Οι βιασμοί, οι σεξουαλικές κακοποιήσεις και το φιάσκο των αξιολογήσεων στα σχολεία

Στις 23 Μαρτίου δημοσιοποιήθηκαν διαδικτυακά 170 καταγγελίες βιασμών και σεξουαλικής κακοποίησης στο διάσημο και πανάκριβο σχολείο του Λονδίνου Highgate, που ιδρύθηκε πριν από 456 χρόνια. Μετά τις 23 Μαρτίου προστέθηκαν και άλλες καταγγελίες και τώρα έχουν φτάσει τις 257. Στη συνέχεια άρχισαν σωρηδόν καταγγελίες και για άλλα σχολεία. Δεν θα ασχοληθώ με το τι συμβαίνει στην Αγγλία, γιατί τα φαινόμενα αυτά δεν γνωρίζουν από σύνορα, ακριβώς όπως και το μπούλιγκ. Για την Ελλάδα ενδιαφέρομαι περισσότερο.

Θα αναφερθώ μόνο σε μία καταγγελία μαθήτριας στο Highgate, που βιάστηκε πέρσι από συμμαθητή της. Το σχολείο αρνήθηκε να ερευνήσει την υπόθεση λέγοντας «ο λόγος σου και ο λόγος του.» Αρνήθηκε να δεχτεί μαρτυρίες συμμαθητριών της μαθήτριας και αρνήθηκε να δεχτεί φωτογραφίες από μελανιές στο σώμα της. Βράβευσε το αγόρι και δεν επέτρεψε να διαταραχτεί η ζωή του με κανένα τρόπο. Το μόνο που έκαναν ήταν να επιτρέψουν στο κορίτσι να φεύγει πέντε λεπτά νωρίτερα, για να μην συναντήσει το συμμαθητή της και να μελετάει στην αίθουσα μουσικής, αντί για τη βιβλιοθήκη, για να μπορεί να τον αποφύγει. Όχι μόνο δεν υπήρχε καμιά επίπτωση για το αγόρι, αλλά δεν προσφέρθηκε και καμιά ουσιαστική προστασία στο κορίτσι, το οποίο κυκλοφορούσε τρομαγμένο στο σχολείο και κρυβόταν.

Αναπόφευκτα θυμήθηκα μια περίπτωση, πριν από πολλά χρόνια, δεκατριάχρονου αγοριού που άπλωνε τα χέρια του σε απαγορευμένες περιοχές του σώματος συμμαθήτριάς του. Το κορίτσι κρυβόταν τρομαγμένο, για να τον αποφύγει. Κάλεσα τους γονείς του αγοριού και τους είπα ότι δεν είναι δυνατόν να έχουμε στο σχολείο ένα κορίτσι 13 ετών που κρύβεται τρομαγμένο, για να μη συναντήσει το γιο σας. Ο πατέρας του αγοριού μού απάντησε με έπαρση: «προφανώς αγνοείτε ότι ο τρόμος μπορεί να είναι βασικό συστατικό της απόλαυσης του σεξ». Μετά τη δήλωση αυτή του πατέρα το αγόρι αναγκάστηκε την επόμενη εβδομάδα να αλλάξει σχολείο, γιατί οποιαδήποτε αναμορφωτική προσπάθεια του σχολείου θα προσέκρουε στην υπονόμευση που έκανε ο πατέρας του αγοριού.

Με το παράδειγμα αυτό θέλω να πω πως το αγόρι στο αγγλικό σχολείο δεν ξύπνησε ξαφνικά μια μέρα στα δεκαοχτώ του χρόνια ως βιαστής. Είμαι βέβαιος ότι από πολύ μικρότερη ηλικία θα είχε παραβατική συμπεριφορά και θα συμμετείχε με χειρονομίες, με σεξιστικά σχόλια, με σεξιστικές αφηγήσεις σε μια εξουσιαστική κουλτούρα που υποβλέπει και καταπιέζει τα κορίτσια. Που θεωρεί τα κορίτσια λάφυρα πολέμου και επιδεικνύει μαγνητοσκοπήσεις ερωτικών συνευρέσεών τους. Το σχολείο όμως αρνήθηκε να δει και να αντιμετωπίσει από πολύ μικρή ηλικία αυτή την κουλτούρα και να διαμορφώσει μια άλλη κουλτούρα ισότητας, ασφάλειας και φροντίδας για όλους.

