Ποίος ήτον ο φονεύς του αδελφού μου; Ο Κορκονέας. Μην το ξεχάσεις ποτέ.

(Ανοιχτή επιστολή στα παιδιά που γεννήθηκαν μετά τη δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου)

Αγαπητά μου παιδιά,

Είστε η ελπίδα για την νέα ζωή, που όλοι μας έχουμε ανάγκη, αλλά δεν μας δίνεται πάντα. Είστε μικροί, για να διαβάσετε αυτά που γράφω, αλλά τα γράφω τώρα, γιατί δεν ξέρω αν θα υπάρχω, όταν φτάσετε στην κατάλληλη ηλικία, για να τα μάθετε.

Έχουν λεχθεί άσχημα πράγματα για τον Αλέξανδρο μετά τη δολοφονία του. Αλλά τα έχουν πει βρώμικα στόματα και τα έχουν γράψει βρώμικα χέρια. Μην πιστέψετε τίποτε και κανένα. Εγώ ήμουν σε θέση να ξέρω τον Αλέξανδρο καλύτερα από τον καθένα και σας λέω αυτό. Ο Αλέξανδρος ήταν πολύ καλό, ευγενικό και τίμιο παιδί, που αγαπούσαν όλοι οι δάσκαλοι και όλοι οι συμμαθητές του. Κι εκείνος αγαπούσε πολύ τους φίλους του και είχε πολλούς, πάρα πολλούς φίλους και οι φίλοι του έγιναν αναρίθμητοι μετά τον θάνατό του, όχι μόνο στην Ελλάδα, σε όλον τον κόσμο. Αλλά ο Αλέξανδρος δεν πρόλαβε να τους αγαπήσει, όμως η μεγάλη του καρδιά, είμαι βέβαιος ότι θα τους χωρούσε όλους αυτούς.

Χθες τέλειωσε η δίκη των δολοφόνων του σε δεύτερο βαθμό στο εφετείο Λαμίας. Μια δίκη που συνεχώς μας έκανε να αγανακτούμε και να ντρεπόμαστε για τον τρόπο που απονέμεται «η δικαιοσύνη» στη χώρα μας. Δεν θα επεκταθώ όμως σε όλα όσα λέχθηκαν και έγιναν σε αυτή τη δίκη που κράτησε πάνω από δυόμισι χρόνια. Λέω μόνο τούτο. Από την αρχή φάνηκε πως είχαν σκοπό να βγάλουν έξω τον Κορκονέα με κάθε τρόπο. Και τώρα θα σας πω μόνο για τη χθεσινή μέρα και αυτό φτάνει.

Η αδιάντροπη υπεράσπιση, που πρότεινε ένα σωρό ελαφρυντικά, πρότεινε και ως ελαφρυντικό την ανάρμοστη συμπεριφορά του θύματος. Λες και η υπεράσπιση δεν ήταν μέσα στην αίθουσα, όπου αποδείχθηκε περίτρανα ότι ο Αλέξανδρος δεν έκανε τίποτε ανάρμοστο. Απλώς βρέθηκε σε ένα μέρος, όπου συχνάζουν πολλά παιδιά αυτής της ηλικίας. Για αυτό και το ελαφρυντικό αυτό δεν έγινε δεκτό. Αλλά η υπεράσπιση, όπως και άλλοι όμοιοι, πάντα προσπαθούσαν να βεβηλώσουν τη μνήμη του Αλέξανδρου και θα συνεχίσουν να προσπαθούν, αλλά εσεις να μη δέχεστε αυτά τα ψέματα.

