Ας μιλήσουμε για αξιολόγηση των εκπαιδευτικών

Ας μιλήσουμε, λοιπόν, για αξιολόγηση, χωρίς φόβο και πάθος, αν και για το πάθος δεν είμαι τόσο σίγουρος.

Ξέρετε ότι σε μερικά ιδιωτικά σχολεία, για να γίνει πρόσληψη εκπαιδευτικού πρέπει να προηγηθεί επιτυχής δοκιμαστική διδασκαλία ενώπιον επιτροπής;

Υπήρχε κάποιος εκπαιδευτικός που εκτιμούσα και σεβόμουν πολύ. Ήταν πολύ αναγνωρισμένη η αξία του στο σχολείο που δίδασκε και ήταν στην επιτροπή προσλήψεων και παρακολουθούσε τις δοκιμαστικές διδασκαλίες. Την τελευταία φορά που μίλησα μαζί του ήταν πολύ εκνευρισμένος, λόγω της διδασκαλίας υποψήφιας καθηγήτριας που παρακολούθησε. «Ήταν τόσο άσχετη, μου είπε, που πήρε την κιμωλία και άρχισε να γράφει στον πίνακα, αντί να βάλει ένα παιδί να γράφει. Δεν ήξερε κάτι τόσο απλό, ότι μια καθηγήτρια δεν γράφει η ίδια στον πίνακα, γιατί από κάτω τα αγόρια θα σχολιάζουν τα οπίσθιά της». Δεν είπε ακριβώς «οπίσθια», άλλη λέξη χρησιμοποίησε, αλλά θα μου συγχωρήσετε την έλλειψη ακριβολογίας.

Θα αφήσω ασχολίαστη την απόρριψη της υποψήφιας καθηγήτριας, επειδή απευθύνομαι σε νοήμον κοινό κι ελπίζω επιπλέον να καταλάβατε, γιατί αυτή ήταν η τελευταία φορά που συνομίλησα με εκείνον τον εκπαιδευτικό. Ποιος εγγυάται ότι τα κριτήρια του αξιολογητή δεν εμφορούνται από σεξισμό ή μισαλλοδοξία; Άλλωστε κι εγώ έχω επιδείξει μισαλλοδοξία και δεν κάλεσα σε συνέντευξη υποψήφια/ο εκπαιδευτικό για πρόσληψη, αν στην αίτησή είχε επισυνάψει και συστατική επιστολή από βουλευτή η μητροπολίτη.

Αντικειμενικά κριτήρια δεν υπάρχουν, ας το παραδεχτούμε.

Επίσης ας παραδεχτούμε πως όλοι/ες οι εκπαιδευτικοί δεν βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο τελειότητας, ούτε αποδίδουν το ίδιο καλά σε όλη τη διάρκεια της διδακτικής τους καριέρας. Και επίσης ξέρω πόσο πολύ μερικοί γονείς δεν εμπιστεύονται εκπαιδευτικούς πολύ νεαρής ή μεγάλης ηλικίας. Είναι βέβαιοι πως οι πολύ νέοι δεν έχουν γνώσεις, εμπειρία και κύρος, ενώ οι μεγάλοι δεν έχουν κατανόηση για τα παιδιά και έχουν ξεπερασμένες ιδέες.

Ας παρακάμψουμε όμως προς το παρόν μαζί με τις σεξιστικές και ηλικιακές προκαταλήψεις και όλες τις άλλες που καθορίζονται από την ομοφοβία, την εμφάνιση, την αρτιμέλεια, την προφορά και ό,τι άλλο βάλει ο νους του ανθρώπου. Και ας αναρωτηθούμε για δυο πράγματα. Πόσοι είπαν να μπουν οι κάμερες μέσα στην τάξη, για να δούμε τι μάθημα κάνουν οι εκπαιδευτικοί, ενώ κανείς δεν είπε να μπουν κάμερες στα αστυνομικά τμήματα, όχι για να αναμεταδίδουν, δεν είμαστε όλοι λάτρεις της κλειδαρότρυπας, αλλά μόνο, για να καταγράφουν τις παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που γίνονται εκεί μέσα.

Κι επίσης να αναρωτηθούμε γιατί οι άνθρωποι δεν απαιτούν να γίνει αξιολόγηση των νοσοκομειακών γιατρών και των γιατρών του ΕΣΥ; Επειδή είναι τέλειοι και είμαστε όλοι πολύ ευχαριστημένοι; Θα απαντήσω αμέσως.

Γιατί οι γιατροί, παρά τις ενδεχόμενες οικονομικές και εργασιακές αδικίες που τους γίνονται, είναι ηθικά και και κοινωνικά καταξιωμένοι και αντιμετωπίζονται με εκτίμηση και σεβασμό από όλους.

Και για τους αστυνομικούς ο υπουργός προστασίας του πολίτη είπε ότι περπατούν στο δρόμο και ο κόσμος τους χειροκροτεί. Δεν είπε κάτι ανάλογο για τους εκπαιδευτικούς η υπουργός παιδείας. Πώς να το πει; Οι εκπαιδευτικοί είναι ένας κλάδος απαξιωμένος οικονομικά, εργασιακά και κυρίως κοινωνικά. Ακούσαμε και διαβάσαμε από πολιτικά και δημοσιογραφικά στόματα για τους άχρηστους και τεμπέληδες εκπαιδευτικούς που μόνο διεκδικούν αμοιβές και δικαιώματα. Αυτή η απαξίωση οδηγεί στην απαίτηση για αξιολόγηση, να ξεχωρίσουμε τα πρόβατα από τα ερίφια και να τα κατασπαράξουμε. Γιατί όλοι οι Έλληνες ξέρουν την αληθινή ιστορία, όχι αυτή που λένε οι ιστορικοί, γιατί οι στρατιωτικοί ξέρουν καλύτερα τη γραμματική από τους δασκάλους και τους φιλόλογους, γιατί οι πολιτικοί μηχανικοί που έχουν βγάλει Πολυτεχνείο ξέρουν καλύτερα μαθηματικά, φυσική και χημεία από τους εκπαιδευτικούς που έχουν βγάλει ένα απλό πανεπιστήμιο. Γιατί δικηγόροι, γιατροί και καπετάνιοι ξέρουν καλύτερα παιδαγωγικά. Γιατί το πανεπιστήμιο της ζωής είναι αυτό που δίνει τα καλύτερα διπλώματα σε όλες τις ειδικότητες των εκπαιδευτικών.

Πώς θα αξιολογηθούν άνθρωποι τόσο πολύ απαξιωμένοι; Άνθρωποι που δεν τους επιτρέπεται να αναπτύξουν καμιά πρωτοβουλία; Που ολόκληρη η δουλειά τους πρέπει να κινείται σε πλαίσια πολύ αυστηρά προκαθορισμένα από το υπουργείο. Ποια κεφάλαια του βιβλίου θα διδάξουν αναλυτικά, ποια περιληπτικά, ποιες σελίδες ή ποιες παραγράφους απαγορεύεται να διδάξουν και όλα αυτά να αλλάζουν σε κάθε ανασχηματισμό της κυβέρνησης ή μετά από εκλογές. Και πρέπει να ανησυχούν μόνιμα μήπως γράψουν στο βιβλίο της ύλης απαγορευμένες σελίδες, μήπως βάλουν ερώτηση σε τεστ από τις απαγορευμένες, μήπως βάλουν εργασία από τα κεφάλαια που πρέπει να διδάξουν περιληπτικά. Και δεν πρέπει να βάζουν ασκήσεις που δεν είναι στο βιβλίο, να μην κάνουν «άσχετες» ερωτήσεις και οι ερωτήσεις κρίσεως να είναι μόνο εθνοπατριωτικού χαρακτήρα. Οι καλοί εκπαιδευτικοί πρέπει να διδάσκουν πως κανένας λαός δεν αγάπησε την ελευθερία όσο οι Έλληνες, κανένας λαός δεν ύμνησε την αγάπη προς την πατρίδα όσο οι Έλληνες, καμιά γλώσσα δεν είναι τόσο πλούσια, τόσο πλήρης, τόσο ωραία όσο η Ελληνική, που μπορεί να εκφράσει νοήματα και αισθήματα που καμιά άλλη γλώσσα δεν μπορεί. Και πρέπει ο καλός εκπαιδευτικός να λέει μπράβο και να βάζει καλό βαθμό στο παιδί που διάβασε μέσα στην τάξη το απόκομμα της εφημερίδας που του έδωσε ο μπαμπάς του και που λέει για την ελληνική γλώσσα και την Microsoft.