Το πλέον παράδοξο είναι ότι το σχολείο αυτό αξιολογήθηκε ως το καλύτερο σχολείο της Αγγλίας για το 2020. Έτσι αναδεικνύεται το φιάσκο της αξιολόγησης των σχολείων, γιατί πώς είναι δυνατόν να θεωρείται το καλύτερο σχολείο και μέσα σε λίγες ημέρες να γίνονται 247 καταγγελίες βιασμών και σεξουαλικών κακοποιήσεων; Πώς είναι δυνατόν να θεωρείται καλύτερο σχολείο αυτό που στη συνείδησή μας τοποθετείται στην κατώτερη θέση; Είναι όμως δυνατόν, γιατί οι αξιολογήσεις ενδιαφέρονται μόνο για επιδόσεις και επιτεύγματα και αδιαφορούν για το περιβάλλον του σχολείου και τι αυτό υποθάλπει και ίσως επικροτεί με το άλλοθι «boys will be boys».

Ας έρθουμε όμως στην Ελλάδα. Πέρσι έγιναν καταγγελίες για βιασμούς σε ένα σχολείο του Ψυχικού και φέτος καταγγελίες για σεξουαλικές κακοποιήσεις σε ένα άλλο σχολείο του Ψυχικού. Τα πράγματα δεν είναι καθόλου τυχαία. Δεν έτυχε, μεθοδεύτηκε.

Πριν από δύο περίπου δεκαετίες ήρθαν στο σχολείο μας δεκατετράχρονα αγόρια από το γειτονικό σχολείο, όπου καταγγέλθηκαν οι βιασμοί. Ήταν αγόρια της τρίτης γυμνασίου που ήρθαν την ώρα που έκαναν διάλειμμα τα παιδιά τους δικού μας δημοτικού, κατέβασαν τα βρακιά τους και επιδείκνυαν στα μικρά παιδιά τα γεννητικά τους όργανα. Στις δασκάλες που τα μάλωσαν απάντησαν με θράσος και ανέπτυξαν θεωρίες περί ελευθερίας του σώματος. Κάποια από αυτά στη συνέχεια μπήκαν μέσα στο κτήριο και προσπάθησαν να ξεμοναχιάσουν στις τουαλέτες ένα κορίτσι της πέμπτης δημοτικού. Εντωμεταξύ άρχισε το διάλειμμα του δικού μας γυμνασίου και τα δικά μας συνομήλικα παιδιά αναγνώρισαν τους εισβολείς και με δική τους πρωτοβουλία μού έδωσαν τα ονόματά τους.

Την επόμενη ημέρα έκλεισα ραντεβού κι επισκέφτηκα τον διευθυντή του γυμνασίου στο γειτονικό σχολείο, γνωστό και ως σχολείο της «αριστείας». Του έδωσα το χαρτί με τα ονόματα και του περιέγραψα τι είχε συμβεί. Δεν έδειξε να ενδιαφέρεται. Αντίθετα ήθελε να μιλήσουμε για τους μισθούς μας, για το αν είχα κονδύλι με έξοδα παραστάσεως, όπως εκείνος, και ποια έξοδα θεωρούσε έξοδα παραστάσεως. Τότε δεν ήξερα το Highgate, αλλιώς θα μου το θύμιζε. Σηκώθηκα να φύγω.

«Όσο για αυτό» μου είπε δείχνοντας το χαρτί με τα ονόματα «δεν μπορώ να κάνω τίποτε. Γιατί δεν μου έστειλες ένα γράμμα και να μου λες, ρε φίλε, θέλω να κάνεις αυτό κι αυτό με αυτά τα παιδιά. Δεν μου το λες. Ωστόσο εγώ θα τους φωνάξω αύριο, για να τους δείξω πως όλα τα μαθαίνω.» Του απάντησα πως δεν είναι δική μου δουλειά να του πω τι θα κάνει στο σχολείο του. Δική μου υποχρέωση ήταν να τον ενημερώσω και αυτό θα περίμενα και από εκείνον, αν κάτι συνέβαινε με παιδιά του δικού μας σχολείου. Αντί να πιάσει το κεφάλι του και να αρχίσει να τρέχει, βρήκε δικαιολογία, για να μην κάνει τίποτε. Αλλά αν δεν κάνεις τίποτε, όταν είναι μικρά τα παιδιά, περίμενε και θα ακούσεις, όταν μεγαλώσουν.

Τα μεγαλύτερα προβλήματα των σχολείων είναι ο ρατσισμός, ο σεξισμός και η ομοφοβία. Για την αντιμετώπισή τους τα σχολεία πρέπει να δουλεύουν νύχτα μέρα όλο το χρόνο. Συχνά έλεγα στα παιδιά πως το σχολείο είναι ένα φαρμακείο που διανυκτερεύει κάθε μέρα. Και Χριστούγεννα και Πάσχα και καλοκαίρι. Μόνο αν το σχολείο παρέχει περιβάλλον ισότητας, ασφάλειας και ουσιαστικής φροντίδας των παιδιών μπορούν να πάνε καλά και οι δείκτες της μόρφωσης για όλα τα παιδιά, χωρίς διακρίσεις. Κανείς δεν μπορεί να αποδώσει σε κλίμα ανασφάλειας και τρόμου.