Ο εισαγγελέας από την άλλη πρότεινε ως ελαφρυντικό τον πρότερο σύννομο βίο του κατηγορουμένου. Ποιος σύννομος βίος όμως; Ακόμη και τη δολοφονία του Αλέξανδρου προσπάθησαν να καλύψουν και να συσκοτίσουν οι δολοφόνοι, αλλά και οι συνάδελφοί τους τροποποίησαν τα ενοχοποιητικά στοιχεία και κατασκεύασαν ψευδομάρτυρα. Σκοπός τους ήταν να πουν ότι οι δολοφόνοι δέχθηκαν επίθεση και κινδύνεψε η ζωή τους και ο Κορκονέας πυροβόλησε για εκφοβισμό στον αέρα και η σφαίρα εξοστρακίστηκε και σκότωσε τον Αλέξανδρο. Και παρόλο που αποδείχθηκε ότι όλα αυτά ήταν ψέματα, δεν υπήρξε καμιά συνέπεια για τους αστυνομικούς που κατασκεύασαν αυτά τα σενάρια. Αν λοιπόν η υπηρεσία του προσπάθησε να απαλλάξει τον Κορκονέα από τη δολοφονία δεν θα τον κάλυπτε για μικρότερα αδικήματα και μικρότερες εγκληματικές πράξεις; Και ακόμη ο εισαγγελέας είπε ότι οι συνάδελφοι του Κορκονέα τον αποκαλούσαν Ράμπο, γιατί ήταν καλός και αποτελεσματικός στη δουλειά του και όχι γιατί έδερνε αθώους ανθρώπους. Αλλά αυτά δεν έκαναν το δικαστήριο να αμφιβάλλει για τον σύννομο βίο του Κορκονέα και δέχθηκε το ελαφρυντικό, ενώ αμφέβαλε για την ενοχή του Σαραλιώτη και τον κήρυξε αθώο. Ο Σαραλιώτης αθώος! Που όλα τα έκαναν μαζί και δεν σκέφτηκαν οι δικαστές, ότι όσα έκανε μετά ο Σαραλιώτης τα έκανε, όχι για να καλύψει την ενοχή του Κορκονέα, αλλά για να καλύψει τη δική του συνενοχή.

Κι ακόμη είπε ο εισαγγελέας ότι ο Κορκονέας οδηγήθηκε σε αυτές τις πράξεις, επειδή ήταν αφελής και αντιδεοντολογικός, όχι γιατί είναι ένας στυγερός δολοφόνος, ένα παλιοτόμαρο της κοινωνίας. Αλλά χθες στην αίθουσα δεν είδα μόνο ένα παλιοτόμαρο, είδα πολλά.

Και η απόφαση του δικαστηρίου να δεχθεί την ενοχή του Κορκονέα για ανθρωποκτονία από πρόθεση με άμεσο δόλο απέβλεπε στο να καλύψει τα νώτα του σε ενδεχόμενη αναίρεση, αλλά συγχρόνως είχε σκοπό να τον βγάλει αμέσως από την φυλακή με την ποινή κάθειρξης 13 ετών.

Εύχομαι εσείς παιδιά να ζήσετε καλύτερες μέρες κι αν ποτέ σας πουν παραμύθι για τη λάμια που έτρωγε τα αθώα παλικαρόπουλα, να ξέρετε ότι αυτή δεν είναι η λάμια, αλλά η Λαμία.

Να ζήσετε σε καλύτερες μέρες, αλλά αυτές θα αργήσουν πολύ. Ήδη η κυβέρνηση θα στείλει αστυνομικούς με πολυβόλα ανάμεσα στους ανθρώπους στο κέντρο της Αθήνας και ο πρωθυπουργός ανήγγειλε ότι θα προσλάβει 1500 νέους οπλισμένους Κορκονείς.

Για να έρθουν οι καλύτερες μέρες πρέπει να αγωνιστούμε πολύ και ελπίζω να συμμετάσχετε κι εσείς σε αυτόν τον αγώνα όταν μεγαλώσετε.

Ο γυμνασιάρχης του Αλέξανδρου

Γιώργος Θαλάσσης

Πώς θα γίνει το μάθημα των Θρησκευτικών πιο ελκυστικό

Η μακρόχρονη θητεία μου στην εκπαίδευση, ως καθηγητή και επί 23 χρόνια ως γυμνασιάρχη, μού επιτρέπει να διατυπώσω μια πρόταση, για να γίνει το μάθημα των Θρησκευτικών πιο ελκυστικό.