Δεν θα ξεχάσω ποτέ πως για να βγάλουμε θέματα προαγωγικών εξετάσεων σε όλα τα φιλολογικά μαθήματα έπρεπε να καθόμαστε όλοι μαζί που διδάσκαμε το μάθημα με ανοιχτές τις οδηγίες του υπουργείου. Πόσες σειρές να είναι το κείμενο, τι να ρωτάει η πρώτη ερώτηση, τι η δεύτερη, πόσα υποσκέλη έχουν η τρίτη και η τέταρτη και τι ρωτάει το καθένα και πόσες μονάδες παίρνει στη βαθμολογία. Και να αναρωτιέμαι πώς είναι δυνατόν να ρωτάμε τα παιδιά τόσες πολλές και τόσο μεγάλες μπούρδες, που υποτίθεται ότι τις είχαμε κιόλας διδάξει. Και αυτές τις οδηγίες του υπουργείου δεν άξιζε τον κόπο να τις μάθουμε απέξω, αφού θα άλλαζαν σύντομα έτσι κι αλλιώς.

Αυτό το άθλιο εκπαιδευτικό σύστημα ποιος θα το αξιολογήσει και πότε; Αυτό το εκπαιδευτικό σύστημα που καταδικάζει τους εκπαιδευτικούς σε θάνατο από ασφυξία ποιος θα το αποτιμήσει;

Θα πρέπει να γίνει κατανοητό από όλη την κοινωνία ότι διαχρονικά το υπουργείο παιδείας, οι υπηρεσίες του και τα συμβούλιά του αποβλέπουν μόνο στο να στερήσουν από τους εκπαιδευτικούς κάθε πρωτοβουλία, κάθε δυνατότητα, για να αποφασίζουν και για τα πιο απλά ζητήματα λειτουργικής, παιδαγωγικής και διδακτικής φύσης για ένα πολύ απλό λόγο. Το υπουργείο παιδείας και σύσσωμη η ελληνική κοινωνία δεν εμπιστεύεται για τίποτε τους εκπαιδευτικούς. Τους απομυζά, απαιτεί θυσίες, που ποτέ δεν είναι αρκετές, τους απαξιώνει και τους απορρίπτει.

Και όχι, το επαναλαμβάνω, δεν είναι όλοι οι εκπαιδευτικοί το ίδιο καλοί. Υπάρχουν λιγότερο καλοί και περισσότερο καλοί. Ας παρακάμψουμε προς το παρόν το πώς και από ποιον θα αξιολογηθούν. Ας υποθέσουμε ότι γίνεται μια πολύ δίκαιη και σωστή αξιολόγηση και αναδεικνύονται οι πολύ καλοί. Τους άλλους τι θα τους κάνουμε; Είναι ευκαιρία να τους απολύσουμε τώρα που έχουμε κυβέρνηση Μητσοτάκη ή θα τους στείλουμε σε καμιά απομακρυσμένη επαρχία, σε καμιά υποβαθμισμένη συνοικία, γιατί τα παιδιά αυτών των περιοχών έχουν λιγότερες απαιτήσεις και λιγότερα δικαιώματα; Η μήπως θα τους στερήσουμε μισθολογικό κλιμάκιο και έτσι θα ωφεληθούν οι μαθητές τους από αυτήν την ταπείνωση;

Νομίζω ότι καταλήγουμε σε αδιέξοδο. Αλλά μπορούμε να βγούμε από αυτό το αδιέξοδο. Πρέπει να ακολουθήσουμε άλλη πορεία και άλλη σειρά σκέψεων. Κι ερωτώ αυτούς τους γίγαντες της πολιτικής και της δημοσιογραφίας που κατακρίνουν τους εκπαιδευτικούς τόσο επαίσχυντα μήπως θεωρούν ότι οι νέες και οι νέοι των 18 ετών που μελετούν, για να μπουν στις πανεπιστημιακές σχολές, για να γίνουν εκπαιδευτικοί και πάρα πολλοί/ές κάνουν και μεταπτυχιακές σπουδές και μαθαίνουν ξένες γλώσσες φιλοδοξούν να κάνουν μια τεμπέλικη δουλειά, κακά αμειβόμενη; Στόχος τους είναι να συγκεντρώσουν στο πρόσωπό τους όλη την απαξίωση της κοινωνίας;

Όχι, είναι παιδιά με κέφι, με μεράκι, με ζωντάνια, με όρεξη για δουλειά που θέλουν να προσφέρουν τις γνώσεις τους στις επερχόμενες γενιές. Αλλά ξεκινάνε στραβά. Εκπαιδευτικοί γίνονται οι κοινωνικά και οικονομικά παρακατιανοί. Τα παιδιά των εύπορων και ταξικά ανώτερων οικογενειών δεν γίνονται εκπαιδευτικοί. Νομίζετε ποτέ πως κάποιος γόνος των οικογενειών Σαμαρά, Μητσοτάκη, Κεραμέως θα γινόταν εκπαιδευτικός; Ή μήπως δεν θα γινόταν εκπαιδευτικός για να μη γίνει τεμπέλης και άχρηστος; Αυτοί θα γίνονταν δικηγόροι, οικονομολόγοι, γιατροί, αρχιτέκτονες, ειδικότητες που τους ταιριάζουν. Προσωπικά δίδασκα επί 31 χρόνια σε μεγάλο ιδιωτικό Σχολείο. Από τα τέσσερα μέλη της οικογένειας που διοικούν το σχολείο αυτό κανείς δεν είναι εκπαιδευτικός, κανείς τους ποτέ δεν μπήκε σε τάξη. Κανείς τους δεν επέλεξε να γίνει δάσκαλος φιλόλογος ή μαθηματικός και να μπει σε τάξη. Όχι, τα οικονομικά και η διοίκηση επιχειρήσεων είναι αυτά που τους ταιριάζουν καλύτερα. Αλλά την παιδαγωγική επιστήμη θεωρούν ότι την κατέχουν καλύτερα από όλους τους εκπαιδευτικούς.

Οι εκπαιδευτικοί ξεκινούν την καριέρα τους με το στίγμα της κακομοιριάς και επομένως ό,τι τους δοθεί πολύ τους είναι. Και βεβαίως αντιμετωπίζονται με έλλειψη εμπιστοσύνης και επιφυλακτικότητα, που τους καταδικάζει σε αυτοπεριορισμό και αυτολογοκρισία, σε μόνιμη αβεβαιότητα και αμφισβήτηση που τους οδηγεί σε επιστημονικό μαρασμό και στασιμότητα.