Οι αξιολογήσεις που μεθοδεύει το υπουργείο είναι μόνο μέσα χειραγώγησης των εργαζομένων και δημιουργίας κλίματος ανασφάλειας προς δόξα των αφεντικών. Τα σχολεία οφείλουν να δημιουργούν κλίμα ασφάλειας και για τους εκπαιδευτικούς και για τα παιδιά. Μόνο το κλίμα ασφάλειας, ευημερίας και αναγνώρισης αυξάνει και τη δημιουργικότητα και την παραγωγικότητα μικρών και μεγάλων.

Ομολογώ ότι το να δημιουργήσεις θετικό κλίμα σε ένα σχολείο και κουλτούρα ισότητας δεν είναι εύκολο και εγώ προσωπικά είχα να αντιμετωπίσω και το νέο θεολόγο που έλεγε «εγώ είμαι με το μέρος των αγοριών» και την εκπαιδευτικό, μητέρα αγοριών, που μου έλεγε πως έτσι είναι τα αγόρια από τη φύση τους. Όμως το πλήθος των εκπαιδευτικών είμαι βέβαιος πως θα συνεργαστεί.

Το υπουργείο παιδείας αντί για το φόβητρο των αξιολογήσεων των σχολείων θα έπρεπε να ζητήσει από τα πανεπιστημιακά τμήματα των Παιδαγωγικών να εκπονήσουν ερωτηματολόγια και προγράμματα, για να διερευνήσουν και να αντιμετωπίσουν φαινόμενα ρατσισμού, σεξουαλικής κακοποίησης και ομοφοβίας στα σχολεία.

Οι συνομήλικοι με εμένα φιλόλογοι από τη Φιλοσοφική της Αθήνας διδαχθήκαμε τα παιδαγωγικά του Μελανίτη και μάθαμε πως τα μικτά σχολεία «απάδουν προς τα ήθη των Ελλήνων» πως «τα θήλεα προκαλούν τους άρρενας, οι οποίοι οφείλουν να παραμένουν αφελείς περί τα ερωτικά έως και το δέκατον όγδοον έτος της ηλικίας των».

Ναι άλλαξαν οι καιροί, αλλά πόσο; Και κυρίως πόσο άλλαξε η νοοτροπία μέσα στα σχολεία, που είναι κατεξοχήν συντηρητικοί χώροι και πολύ εύκολα στοχοποιούν κορίτσια για την εμφάνισή τους, για το ντύσιμό τους, για την «προκλητική συμπεριφορά» τους. Πόσο συχνά μέσα στα σχολεία λέγεται για κορίτσια ότι «πάνε γυρεύοντας»; Έχουμε δουλειά να κάνουμε. Όχι αυτήν που μας λέει το υπουργείο. Όχι, έχουμε καλή δουλειά. Και ναι, είναι απαραίτητο το μάθημα σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης. Αλλά δεν φτάνει η μία ώρα την εβδομάδα. Πρέπει όλοι όσοι βρίσκονται μέσα στο σχολείο, σε όλες τις ηλικίες να δουλεύουν μέρα νύχτα για αυτό το περιβάλλον ισότητας, ασφάλειας και φροντίδας για όλους. Αρκεί και ένα μόνο ρατσιστικό, σεξιστικό, ομοφοβικό σχόλιο, για να ακυρώσει δουλειά μηνών.

Ας δώσουμε επιτέλους άλλο περιεχόμενο στην αριστεία.

https://docs.google.com/document/d/e/2PACX-1vQI6oq9hag7lrGWm49D90z_aWSZ6Wsu40sTIfmAc5pr5NIgfh3PWzgaWS44DZ_Sui663AtThWx1beqI/pub

