Η απεργία στη Σχολή Μωραΐτη για τον αντιεργασιακό νόμο

Η απεργία για τον αντιεργασιακό νόμο της κυβέρνησης λειτούργησε ακόμη μια φορά ως καταλύτης στη Σχολή Μωραΐτη. Η διοίκηση του σχολείου συνεχώς απομακρύνεται ιδεολογικά από τον βασικό κορμό του εκπαιδευτικού προσωπικού, χωρίς να αντιλαμβάνεται τις επιπτώσεις για το ίδιο το σχολείο που ενέχει αυτή η ιδεολογική δυσαρμονία. Στο προ κρίσεως παρελθόν η διοίκηση του σχολείου ακολουθούσε φιλελεύθερη και δημοκρατική στάση και συμπαραστεκόταν στα αιτήματα των εκπαιδευτικών. Ποτέ δεν αξιολογούσε τους εκπαιδευτικούς με βάση τη συμμετοχή τους στην απεργία και ήταν το μοναδικό ίσως σχολείο, στο οποίο απεργούσαν και οι αναπληρωτές εκπαιδευτικοί και όσοι είχαν μειωμένο διδακτικό πρόγραμμα και έλπιζαν σε αύξηση του ωραρίου τους. Το σχολείο έκλεινε στις απεργίες και έτσι δεν γινόταν διαχωρισμός σε απεργούς και απεργοσπάστες, σε καλούς και κακούς εργαζόμενους. Αυτό ωφελούσε βεβαίως τους εκπαιδευτικούς, αλλά κυρίως ωφελούσε το σχολείο και το εκπαιδευτικό έργο. Οι εκπαιδευτικοί δεν ήταν σε ιδεολογική ρήξη με τη διοίκηση, ούτε έβλεπαν τις αξίες τους να ποδοπατούνται στο βωμό της αλαζονείας, της έπαρσης και της ταξικής διαφοροποίησης.

Την τελευταία δεκαετία η πολυπρόσωπη πλέον διοίκηση της Σχολής Μωραΐτη αποφάσισε να μετατρέψει το σχολείο σε φάμπρικα. Στη φάμπρικα οι ιδιοκτήτες, οι διευθυντές και οι εργαζόμενοι μπορούν να έχουν, δυστυχώς, διαφορετικά συμφέροντα και διαφορετική ιδεολογία. Η ποιότητα του εργοστασιακού προϊόντος δεν εξαρτάται από την ιδεολογία της μηχανής. Στο σχολείο όμως οι εκπαιδευτικοί δεν είναι μηχανές, ούτε τα παιδιά η πρώτη ύλη. Μπορεί οι διοικούντες το σχολείο να νομίζουν, όπως και η υπουργός τους, ότι οι εκπαιδευτικοί μπαίνουν στην τάξη και λύνουν εξισώσεις ή παραθέτουν ανώμαλα ρήματα, αλλά τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά.

Και η πιο απλή και η πιο «αθώα» περιγραφή είναι επιδεκτική ερμηνείας και κάθε ερμηνεία εμπεριέχει και ιδεολογία. Και αφήνω κατά μέρος το hidden curriculum από το οποίο σφύζει το παιδαγωγικό έργο.

Η διοίκηση του σχολείου διδάσκει στα παιδιά ότι οι εργαζόμενοι πρέπει να εργάζονται υπό ένα ανελεύθερο και αντιδημοκρατικό καθεστώς στυγνής εκμετάλλευσης και θέλει συγχρόνως να διατηρεί την ψευδαίσθηση ότι προσφέρει παιδεία. Αλλά παιδεία προσφέρεται μόνο όταν οι εκπαιδευτικοί είναι ελεύθεροι να απεργήσουν και εξηγήσουν αναλυτικά στα παιδιά τους λόγους για τους οποίους απεργούν. Δεν είναι δικαίωμα των εκπαιδευτικών να εξηγούν στα παιδιά γιατί απεργούν, αλλά υποχρέωσή τους. Πρέπει να τους εξηγήσουν ότι δεν απεργούν εναντίον τους, αλλά υπέρ τους, για μια καλύτερη κοινωνία. Δεν είναι δυνατόν το σχολείο και οι γονείς να εμπιστεύονται την παιδεία των παιδιών σε ανθρώπους που τελικώς δεν εμπιστεύονται και περιφρονούν.

Η γενική διευθύντρια της Σχολής Μωραΐτη όταν θέλει να κολακέψει και έτσι να χειραγωγήσει τους εκπαιδευτικούς τους λέει: «το Σχολείο είστε εσείς». Με άλλα λόγια τους λέει: «εσείς εκφράζετε την ιδεολογία του σχολείο και Εγώ δεν κολλάω πουθενά».

Στην τελευταία απεργία, από όσα μαθαίνω, η διοίκηση του σχολείου προχώρησε ακόμη ένα βήμα προς τον ευτελισμό. Λειτούργησε απεργοσπαστικά και ανέθεσε εκπαιδευτικό έργο σε μη εκπαιδευτικό προσωπικό του σχολείου. Από εκείνους που τους απολύει όποια ώρα θέλει. Και οι γονείς δεν διαμαρτύρονται. Οι γονείς δεν διαμαρτύρονται, γιατί η Σχολή Μωραΐτη έπαψε πλέον να είναι ένα φιλελεύθερο δημοκρατικό σχολείο και έγινε ένα ακόμη σχολείο της σειράς, ένα ακόμη σχολείο της Νέας Δημοκρατίας. Απευθύνεται αποκλειστικά σε σκληροπυρηνικούς νεοδημοκράτες γονείς, οι οποίοι πάνω από όλα βάζουν την αποτυχία της απεργίας και την επικράτηση της κομματικής γραμμής.

Κάθε επιχειρησιακή επιλογή έχει και τις επιπτώσεις της και μάλιστα σε μια εποχή που δελεάζουν τα γερμανόφωνα και γαλλόφωνα σχολεία. Προς το παρόν τα φουγάρα της φάμπρικας βγάζουν πολύ καπνό. Η τελευταία απεργία λειτούργησε ως καταλύτης στη Σχολή Μωραΐτη. Και η αντίδραση παρήγαγε πολύ ίζημα, κοινώς κατακάθι. Της κοινωνίας εννοώ.

Οι βιασμοί, οι σεξουαλικές κακοποιήσεις και το φιάσκο των αξιολογήσεων στα σχολεία

Στις 23 Μαρτίου δημοσιοποιήθηκαν διαδικτυακά 170 καταγγελίες βιασμών και σεξουαλικής κακοποίησης στο διάσημο και πανάκριβο σχολείο του Λονδίνου Highgate, που ιδρύθηκε πριν από 456 χρόνια. Μετά τις 23 Μαρτίου προστέθηκαν και άλλες καταγγελίες και τώρα έχουν φτάσει τις 257. Στη συνέχεια άρχισαν σωρηδόν καταγγελίες και για άλλα σχολεία. Δεν θα ασχοληθώ με το τι συμβαίνει στην Αγγλία, γιατί τα φαινόμενα αυτά δεν γνωρίζουν από σύνορα, ακριβώς όπως και το μπούλιγκ. Για την Ελλάδα ενδιαφέρομαι περισσότερο.