Αυτά είναι που πρέπει να αλλάξουν. Οι εκπαιδευτικοί πρέπει να μπαίνουν στα σχολεία νέοι και όχι μετά από χρόνια ταλαιπωρίας, ΑΣΕΠ, αναπλήρωσης, φροντιστηρίων και ιδιαιτέρων μαθημάτων και όλα τα είδη ταπείνωσης και μαρασμού της προσωπικότητάς τους και της επιστημονικής τους κατάρτισης.

Οι εκπαιδευτικοί πρέπει να προσλαμβάνονται χωρίς ταλαιπωρίες, όσο διατηρούν το κέφι τους για δουλειά και προσφορά. Και το υπουργείο και το σχολείο πρέπει συνεχώς να τους ενδυναμώνουν αφήνοντάς τους πολλά περιθώρια πρωτοβουλίας. Οι εκπαιδευτικοί πρέπει να μπορούν να ενημερώνονται σε νέες επιστημονικές θεωρίες της ειδικότητάς τους και της παιδαγωγικής και να μπορούν να τις εφαρμόσουν στη διδασκαλία τους και στη δουλειά τους. Ο σύλλογος των εκπαιδευτικών πρέπει να μπορεί να αποφασίζει για τη λειτουργία του σχολείου και την καθημερινότητά του. Ο σύλλογος διδασκόντων πρέπει να αποφασίζει για το αν θα γίνει αγιασμός στην έναρξη της σχολικής χρονιάς και όχι το υπουργείο. Ο σύλλογος διδασκόντων πρέπει να αποφασίζει αν θα κάνει γιορτή για τους Τρεις Ιεράρχες και όχι το υπουργείο. Ο σύλλογος των διδασκόντων πρέπει να αποφασίζει για το πρόγραμμα των προαγωγικών και απολυτήριων εξετάσεων, χωρίς να το στέλνει στις υπηρεσίες του υπουργείου για έγκριση.

Οι εκπαιδευτικοί πρέπει να αισθάνονται ότι έχουν λόγο και δεν ανήκουν στο περιθώριο της εκπαίδευσης και του σχολείου. Πρέπει να συνδιοικούν και να συναποφασίζουν σε κοινές και τακτικές συνεδριάσεις που θα προβλέπονται από το διδακτικό τους πρόγραμμα. Και πρέπει το κλίμα του σχολείου να είναι τέτοιο, ώστε οι εκπαιδευτικοί συνεχώς να γίνονται καλύτεροι, συνεχώς να βελτιώνονται. Και αυτή η βελτίωση και προσφορά να αναγνωρίζονται και να επιδοκιμάζονται με κάθε τρόπο.

Θα φέρω ένα παράδειγμα. Κάποτε μου τηλεφώνησε μητέρα μαθητή πολύ δυσαρεστημένη. Πριν μία βδομάδα είχε στείλει σημείωμα σε έναν καθηγητή του γιου της και τον παρακαλούσε να της τηλεφωνήσει, για να μιλήσουν για ένα σοβαρό θέμα του παιδιού. Ο καθηγητής πήρε το σημείωμα, αλλά δεν ανταποκρίθηκε στο αίτημα της μητέρας. Κάλεσα τον ?καθηγητή και τον ρώτησα τι συμβαίνει και μου είπε ότι εκείνη την εποχή είχε πολλά τεστ να διορθώσει και ότι, όταν θα τα τέλειωνε σε λίγες ημέρες, θα τηλεφωνούσε στη μητέρα. Την επόμενη ημέρα στην τακτή συνεδρίαση έθεσα στους εκπαιδευτικούς το ερώτημα: Αν μας ζητήσει μια μητέρα να της τηλεφωνήσουμε, πότε πρέπει να κάνουμε το τηλεφώνημα; Όσοι και όσες μίλησαν είπαν πως το τηλεφώνημα πρέπει να γίνει στο πρώτο διάλειμμα κι αν αυτό είναι αδύνατο, πρέπει οπωσδήποτε να γίνει στο δεύτερο. Όλοι ήταν κατηγορηματικοί σε αυτό. Δεν αναφέρθηκα στο συμβάν, δεν εξέθεσα τον καθηγητή που παρευρισκόταν στη συνεδρίαση. Η αξιολόγηση όμως έγινε ταχύτατα με πλάγιο τρόπο από τους άλλους συναδέλφους και πολύ αποτελεσματικά. Μετά από λίγο μου τηλεφώνησε η μητέρα και μου είπε ότι της τηλεφώνησε ο καθηγητής και της ζήτησε συγγνώμη για την καθυστέρηση και το θέμα είχε λήξει. Και πράγματι είχε λήξει για πάντα. Μετά με βρήκε ο καθηγητής και ζήτησε κι από μένα συγγνώμη και μου είπε πως δεν είχε καταλάβει πόσο λάθος είχε χειριστεί το θέμα.

Το σχολείο είναι ένας χώρος μέσα στον οποίο οφείλουμε όλες και όλοι να γινόμαστε καλύτερες/οι. Παιδιά, εκπαιδευτικοί, διευθυντές/τριες πρέπει να μαθαίνουμε και να βελτιωνόμαστε, να προοδεύουμε χωρίς εμμονή σε ιδέες και γνώσεις που μπορεί πλέον να είναι ξεπερασμένες.

Κάποτε σε συζήτηση που είχα με υποψήφια για πρόσληψη φιλόλογο ρώτησα πώς θα δίδασκε το μάθημα των αρχαίων Ελληνικών. Μου είπε ότι θα διάβαζαν μια παράγραφο, θα ζητούσε από τα παιδιά να κάνουν χωρισμό και αναγνώριση προτάσεων, μετά πλήρη συντακτική και γραμματική αναγνώριση και κατόπιν μετάφραση. Ρώτησα γιατί επέλεγε αυτόν τον τρόπο και μου είπε γιατί κι εκείνη έτσι έμαθε αρχαία Ελληνικά. Την ρώτησα αν και τα Αγγλικά που διδάσκονται τα παιδιά πρέπει να τα διδάσκονται με τον ίδιο τρόπο, αλλά δεν μπόρεσε να μου απαντήσει. Όμως αυτή η καθηγήτρια αν βρισκόταν σε ένα περιβάλλον που δεν θεωρεί τα θέματα της παιδείας ως θέσφατα, σε περιβάλλον που έχει μάθει να θέτει ερωτήματα, σε περιβάλλον που συνεχώς διαβάζει και ανανεώνεται είμαι βέβαιος πως θα μπορούσε να δώσει άλλες απαντήσεις.

Κανείς και καμιά μας δεν είναι τόσο καλός/ή που να μη μπορεί να γίνει καλύτερος/η. Και σε αυτό πρέπει να βοηθάει το σχολικό περιβάλλον με την ανάλογη ενίσχυση από το υπουργείο. Ενίσχυση οικονομική για συμμετοχή σε επιστημονικά συνέδρια, για συνδιοργάνωση με άλλα σχολεία της περιοχής επιστημονικών και παιδαγωγικών συνεδρίων στα οποία οι εκπαιδευτικοί θα ενθαρρύνονται να συμμετέχουν ως ομιλήτριες,ές. Ενίσχυση οικονομική για τη δημιουργία σχολικής βιβλιοθήκης με βιβλία υψηλού επιστημονικού επιπέδου, για χρήση από τους εκπαιδευτικούς, οικονομική ενίσχυση για συνδρομή σε βιβλιοθήκες του εξωτερικού, καθορισμένη ώρα στο διδακτικό ωράριο, στην οποία οι εκπαιδευτικοί μιας ειδικότητας θα συζητούν τα θέματά τους, θα θέτουν στόχους και θα αλληλοενημερώνονται. Και ακόμη οι εκπαιδευτικοί των ξένων γλωσσών να έχουν διδακτική ώρα στο τέλος του σχολικού προγράμματος, για να διδάσκουν ξένες γλώσσες σε όσες/ους συναδέλφους τους επιθυμούν.