Για τον Ιάσωνα

Άλλες εποχές θα λέγαμε ότι πήγες σαν το σκυλί στ’ αμπέλι. Δεν το λέμε πια, γιατί στην εποχή μας η ζωή των σκύλων έχει αξία.
Για κάποιους όμως η δική σου ζωή δεν είχε αξία.
Ούτε το όνομα σου δεν θα ξέραμε αν δεν το ανέφεραν οι άνθρωποι των δημοσίων σχέσεων, που έγραψαν την ανάρτηση της Μπακογιάννη. Δεν το έγραψαν, γιατί τους ένοιαξες εσύ, το έγραψαν, για να προσδώσουν λίγη συγκίνηση στο κείμενο που δήθεν έγραψε η Μπακογιάννη.
Για τον Αλέξανδρο, για τον Παύλο, για τον Ζακ, για τον Βασίλειο μάθαμε και τα επώνυμά τους, είδαμε και φωτογραφίες τους, είδαμε τις οικογένειές τους, είδαμε τις κηδείες τους. Για σένα τίποτε.
Ούτε είδαμε να έχουν στείλει στεφάνι η Μπακογιάννη και ο Τασούλας.
Ακόμη και το βίντεο του θανάτου σου στην είσοδο της Βουλής θεωρήθηκε απόρρητο και αντί αμέσως να το δώσει στη δημοσιότητα ο πρόεδρος της Βουλής, διέταξε ΕΔΕ, για να μάθει πώς διέρρευσε. Και μετά είπανε ότι έτρεχες, γιατί όσοι αρμέγουν την κρατική γίδα δεν ξέρουν ότι κάποιοι άλλοι τρέχουν καθημερινά για τον επιούσιο.
Ούτε μάθαμε και ούτε θα μάθουμε πόσα οχήματα και πόσοι άντρες διαφυλάσσουν την ασφάλεια της Μπακογιάννη, γιατί η δική της ζωή δεν είναι σαν τη δική σου. Η δική της έχει αξία. Αλλά το ότι η δική της ζωή έχει μεγαλύτερη αξία από τη δική σου το ήξερες. Αυτό που δεν ήξερες και δεν πρόφτασες να μάθεις είναι ότι η δική σου ζωή έχει πολύ μικρότερη αξία από το πολιτικό κόστος. Το πολιτικό κόστος μετράει πάνω από όλα, γιαυτό εσύ καταδικάστηκες στη σιωπή και στη λήθη.
Για σένα δεν πήραν συνεντεύξεις οι δημοσιογράφοι από τη γειτονιά. Για σένα δεν βγήκε κανείς να πει πως δεν είχες δώσει δικαιώματα, δεν είπαν αν ήσουν αιμοδότης κι αν είχες πάει στους προσκόπους. Εσύ πρέπει να ξεχαστείς. Ξεχάστηκε η Ζήμενς, ξεχάστηκε ο Χριστοφοράκος, ξεχάστηκε το αδήλωτο εκατομμύριο, ξεχάστηκαν και ξεχάστηκαν, δεν θα αφήσουν να τους χαλάσει τη ζαχαρένια ένας Ιάσωνας.
Αλλά είμαστε εμείς πίσω σου κι εμείς δεν θα αφήσουμε να ξεχαστείς.
Και όχι δεν ήσουν θύμα τροχαίου.
Ήσουν θύμα της μεγαλομανίας με τα πολλά υπηρεσιακά οχήματα.
Ήσουν θύμα κρατικής αμέλειας και αδιαφορίας.
Ήσουν θύμα αστυνομικής αναλγησίας.
Ήσουν θύμα του μόνιμου κουκουλώματος και της μη απόδοσης ευθύνης.
Αλλά είμαστε εμείς πίσω σου.

Οι κακοποιητικές μέθοδοι του Αλέξη Κούγια

Για να γνωρίσει κανείς τις υπερασπιστικές μεθόδους του Αλέξη Κούγια, αρκεί να γνωρίσει πώς υπερασπίστηκε τον δολοφόνο του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου. Ο πρώτος του στόχος ήταν να κουρελιάσει τη μνήμη του θύματος και την υπόληψη της οικογένειάς του, καθώς και την υπόληψη των άλλων παιδιών, που θα μπορούσαν να καταθέσουν ως αυτόπτες μάρτυρες της δολοφονίας.

«Τα παιδιά αυτά δεν είναι σαν τα δικά σας και τα δικά μας» είπε από την πρώτη στιγμή, πριν ακόμη γίνει η κηδεία του θύματος. Παρόλο που αμέσως το σχολείο του Γρηγορόπουλου εξέδωσε ανακοίνωση που διέψευδε τους ισχυρισμούς του Κούγια, εκείνος δεν άλλαξε τακτική ως το τέλος της δίκης, επινοώντας ψεύδη με τα οποία όπλιζε το χέρι του Κορκονέα ξανά και ξανά. Ο Γρηγορόπουλος δολοφονήθηκε μία φορά από τον Κορκονέα και άπειρες από τον Κούγια στη διάρκεια της διαδικασίας.

Επόμενος στόχος του, μετά τη σπίλωση της μνήμης του θύματος και της οικογένειάς του ήταν η οικονομική εξάντληση της οικογένειας Γρηγορόπουλου και η παρεμπόδιση των μαρτύρων να καταθέσουν. Ο Κούγιας ισχυρίστηκε πως αν γινόταν η δίκη στην Αθήνα, κινδύνευε η ζωή του πελάτη του. Και ενώ οι δίκες της Χρυσής Αυγής έγιναν στην Αθήνα, οι δίκες του Κορκονέα έγιναν στην Άμφισσα και στη Λαμία, με επακόλουθο την τεράστια αύξηση των εξόδων λόγω των μετακινήσεων και των διανυκτερεύσεων πολλών ατόμων. Βεβαίως η απόσταση καθιστούσε προβληματική και την παρουσία των μαρτύρων. Εγώ, προσωπικά, αναγκάστηκα να διασχίσω χαράματα με πολύ χιόνι και αλυσίδες την Αράχωβα, για να είμαι στις 8 το πρωί στην Άμφισσα. Μήπως, μια και κινδύνεψε η ζωή του Λιγνάδη μία φορά, κινδυνέψει και δεύτερη; Μήπως η δίκη γίνει στα Ιωάννινα;