Θα αναφερθώ μόνο σε μία καταγγελία μαθήτριας στο Highgate, που βιάστηκε πέρσι από συμμαθητή της. Το σχολείο αρνήθηκε να ερευνήσει την υπόθεση λέγοντας «ο λόγος σου και ο λόγος του.» Αρνήθηκε να δεχτεί μαρτυρίες συμμαθητριών της μαθήτριας και αρνήθηκε να δεχτεί φωτογραφίες από μελανιές στο σώμα της. Βράβευσε το αγόρι και δεν επέτρεψε να διαταραχτεί η ζωή του με κανένα τρόπο. Το μόνο που έκαναν ήταν να επιτρέψουν στο κορίτσι να φεύγει πέντε λεπτά νωρίτερα, για να μην συναντήσει το συμμαθητή της και να μελετάει στην αίθουσα μουσικής, αντί για τη βιβλιοθήκη, για να μπορεί να τον αποφύγει. Όχι μόνο δεν υπήρχε καμιά επίπτωση για το αγόρι, αλλά δεν προσφέρθηκε και καμιά ουσιαστική προστασία στο κορίτσι, το οποίο κυκλοφορούσε τρομαγμένο στο σχολείο και κρυβόταν.

Αναπόφευκτα θυμήθηκα μια περίπτωση, πριν από πολλά χρόνια, δεκατριάχρονου αγοριού που άπλωνε τα χέρια του σε απαγορευμένες περιοχές του σώματος συμμαθήτριάς του. Το κορίτσι κρυβόταν τρομαγμένο, για να τον αποφύγει. Κάλεσα τους γονείς του αγοριού και τους είπα ότι δεν είναι δυνατόν να έχουμε στο σχολείο ένα κορίτσι 13 ετών που κρύβεται τρομαγμένο, για να μη συναντήσει το γιο σας. Ο πατέρας του αγοριού μού απάντησε με έπαρση: «προφανώς αγνοείτε ότι ο τρόμος μπορεί να είναι βασικό συστατικό της απόλαυσης του σεξ». Μετά τη δήλωση αυτή του πατέρα το αγόρι αναγκάστηκε την επόμενη εβδομάδα να αλλάξει σχολείο, γιατί οποιαδήποτε αναμορφωτική προσπάθεια του σχολείου θα προσέκρουε στην υπονόμευση που έκανε ο πατέρας του αγοριού.

Με το παράδειγμα αυτό θέλω να πω πως το αγόρι στο αγγλικό σχολείο δεν ξύπνησε ξαφνικά μια μέρα στα δεκαοχτώ του χρόνια ως βιαστής. Είμαι βέβαιος ότι από πολύ μικρότερη ηλικία θα είχε παραβατική συμπεριφορά και θα συμμετείχε με χειρονομίες, με σεξιστικά σχόλια, με σεξιστικές αφηγήσεις σε μια εξουσιαστική κουλτούρα που υποβλέπει και καταπιέζει τα κορίτσια. Που θεωρεί τα κορίτσια λάφυρα πολέμου και επιδεικνύει μαγνητοσκοπήσεις ερωτικών συνευρέσεών τους. Το σχολείο όμως αρνήθηκε να δει και να αντιμετωπίσει από πολύ μικρή ηλικία αυτή την κουλτούρα και να διαμορφώσει μια άλλη κουλτούρα ισότητας, ασφάλειας και φροντίδας για όλους.

Το πλέον παράδοξο είναι ότι το σχολείο αυτό αξιολογήθηκε ως το καλύτερο σχολείο της Αγγλίας για το 2020. Έτσι αναδεικνύεται το φιάσκο της αξιολόγησης των σχολείων, γιατί πώς είναι δυνατόν να θεωρείται το καλύτερο σχολείο και μέσα σε λίγες ημέρες να γίνονται 247 καταγγελίες βιασμών και σεξουαλικών κακοποιήσεων; Πώς είναι δυνατόν να θεωρείται καλύτερο σχολείο αυτό που στη συνείδησή μας τοποθετείται στην κατώτερη θέση; Είναι όμως δυνατόν, γιατί οι αξιολογήσεις ενδιαφέρονται μόνο για επιδόσεις και επιτεύγματα και αδιαφορούν για το περιβάλλον του σχολείου και τι αυτό υποθάλπει και ίσως επικροτεί με το άλλοθι «boys will be boys».

Ας έρθουμε όμως στην Ελλάδα. Πέρσι έγιναν καταγγελίες για βιασμούς σε ένα σχολείο του Ψυχικού και φέτος καταγγελίες για σεξουαλικές κακοποιήσεις σε ένα άλλο σχολείο του Ψυχικού. Τα πράγματα δεν είναι καθόλου τυχαία. Δεν έτυχε, μεθοδεύτηκε.

Πριν από δύο περίπου δεκαετίες ήρθαν στο σχολείο μας δεκατετράχρονα αγόρια από το γειτονικό σχολείο, όπου καταγγέλθηκαν οι βιασμοί. Ήταν αγόρια της τρίτης γυμνασίου που ήρθαν την ώρα που έκαναν διάλειμμα τα παιδιά τους δικού μας δημοτικού, κατέβασαν τα βρακιά τους και επιδείκνυαν στα μικρά παιδιά τα γεννητικά τους όργανα. Στις δασκάλες που τα μάλωσαν απάντησαν με θράσος και ανέπτυξαν θεωρίες περί ελευθερίας του σώματος. Κάποια από αυτά στη συνέχεια μπήκαν μέσα στο κτήριο και προσπάθησαν να ξεμοναχιάσουν στις τουαλέτες ένα κορίτσι της πέμπτης δημοτικού. Εντωμεταξύ άρχισε το διάλειμμα του δικού μας γυμνασίου και τα δικά μας συνομήλικα παιδιά αναγνώρισαν τους εισβολείς και με δική τους πρωτοβουλία μού έδωσαν τα ονόματά τους.

Την επόμενη ημέρα έκλεισα ραντεβού κι επισκέφτηκα τον διευθυντή του γυμνασίου στο γειτονικό σχολείο, γνωστό και ως σχολείο της «αριστείας». Του έδωσα το χαρτί με τα ονόματα και του περιέγραψα τι είχε συμβεί. Δεν έδειξε να ενδιαφέρεται. Αντίθετα ήθελε να μιλήσουμε για τους μισθούς μας, για το αν είχα κονδύλι με έξοδα παραστάσεως, όπως εκείνος, και ποια έξοδα θεωρούσε έξοδα παραστάσεως. Τότε δεν ήξερα το Highgate, αλλιώς θα μου το θύμιζε. Σηκώθηκα να φύγω.