Θα πρέπει αρχικά να δεχτούμε ότι το μάθημα αυτό έχει εγγενή προβλήματα, τα οποία μέχρις στιγμής συγκαλύπτονται από τα διδακτικά εγχειρίδια και τις/τους εκπαιδευτικούς με αποτέλεσμα την παραπλάνηση των παιδιών και την επέκταση της παραπλάνησης αυτής έως και τα βιβλία της ιστορίας. Τα προβλήματα αυτά είναι:

1. Δεν υπάρχει καμιά ιστορική και αρχαιολογική πηγή της εποχής του Χριστού, που να αναφέρεται στο πρόσωπο, στη ζωή, στη σταύρωση και την ανάσταση του Χριστού. Δεν υπάρχει καμιά αναφορά στα ρωμαϊκά αρχεία ούτε στα κείμενα των ιστορικών της εποχής και της περιοχής για τον Χριστό. Όλες οι αναφορές είναι πολύ μεταγενέστερες. Τα ευαγγέλια είναι πολύ μεταγενέστερα και δεν έχουν γραφεί από μαθητές του Χριστού. Το παλαιότερο κείμενο είναι οι επιστολές του Παύλου, αλλά ο Παύλος είναι μεταγενέστερος και δεν γνώρισε τον Χριστό. Γενικότερα στον ανατολικό χώρο υπήρχαν κατά καιρούς πολλές αναφορές σε μεσσίες και στα πλαίσια αυτής της παράδοσης αναγορεύθηκε θεός και ο Αλέξανδρος.

2. Τα κείμενα των Αγίων και των Πατέρων βρίθουν από σεξιστικές και μισαλλόδοξες αναφορές με αφετηρία τις επιστολές του Παύλου: «διδάσκειν δὲ γυναικὶ οὐκ ἐπιτρέπω οὐδὲ αὐθεντεῖν ἀνδρός ἀλλ’ εἶναι ἐν ἡσυχίᾳ».

3. Οι Έλληνες δεν έμειναν 400 χρόνια πίσω λόγω της οθωμανικής περιόδου, αλλά λόγω της εκκλησίας. Η εκκλησία έθεσε φραγμό στην είσοδο του διαφωτισμού και στη διδασκαλία των επιστημών. Το 1723 ο σημαντικός επιστήμονας με ευρωπαϊκή παιδεία Μεθόδιος Ανθρακίτης γράφει: «…συναθροίζουν λογικάς και φυσικάς και Ευκλείδην και έτερα μαθηματικά και ανάπτουν φωτίαν εις την αυλήν της εκκλησίας εις τρία μέρη, και τα έρριψαν μέσα ημέρα Κυριακή, και λαός άπειρος έξω, γεμιτζήδες, παπουτσήδες, ραφτάδες, και τα κάνουν ωσάν να ήτον Αρείου αιρέσεις… βιβλία όπου όλος ο κόσμος τα σπουδάζει… Μετά ταύτα μου συνθέτουν μίαν ομολογίαν να υπογραφώ, πως επαρακινήθην να τα γράψω εκ σατανικής συνεργείας… Τώρα μελετώσι να στείλουν εις όλην την Ρούμελην, όπου ακούγεται διδάσκαλος, να τον αφορίσουν και να τον διώξουν…». Ο άλλοτε πατριάρχης Καλλίνικος ο ΣΤ´ διατάζει τον δάσκαλο της σχολής Ζαγοράς να μη διδάσκει φυσική: «Η επιστήμη η φυσική και την ημών ευσέβειαν την προς τον Θεόν διαφθείρει… και…την των ανθρώπων καρδίαν εν αμαρτίαις παραθαρσύνοντες μεγίστων πολλάκις κακών, και δεινοτάτων ποινών αίτιοι εισίν οι φυσιολόγοι. Δικαίως ουν η τοιαύτη επιστήμη… ζωήν την αιωνίαν εμποδίζουσα εκ των σχολών εξοριστέα εστί.»

4. Η εκκλησία εμπόδιζε να φτάσουν στην Ελλάδα τα περί ελευθερίας μηνύματα της γαλλικής επανάστασης. Ο πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε´ επανιδρύει το 1798 το πατριαρχικό τυπογραφείο, το οποίο εκδίδει κείμενα της πιο συντηρητικής βυζαντινής παράδοσης, με τα οποία προσπαθεί να επαναφέρει στο σωστό δρόμο της εκκλησίας τους πιστούς που κινδυνεύουν από τα κείμενα των δυτικόφιλων ανταρτών. Ακολούθως προβάλλονται αντιστάσεις στις προσπάθειες για επανάσταση, γιατί με την επανάσταση θα έχαναν οι αρχιερείς την εξουσία διοίκησης του Ρουμ μιλιέτ, που τους είχε χορηγηθεί από τον σουλτάνο.