Ο άλλος τρόπος αύξησης του κόστους της δίκης ήταν η παράτασή της με κάθε τεχνητό μέσο. Με απουσίες και καθυστερήσεις και με καθημερινές αγωγές εναντίον των συνηγόρων πολιτικής αγωγής, που κατέθετε στο δικαστήριο, και με διαμαρτυρίες που υπαγόρευε προς τη γραμματέα του δικαστηρίου. Οι αντεγκλήσεις και οι ενστάσεις συνεχείς, ώστε να καθυστερήσει η απόφαση του δικαστηρίου και να απομακρυνθεί χρονικά από την τέλεση του κακουργήματος, ώστε να έχουν εκτονωθεί οι αντιδράσεις της κοινωνίας και να είναι πιο χειραγωγήσιμοι οι ένορκοι.

Το άλλο του δόλιο μέσο είναι η τρομοκράτηση και η παγίδευση των μαρτύρων και η προσπάθειά του να βάλει στο στόμα τους λόγια που ούτε έχουν πει, ούτε έχουν εννοήσει.

Όταν επρόκειτο να καταθέσω εγώ, επί ώρες ξιφουλκούσε με σαθρά επιχειρήματα, ώστε να αποτρέψει την εξέτασή μου ως μάρτυρα. Όταν απέτυχε να το καταφέρει πιάστηκε από το ότι έδωσα πολιτικό όρκο και με ρωτάει. «Είδα ότι δεν δώσατε θρησκευτικό όρκο, στο σχολείο σας κάνετε ορκωμοσία;» «Γιατί, απάντησα, γίνεται ορκωμοσία σε κάποιο σχολείο;». Η ερώτηση «κάνετε ορκωμοσία στο σχολείο σας;» μοιάζει βλακώδης. Όμως τέτοιες είναι οι ερωτήσεις του Κούγια. Αποβλέπουν στον να σε μπερδέψουν, να σου προκαλέσουν αμφιβολίες και ενοχές και μετά να σε κατευθύνει όπου θέλει. Εκείνη την ώρα η λέξη ορκωμοσία χάνει τη σημασία της. Εσύ αισθάνεσαι πως για να ρωτάει η σωστή απάντηση είναι το ναι, οπότε χάνεται η αξιοπιστία σου ως μάρτυρα. Μετά θα σε ρωτήσει πότε κάνετε ορκωμοσία και μετά έχει κερδίσει το παιχνίδι.

Μετά την ορκωμοσία άρχισε να με ρωτάει αν κάνουμε προσευχή στο σχολείο και αν είμαι παντρεμένος. Βέβαια το αν είμαι παντρεμένος, ανύπαντρος, διαζευγμένος η χήρος δεν έχει καμιά σχέση με τη δολοφονία του Γρηγορόπουλου. Το ξέρει αυτό. Αλλά μέσα στην προσωπική μου ζωή μπορεί να υπάρχει κάτι που δεν θέλω να αποκαλυφθεί και η σκέψη αυτή να μου προκαλεί σύγχυση και να με καθιστά ευάλωτο. Όταν του είπα ότι είμαι παντρεμένος με την ίδια σύζυγο από το 1972 κι ότι έχω παιδιά κι εγγόνια κυριολεκτικά μαράζωσε. Οι ερωτήσεις έπεφταν βροχή και η πρόεδρος μού έλεγε «μην απαντάτε», παρόλο που εγώ ήθελα να απαντήσω σε όλες. Κάποια στιγμή είπα στην πρόεδρο: «Σας παρακαλώ μη με προστατεύετε. Έχω τεράστια εμπειρία από έφηβους».

Η εξέτασή μου κράτησε πολλή ώρα, αλλά δεν θα μπω στην ουσία της κατάθεσής μου, γιατί θεωρώ πως είναι εκτός θέματος. Άλλωστε ολοκλήρωσε λέγοντας ότι λέω ψέματα και να μη ληφθούν υπόψη όσα είπα.

Ας δούμε όμως πώς συμπεριφέρεται και με τη νέα υπόθεση που ανέλαβε. Οι μέθοδοι δεν άλλαξαν.