«Όσο για αυτό» μου είπε δείχνοντας το χαρτί με τα ονόματα «δεν μπορώ να κάνω τίποτε. Γιατί δεν μου έστειλες ένα γράμμα και να μου λες, ρε φίλε, θέλω να κάνεις αυτό κι αυτό με αυτά τα παιδιά. Δεν μου το λες. Ωστόσο εγώ θα τους φωνάξω αύριο, για να τους δείξω πως όλα τα μαθαίνω.» Του απάντησα πως δεν είναι δική μου δουλειά να του πω τι θα κάνει στο σχολείο του. Δική μου υποχρέωση ήταν να τον ενημερώσω και αυτό θα περίμενα και από εκείνον, αν κάτι συνέβαινε με παιδιά του δικού μας σχολείου. Αντί να πιάσει το κεφάλι του και να αρχίσει να τρέχει, βρήκε δικαιολογία, για να μην κάνει τίποτε. Αλλά αν δεν κάνεις τίποτε, όταν είναι μικρά τα παιδιά, περίμενε και θα ακούσεις, όταν μεγαλώσουν.

Τα μεγαλύτερα προβλήματα των σχολείων είναι ο ρατσισμός, ο σεξισμός και η ομοφοβία. Για την αντιμετώπισή τους τα σχολεία πρέπει να δουλεύουν νύχτα μέρα όλο το χρόνο. Συχνά έλεγα στα παιδιά πως το σχολείο είναι ένα φαρμακείο που διανυκτερεύει κάθε μέρα. Και Χριστούγεννα και Πάσχα και καλοκαίρι. Μόνο αν το σχολείο παρέχει περιβάλλον ισότητας, ασφάλειας και ουσιαστικής φροντίδας των παιδιών μπορούν να πάνε καλά και οι δείκτες της μόρφωσης για όλα τα παιδιά, χωρίς διακρίσεις. Κανείς δεν μπορεί να αποδώσει σε κλίμα ανασφάλειας και τρόμου.

Οι αξιολογήσεις που μεθοδεύει το υπουργείο είναι μόνο μέσα χειραγώγησης των εργαζομένων και δημιουργίας κλίματος ανασφάλειας προς δόξα των αφεντικών. Τα σχολεία οφείλουν να δημιουργούν κλίμα ασφάλειας και για τους εκπαιδευτικούς και για τα παιδιά. Μόνο το κλίμα ασφάλειας, ευημερίας και αναγνώρισης αυξάνει και τη δημιουργικότητα και την παραγωγικότητα μικρών και μεγάλων.

Ομολογώ ότι το να δημιουργήσεις θετικό κλίμα σε ένα σχολείο και κουλτούρα ισότητας δεν είναι εύκολο και εγώ προσωπικά είχα να αντιμετωπίσω και το νέο θεολόγο που έλεγε «εγώ είμαι με το μέρος των αγοριών» και την εκπαιδευτικό, μητέρα αγοριών, που μου έλεγε πως έτσι είναι τα αγόρια από τη φύση τους. Όμως το πλήθος των εκπαιδευτικών είμαι βέβαιος πως θα συνεργαστεί.

Το υπουργείο παιδείας αντί για το φόβητρο των αξιολογήσεων των σχολείων θα έπρεπε να ζητήσει από τα πανεπιστημιακά τμήματα των Παιδαγωγικών να εκπονήσουν ερωτηματολόγια και προγράμματα, για να διερευνήσουν και να αντιμετωπίσουν φαινόμενα ρατσισμού, σεξουαλικής κακοποίησης και ομοφοβίας στα σχολεία.

Οι συνομήλικοι με εμένα φιλόλογοι από τη Φιλοσοφική της Αθήνας διδαχθήκαμε τα παιδαγωγικά του Μελανίτη και μάθαμε πως τα μικτά σχολεία «απάδουν προς τα ήθη των Ελλήνων» πως «τα θήλεα προκαλούν τους άρρενας, οι οποίοι οφείλουν να παραμένουν αφελείς περί τα ερωτικά έως και το δέκατον όγδοον έτος της ηλικίας των».

Ναι άλλαξαν οι καιροί, αλλά πόσο; Και κυρίως πόσο άλλαξε η νοοτροπία μέσα στα σχολεία, που είναι κατεξοχήν συντηρητικοί χώροι και πολύ εύκολα στοχοποιούν κορίτσια για την εμφάνισή τους, για το ντύσιμό τους, για την «προκλητική συμπεριφορά» τους. Πόσο συχνά μέσα στα σχολεία λέγεται για κορίτσια ότι «πάνε γυρεύοντας»; Έχουμε δουλειά να κάνουμε. Όχι αυτήν που μας λέει το υπουργείο. Όχι, έχουμε καλή δουλειά. Και ναι, είναι απαραίτητο το μάθημα σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης. Αλλά δεν φτάνει η μία ώρα την εβδομάδα. Πρέπει όλοι όσοι βρίσκονται μέσα στο σχολείο, σε όλες τις ηλικίες να δουλεύουν μέρα νύχτα για αυτό το περιβάλλον ισότητας, ασφάλειας και φροντίδας για όλους. Αρκεί και ένα μόνο ρατσιστικό, σεξιστικό, ομοφοβικό σχόλιο, για να ακυρώσει δουλειά μηνών.

Ας δώσουμε επιτέλους άλλο περιεχόμενο στην αριστεία.

https://docs.google.com/document/d/e/2PACX-1vQI6oq9hag7lrGWm49D90z_aWSZ6Wsu40sTIfmAc5pr5NIgfh3PWzgaWS44DZ_Sui663AtThWx1beqI/pub

Μνήμη Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου

Μόλις φθάσαμε τα 2000 ονόματα. Υπογράφουν άνθρωποι από όλη την Ελλάδα, ακόμη και από το εξωτερικό. Ακόμη και ασθενείς ή γενικότερα ανήμποροι, άνθρωποι σε καραντίνα ή άλλο εγκλεισμό.
Και αυτό είναι ωραίο και πολύ συγκινητικό. Θα έχετε ακούσει κάποτε χριστιανούς που λένε «άμα πας στην εκκλησία, άναψε και για μένα ένα κεράκι». Αυτό κάνουμε και τώρα. Αυτοί που υπογράφουν, αλλά δεν μπορούν να παραβρεθούν, ζητούν να ακουστεί η φωνή τους, να ενωθεί με των άλλων. Η υπογραφή είναι το δικό τους κεράκι που φωτίζει το δρόμο μας, που φωτίζει τις ψυχές μας. Ενωμένοι είμαστε όλοι. Ο αγώνας είναι κοινός και ολοφώτιστος.

https://tinyurl.com/y2d3aro9?fbclid=IwAR3Y4CmK3jkii1GUTkGyM9WRGAQkeNuK5UB8Z_q8sx8dmhe2sQKXly7DkZA

Προς τους συλλόγους γονέων που στηρίζουν τον νόμο για την ιδιωτική εκπαίδευση

Απευθύνομαι κυρίως στους συλλόγους γονέων που με την ανακοίνωσή τους υποστηρίζουν τον νέο νόμο για την ιδιωτική εκπαίδευση. Αλλά βεβαίως αυτός ο νόμος πρέπει να απασχολήσει όλους τους έντιμους και υπεύθυνους πολίτες.