Με λίγα λόγια δηλαδή, ας σταματήσουμε να μιλάμε για αξιολόγηση των εκπαιδευτικών και να αρχίσουμε να μιλάμε για την αξιοποίηση τους μέσα σε ένα κλίμα εμπιστοσύνης που θα αφήνει πολλά περιθώρια για ανάπτυξη πρωτοβουλιών. Και οι εκπαιδευτικοί πρέπει να συνδιοικούν το σχολείο και να συναποφασίζουν για ζωτικά θέματα και όχι απλώς να συνυπογράφουν μνημεία της γραφειοκρατίας. Και ας αρχίσουμε με επαναπροσδιορισμό των ρόλων και των προσόντων των διευθυντών των σχολικών μονάδων και των προϊσταμένων των εκπαιδευτικών περιφερειών, που έχουν καταλήξει ιερείς της γραφειοκρατίας.

Όχι στη μαγνητοσκόπηση του μαθήματος

Επί 23 χρόνια που ήμουν διευθυντής γυμνασίου στη Σχολή Μωραΐτη αντιστάθηκα πολύ έντονα στις φωτογραφήσεις και τις μαγνητοσκοπήσεις κάθε είδους, με εξαίρεση για τις σχολικές γιορτές και τις θεατρικές παραστάσεις και πάντα με αυστηρές προδιαγραφές.

Είχα ακούσει πολλές φορές αιτήματα γονέων για παρακολούθηση των κοινόχρηστων χώρων του Σχολείου με κάμερα για λόγους ασφάλειας. Μου είχε ζητηθεί να τοποθετηθεί κάμερα ακόμη και στα αποδυτήρια και στους προθάλαμους των τουαλετών, αλλά, παρά τα τόσο παράλογα αιτήματα από μια πολύ μικρή μερίδα γονέων ευτυχώς, κανείς δεν μου ζήτησε να μπει κάμερα και μέσα στις αίθουσες διδασκαλίας. Και όταν η γενική διεύθυνση του Σχολείου μου ζήτησε να μπαίνω στις τάξεις, για να παρακολουθώ την ποιότητα του μαθήματος αρνήθηκα κατηγορηματικά σε αυτό το παιχνίδι εξουσίας. Η αίθουσα διδασκαλίας και το μάθημα δεν πρέπει να παραβιάζονται από κανένα μάτι, κανένα αυτί, καμιά παρουσία τρίτου προσώπου. Και μπορώ να διαβεβαιώσω ότι τα μάτια και τα αυτιά των τρίτων είναι στην πλειοψηφία τους κακόβουλα.

Μου είχε τύχει να κυκλοφορούν μαγνητοσκοπημένα στιγμιότυπα από κινητά μαθητών σε ώρα αντικατάστασης απόντος καθηγητή ή ακόμη και κατά την ώρα του διαλείμματος, που τα χρησιμοποιούσαν γονείς, για να ισχυριστούν ότι ο εικονιζόμενος καθηγητής δεν μπορεί να επιβάλει την τάξη και να κάνει μάθημα. Και δεν θέλω να θυμάμαι το μπούλιγκ που γινόταν με μαγνητοσκοπημένες ιδιωτικές στιγμές παιδιών.

Τώρα βρισκόμαστε αντιμέτωποι με την απαίτηση του υπουργείου παιδείας να μαγνητοσκοπούνται τα μαθήματα, για να προβάλλονται στα παιδιά που αδυνατούν να παρακολουθήσουν το μάθημα.

Κατανοώ την ανάγκη, κατανοώ τις έκτακτες ανάγκες αυτής της περιόδου, αλλά ούτε σε αυτήν, ούτε σε άλλη περίπτωση εγώ ως διευθυντής σχολείου δεν θα επέτρεπα να γίνει μαγνητοσκόπηση την ώρα του μαθήματος. Υπάρχουν κάποια όρια που δεν πρέπει ποτέ και κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες ή ανάγκες να παραβιάζονται. Και αν γίνει υποχώρηση σε αυτή την ανάγκη, πάντα θα εμφανίζονται τέτοιες ανάγκες στο μέλλον με αυτήν ή με άλλη ηγεσία στο υπουργείο παιδείας, με αυτήν ή με άλλη κυβέρνηση. Κάθε τόσο αδειάζουν από παιδιά οι σχολικές αίθουσες λόγω γρίπης, πάντα θα υπάρχουν παιδιά που λείπουν, παιδιά που έχουν απορίες, παιδιά που κάνουν επανάληψη, παιδιά που προετοιμάζονται για εξετάσεις. Γιαυτό η άρνηση πρέπει και τώρα και στο μέλλον να είναι κατηγορηματική.

Το σχολικό μάθημα δεν είναι ακαδημαϊκή διάλεξη, δεν είναι δημόσια διάλεξη, δεν είναι ανακοίνωση σε επιστημονικό συνέδριο. Το σχολικό μάθημα δεν παράγεται από μια επιστημονική αυθεντία, αλλά από όλη την τάξη. Δεν παράγεται μόνο από τον εκπαιδευτικό, αλλά και από όλα τα παιδιά. Ο/η εκπαιδευτικός δεν απευθύνεται σε ένα απρόσωπο και ανώνυμο ακροατήριο από ένα χειρόγραφο που έχει μπροστά του. Απευθύνεται σε όλα τα παιδιά μαζί, αλλά και σε καθένα χωριστά, κάνει το μάθημα μαζί με όλα τα παιδιά, αλλά και με το καθένα χωριστά. Και κυρίως η σχολική αίθουσα είναι κατεξοχήν ο χώρος όπου γίνονται λάθη, πολλά λάθη, γιατί τα παιδιά μαθαίνουν κυρίως από τα λάθη τους. Λάθη που προσπερνιούνται, που ξεχνιούνται, λάθη που δεν στιγματίζουν. Μέσα στη σχολική αίθουσα τα παιδιά που μιλάνε πολύ θα συγκρατηθούν, για να μιλήσουν και τα παιδιά που μιλάνε λίγο ή καθόλου. Τα παιδιά που έχουν απορίες θα ενθαρρυνθούν να διατυπώσουν τις απορίες τους και τα παιδιά που έχουν καταλάβει το μάθημα θα μάθουν να είναι υπομονετικά με τα παιδιά που έχουν κενά στις γνώσεις τους. Τα παιδιά μέσα στην τάξη δεν μιλάνε μόνο για να ελεγχθούν οι γνώσεις τους. Κυρίως μιλάνε, για να προχωρήσει το μάθημα παρακάτω. Με τη συμμετοχή των παιδιών προχωράει το μάθημα, όχι με τον μονόλογο του εκπαιδευτικού.