-Λέει ότι οι καταγγέλλοντες ψεύδονται. Όμως μέσα στα τόσα ψέματα που λένε, γιατί δεν μετακινούν και τις χρονολογίες, ώστε να μην έχει παραγραφεί τίποτε;

-Λέει ότι οι καταγγέλλοντες είναι επαγγελματίες ομοφυλόφιλοι. Κάτι αντίστοιχο με το αυτά τα παιδιά δεν είναι σαν τα δικά σας και τα δικά μας. Δεν μας είπε όμως πώς είναι τα δικά μας παιδιά και πώς τα άλλα. Αφήνει να δώσουμε ό,τι σημασία θέλουμε και όποια σημασία τον βολεύει. Το ίδιο ισχύει και με το επαγγελματίες ομοφυλόφιλοι, που μπορεί να αποκτήσει διαφορετικά νοήματα, ανάλογα με τις εκάστοτε ανάγκες και τη σύγχυση που θέλει να προκαλέσει. Το επαγγελματίες ομοφυλόφιλοι μπορεί να είναι μια ανοησία αντίστοιχη με το κάνετε ορκωμοσία, αλλά μπορεί να εξυπηρετήσει πολλαπλά.

Και βέβαια οι απειλές για μηνύσεις άρχισαν με πρώτη υποψήφια να μηνυθεί τη Μενδώνη. Και η πρώτη αίτηση αναβολής έχει γίνει καθώς και άλλες κωλυσιεργίες.

Και με τον ίδιο τρόπο που πρόφερε τη λέξη Εξάρχεια τότε, τώρα λέει Σουηδία, Αιγύπτιος, μια κυρία.

Δεν έχω καμιά αμφιβολία για το σθένος των καταγγελλόντων και των μαρτύρων. Δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι με ένα φου θα σπάσουν αυτή τη χωρίς τεκμήρια σαπουνόφουσκα ρητορικής.

Αυτό που όμως με ανησυχεί είναι το κόστος της δίκης.

Πρέπει να σκεφτούμε πώς όλη αυτή η αθλιότητα δεν αφορά μόνο τα θύματα, μόνο αυτούς τους νέους άνδρες, που δεν διαθέτουν μάλλον τα οικονομικά μέσα, για να ανταποκριθούν σε μια τέτοια δίκη. Αφορά όλους μας, αφορά όλη την κοινωνία και όλοι μαζί πρέπει να συμβάλουμε οικονομικά, αν υπάρξει ανάγκη.

Θύματα αστυνομικής βίας

Υπουργός αστυνομικής βίας ήταν ο Μιχάλης Χρυσοχοΐδης, όταν στις 19 Ιανουαρίου του 2000 δολοφονήθηκε από αστυνομικούς στην πλατεία Βάθης ο εικοσάχρονος Ρουμάνος Βασίλιε Ιόν. Η είδηση σπαραχτικά σύντομη, πιο σύντομη κι από τα είκοσι χρόνια της ζωής του.

Ακόμη πιο σπαραχτικά σύντομη η είδηση για τη δολοφονία ανώνυμου Αλβανού από τον αστυνομικό Διονύση Καρακαϊδό σε επιχείρηση «σκούπα» στον Ωρωπό στις 20 Ιανουαρίου 1996.

Το ατίθασο όπλο του αστυνομικού εκπυρσοκρότησε από δική του πρωτοβουλία και η υπόθεση μπήκε στο αρχείο. Κανείς δεν ασχολήθηκε να μάθει ποιος ήταν ο άτυχος μετανάστης. Παρέμεινε για πάντα ανώνυμος. Αναρωτιέμαι από πού προκύπτει η βεβαιότητα πως επρόκειτο για Αλβανό μετανάστη. Υπουργός αστυνομικής βίας ο Σήφης Βαλυράκης. Δύο ημέρες μετά τον διαδέχθηκε ο Κώστας Γείτονας στην κυβέρνηση Σημίτη.

Στις 21 Ιανουαρίου του 1991 συνελήφθη ο Τούρκος πρόσφυγας Σουλεϊμάν Ακιάρ, με την κατηγορία της διακίνησης ναρκωτικών. Η κατηγορία ουδέποτε επαληθεύτηκε, ούτε έγινε δικαστήριο. Στις 29 Ιανουαρίου, οχτώ ημέρες μετά τη σύλληψή του και ενώ ήταν κρατούμενος στην Ασφάλεια της Αθήνας, ο Ακιάρ βρέθηκε νεκρός. Η νεκροψία απέδειξε ότι ο θάνατός του οφειλόταν σε τραύματα από χτυπήματα σε όλο το σώμα, σε πολλαπλά κατάγματα, κακώσεις των γεννητικών οργάνων, ρήξη πρωκτικού δακτυλίου, βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση. Όμως οι τρεις υπεύθυνοι αστυνομικοί απηλλάγησαν, διότι τον χτυπούσαν «αμυνόμενοι». Υπουργός αστυνομικής βίας ο Ιωάννης Βασιλειάδης, στην κυβέρνηση Κωνσταντίνου Μητσοτάκη.