Θα ήθελα πρωταρχικά να κάνω μια παρατήρηση. Οι γονείς που μπαίνουν στα συμβούλια γονέων είναι συχνά γονείς που θέλουν να χειραγωγήσουν την εκπαιδευτική διαδικασία και όχι, για να προσφέρουν σε αυτή. Είναι αυτοί που θα απαιτήσουν να μπει το παιδί τους στη χορωδία, να γίνει σημαιοφόρος και να επιλέξουν τους εκπαιδευτικούς που θα διδάξουν στην τάξη του παιδιού τους. Είναι συνήθως αυτοί που διαχωρίζουν τους εκπαιδευτικούς σε καλούς και κακούς με αυθαίρετα και ιδιοτελή κριτήρια και εκπροσωπούν το πιο συντηρητικό τμήμα της κοινωνίας.

Ως διευθυντής σχολείου επί 23 χρόνια συζητούσα καθημερινά με πολλούς γονείς και έχω συνολικά γνωρίσει χιλιάδες γονείς. Βεβαίως υπήρχε μια μερίδα γονέων σαν αυτή που περιγράφω και σαν αυτή που υπέγραψε την ανακοίνωση. Αλλά είναι η μειοψηφία. Η πλειοψηφία ήταν γονείς αξιοπρεπείς με ηθικές και κοινωνικές αξίες, που δεν διεκδικούσαν χαριστική μεταχείριση για το παιδί τους και διατηρούσαν με τους εκπαιδευτικούς σχέσεις αλληλοσεβασμού και αλληλοεκτίμησης.

Ως προς τον νόμο έχω να κάνω αρνητικά σχόλια για όλα τα άρθρα του, αλλά θα επικεντρωθώ στο πλέον προκλητικό άρθρο, το δέκατο, που απελευθερώνει πλήρως τις απολύσεις των ιδιωτικών εκπαιδευτικών, χωρίς να χρειάζεται καμιά αιτιολόγηση.

Καταλαβαίνω τη λογική αυτών που επιδοκιμάζουν το άρθρο. Κατά την άποψή τους τα σχολεία θα αξιολογούν τους εκπαιδευτικούς και θα απολύουν αυτούς που δεν ανταποκρίνονται στους υψηλούς εκπαιδευτικούς στόχους του καλού ιδιωτικού σχολείου. Οι «κοπρίτες», όπως έγραψε κάποιος θα βρίσκονται εκτός σχολείου. «Δεν θα τους πληρώνω να κάθονται, δεν θα τους έχω να βόσκουν» έλεγε η ιδιοκτήτρια του σχολείου, στο οποίο εργαζόμουν εγώ. Ναι κι εγώ σε μεγάλο ιδιωτικό σχολείο εργαζόμουν επί 31 χρόνια, εκ των οποίων τα 23 ήμουν διευθυντής, και απολύθηκα στη μέση της χρονιάς, έξι μήνες πριν αποχωρήσω συνταξιοδοτούμενος, με θυροκόλληση της απόλυσης και χωρίς να αποχαιρετίσω τους μαθητές μου και τους συναδέλφους μου. Αν ήμουν κοπρίτης και αν έβοσκα μπορείτε να επισκεφθείτε την ιστοσελίδα μου giorgosthalassis.com (επιλέγοντας στο μενού Σχολή Μωραΐτη) και να συμπεράνετε μόνοι σας. Εκεί θα διαβάσετε τους λόγους της απόλυσής μου καθώς και όσα έγραψαν για μένα οι μαθητές, οι γονείς και οι εκπαιδευτικοί του σχολείου.

Όλα αυτά τα 23 χρόνια που ήμουν διευθυντής, μπορούσα να ξέρω πράγματα που δεν ήταν ευρύτερα γνωστά. Το αρχείο μου είναι ογκώδες. Νομίζετε, λοιπόν, με βάση τον παραπάνω συλλογισμό, ότι απολύονται οι κακοί εκπαιδευτικοί; Για παράδειγμα νομίζετε ότι απολύθηκε ο καθηγητής που έκανε ιδιαίτερα μαθήματα με υπέρογκες τιμές; Όχι βέβαια, ήταν φίλος της ιδιοκτήτριας. Νομίζετε ότι απολύθηκε ο καθηγητής που έβγαινε από την τάξη την ώρα του μαθήματος, για να δώσει τηλεφωνικά οδηγίες για αγοραπωλησία μετοχών; Όχι βέβαια, αυτός ήταν του σιναφιού.

Μήπως απολύθηκε ο καθηγητής που έκανε μόνιμα σεξιστικά και ρατσιστικά σχόλια; Όχι, γιατί αυτός συνέβαλε στην πολυφωνία του σχολείου. Κι όταν είπα ότι τα σχόλια αυτά δεν συμβάλλουν στην πολυφωνία, αλλά στη διασάλευση της ηθικής τάξης δεν εισακούστηκα, γιατί ο καθηγητής αυτός δεν απεργούσε και αγαπούσε το σχολείο.

Από την εμπειρία που είχα ως μαθητής, ως καθηγητής και ως διευθυντής είδα ότι επικρατούσε ευνοιοκρατία και αναξιοκρατία. Το ότι εγώ έγινα διευθυντής το αποδίδω σε λάθος των ιδιοκτητών. Μάλλον τους θάμπωσε το διδακτορικό της Οξφόρδης και δεν έβλεπαν τίποτε άλλο. Γιατί στις διευθυντικές θέσεις τοποθετούνται κυρίως αδύναμα άτομα, που ξέρουν μόνο να υποκλίνονται στην ιεραρχία και να καταπιέζουν τους υφισταμένους τους. Και αυτό στην καλύτερη περίπτωση. Στο σχολείο που εργαζόμουν έγινε διευθυντής ενός μεγάλου τμήματος του σχολείου ο γιος της ιδιοκτήτριας, ο οποίος δεν είχε καμιά σχέση με την εκπαίδευση και δεν είχε εργαστεί ποτέ πριν, ούτε στο σχολείο, ούτε πουθενά αλλού. Και διοικεί, όπως και η υπόλοιπη οικογένειά του με το επιχείρημα: «Σε όποιον αρέσει. Σε όποιον δεν αρέσει η πόρτα είναι ανοιχτή και περιμένουν χιλιάδες απέξω». Γιατί είναι άνθρωποι που δεν μπορούν να προκαλέσουν σεβασμό και εκτίμηση, αλλά το μόνο τους μέσο είναι η τρομοκράτηση.

Και σε αυτό θα ήθελα να σταθώ. Ο νόμος αυτός δεν δίνει τη δυνατότητα. στους ιδιοκτήτες των σχολείων να απολύουν. Πάντα μπορούσαν να απολύουν αιτιολογημένα. Με αυτόν τον νόμο μπορούν να απολύουν αναιτιολόγητα και για αυτόν τον λόγο ο νόμος αυτός λειτουργεί τρομοκρατικά. Και οποιοσδήποτε γονιός που δεν είναι ευχαριστημένος με το βαθμό του παιδιού του μπορεί να απαιτήσει την απόλυση του εκπαιδευτικού ή και να απειλήσει τον εκπαιδευτικό απευθείας.