Αλλά μέσα στην τάξη μπορεί να γίνουν κι άλλα πράγματα. Δεν ήταν λίγες οι φορές που κάποιο παιδί το έπαιρνε ο ύπνος κι εγώ έκανα νόημα στα άλλα παιδιά να κάνουν ησυχία κι εγώ μιλούσα χαμηλόφωνα, για να μην ξυπνήσει το παιδί που κοιμόταν. Γιατί συχνά οι έφηβοι υποφέρουν από αϋπνία κι αν το παιδί κοιμόταν δέκα-δεκαπέντε λεπτά θα μπορούσε να συνεχίσει με πιο καθαρό μυαλό την υπόλοιπη μέρα. Κι άλλοτε πάλι που τα έβλεπα αγχωμένα, γιατί είχαν τεστ την επόμενη ώρα, τα άφηνα το τελευταίο δεκαπεντάλεπτο να συζητήσουν μεταξύ τους τις απορίες τους και να κάνουν μια τελευταία επανάληψη. Και τα άφηνα να γελούν και τα έκανα να γελούν. Γιατί το γέλιο είναι ιερή στιγμή για το παιδί, εφόσον δεν γελάει εις βάρος κάποιου άλλου.

Πριν από λίγες ημέρες μια παλιά μου μαθήτρια μου έστειλε ένα μήνυμα: «Σας αγαπώ πάντα… Ήμουν μαθήτριά σας δεκαετία 80… Μας κάνατε πλάκα τσα πίσω από την κουρτίνα…»

Γιατί η σχολική τάξη είναι μια μεγάλη αγκαλιά. Και μέσα στην αγκαλιά χωράει πολύ κλάμα και πολύ γέλιο. Αυτό που δεν χωράει είναι η κάμερα, φανερή ή κρυφή.

Ο Νίτσε έλεγε ότι ο δάσκαλος είναι ο κατεξοχήν πατέρας. Εγώ, λοιπόν, σας λέω πως ο δάσκαλος πρέπει να είναι η κατεξοχήν μητέρα. Και πρέπει να παραμείνει μητέρα που δεν υποκαθίσταται, ούτε αντικαθίσταται από την τεχνολογία.

Το μισό χαρτοφυλάκιο της κυρίας Κεραμέως μαγνητοσκοπείται και προβάλλονται από την τηλεόραση λειτουργίες και ακολουθίες. Ας μείνει το άλλο μισό χαρτοφυλάκιο στην ησυχία του. Με την μαγνητοσκόπηση του μαθήματος δεν εξυπηρετείται η παιδεία. Η πολιτική του υπουργείου παιδείας εξυπηρετείται. Κανένας και καμιά εκπαιδευτικός με στοιχειώδη αυτοσεβασμό δεν πρέπει να ενδώσει σε αυτήν την πολιτική. Με το όχι στη μαγνητοσκόπηση διαφυλάσσουμε τις θεμελιώδεις αξίες της δημοκρατικής παιδείας και της ανθρωπιάς μας.

Η χαμένη σχολική ύλη

Μην ανησυχείτε για τη σχολική ύλη που χάνεται. Ας χάνεται.
Η γνώση που προσφέρουν τα σχολεία είναι σε πολύ μεγάλο βαθμό άχρηστη και σε κάποιο βαθμό βλαβερή, αν σκεφτεί κανείς ότι στα σχολικά θρανία μπαίνουν οι βάσεις του εθνικισμού, της μισαλλοδοξίας και των κοινωνικών στερεοτύπων.
Ελάχιστες από τις γνώσεις του σχολείου δεν θα ξεχαστούν και ακόμη πιο λίγες θα κάνουν τα παιδιά υπεύθυνα μέλη της κοινωνίας που θα συμβάλουν στην εξέλιξή της.
Τώρα όμως, αυτές τις ημέρες του εγκλεισμού, είναι η μεγάλη ευκαιρία για τα παιδιά να μάθουν, κλεισμένα στα σπίτια, μακριά από τα σχολεία.
Να μάθουν για τις κοινωνικές ανισότητες και την κοινωνική και εργασιακή εκμετάλλευση.
Να μάθουν για τους άστεγους, για τους άνεργους, για τους ανθρώπους στο περιθώριο της κοινωνίας.
Για τους πρόσφυγες και την απομόνωση των μειονοτήτων.
Για τους φυλακισμένους και τις συνθήκες διαβίωσής τους. Για το ποιοι μπαίνουν φυλακή και ποιοι κυκλοφορούν ελεύθεροι και με καμάρι.
Για τα ιδρύματα εγκλεισμού, που δεν ονομάζονται φυλακές, αλλά έχουν ωραία ονόματα.
Για το σύστημα υγείας και γενικότερα την έλλειψη κοινωνικής πρόνοιας.
Για τις μούρες που βλέπουν στην τηλεόραση και για αυτά που λένε.
Κι ακόμη για το Άγιο Φως που θά έρθει με τιμές αρχηγού κράτους και το σκοτάδι που μας περιστοιχίζει.
Κι άλλα πολλά.

Γίνετε εσείς χρήσιμοι δάσκαλοι των παιδιών σας. Για μια καλύτερη κοινωνία.

Ο πολιτικός ρόλος του Τσιόδρα

Απαντώ σε όσους/ες επιμένουν πως ο ρόλος και ο λόγος του Τσιόδρα περιορίζονται σε αυστηρά επιστημονικά πλαίσια.
Διευκρινίζω πως η θρησκευτικότητά του, η οικογενειακή του κατάσταση, η σχέση του με εκκλησιαστικές οργανώσεις και η επιστημονική του κατάρτιση δεν επηρεάζουν την επιχειρηματολογία μου.

  • Δεν υπάρχει αυστηρά επιστημονικός λόγος. Δεν υπάρχει επιστημονική μεταγλώσσα. Ο επιστημονικός λόγος εκφέρεται με γλώσσα και η γλώσσα είναι φορέας ιδεολογίας και επιδέχεται ερμηνείας.
  • Δεν υπάρχει επιστημονικός ρόλος που να μην εμφορείται από κοινωνικοπολιτικές επιλογές.
  • Ακόμη και όταν ο γιατρός συνταγογραφεί ένα φάρμακο δεν περιορίζεται σε αυστηρά επιστημονικό ρόλο. Μαζί με το φάρμακο συνταγογραφεί και τη φαρμακοβιομηχανία που το παράγει, το εργασιακό και ερευνητικό καθεστώς της, τις δοσοληψίες της με κυβερνήσεις και πολιτικούς, το ρόλο της σε αναπτυσσόμενες χώρες και γενικότερα τις κοινωνικοπολιτικές της επιλογές. Ακόμη και όταν ο γιατρός συνταγογραφεί ένα φάρμακο ασκεί πολιτική.
    *Ο Τσιόδρας είναι επίσημος εκπρόσωπος του υπουργείου υγείας. Η θέση αυτή είναι καθαρά κυβερνητική.
  • Κάποιος που εμφανίζεται καθημερινά και καθορισμένη ώρα στην κρατική (κυβερνητική) τηλεόραση, απευθύνεται σε όλο τον κόσμο και απαντάει σε ερωτήσεις δημοσιογράφων σαφέστατα ασκεί πολιτική.
  • Κάποιος που εμφανίζεται συστηματικά στην τηλεόραση ανάμεσα σε δύο υφυπουργούς αναμφισβήτητα ασκεί πολιτική. Δεδομένου ότι ουδέποτε διατυπώνει αντίρρηση στα λεγόμενα των υφυπουργών ασκεί κυβερνητική πολιτική.
  • Κάποιος που περιβάλλει με επιστημονικό κύρος τις κυβερνητικές επιλογές όχι μόνο ασκεί κυβερνητική πολιτική αλλά εμφανίζει τις κυβερνητικές επιλογές ως τις μόνες σωστές.
  • Κάποιος που αποσιωπά και αποφεύγει τα δύσκολα θέματα και περιβάλλει τα υπόλοιπα με συγκινησιακό φορτίο ασκεί πολιτική και μάλιστα λαϊκιστική πολιτική.
  • Κάποιος που υποτίθεται ότι δίνει συνέντευξη, αλλά ο/η δημοσιογράφος ούτε ακούγεται, ούτε μπορεί να ζητήσει διευκρινίσεις για την απάντηση που έλαβε, ούτε να διατυπώσει αντιρρήσεις για την αοριστία και στρεψοδικία της απάντησης δεν δίνει πράγματι συνέντευξη. Συμμετέχει εγνωσμένα σε μια παράσταση. Κι αυτό είναι μια πολιτική επιλογή.
  • Η διαχείριση μιας πανδημίας είναι πρωτίστως πολιτική πράξη και δευτερευόντως επιστημονική. Ο Τσιόδρας ανέλαβε πρωτίστως πολιτικό ρόλο. Ανέλαβε να διαβεβαιώνει τον κόσμο ότι οι κυβερνητικές επιλογές είναι οι σωστές. Ο επιστημονικός ρόλος έχει ανατεθεί σε επιτροπή λοιμωξιολόγων και όχι αποκλειστικά στον Τσιόδρα. Ο Τσιόδρας στα δύσκολα θέματα επικαλείται τον επιστημονικό του ρόλο. Όταν θέλει όμως μπορεί να ασκεί και κοινωνική πολιτική και να συμβουλεύει τους άνδρες όταν θυμώνουν και θέλουν να δείρουν τη γυναίκα τους να προτιμήσουν να πάνε έναν περίπατο, για να ξεσκάσουν.
  • Ο αριστερός κόσμος έχει μείνει άφωνος, γιατί πρώτη φορά ακούει κάποιον δεξιό που δεν χρησιμοποιεί ρατσιστικό λόγο. Δεν χρησιμοποιεί όμως ρατσιστικό λόγο όχι επειδή είναι γιατρός και περιορίζεται στον επιστημονικό του ρόλο. Δεν χρησιμοποιεί ρατσιστικό λόγο, επειδή υπάρχουν και κάποιοι δεξιοί που δεν χρησιμοποιούν ρατσιστικό λόγο. Και ο ρατσιστικός και ο μη ρατσιστικός λόγος είναι λόγοι πολιτικοί.