Θα ήθελα να αναφερθώ και σε ένα άλλο θύμα, τον δεκαεφτάχρονο Γιάννη Καραγιαννόπουλο, που πυροβολήθηκε εξ επαφής στο κεφάλι, αλλά επέζησε με παράλυση 100%, σύμφωνα με τη διάγνωση του ιατροδικαστή, και δεν μπορεί ούτε να μιλήσει.

Ο μεγάλος αδελφός του Γιάννη είχε κρύψει στο σπίτι του, στο Ποντισμένο Σερρών, μια μικρή ποσότητα 37 γραμμαρίων ινδικής κάνναβης. Στις 28 Ιανουαρίου του 1998, σε στιγμή που έλειπε ο μεγάλος αδελφός, οι αστυνομικοί εισέβαλαν στο σπίτι, παραβιάζοντας την πόρτα με πυροβολισμούς, έδειραν πολύ άγρια τον μικρό αδελφό μπροστά στους γονείς του, έψαξαν όλο το σπίτι, βρήκαν τα ναρκωτικά, για τα οποία δεν γνώριζαν τίποτε ούτε οι γονείς, ούτε ο μικρός γιός. Στη συνέχεια πέρασαν χειροπέδες στον Γιάννη και τον πήραν μαζί τους, για να τον ανακρίνουν στο τμήμα. Αντί όμως να πάνε στο αστυνομικό τμήμα πήγαν στο πάρκιν νυχτερινού κέντρου, όπου έβγαλαν το παιδί από το περιπολικό και συνέχισαν να το δέρνουν με τα χέρια δεμένα πισώπλατα, για να τους υποδείξει και άλλες κρυψώνες ναρκωτικών. Ο Γιάννης τους έλεγε ότι δεν γνώριζε τίποτε για το τι έκανε ο αδελφός του και εκείνοι  τον πυροβόλησαν εξ επαφής στο κεφάλι.

Η ΕΔΕ αποφάνθηκε ότι επρόκειτο περί ατυχήματος. Ο αστυνομικός που τον πυροβόλησε είπε απολογούμενος: «Ο Καραγιαννόπουλος προσπάθησε να αρπάξει το υπηρεσιακό μου περίστροφο και στη συνέχεια αυτοπυροβολήθηκε στο κεφάλι». Η επιτροπή που διενέργησε την ΕΔΕ αποδέχθηκε αυτήν την περιγραφή, απάλλαξε τον αστυνομικό, αλλά του επέβαλε πρόστιμο 90€ επειδή ανέκρινε το παιδί στο πάρκιν και όχι στο τμήμα. Υπουργός αστυνομικής βίας ο Γεώργιος Ρωμαίος.

Εννέα χρόνια μετά ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου παρατηρεί: «Με αφήνει έκπληκτο η εξαιρετική έλλειψη επαγγελματισμού που διέκρινε τον αστυνομικό της υποθέσεως ». Το ευρωπαϊκό δικαστήριο επιδίκασε στον Γιάννη Καραγιαννόπουλο αποζημίωση 120.000€.

Μοχάμετ και Λούτφη: Δύο ακόμη θύματα της αστυνομίας

13 και 14 Ιανουαρίου. Δύο επέτειοι δολοφονιών από την αστυνομία. Τα ονόματα των θυμάτων δεν είναι ελληνικά, δεν απομνημονεύονται εύκολα και δεν αναφέρονται συχνά, όπως αναφέρονται τα ονόματα της Κανελλοπούλου ή του Καλτεζά. Τα ειδησεογραφικά ρεπορτάζ είναι σύντομα, λίγες αράδες μόνο. Κι όλα αυτά βοηθούν στη λήθη. Παραγράφονται και μένουν ατιμώρητες και αδιερεύνητες οι δολοφονίες. Παραγράφονται και οι άνθρωποι όσο δεν αντιστεκόμαστε στην βία του κράτους.

13 Ιανουαρίου του 2004. Υπουργός της αστυνομικής βίας ο Γιώργος Φλωρίδης.