Ένας γονιός δεν είναι σαν τον πελάτη ενός ξενοδοχείου που διανυκτέρευσε ένα βράδυ και δεν έμεινε ευχαριστημένος με το room service και ο λόγος του δεν μετράει πολύ. Ο πελάτης του ιδιωτικού σχολείου μπορεί να είναι πελάτης για 14 χρόνια, από το νηπιαγωγείο ως το τέλος του λυκείου. Κι αν έχει δύο ή τρία παιδιά μπορεί αυτά τα χρόνια να επεκταθούν στα 20 και παραπάνω. Και συχνά βλέπει κανείς στο ίδιο σχολείο να έχουν φοιτήσει και παιδιά και ανίψια και εγγόνια. Και όσο μεγαλύτερη σύνδεση έχει ένας γονιός με το σχολείο, τόσο μεγαλύτερες απαιτήσεις έχει και θεωρεί ότι το σχολείο είναι δικό του. Και ο πελάτης του ιδιωτικού σχολείου πρέπει να είναι πάντα ευχαριστημένος και έχει πάντα δίκιο. Κι αυτό το δίκιο το έχει αγοράσει ακριβά. Θυμάμαι περίπτωση μητέρας που έφερε στην ιδιοκτήτρια του σχολείου, μετά την έκδοση της ετήσιας βαθμολογίας, τετράδιο γραμμένο με το χέρι της και ισχυρίστηκε ότι ήταν το τετράδιο του γιου της, ο οποίος βεβαίως δεν είχε ποτέ τετράδιο. Ο καθηγητής του μαθήματος απέδειξε ότι ο γραφικός χαρακτήρας ήταν της μητέρας και όχι του παιδιού και ότι το τετράδιο αυτό δεν του είχε παρουσιαστεί ποτέ στη διάρκεια της χρονιάς, αλλά η ιδιοκτήτρια αποδέχτηκε το τετράδιο και ζήτησε να διορθωθεί αναδρομικά η απορριπτική βαθμολογία. Ο καθηγητής παραιτήθηκε και έφυγε από το σχολείο, αλλά επικοινωνώ μαζί του και μπορεί να επιβεβαιώσει το γεγονός.

Ο νόμος αυτός αποβλέπει στο να έχει τους ιδιωτικούς εκπαιδευτικούς τρομαγμένους και απειλημένους, ώστε να υποκύπτουν πάντα και να μην απεργούν. Η κυβέρνηση δεν θέλει απεργίες, αλλά ούτε και οι γονείς. Και ο βασικός λόγος που δεν θέλουν οι γονείς απεργίες είναι για να μην έχουν διεκδικήσεις οι εκπαιδευτικοί. Αυτό τους βολεύει πολύ. Εδώ και πολλά χρόνια δεν έχουν γίνει αυξήσεις στα δίδακτρα, αλλά τα έσοδα των ιδιοκτητών δεν μειώνονται, γιατί μειώνουν ανάλογα τους μισθούς των εκπαιδευτικών. Και όταν οι ιδιοκτήτες καθυστερούν τη μισθοδοσία λέγοντας ότι οι γονείς δεν πληρώνουν τα δίδακτρα, οι εκπαιδευτικοί δεν πρέπει ούτε να διαμαρτύρονται, ούτε να διεκδικούν, ούτε να απεργούν. Οι διεκδικήσεις και οι απεργίες των εκπαιδευτικών είναι αντιστρόφως ανάλογες προς τα συμφέροντα των ιδιοκτητών και των γονέων.

Είμαι βέβαιος ότι οι αξιοπρεπείς γονείς που στέλνουν τα παιδιά τους σε ιδιωτικά σχολεία είναι αντίθετοι με αυτόν τον νόμο, γιατί αυτός ο νόμος, παρόλο που ικανοποιεί τα συμφέροντα των ιδιοκτητών των ιδιωτικών σχολείων, στην ουσία του υποβιβάζει και φθείρει την ιδιωτική εκπαίδευση. Αν, βέβαια, μιλάμε για εκπαίδευση και όχι για δουλειές του ποδαριού. Γιατί δεν μπορούμε να μιλάμε για εκπαίδευση όταν ο νόμος μετατρέπει τους μαθητές σε έσοδα και τους εκπαιδευτικούς σε απώλειες εσόδων και τίποτε άλλο.

Ας μιλήσουμε για αξιολόγηση των εκπαιδευτικών

Ας μιλήσουμε, λοιπόν, για αξιολόγηση, χωρίς φόβο και πάθος, αν και για το πάθος δεν είμαι τόσο σίγουρος.

Ξέρετε ότι σε μερικά ιδιωτικά σχολεία, για να γίνει πρόσληψη εκπαιδευτικού πρέπει να προηγηθεί επιτυχής δοκιμαστική διδασκαλία ενώπιον επιτροπής;

Υπήρχε κάποιος εκπαιδευτικός που εκτιμούσα και σεβόμουν πολύ. Ήταν πολύ αναγνωρισμένη η αξία του στο σχολείο που δίδασκε και ήταν στην επιτροπή προσλήψεων και παρακολουθούσε τις δοκιμαστικές διδασκαλίες. Την τελευταία φορά που μίλησα μαζί του ήταν πολύ εκνευρισμένος, λόγω της διδασκαλίας υποψήφιας καθηγήτριας που παρακολούθησε. «Ήταν τόσο άσχετη, μου είπε, που πήρε την κιμωλία και άρχισε να γράφει στον πίνακα, αντί να βάλει ένα παιδί να γράφει. Δεν ήξερε κάτι τόσο απλό, ότι μια καθηγήτρια δεν γράφει η ίδια στον πίνακα, γιατί από κάτω τα αγόρια θα σχολιάζουν τα οπίσθιά της». Δεν είπε ακριβώς «οπίσθια», άλλη λέξη χρησιμοποίησε, αλλά θα μου συγχωρήσετε την έλλειψη ακριβολογίας.

Θα αφήσω ασχολίαστη την απόρριψη της υποψήφιας καθηγήτριας, επειδή απευθύνομαι σε νοήμον κοινό κι ελπίζω επιπλέον να καταλάβατε, γιατί αυτή ήταν η τελευταία φορά που συνομίλησα με εκείνον τον εκπαιδευτικό. Ποιος εγγυάται ότι τα κριτήρια του αξιολογητή δεν εμφορούνται από σεξισμό ή μισαλλοδοξία; Άλλωστε κι εγώ έχω επιδείξει μισαλλοδοξία και δεν κάλεσα σε συνέντευξη υποψήφια/ο εκπαιδευτικό για πρόσληψη, αν στην αίτησή είχε επισυνάψει και συστατική επιστολή από βουλευτή η μητροπολίτη.

Αντικειμενικά κριτήρια δεν υπάρχουν, ας το παραδεχτούμε.