5. Μετά την επανάσταση η εκκλησία επιδόθηκε στην κατασκευή και συντήρηση μύθων, που θα της παρείχαν άλλοθι για τη στάση της στην οθωμανική περίοδο και την επανάσταση. Κυριότεροι είναι ο μύθος του κρυφού σχολειού και ο μύθος του λάβαρου της επανάστασης που ύψωσε ο Π.Πατρών Γερμανός.

6. Η εκκλησία υπηρέτησε και τροφοδότησε μισαλλόδοξες, σεξιστικές και ακροδεξιές θέσεις σε όλα τα σημαντικά θέματα της σύγχρονης ζωής. Οι εκπρόσωποί της παρέμειναν σε ένα μεσαιωνικό τρόπο σκέψης, όπως αποδεικνύεται από τις δηλώσεις του Παΐσιου, του Πορφύριου, του Άνθιμου και του μητροπολίτη Μόρφου.

Τα προβλήματα αυτά θα παρακαμφθούν μόνο αν το μάθημα εξελιχθεί και μεταβληθεί σε μάθημα θρησκειολογίας, χωρίς να είναι προσκολλημένο σε μια θρησκεία κι ένα δόγμα. Να αντιμετωπίζει όλες τις θρησκείες ισότιμα και να δίνει έμφαση στα κοινά στοιχεία, στις παραδόσεις τους και στη διδασκαλία τους, έτσι που να μπορούν να συμμετέχουν παιδιά όλων των θρησκειών και δογμάτων και παιδιά που δεν ανήκουν σε κάποια θρησκεία. Στο μάθημα αυτό να δίνεται έμφαση στην αξία της διαφορετικότητας και στον σεβασμό της και να απαντά στις προκλήσεις της εποχής με γνώμονα πάντα τις αρχές της ισότητας και της ανεκτικότητας.

Υπάρχει βέβαια και ένας άλλος τρόπος για να γίνει το μάθημα πολύ ελκυστικό πάρα πολύ εύκολα. Να καλλιεργεί στα παιδιά από πολύ μικρή ηλικία το φόβο και το μίσος προς κάθε ξένο, αλλόθρησκο και αλλόφυλο. Να τους μάθει ότι κάθε απόκλιση είναι αμαρτία και να τους μιλάει συνεχώς για τον σατανά και την κόλαση. Τα παιδιά θα τα μάθουν αυτά πολύ εύκολα και θα λατρέψουν το μάθημα. Τα μαθήματα μίσους έχουν πολύ μεγάλη απήχηση. Η απόρριψη του Άλλου είναι πολύ εύκολη και ελκυστική. Η αποδοχή του Άλλου είναι το δύσκολο μάθημα και γιαυτό παραμένει πάντα εκτός διδακτέας ύλης. Αυτό που με ανησυχεί είναι ότι πολλοί έχουν στο μυαλό τους αυτόν τον τρόπο, για να προσελκύσουν τα παιδιά.

Ο βιασμός ως ιδεολογία

Ο ισχυρισμός μου είναι πως όλοι/ες ευθυνόμαστε για τους καθημερινούς βιασμούς, που είναι καθημερινοί και οι περισσότεροι δεν καταγγέλονται και δεν αποκτούν δημοσιότητα και ευτυχώς δεν οδηγούν και σε γυναικοκτονία ή γενικότερα στο θάνατο του σεξουαλικού θύματος.

Η ιδεολογία του βιασμού εμφωλεύει στο συλλογικό ασυνείδητο μαζί με την πατριαρχία, τον σεξισμό και την ομοφοβία και αναπαράγεται συνεχώς μέσω της γλώσσας. Οι σεξουαλικές βρισιές μάς ανάγουν σε φαντασιακούς βιαστές και μετατρέπουν, καθόλου φαντασιακά πλέον, την ερωτική λειτουργία σε πράξη εξουσίας, υποταγής, εκδίκησης, ευτελισμού, που προκαλεί ντροπή και πόνο στο θύμα. Καμιά ευχαρίστηση, καμιά απόλαυση.