Ελλάς Ελλήνων Χριστιανοφασιστών

Δέχομαι πως υπήρχαν και τιμωρητικές ψήφοι προς τον Σύριζα που εξασφάλισαν την αυτοδυναμία της κυβέρνησης, αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε και να παραβλέπουμε τις ακροδεξιές ψήφους. Οι τιμωρητικές ψήφοι αποδείχτηκαν πολύ χρήσιμες, αλλά είναι συγκυριακές, δεν τις έχει ο Μητσοτάκης στην τσέπη του και γιαυτό ξέρει πως οι τσέπες του πρέπει να φουσκώσουν από ρατσιστικές, φασιστικές ψήφους. Η ΝΔ έχει μια σταθερή βάση στην κοινωνία που κυμαίνεται γύρω στο 28% και η ακροδεξιά διαθέτει ένα 6%. Αυτό το 34% εξασφαλίζει στη ΝΔ να είναι το πρώτο κόμμα αλλά δεν εξασφαλίζει αυτοδυναμία, ούτε εξασφαλίζει κυβέρνηση παντός εκλογικού νόμου. Το εθνικιστικό παιχνίδι τού εξασφάλισε μακεδονικές ψήφους, αλλά κινδυνεύει να στραφεί εναντίον του και δεν μπορεί και λόγω Αιγαίου να επενδύσει σε αυτό. Η λύση όμως που του προσφέρθηκε στο πιάτο είναι ο ρατσισμός, η ξενοφοβία και ο φασισμός. Μοναδική ευκαιρία να αυξήσει τους φασίστες που έπαιζαν κρυφτό πίσω από άλλα κόμματα.

Και ο Σύριζα έπαιξε άσχημο παιχνίδι με τους πρόσφυγες και επιδόθηκε σε αντιπροσφυγικές πολιτικές, αλλά δεν υιοθέτησε την αντιπροσφυγική και ρατσιστική ρητορική της ΝΔ. Έκανε μερικά πείσματα με την Εκκλησία, για να ρίξει στάχτη στα μάτια σε μια μερίδα των ψηφοφόρων του, αλλά δεν συγκρούστηκε με αυτήν, απλώς την κρατούσε στη γωνία. Η Εκκλησία όμως καραδοκούσε να βρει την ευκαιρία που δεν άργησε.

Ο Μητσοτάκης ήξερε πως για να πραγματοποιήσει τα αδίστακτα σχέδιά του έπρεπε να ενεργοποιήσει τον προαιώνιο ακροδεξιό μοχλό της Εκκλησίας που υπήρξε σύμμαχος και όργανο όλων των φασιστικών καθεστώτων στη χώρα. Τοποθέτησε μια παρωχημένη και υποκλινομένη θεούσα υπουργό παιδείας και θρησκευμάτων και επέβαλε στους κρατικούς λειτουργούς να λένε πως η μετάληψη και οι εκκλησιαστικοί χώροι δεν μεταδίδουν τον κορωνοϊό.

Και στη συνέχεια άνοιξε τους κρουνούς του ρατσισμού και του φασισμού. Γιατί ο ρατσισμός και ο φασισμός έχουν κοινό έχθρό τον Άλλο, τον ξένο, τον λίγο διαφορετικό, τον πολύ διαφορετικό, αυτόν που δεν ξέρουμε από πού κρατάνε τα γεννοφάσκια του. Η γλώσσα του φασισμού είναι απλή, εύκολη, κατανοητή που την ξέρουμε όλοι. Γιατί τι μας λέει ο φασισμός: Θυμάσαι που όταν ήσουν μωρό έκλαιγες όταν έβλεπες έναν ξένο; Καλά έκανες. Αλλά τώρα που είσαι μεγάλος να μην κλαις. Να ουρλιάζεις από θυμό και να παίρνεις ένα ξύλο και να χτυπάς, να χτυπάς αλύπητα. Να χτυπάς μέχρι να τους εξαφανίσεις. Γιατί αν δεν τους εξαφανίσεις εσύ θα σε εξαφανίσουν εκείνοι. Γιατί αυτοί δεν είναι άνθρωποι. Δεν σου μοιάζουν. Κτήνη είναι. Διάλεξε με ποιους είσαι. Με μας που θέλουμε το καλό σου ή με τα κτήνη;

Και ήρθε κι ο αρχιεπίσκοπος και σου είπε μπράβο που σκέφτεσαι έτσι. Σωστά σκέφτεσαι και χτύπα, χτύπα ανελέητα, για να σωθούμε. Και το επανέλαβαν κι άλλοι μητροπολίτες και παπάδες και η Κεραμέως και άλλοι υπουργοί, κι άλλοι πολιτικοί, και δημοσιογράφοι και καλλιτέχνες και η τηλεόραση με τις ψεύτικες ειδήσεις σού λέει όλη μέρα χτύπα, χτύπα, σκότωσέ τους πνίξε τους, αλλά δεν στο λέει έτσι ξεκάθαρα, στο λέει με ωραία λόγια σαν σε ωραίο παραμύθι που θα σκοτώσεις τον δράκοντα και θα παντρευτείς τη βασιλοπούλα.