Επίσης ας παραδεχτούμε πως όλοι/ες οι εκπαιδευτικοί δεν βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο τελειότητας, ούτε αποδίδουν το ίδιο καλά σε όλη τη διάρκεια της διδακτικής τους καριέρας. Και επίσης ξέρω πόσο πολύ μερικοί γονείς δεν εμπιστεύονται εκπαιδευτικούς πολύ νεαρής ή μεγάλης ηλικίας. Είναι βέβαιοι πως οι πολύ νέοι δεν έχουν γνώσεις, εμπειρία και κύρος, ενώ οι μεγάλοι δεν έχουν κατανόηση για τα παιδιά και έχουν ξεπερασμένες ιδέες.

Ας παρακάμψουμε όμως προς το παρόν μαζί με τις σεξιστικές και ηλικιακές προκαταλήψεις και όλες τις άλλες που καθορίζονται από την ομοφοβία, την εμφάνιση, την αρτιμέλεια, την προφορά και ό,τι άλλο βάλει ο νους του ανθρώπου. Και ας αναρωτηθούμε για δυο πράγματα. Πόσοι είπαν να μπουν οι κάμερες μέσα στην τάξη, για να δούμε τι μάθημα κάνουν οι εκπαιδευτικοί, ενώ κανείς δεν είπε να μπουν κάμερες στα αστυνομικά τμήματα, όχι για να αναμεταδίδουν, δεν είμαστε όλοι λάτρεις της κλειδαρότρυπας, αλλά μόνο, για να καταγράφουν τις παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που γίνονται εκεί μέσα.

Κι επίσης να αναρωτηθούμε γιατί οι άνθρωποι δεν απαιτούν να γίνει αξιολόγηση των νοσοκομειακών γιατρών και των γιατρών του ΕΣΥ; Επειδή είναι τέλειοι και είμαστε όλοι πολύ ευχαριστημένοι; Θα απαντήσω αμέσως.

Γιατί οι γιατροί, παρά τις ενδεχόμενες οικονομικές και εργασιακές αδικίες που τους γίνονται, είναι ηθικά και και κοινωνικά καταξιωμένοι και αντιμετωπίζονται με εκτίμηση και σεβασμό από όλους.

Και για τους αστυνομικούς ο υπουργός προστασίας του πολίτη είπε ότι περπατούν στο δρόμο και ο κόσμος τους χειροκροτεί. Δεν είπε κάτι ανάλογο για τους εκπαιδευτικούς η υπουργός παιδείας. Πώς να το πει; Οι εκπαιδευτικοί είναι ένας κλάδος απαξιωμένος οικονομικά, εργασιακά και κυρίως κοινωνικά. Ακούσαμε και διαβάσαμε από πολιτικά και δημοσιογραφικά στόματα για τους άχρηστους και τεμπέληδες εκπαιδευτικούς που μόνο διεκδικούν αμοιβές και δικαιώματα. Αυτή η απαξίωση οδηγεί στην απαίτηση για αξιολόγηση, να ξεχωρίσουμε τα πρόβατα από τα ερίφια και να τα κατασπαράξουμε. Γιατί όλοι οι Έλληνες ξέρουν την αληθινή ιστορία, όχι αυτή που λένε οι ιστορικοί, γιατί οι στρατιωτικοί ξέρουν καλύτερα τη γραμματική από τους δασκάλους και τους φιλόλογους, γιατί οι πολιτικοί μηχανικοί που έχουν βγάλει Πολυτεχνείο ξέρουν καλύτερα μαθηματικά, φυσική και χημεία από τους εκπαιδευτικούς που έχουν βγάλει ένα απλό πανεπιστήμιο. Γιατί δικηγόροι, γιατροί και καπετάνιοι ξέρουν καλύτερα παιδαγωγικά. Γιατί το πανεπιστήμιο της ζωής είναι αυτό που δίνει τα καλύτερα διπλώματα σε όλες τις ειδικότητες των εκπαιδευτικών.

Πώς θα αξιολογηθούν άνθρωποι τόσο πολύ απαξιωμένοι; Άνθρωποι που δεν τους επιτρέπεται να αναπτύξουν καμιά πρωτοβουλία; Που ολόκληρη η δουλειά τους πρέπει να κινείται σε πλαίσια πολύ αυστηρά προκαθορισμένα από το υπουργείο. Ποια κεφάλαια του βιβλίου θα διδάξουν αναλυτικά, ποια περιληπτικά, ποιες σελίδες ή ποιες παραγράφους απαγορεύεται να διδάξουν και όλα αυτά να αλλάζουν σε κάθε ανασχηματισμό της κυβέρνησης ή μετά από εκλογές. Και πρέπει να ανησυχούν μόνιμα μήπως γράψουν στο βιβλίο της ύλης απαγορευμένες σελίδες, μήπως βάλουν ερώτηση σε τεστ από τις απαγορευμένες, μήπως βάλουν εργασία από τα κεφάλαια που πρέπει να διδάξουν περιληπτικά. Και δεν πρέπει να βάζουν ασκήσεις που δεν είναι στο βιβλίο, να μην κάνουν «άσχετες» ερωτήσεις και οι ερωτήσεις κρίσεως να είναι μόνο εθνοπατριωτικού χαρακτήρα. Οι καλοί εκπαιδευτικοί πρέπει να διδάσκουν πως κανένας λαός δεν αγάπησε την ελευθερία όσο οι Έλληνες, κανένας λαός δεν ύμνησε την αγάπη προς την πατρίδα όσο οι Έλληνες, καμιά γλώσσα δεν είναι τόσο πλούσια, τόσο πλήρης, τόσο ωραία όσο η Ελληνική, που μπορεί να εκφράσει νοήματα και αισθήματα που καμιά άλλη γλώσσα δεν μπορεί. Και πρέπει ο καλός εκπαιδευτικός να λέει μπράβο και να βάζει καλό βαθμό στο παιδί που διάβασε μέσα στην τάξη το απόκομμα της εφημερίδας που του έδωσε ο μπαμπάς του και που λέει για την ελληνική γλώσσα και την Microsoft.

Δεν θα ξεχάσω ποτέ πως για να βγάλουμε θέματα προαγωγικών εξετάσεων σε όλα τα φιλολογικά μαθήματα έπρεπε να καθόμαστε όλοι μαζί που διδάσκαμε το μάθημα με ανοιχτές τις οδηγίες του υπουργείου. Πόσες σειρές να είναι το κείμενο, τι να ρωτάει η πρώτη ερώτηση, τι η δεύτερη, πόσα υποσκέλη έχουν η τρίτη και η τέταρτη και τι ρωτάει το καθένα και πόσες μονάδες παίρνει στη βαθμολογία. Και να αναρωτιέμαι πώς είναι δυνατόν να ρωτάμε τα παιδιά τόσες πολλές και τόσο μεγάλες μπούρδες, που υποτίθεται ότι τις είχαμε κιόλας διδάξει. Και αυτές τις οδηγίες του υπουργείου δεν άξιζε τον κόπο να τις μάθουμε απέξω, αφού θα άλλαζαν σύντομα έτσι κι αλλιώς.