Με σεξουαλικό τρόπο σηματοδοτείται ο εκλογικός θρίαμβος, η ποδοσφαιρική νίκη, ο ανταγωνιστικός λόγος. Με σεξουαλικές πράξεις παραλληλίζεται η επιβολή μνημονίων και φόρων. Τα ανδρικά σεξουαλικά όργανα είναι πανταχού παρόντα για να επιβληθούν, να απειλήσουν, και να ταπεινώσουν, ενώ το γυναικείο σεξουαλικό όργανο χρησιμοποιείται ως χαρακτηρισμός βδελυγμίας και ευτέλειας.

Το παραδοσιακό ρήμα που χρησιμοποιείται δεν δηλώνει αμοιβαία σχέση και ευχαρίστηση. Αντίθετα είναι ένα μεταβατικό ρήμα που προϋποθέτει υποκείμενο και αντικείμενο και αναγκαστικά δηλώνει ενεργητικότητα και παθητικότητα, θύτη και θύμα. Το υποκείμενο ενεργεί με δική του απόφαση, γιατί πάντα το υποκείμενο είναι αυτό που αποφασίζει. Το αντικείμενο υφίσταται και υπομένει.

Το υποκείμενο είναι πάντα στην ορθή ονομαστική, ενώ το αντικείμενο, η γυναίκα ή ο γκέι άντρας, είναι σε πλάγια πτώση. Ναι σε πτώση, έτσι το θέλει η γραμματική και η γλώσσα μας, σε πτώση και πλαγιασμένο, στο κρεβάτι ή στο χώμα.

Το υποκείμενο είναι στην ορθή ονομαστική, είναι όρθιο και ορθό, όπως και το σεξουαλικό του όργανο. Και ορθό δεν σημαίνει μόνο όρθιο, σημαίνει και σωστό, δίκαιο, αλάνθαστο.

Το υποκείμενο είναι από πάνω και για αυτό όλα τα καλά είναι από πάνω, είναι ανώτερα. Το αντικείμενο είναι από κάτω, είναι κατώτερο κι εκεί θα μείνει και θα ευχηθεί στο υποκείμενο «και σ´ ανώτερα».

Το θλιβερό είναι ότι και οι γυναίκες χρησιμοποιούν την ίδια γλώσσα, τις ίδιες μεταφορές, σε μια φαντασιακή διαδικασία χειραφέτησης, ενώ στην ουσία αποδέχονται μια χειροπιαστή αλλοτρίωση.

Οι γυναίκες στις συντηρητικές κοινωνίες, όχι απλώς αποδέχονταν, αλλά συντηρούσαν την πατριαρχία, με πολύ λίγες εξαιρέσεις. Ήταν και αυτός ένας τρόπος επιβίωσης και διατήρησης της δικής τους ισορροπίας. Εκτός των άλλων φαίνεται από τις ερωτικές ιστορίες, που διηγόντουσαν και από τα αινίγματα που κατασκεύαζαν, για να προσδώσουν ανδρική λειτουργία στις γυναικείες δουλειές.

«Εγώ γιατί σ´ αγόρασα και ´δωσα τον παρά μου, για να σε βάλω ανάσκελα, να κάνω τη δουλειά μου» λέει η γυναίκα για τη σκάφη του ζυμώματος. «Η κοιλιά με την κοιλιά, το μακρύ κάνει δουλειά», λέει η γυναίκα, όταν σκύβει πάνω από το κιούπι και με το χέρι της βγάζει από μέσα τις ελιές. Κι όταν με το κλειδί στο χέρι γονατίζει μπροστά στην κλειδαρότρυπα της κασέλας, για να ξεκλειδώσει τα προικιά της, σκέφτεται αλλιώς: «Σκύβω, γονατίζω εμπρός σου, το μακρύ μου στο σχιστό σου».

