεγε να πλένω το ρύζι εφτά χέρια, Γιώργο πήγαινε έξω να παίξεις, αλλά εγώ, από το τρίτο χέρι, όταν βλέπω το νερό να βγαίνει καθαρό, το φουντέρνω”.

Όταν έγινα δέκα ετών είδα στο χάρτη και την Κακή Βίγλα, και τα Σελήνια και τα Παλούκια κι ανακάλυψα ότι είχα πάει στην Κούλουρη, που στο σχολείο τη λέγαν πια Σαλαμίνα. Είδα και ότι όλες οι παραλίες που κάναμε μπάνιο, από τον Άη Γιώργη και το Ικόνιο ως το Πέραμα ήταν ακριβώς απέναντι από τη Σαλαμίνα. Πολύ ωραία περνούσαμε σε αυτές τις παραλίες. Μετά το μπάνιο βγάζαμε από τα πόδια μας τις πίσσες με πανί βουτηγμένο στο πετρέλαιο που πάντα παίρναμε μαζί μας. Στο γυρισμό το βαγόνι μύριζε πετρέλαιο. Τότε όμως νόμιζα πως όλες οι θάλασσες είχαν πίσσες, γιατί δεν ήξερα ακόμη ότι οι πίσσες πήγαιναν μαζί με την εγκατάλειψη και την ύβρη των συμφερόντων.

Το Πέραμα ήταν στο τέλος της διαδρομής που έκανε το τραμ κι εκεί νόμιζα ότι ήταν η άκρη του κόσμου.  Στα προσχολικά μου χρόνια πηγαίναμε στο Πέραμα σε μια ταβέρνα που λεγόταν “η πέρδικα”. Είχανε κι ένα κλουβί κάτω από την κληματαριά με μια καρδερίνα που νόμιζα ότι ήταν πέρδικα. Το βράδυ άναβαν μια λάμπα ασετυλίνης και τηγάνιζαν μαριδάκι, αλλά εγώ νύσταζα και ήθελα να φύγουμε κι ο πατέρας μου θύμωνε, αλλά με έπαιρνε αγκαλιά και κοιμόμουν.

Στην ηλικία των δέκα η μάνα μου μού είπε για το ναυάγιο.

Αρχές Μαΐου του 44 έφυγε ο πατέρας πολύ πρωί για δουλειά στη Σαλαμίνα. Έξω από την Ψυτάλλεια το καράβι έπεσε σε νάρκη και βυθίστηκε. Ο πατέρας μου πέταξε όλα του τα ρούχα και με τα σώβρακα μόνο κολύμπησε ώρες και βγήκε απέναντι στη στεριά. Κι από κει, ξεπαγιασμένος περπάτησε ως το σπίτι, στην οδό Βιτωλίων.

Η μάνα μου άκουσε τα χτυπήματα στην πόρτα, άνοιξε και τον είδε μπροστά της με τα σώβρακα, να τρέμει από το κρύο.

“Η ψυχή μου πήγε στην Κούλουρη. Τι έπαθες, τον ρωτάω, αλλά δεν μπορούσε να μιλήσει. Σήκωσε τα μωρά από το κρεβάτι τους, ο Τάσος μου ήταν τότε είκοσι μηνών και η Ελένη μου μωρό ασαράντητο, τα κράταγε στην αγκαλιά του κι έκλαιγε. Εσείς παιδιά μου με σώσατε, έλεγε.”

Στη μάνα μου δεν πήγε κανένας αγγελιαφόρος, όπως πήγε στην Άτοσσα, να της πει “νῆσός τις …” Ούτε χρειάστηκε να της πει ο πατέρας μου: “νῆσός τις ἔστι πρόσθε Σαλαµῖνος τόπων”, γιατί η μάνα μου ήξερε πολύ καλά πως το νησί μπροστά από την Κούλουρη είναι η Ψυτάλλεια.