Αυτό το άθλιο εκπαιδευτικό σύστημα ποιος θα το αξιολογήσει και πότε; Αυτό το εκπαιδευτικό σύστημα που καταδικάζει τους εκπαιδευτικούς σε θάνατο από ασφυξία ποιος θα το αποτιμήσει;

Θα πρέπει να γίνει κατανοητό από όλη την κοινωνία ότι διαχρονικά το υπουργείο παιδείας, οι υπηρεσίες του και τα συμβούλιά του αποβλέπουν μόνο στο να στερήσουν από τους εκπαιδευτικούς κάθε πρωτοβουλία, κάθε δυνατότητα, για να αποφασίζουν και για τα πιο απλά ζητήματα λειτουργικής, παιδαγωγικής και διδακτικής φύσης για ένα πολύ απλό λόγο. Το υπουργείο παιδείας και σύσσωμη η ελληνική κοινωνία δεν εμπιστεύεται για τίποτε τους εκπαιδευτικούς. Τους απομυζά, απαιτεί θυσίες, που ποτέ δεν είναι αρκετές, τους απαξιώνει και τους απορρίπτει.

Και όχι, το επαναλαμβάνω, δεν είναι όλοι οι εκπαιδευτικοί το ίδιο καλοί. Υπάρχουν λιγότερο καλοί και περισσότερο καλοί. Ας παρακάμψουμε προς το παρόν το πώς και από ποιον θα αξιολογηθούν. Ας υποθέσουμε ότι γίνεται μια πολύ δίκαιη και σωστή αξιολόγηση και αναδεικνύονται οι πολύ καλοί. Τους άλλους τι θα τους κάνουμε; Είναι ευκαιρία να τους απολύσουμε τώρα που έχουμε κυβέρνηση Μητσοτάκη ή θα τους στείλουμε σε καμιά απομακρυσμένη επαρχία, σε καμιά υποβαθμισμένη συνοικία, γιατί τα παιδιά αυτών των περιοχών έχουν λιγότερες απαιτήσεις και λιγότερα δικαιώματα; Η μήπως θα τους στερήσουμε μισθολογικό κλιμάκιο και έτσι θα ωφεληθούν οι μαθητές τους από αυτήν την ταπείνωση;

Νομίζω ότι καταλήγουμε σε αδιέξοδο. Αλλά μπορούμε να βγούμε από αυτό το αδιέξοδο. Πρέπει να ακολουθήσουμε άλλη πορεία και άλλη σειρά σκέψεων. Κι ερωτώ αυτούς τους γίγαντες της πολιτικής και της δημοσιογραφίας που κατακρίνουν τους εκπαιδευτικούς τόσο επαίσχυντα μήπως θεωρούν ότι οι νέες και οι νέοι των 18 ετών που μελετούν, για να μπουν στις πανεπιστημιακές σχολές, για να γίνουν εκπαιδευτικοί και πάρα πολλοί/ές κάνουν και μεταπτυχιακές σπουδές και μαθαίνουν ξένες γλώσσες φιλοδοξούν να κάνουν μια τεμπέλικη δουλειά, κακά αμειβόμενη; Στόχος τους είναι να συγκεντρώσουν στο πρόσωπό τους όλη την απαξίωση της κοινωνίας;

Όχι, είναι παιδιά με κέφι, με μεράκι, με ζωντάνια, με όρεξη για δουλειά που θέλουν να προσφέρουν τις γνώσεις τους στις επερχόμενες γενιές. Αλλά ξεκινάνε στραβά. Εκπαιδευτικοί γίνονται οι κοινωνικά και οικονομικά παρακατιανοί. Τα παιδιά των εύπορων και ταξικά ανώτερων οικογενειών δεν γίνονται εκπαιδευτικοί. Νομίζετε ποτέ πως κάποιος γόνος των οικογενειών Σαμαρά, Μητσοτάκη, Κεραμέως θα γινόταν εκπαιδευτικός; Ή μήπως δεν θα γινόταν εκπαιδευτικός για να μη γίνει τεμπέλης και άχρηστος; Αυτοί θα γίνονταν δικηγόροι, οικονομολόγοι, γιατροί, αρχιτέκτονες, ειδικότητες που τους ταιριάζουν. Προσωπικά δίδασκα επί 31 χρόνια σε μεγάλο ιδιωτικό Σχολείο. Από τα τέσσερα μέλη της οικογένειας που διοικούν το σχολείο αυτό κανείς δεν είναι εκπαιδευτικός, κανείς τους ποτέ δεν μπήκε σε τάξη. Κανείς τους δεν επέλεξε να γίνει δάσκαλος φιλόλογος ή μαθηματικός και να μπει σε τάξη. Όχι, τα οικονομικά και η διοίκηση επιχειρήσεων είναι αυτά που τους ταιριάζουν καλύτερα. Αλλά την παιδαγωγική επιστήμη θεωρούν ότι την κατέχουν καλύτερα από όλους τους εκπαιδευτικούς.

Οι εκπαιδευτικοί ξεκινούν την καριέρα τους με το στίγμα της κακομοιριάς και επομένως ό,τι τους δοθεί πολύ τους είναι. Και βεβαίως αντιμετωπίζονται με έλλειψη εμπιστοσύνης και επιφυλακτικότητα, που τους καταδικάζει σε αυτοπεριορισμό και αυτολογοκρισία, σε μόνιμη αβεβαιότητα και αμφισβήτηση που τους οδηγεί σε επιστημονικό μαρασμό και στασιμότητα.

Αυτά είναι που πρέπει να αλλάξουν. Οι εκπαιδευτικοί πρέπει να μπαίνουν στα σχολεία νέοι και όχι μετά από χρόνια ταλαιπωρίας, ΑΣΕΠ, αναπλήρωσης, φροντιστηρίων και ιδιαιτέρων μαθημάτων και όλα τα είδη ταπείνωσης και μαρασμού της προσωπικότητάς τους και της επιστημονικής τους κατάρτισης.

Οι εκπαιδευτικοί πρέπει να προσλαμβάνονται χωρίς ταλαιπωρίες, όσο διατηρούν το κέφι τους για δουλειά και προσφορά. Και το υπουργείο και το σχολείο πρέπει συνεχώς να τους ενδυναμώνουν αφήνοντάς τους πολλά περιθώρια πρωτοβουλίας. Οι εκπαιδευτικοί πρέπει να μπορούν να ενημερώνονται σε νέες επιστημονικές θεωρίες της ειδικότητάς τους και της παιδαγωγικής και να μπορούν να τις εφαρμόσουν στη διδασκαλία τους και στη δουλειά τους. Ο σύλλογος των εκπαιδευτικών πρέπει να μπορεί να αποφασίζει για τη λειτουργία του σχολείου και την καθημερινότητά του. Ο σύλλογος διδασκόντων πρέπει να αποφασίζει για το αν θα γίνει αγιασμός στην έναρξη της σχολικής χρονιάς και όχι το υπουργείο. Ο σύλλογος διδασκόντων πρέπει να αποφασίζει αν θα κάνει γιορτή για τους Τρεις Ιεράρχες και όχι το υπουργείο. Ο σύλλογος των διδασκόντων πρέπει να αποφασίζει για το πρόγραμμα των προαγωγικών και απολυτήριων εξετάσεων, χωρίς να το στέλνει στις υπηρεσίες του υπουργείου για έγκριση.