Αυτά όμως άλλες εποχές. Στην εποχή μας όλο και περισσότερες γυναίκες δεν υπηρετούν την πατριαρχία και όλο και περισσότεροι άντρες προσπαθούν να αποβάλουν πατριαρχικές, σεξιστικές και ομοφοβικές αντιλήψεις. Αλλά αυτό θα γίνει πιο εύκολα αν προβάλλουμε το σεξ ως μια διαδικασία αμοιβαίας απόλαυσης, που δεν διακρίνει σε υποκείμενα και αντικείμενα, σε ενεργητικότητα και παθητικότητα, σε ανωτερότητα και κατωτερότητα. Ας σκεφτούμε ποια ιδεολογία εμφυτεύεται στα παιδιά μας όταν μεγαλώνουν ανάμεσα σε σεξιστικές και ομοφοβικές μεταφορές, σε σεξουαλικές, ταπεινωτικές εκφράσεις. Η γλώσσα είναι φορέας ιδεολογίας. Και όπως έλεγε και ο Λακάν: Το ασυνείδητο δομείται από τη γλώσσα και παράλληλα με τη γλώσσα.

Για τον Νίκο Ρωμανό

Χάρηκα που βγήκε επιτέλους από τη φυλακή. Χάρηκα πολύ. Αλλά αυτή η χαρά δεν ήταν ικανή να διαλύσει τις πικρίες του παρελθόντος. Πικρίες πολλές. Για την απάνθρωπη μεταχείριση του, για τις τεράστιες ποινές λες και ήταν δολοφόνος, για τον διασυρμό της οικογένειάς του. Τι να πρωτοθυμηθώ; Πόσα είπαν για εκείνη τη μητέρα; Όλο το ανάθεμα της κοινωνίας έπεσε επάνω της, επάνω σε μια μάνα που είμαι σε θέση να ξέρω πόσο στοργική ήταν και πόσο πολύ αγαπούσε και φρόντιζε το παιδί της. Την κατηγόρησαν ακόμη και για το ότι του διάβαζε διηγήματα του Μάριου Χάκκα. Κατά τη γνώμη τους τον διέφθειρε ο Μάριος Χάκκας, γιατί ο Μάριος Χάκκας δεν ήθελε 51 υπουργούς, αλλά φανταζόταν ένα τριμελές υπουργικό συμβούλιο με ένα δεκαοχτάρη στο υπουργείο του έρωτα, μια μάνα στο υπουργείο γεννήσεων και ένα γεροντάκι στο υπουργείο θανάτου. Ένα μόνο υπουργείο θανάτου, όχι τόσα πολλά που είχαμε και έχουμε τα τελευταία χρόνια.

Πώς να ξεχάσω τα σχόλια του Κούγια, του Ζούλα ακόμη και αυτά που μου είπε ο εισαγγελέας στο εφετείο Λαμίας, λες και δικαζόταν εκεί ο Ρωμανός και όχι οι δολοφόνοι του Γρηγορόπουλου.

Πώς να ξεχάσω την απεργία πείνας για το δικαίωμά του στη μόρφωση και όσα διαμείφθηκαν μέσα στη Βουλή το Δεκέμβριο του 14. Πώς να ξεχάσω τα απαξιωτικα σχόλια γονέων της Σχολής Μωραΐτη, έχω σωρεία από τέτοια μέιλ, που τον παρουσίαζαν ως αδίστακτο δολοφόνο. Ακόμη είπαν και ότι θα ανατίναζε το Mall Σαββατοκύριακο που πήγαιναν τα παιδιά τους. Όχι γιατί δεν τον ήξεραν, όπως τον ήξερα εγώ από παιδί, αλλά γιατί δεν ήθελαν να τον ξέρουν.

Αλλά ποια ήταν και η στάση του σχολείου του που τον ήξερε; Ακόμη και συνάδελφος (όχι βέβαια εκπαιδευτικός), που τον ήξερε και ήξερε καλά και τη μητέρα του, μου είπε πως ήταν αντίθετη με την εκπαιδευτική άδεια με βραχιολάκι, γιατί θα έκανε τρομοκρατικό χτύπημα, θα τον κυνηγούσε η αστυνομία, θα τον πυροβολούσε και η σφαίρα θα εξοστρακιζόταν, όπως έγινε με τη σύλληψη του Μαζιώτη στο Μοναστηράκι, και αυτή τη φορά θα σκότωνε το γιο της που συχνάζει στο Μοναστηράκι.