Και το έμαθαν κι άλλοι φασίστες και ήρθαν από ξένες χώρες, από τη Γερμανία, από την Αυστρία, από τη Σουηδία και ενώνονται μαζί σου στη Λέσβο, στη Χίο, στον Έβρο. Κι εσύ δεν ντρέπεσαι που αυτοί οι φασίστες σε θεωρούν όμοιό τους, σε βλέπουν σαν αδελφό τους κι έγινες ένα με αυτούς.

Δεν έχω αυταπάτες. Αν τα προηγούμενα χρόνια κάναμε ένα δημοψήφισμα κατά των Εβραίων, κατά των Γύφτων, κατά των μειονοτήτων της Θράκης, κατά των ομοφυλοφίλων, τα αποτελέσματα θα μας έφερναν σκοτοδίνη. Ευτυχώς όμως απαγορεύονται τα δημοψηφίσματα κατά των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Όλοι εσείς όμως που θα ήσασταν πρόθυμοι να στραφείτε εναντίον των μειονοτήτων και των μειοψηφιών δεν ήσασταν αναγκαστικά Χρυσαυγίτες. Όχι, κρυβόσασταν μέσα σε όλα τα κόμματα, γιατί κυκλοφορούσε ένα «δεν κάνει να σκέφτεστε έτσι» και λουφάζατε. Τώρα όμως σας είπε η κυβέρνηση πως σωστά σκέφτεστε και βγήκατε από τα λαγούμια σας με ένα κοντάρι. Και χτυπάτε και χτυπάτε και εμπιστεύεστε τον πρωθυπουργό μας και τον κάνετε να καμαρώνει.

Αλλά το ποτάμι του φασισμού δεν γυρίζει εύκολα πίσω και οι ιδέες του θα εισχωρήσουν βαθιά μέσα στην κοινωνία. Οι ωραίες ιδέες σας θα μπουν στα σχολεία και τα παιδιά δεν θα καταδυναστεύουν μόνο τα προσφυγόπουλα. Οι συμμαθητές θα κοροϊδεύουν και θα χτυπάνε το χοντρό παιδί σας, το κοντό παιδί σας, το ψηλό παιδί σας, το ΑΜΕΑ παιδί σας, το αυτιστικό παιδί σας, το δυσλεκτικό παιδί σας, το γκέι παιδί σας, το άτολμο παιδί σας, το παιδί σας που δεν είναι καλό στα μαθήματα, το παιδί σας που είναι πολύ καλό στα μαθήματα, το παιδί σας που δεν είναι καλό στα αθλητικά. Και σας θα σας ποδοπατάει το αφεντικό σας και θα βάζει χέρι στην κόρη σας και στη γυναίκα σας, ίσως και στον γιο σας, κι ο γιος σας θα υποφέρει στο στρατό και δεν θα βρίσκει δουλειά κι οι γονείς σας θα λιμοκτονούν με την ψωροσύνταξη και δεν θα μπορείτε να σηκώσετε κεφάλι, γιατί θα σας δέρνουν τα ΜΑΤ και οι παπάδες θα σας λένε να κάνετε υπομονή. Κι εσείς θα χαμογελάτε ευτυχείς, γιατί θα έχετε πρωθυπουργό τον Μητσοτάκη και γιατί δείξατε στους δυστυχείς πρόσφυγες ότι είστε υπερήφανοι που είστε Έλληνες. Αλλά εγώ θα ντρέπομαι που είμαι Έλληνας και θα είμαι πρόσφυγας ανάμεσά σας.

Ίτε Παίδες Ελλήνων

Γενναία κι ακούραστα τα παλικάρια της Ελλάδας. Τα παλικάρια του λιμενικού, του στρατού και της αστυνομίας που ξημεροβραδιάζονται στο Αιγαίο, στα νησιά και στον Έβρο, για να απωθήσουν αυτούς που θέλουν να μπουν στη χώρα μας. Γενναία και ακούραστα και τα άλλα παλικάρια μας που δεν ανήκουν στα σώματα ασφαλείας, αλλά εθελοντικά αρπάζουν τουφέκια, κοντάρια και ό,τι άλλο βρουν, για να βοηθήσουν κι αυτοί, για να μην περάσει κανείς τα σύνορα.

Κι από την άλλη μεριά των συνόρων άνθρωποι εξαθλιωμένοι, πεινασμένοι, ξεπαγιασμένοι στη στεριά κι άλλοι βρεγμένοι και μισοπνιγμένοι στη θάλασσα, γυναίκες, άντρες, παιδιά, μωρά, ηλικιωμένοι, άρρωστοι. Όλο το μπλεγμένο κουβάρι της δυστυχίας και της αθλιότητας.

Και βρίσκονται και κάποιοι που φωνάζουν στα παλικάρια μας για τον ξένιο θεό, για την πατροπαράδοτη φιλοξενία των Ελλήνων. Αλλά τα παλικάρια μας δεν πτοούνται, όχι μόνο γιατί εκτελούν διαταγές, αλλά γιατί πιστεύουν στο έργο τους. Γιατί ξέρουν καλά ότι δεν υπάρχουν φιλόξενοι λαοί. Γιατί αυτοί που πάντα λέγαμε φιλόξενους είναι αυτοί που φοβούνται περισσότερο τους ξένους. Γιατί οι ξένοι είναι επικίνδυνοι και μόνο αν τους καθίσεις στο τραπέζι σου και τους προσφέρεις ένα πιάτο φαΐ, τότε αυτοί δεν μπορούν να σε βλάψουν, δεν μπορούν να κάνουν κακό στον ομοτράπεζο και σε αυτόν που πρόσφερε ένα ταβάνι να κοιμηθούν.

Κι έτσι αναγκάζονται τα παλικάρια μας να ξημεροβραδιάζονται και να βρίσκονται σε κατάσταση πολέμου. Κι ευτυχώς υπάρχουν άλλοι πατριώτες που τους πάνε φαγητά και μπισκότα και πορτοκαλάδες, για να αντέχουν τα παλικάρια μας και να μας προστατεύουν από το κακό που μας βρήκε.

Θα σας πω μια ιστορία. Το 1853 έπεσε χολέρα στον Πειραιά. Κι απαγορεύτηκε να πηγαίνουν Πειραιώτες στην Αθήνα, για να μη μεταφέρουν την αρρώστια. Και το 1854 οι Αθηναίοι βρήκαν δυο χρονιάρικα δίδυμα αρσενικά μοσχάρια που δεν είχαν μπει ακόμη στο ζυγό. Τα έζεψαν στο άροτρο και όργωσαν ένα κύκλο γύρω από την Αθήνα, για να κλείσουν την αρρώστια απέξω. Αλλά η αρρώστια είχε ήδη περάσει κι έτσι, αντί να την κλείσουν έξω την έκλεισαν μέσα στην πόλη και δεν την άφηναν να φύγει. Και πέθαναν εκείνη τη χρονιά στην Αθήνα τρεις χιλιάδες, που έτσι κι αλλιώς μετρούσε λίγες ψυχές εκείνη την εποχή.

Φοβάμαι πως και τώρα έχει γίνει το ίδιο. Φοβάμαι πως η αρρώστια έχει περάσει μέσα. Φοβάμαι πως ο εχθρός δεν είναι στα σύνορα, αλλά έχει μπει στα σπίτια μας, πως τρώει στο τραπέζι μας και κοιμάται στο κρεβάτι μας. Κι αυτόν τον εχθρό τον λένε ρατσισμό, τον λένε φασισμό, τον λένε απονιά, τον λένε απανθρωπιά και αδιαντροπιά. Έχει πολλά ονόματα, γιατί συνεχώς μεταλλάσσεται κι έτσι γίνεται αήττητος σαν κακιά αρρώστια.