Οι εκπαιδευτικοί πρέπει να αισθάνονται ότι έχουν λόγο και δεν ανήκουν στο περιθώριο της εκπαίδευσης και του σχολείου. Πρέπει να συνδιοικούν και να συναποφασίζουν σε κοινές και τακτικές συνεδριάσεις που θα προβλέπονται από το διδακτικό τους πρόγραμμα. Και πρέπει το κλίμα του σχολείου να είναι τέτοιο, ώστε οι εκπαιδευτικοί συνεχώς να γίνονται καλύτεροι, συνεχώς να βελτιώνονται. Και αυτή η βελτίωση και προσφορά να αναγνωρίζονται και να επιδοκιμάζονται με κάθε τρόπο.

Θα φέρω ένα παράδειγμα. Κάποτε μου τηλεφώνησε μητέρα μαθητή πολύ δυσαρεστημένη. Πριν μία βδομάδα είχε στείλει σημείωμα σε έναν καθηγητή του γιου της και τον παρακαλούσε να της τηλεφωνήσει, για να μιλήσουν για ένα σοβαρό θέμα του παιδιού. Ο καθηγητής πήρε το σημείωμα, αλλά δεν ανταποκρίθηκε στο αίτημα της μητέρας. Κάλεσα τον ?καθηγητή και τον ρώτησα τι συμβαίνει και μου είπε ότι εκείνη την εποχή είχε πολλά τεστ να διορθώσει και ότι, όταν θα τα τέλειωνε σε λίγες ημέρες, θα τηλεφωνούσε στη μητέρα. Την επόμενη ημέρα στην τακτή συνεδρίαση έθεσα στους εκπαιδευτικούς το ερώτημα: Αν μας ζητήσει μια μητέρα να της τηλεφωνήσουμε, πότε πρέπει να κάνουμε το τηλεφώνημα; Όσοι και όσες μίλησαν είπαν πως το τηλεφώνημα πρέπει να γίνει στο πρώτο διάλειμμα κι αν αυτό είναι αδύνατο, πρέπει οπωσδήποτε να γίνει στο δεύτερο. Όλοι ήταν κατηγορηματικοί σε αυτό. Δεν αναφέρθηκα στο συμβάν, δεν εξέθεσα τον καθηγητή που παρευρισκόταν στη συνεδρίαση. Η αξιολόγηση όμως έγινε ταχύτατα με πλάγιο τρόπο από τους άλλους συναδέλφους και πολύ αποτελεσματικά. Μετά από λίγο μου τηλεφώνησε η μητέρα και μου είπε ότι της τηλεφώνησε ο καθηγητής και της ζήτησε συγγνώμη για την καθυστέρηση και το θέμα είχε λήξει. Και πράγματι είχε λήξει για πάντα. Μετά με βρήκε ο καθηγητής και ζήτησε κι από μένα συγγνώμη και μου είπε πως δεν είχε καταλάβει πόσο λάθος είχε χειριστεί το θέμα.

Το σχολείο είναι ένας χώρος μέσα στον οποίο οφείλουμε όλες και όλοι να γινόμαστε καλύτερες/οι. Παιδιά, εκπαιδευτικοί, διευθυντές/τριες πρέπει να μαθαίνουμε και να βελτιωνόμαστε, να προοδεύουμε χωρίς εμμονή σε ιδέες και γνώσεις που μπορεί πλέον να είναι ξεπερασμένες.

Κάποτε σε συζήτηση που είχα με υποψήφια για πρόσληψη φιλόλογο ρώτησα πώς θα δίδασκε το μάθημα των αρχαίων Ελληνικών. Μου είπε ότι θα διάβαζαν μια παράγραφο, θα ζητούσε από τα παιδιά να κάνουν χωρισμό και αναγνώριση προτάσεων, μετά πλήρη συντακτική και γραμματική αναγνώριση και κατόπιν μετάφραση. Ρώτησα γιατί επέλεγε αυτόν τον τρόπο και μου είπε γιατί κι εκείνη έτσι έμαθε αρχαία Ελληνικά. Την ρώτησα αν και τα Αγγλικά που διδάσκονται τα παιδιά πρέπει να τα διδάσκονται με τον ίδιο τρόπο, αλλά δεν μπόρεσε να μου απαντήσει. Όμως αυτή η καθηγήτρια αν βρισκόταν σε ένα περιβάλλον που δεν θεωρεί τα θέματα της παιδείας ως θέσφατα, σε περιβάλλον που έχει μάθει να θέτει ερωτήματα, σε περιβάλλον που συνεχώς διαβάζει και ανανεώνεται είμαι βέβαιος πως θα μπορούσε να δώσει άλλες απαντήσεις.

Κανείς και καμιά μας δεν είναι τόσο καλός/ή που να μη μπορεί να γίνει καλύτερος/η. Και σε αυτό πρέπει να βοηθάει το σχολικό περιβάλλον με την ανάλογη ενίσχυση από το υπουργείο. Ενίσχυση οικονομική για συμμετοχή σε επιστημονικά συνέδρια, για συνδιοργάνωση με άλλα σχολεία της περιοχής επιστημονικών και παιδαγωγικών συνεδρίων στα οποία οι εκπαιδευτικοί θα ενθαρρύνονται να συμμετέχουν ως ομιλήτριες,ές. Ενίσχυση οικονομική για τη δημιουργία σχολικής βιβλιοθήκης με βιβλία υψηλού επιστημονικού επιπέδου, για χρήση από τους εκπαιδευτικούς, οικονομική ενίσχυση για συνδρομή σε βιβλιοθήκες του εξωτερικού, καθορισμένη ώρα στο διδακτικό ωράριο, στην οποία οι εκπαιδευτικοί μιας ειδικότητας θα συζητούν τα θέματά τους, θα θέτουν στόχους και θα αλληλοενημερώνονται. Και ακόμη οι εκπαιδευτικοί των ξένων γλωσσών να έχουν διδακτική ώρα στο τέλος του σχολικού προγράμματος, για να διδάσκουν ξένες γλώσσες σε όσες/ους συναδέλφους τους επιθυμούν.

Με λίγα λόγια δηλαδή, ας σταματήσουμε να μιλάμε για αξιολόγηση των εκπαιδευτικών και να αρχίσουμε να μιλάμε για την αξιοποίηση τους μέσα σε ένα κλίμα εμπιστοσύνης που θα αφήνει πολλά περιθώρια για ανάπτυξη πρωτοβουλιών. Και οι εκπαιδευτικοί πρέπει να συνδιοικούν το σχολείο και να συναποφασίζουν για ζωτικά θέματα και όχι απλώς να συνυπογράφουν μνημεία της γραφειοκρατίας. Και ας αρχίσουμε με επαναπροσδιορισμό των ρόλων και των προσόντων των διευθυντών των σχολικών μονάδων και των προϊσταμένων των εκπαιδευτικών περιφερειών, που έχουν καταλήξει ιερείς της γραφειοκρατίας.