Η Σχολή Μωραΐτη όχι μόνο δεν είπε έναν καλό λόγο για αυτό το παιδί και την οικογένειά του, που τους ήξερε καλά, γιατί και η μητέρα ήταν απόφοιτη αυτού του σχολείου, αλλά, ακολουθώντας τον δρόμο του χρήματος και της πελατείας, περιέθαλψε και ενθάρρυνε την τρομολαγνεία της και συμπεριφέρθηκε η ίδια τρομοκρατικά προς τους εκπαιδευτικούς κι εμένα.

Όμως ο Ρωμανός δεν τρομοκράτησε δικαστές και κοινωνία με τις πράξεις του, αλλά κυρίως με τις ιδέες του και το αστραφτερό του μυαλό.

(Σένα τα λέγω, σένα τα λέγω κι άκουτα,

πάρε χαρτί και πέννα, κάτσε και γράψε τα)

Η Νταντουλάκη

 

[ Τα αποτελέσματα των πρόσφατων εκλογών, αλλά και των άλλων που έρχονται, μου φέρνουν στο νου τη μεγάλη έλλειψη κατανόησης, την αδυναμία συνεννόησης, αλλά και την ευκολία με την οποία μια τραγωδία μπορεί να γυρίσει σε κωμωδία ή φάρσα.]

-Δεν τη λένε Νταντουλάκη. Δανδουλάκη τη λένε.

-Σιγά που θα κάθομαι να τη λέω Δα-νδου-λά-κη. Ωχ, καημένε, θα τη λέω, όπως με βολεύει. Εσένα, δηλαδή, τι σε πειράζει;

Δεν με πείραζε και σιγά σιγά μάθαμε όλοι στην οικογένεια να τη λέμε Νταντουλάκη. Δήθεν για αστείο, αλλά ήταν πράγματι πιο βολικό. Μόνο που στην αρχή θύμωνε. -Τη λες κι εσύ Νταντουλάκη, για να με κοροϊδεύεις, ε;

Μια δυο φορές το χρόνο μάς έκανε κάτι τετραήμερες επισκέψεις και προσπαθούσαμε με κάθε τρόπο να την ευχαριστήσουμε, αλλά δεν ήταν και τόσο εύκολο. Τα απογεύματα της έλεγα «να σου ανοίξω την τηλεόραση να δεις τη Λάμψη». -Ε, καλά, να τη δω. Αλλά μη νομίζεις ότι βλέπω συχνά. Στη χάση και στη φέξη. Δεν ευκαιρώ από τις δουλειές. Και ούτε που δίνω βάση. Να, έτσι, να περνάει η ώρα. -Σου αρέσει η Νταντουλάκη, έτσι δεν είναι; -Ε, ναι μου αρέσει. Πώς να μη μου αρέσει;

Κάποια φορά, μετά από λίγα χρόνια, μου λέει η γυναίκα μου, καθώς διάβαζε την εφημερίδα. «Η Νταντουλάκη ανεβάζει το «λεωφορείο ο πόθος». Να πάμε τη μάνα σου, όταν ξανάρθει. Της αρέσει η Νταντουλάκη, της αρέσει το θέατρο, θα της αρέσει και το έργο, ευκαιρία είναι. Παίζει και ο Γκλέτσος, θα ενθουσιαστεί. Ας κάνουμε αυτή τη θυσία». «Και μετά να τη πάμε να φάμε στο Ιντεάλ, που το έχει κι αυτό μεγάλο καημό», συμπλήρωσα κι εγώ, για να προσθέσω κάτι σε αυτή τη θυσία.

Τον επόμενο μήνα μας επισκέφτηκε. Έκλεισα αμέσως εισιτήρια για την απογευματινή του Σαββάτου, αλλά έπρεπε να τα πάρουμε από το ταμείο τουλάχιστον μισή ώρα πριν από την παράσταση. Το μεσημέρι φάγαμε νωρίς και μετά το φαγητό της είπα:

-Να πας τώρα να ξαπλώσεις, για να σηκωθείς νωρίς. Το απόγευμα θα πάμε στο θέατρο.

-Να πάτε. Εγώ θα κάτσω εδώ. Η καλύτερή μου. Θα ´χω και την ησυχία μου.

-Θα έρθεις κι εσύ. Παίζει η Νταντουλάκη.