Αυτός είναι ο χειρότερος εχθρός του ανθρώπου. Από αυτόν κινδυνεύουμε. Από αυτόν κινδύνεψε η ανθρωπότητα στο παρελθόν και πέθαναν εκατομμύρια άνθρωποι. Από αυτόν εξαθλιώθηκε η χώρα μας και άργησε να ξανασταθεί στα πόδια της. Από αυτόν αρχίζει και πάλι να κινδυνεύει η Ευρώπη και ολόκληρη η ανθρωπότητα. Ο εχθρός δεν είναι ο εξαθλιωμένος και ξεσπιτωμένος κόσμος στα σύνορά μας που περιμένει ένα ανθρώπινο χέρι για να πιαστεί, έναν ώμο για να ακουμπήσει και μια γωνιά, για να σταθεί. Ο εχθρός είναι το φαρμάκι που έχει μπει στις καρδιές μας.

Σας λένε για τον πολιτισμό μας που κινδυνεύει. Αλλά ο πολιτισμός μας δεν είναι ο χαρταετός της Καθαρής Δευτέρας ούτε το στεφάνι της Πρωτομαγιάς. Πολιτισμός είναι η ανθρωπιά μας κι αν χάσουμε την ανθρωπιά μας δεν έχουμε κανένα πολιτισμό. Και δεν θα μπορούμε πλέον να μιλάμε για τον «πολιτισμό τριών χιλιάδων χρόνων».

Οι κυβερνήσεις, οι πολιτικοί παίζουν τα δικά τους παιχνίδια. Ας μην παρασυρόμαστε κι ας μην παίζουμε το παιχνίδι τους που ποτέ δεν ήταν για το καλό μας.

Ίτε παίδες Ελλήνων, ας ξεριζώσουμε τον φασισμό και τον ρατσισμό από τις καρδιές μας.

Η χειμάζουσα νεολαία

Η κυνική και αδιάντροπη δήλωση του Άδωνι Γεωργιάδη με την ιδιότητα του Υπουργού Ανάπτυξης ότι επιβιώνεις με 200€ το μήνα είναι ένα επιπλέον πλήγμα στο ήδη ζοφερό μέλλον της χειμάζουσας ελληνικής νεολαίας. Η δήλωση αυτή αυτοαναιρεί την υποτιθέμενη ανάπτυξη και προετοιμάζει για ένα ακόμη δυσχερέστερο και αβέβαιο μέλλον την ελληνική κοινωνία και ιδιαίτερα το πιο ευαίσθητο και ευάλωτο τμήμα της που είναι οι νέες γενιές.

Δεν ξεχνούμε τα πλήγματα που έχει δεχθεί η νεολαία μας στο πρόσφατο παρελθόν με την ανεργία και τον κατώτατο μισθό πείνας, που ανάγκασε όσους είχαν τα προσόντα και τη δυνατότητα να αναζητήσουν καλύτερες ευκαιρίες στο εξωτερικό. Παράλληλα, η κάθε τόσο εξαγγελλόμενη ανάπτυξη απέστρεφε το βλέμμα της από τα παιδιά που μεγάλωναν χωρίς θέρμανση, χωρίς ηλεκτρικό, χωρίς σωστή και επαρκή διατροφή και κυρίως χωρίς ελπίδα.

Όλα αυτά, έως πρόσφατα, παρουσιάζονταν ως παράπλευρες απώλειες ή ως αναπόφευκτες θυσίες του ελληνικού λαού και δεν είχαν τον χαρακτήρα μια στοχευμένης επίθεσης απέναντι στην νεολαία. Τώρα όμως η κυβέρνηση έχει μπει σε ανοιχτό πόλεμο με τη νέα γενιά, με εξαίρεση αυτούς που είναι ηλικιακά νέοι, αλλά είναι ιδεολογικά παροπλισμένοι στο λιμάνι της συντήρησης και της οπισθοδρόμησης, στο λιμάνι δηλαδή από το οποίο η κυβέρνηση αντλεί τους ψηφοφόρους της και η εκκλησία τους πιστούς της. Για την υπόλοιπη όμως νεολαία που ιδεοφορεί και αγωνίζεται για ένα κόσμο πιο έντιμο και πιο δίκαιο, για την νεολαία που είναι ικανή και πρόθυμη να πάει τον κόσμο ένα βήμα πιο μπροστά, για την νεολαία που πολλοί ευτυχώς καμαρώνουμε, για αυτή την νεολαία η κυβέρνηση έχει κηρύξει έναν αμείλικτο πόλεμο. Κατάργησε το πανεπιστημιακό άσυλο και ευαγγελίζεται πανεπιστήμιο αποστειρωμένο από το μικρόβιο του προβληματισμού, της αναζήτησης, των κοινωνικών και ιδεολογικών ζυμώσεων που έφερε σε όλο τον κόσμο τα πανεπιστήμια και τους φοιτητές στην πρωτοπορία των εξελίξεων.

Κήρυξε τον πόλεμο στα Εξάρχεια που ανέκαθεν ήταν το στέκι των φοιτητών και γενικά των ασυμβίβαστων νέων, αυτών στους οποίους στηρίζεται η ελπίδα της κοινωνίας μας για έναν κόσμο χωρίς εκμετάλλευση, χωρίς καταπίεση, χωρίς πατριαρχία, χωρίς σεξισμό, χωρίς ομοφοβία. Κήρυξε έναν πόλεμο που περιλαμβάνει πολύ ξύλο, πολύ αίμα, πολλούς τραυματίες, πολλά χημικά, πολύ εκφοβισμό, πολλές παραβιάσεις της νομοθεσίας, πολλούς προπηλακισμούς, πολλές σεξουαλικές παρενοχλήσεις και άλλες ατιμωτικές πράξεις.

Παράλληλα η υπουργός Σκοταδισμού, που κατ’ ευφημισμό ονομάζεται Παιδείας, φροντίζει να κάνει τη φοίτηση στα πανεπιστήμια δυσχερέστερη, αγνοώντας, πώς άλλωστε να το ξέρει, πως πολλοί φοιτητές εργάζονται σκληρά και κοπιαστικά, για να έχουν τα μέσα να σπουδάσουν. Και προσβλέπει σε ένα σχολείο που ακόμη περισσότερο θα καλλιεργεί τον εθνικισμό και τη μισαλλοδοξία, δικαιολογημένα βέβαια αφού αυτά τα στοιχεία την ανέδειξαν στο υπουργικό αξίωμα. Και κάθε μέρα μού θυμίζει εκείνους/ες τους/τις εκπαιδευτικούς που έχω συγκρουστεί μαζί τους και δεν ανέχονταν ένα αγόρι με σκουλαρίκι, ένα κορίτσι με βαμμένα νύχια, μια πράσινη τούφα στα μαλλιά και που μόνο ήξεραν να περιθωριοποιούν παιδιά, αντί να τα αγκαλιάζουν, γιατί δεν ήξεραν πως κανένα παιδί δεν πρέπει να ζει και να μεγαλώνει στο περιθώριο, αλλά πάντα μέσα στην αγκαλιά του σχολείου και της κοινωνίας.

Να μην ξεχάσουμε και τα άλλα παιδιά, που μεγαλώνουν σε σκηνές, που ξεπαγιάζουν, που πεινούν, που κακοποιούνται, που δεν πάνε σχολείο, που μεγαλώνουν «ασυνόδευτα» και γενικά όλο αυτό το έντιμο αίμα που μια μέρα θα ζητήσει εκδίκηση και θα την λάβει δικαίως από όλους μας.