-Σιγά που θα πάω εγώ να δω τη Νταντουλάκη. Να μου λείπει. Εδώ τις προάλλες την έδειξε η τηλεόραση και με φωνάζει η κόρη μου και μου λέει «έλα μαμά να δεις τη Νταντουλάκη». Πάω κοντά και τι να δω. Πλισές το μούτρο της. Εγώ μπροστά της είμαι κόρη της. Δε φτάνει που την είδα στην τηλεόραση, θα πάω να τη δω κι από κοντά; Δε μου χρειάζεται.

-Θα πας τώρα να κοιμηθείς και το απόγευμα θα πάμε στο θέατρο.

Πρέπει να το είπα λίγο άγρια. Δεν ξαναμίλησε. Κάπνισε το τσιγάρο της και πήγε στο κρεβάτι της.

Φτάσαμε αρκετά νωρίς στο θέατρο. Έβγαλα τα εισιτήρια κι αρχίσαμε τις βόλτες πάνω κάτω στη στοά. Κάποια στιγμή, από την άλλη άκρη ερχότανε η Νταντουλάκη.

-Κοίτα, της λέει η γυναίκα μου, έρχεται η Νταντουλάκη.

-Αυτή είναι η Νταντουλάκη; Και τότε, αυτή που είδα στην τηλεόραση ποια ήταν;

-Θα ήταν καμιά άλλη. Δεν έχει σημασία.

-Έχει. Πρέπει να βρω ποια ήταν στην τηλεόραση.

Νιώσαμε λίγη ανακούφιση, μια και αυτή που δεν ήθελε να δει από κοντά δεν ήταν η Νταντουλάκη.

Με λιγότερη απογοήτευση μπήκαμε στο θέατρο, αλλά μόλις έσβησαν τα φώτα η μάνα μου μού λέει: «Θα σκάσω αν δε βρω ποια ήταν αυτή στην τηλεόραση».

Η παράσταση ήταν πολύ χειρότερη από ό,τι φανταζόμουν. Δεν βοήθησαν καθόλου και οι θεατές. Ως θετικός χαρακτήρας έβγαινε ο Στάνλεϊ και προκαλούσε τον θαυμασμό της αίθουσας, ενώ η Μπλανς προκαλούσε το γέλιο του κοινού σε κάθε της φράση.

-Θα σκάσω, αν δεν θυμηθώ ποια ήταν αυτή στην τηλεόραση.

Φτάσαμε και στη σκηνή που ο ημίγυμνος Στάνλεϊ/Απόστολος Γκλέτσος βγαίνει στο δρόμο και φωνάζει προς τα παράθυρα της γειτόνισσας: «Στέλλα, Στέλλα», «Κρατάω μαχαίρι» συμπληρώνει το ξεκαρδισμένο κοινό. Και τότε πετάγεται κι η μάνα μου:

-Τη θυμήθηκα. Η Έλενα Ναθαναήλ ήταν στην τηλεόραση.

Η παράσταση συνεχίστηκε ως κωμωδία. Πολλά γέλια στη σκηνή του βιασμού και πολλά ξεκαρδίσματα όταν έφθασαν οι άνθρωποι του ψυχιατρείου, για να πάρουν την Μπλανς.

Σίγουρα εμείς δεν μπορούμε να βασιζόμαστε ούτε «στην καλοσύνη των ξένων».

Όταν βγήκαμε από το θέατρο τη ρώτησα αν της άρεσε η παράσταση.

-Μου άρεσε, αλλά πιο πολύ φχαριστήθηκα που θυμήθηκα την Έλενα Ναθαναήλ. Μα δε φαντάζεσαι τι ζάρα είχε το μούτρο της. Πλισές σου λέω.

-Τώρα θα πάμε στο Ιντεάλ να φάμε.

-Να με πάτε εμένα σπίτι κι εσείς πηγαίνετε όπου θέλετε.

-Θα πάμε όλοι μαζί στο Ιντεάλ να φάμε.

-Εγώ θέλω ένα φαΐ με αυγολέμονο. Της κόρης μου δεν της αρέσει, ούτε να ακούσει για αυγολέμονο. Στο σπίτι μας δεν μπαίνει και τό ´χω λαχταρήσει τόσο πολύ.

Μόλις κάτσαμε στο τραπέζι κοίταξα τον κατάλογο και της λέω:

-Έχει φαΐ με αυγολέμονο. Ντολμάδες.

-Εγώ θέλω φρικασέ.