Θύμα της ο πρόσφυγας από τη Συρία Μοχάμετ Χαμούτ, ετών 42, μπογιατζής που ζούσε και εργαζόταν στο Ρέθυμνο. Σε μπλόκο της αστυνομίας συλλαμβάνονται ο Μοχάμετ και ο Αχμέτ, 25 ετών σοβατζής. Οι αστυνομικοί τους γονατίζουν και τους γρονθοκοπούν. Ο Μοχάμετ τους λέει ότι έχει καρδιολογικό πρόβλημα, ότι έχει κάνει εγχείρηση καρδιάς πριν από ένα χρόνο και ότι πρέπει να παίρνει τα φάρμακά του, που τα έχει στο σπίτι του. Οι αστυνομικοί δεν συγκινούνται, μεταφέρουν και τους δύο στο αστυνομικό τμήμα, όπου συνεχίζεται η κακοποίησή τους. Αργότερα ο Μοχάμετ μεταφέρεται στο νοσοκομείο Ρεθύμνου, όπου διαπιστώνεται ο θάνατός του, ο οποίος αποδίδεται σε παθολογικά αίτια με την επισήμανση όμως ότι ο ξυλοδαρμός του επιδείνωσε την κατάστασή του. Αυτά τα «παθολογικά αίτια» έκλρεισαν την υπόθεση του θανάτου, χωρίς να αποδοθούν ευθύνες. Ο Αχμέτ παρέμεινε φυλακισμένος, του αποδόθηκαν πέντε κατηγορίες και μετά από λίγες ημέρες μεταφέρθηκε στα επείγοντα, λόγω των βασανιστηρίων που υπέστη.

Σε μια συγκινητική ανταπόκριση από το Ρέθυμνο, που δημοσιεύτηκε στο Indymedia τρεις ημέρες μετά, στις 16 Ιανουαρίου του 2004, περιγράφεται η πομπή που ακολούθησε το φέρετρο του νεκρού Μοχάμετ ως το λιμάνι. «Το πανό των μεταναστών έγραφε:ΟΧΙ ΣΤΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΤΕΣ ΟΙ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΙ ΔΟΛΟΦΟΝΟΥΝ ΝΤΟΠΙΟΥΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ.»

14 Ιανουαρίου 1996. Υπουργός της αστυνομικής βίας ο Σήφης Βαλυράκης. Θύμα της ο Τούρκος από την Ξάνθη Λούτφη Οσμάντζε, ετών 40.

Πολύ ολιγόλογες οι αναφορές για τον Λούτφη. Τον συνέλαβαν μεθυσμένο στον Βύρωνα και τον μετέφεραν στο αστυνομικό τμήμα. Την επόμενη μέρα στις 10 το βράδυ ήταν νεκρός. Ο ιατροδικαστής Εμμανουήλ Νόνας διαπίστωσε ότι ο θάνατος οφειλόταν σε οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου κατά τη διάρκεια του ξυλοδαρμού του.

Δεν έχουμε καμιά πληροφορία για τον ίδιο και την οικογένειά του. Ποιος νοιάζεται;

Παντού αναφέρεται ως «μουσουλμάνος» από την Ξάνθη. Εγώ τον χαρακτήρισα Τούρκο, πράγμα που θα ενοχλήσει πολλούς πατριώτες, που δεν αναγνωρίζουν εθνικές μειονότητες στην Ελλάδα. Πριν από λίγες ημέρες σχολίασε κάποιος άλλο κείμενό μου γράφοντας: « Ως προς το άλλο θέμα,προφανώς και κρίνονται και οι διεθνείς συνθήκες και ιδεολογικά και “πρακτικά”, αλλά όπως γνωρίζετε σε αυτά τα ζητήματα αυτό που καθορίζει την μακροβιότητά τους (γιατί τίποτα δεν είναι τελεσίδικο στη γεωπολιτική) είναι ο συσχετισμός ισχύος. Όσο αυτός παραμένει συντριπτικά πατριωτικός-και θα παραμείνει, θα το φροντίσουμε αυτό- στην Ελλάδα δεν υπάρχουν και δεν θα υπάρξουν “εθνικές” μειονότητες.» Ίσως ένας από τους τρόπους, για να το «φροντίσουμε αυτό» είναι ο ξυλοδαρμός έως θανάτου.

Άραγε πώς βρέθηκε στον Βύρωνα ο Λούτφη; Πού ζούσε, πού εργαζόταν, πού έγινε η κηδεία του, πού θάφτηκε; Και αυτά δεν είναι τα μοναδικά ερωτήματα.

Κάποτε είχε έρθει στο Σχολείο να μιλήσει στα παιδιά κάποια κυρία, που εκπροσωπούσε το Ελληνικό Συμβούλιο για τους Πρόσφυγες. Καλή ομιλία, παρά τον διαχωρισμό που έκανε για τους πρόσφυγες και τους μετανάστες και τον απαξιωτικό τρόπο που μίλησε για τους δεύτερους. Στο τέλος ζήτησε από τα παιδιά να υποβάλουν ερωτήσεις. Σε αυτές τις περιπτώσεις τα παιδιά είναι στην αρχή διστακτικά και για να ενθαρρύνω τη διαδικασία των ερωτήσεων έκανα εγώ μια ερώτηση: «Εκτός Θράκης, όπου υπάρχουν μουσουλμανικά νεκροταφεία, πού θάβονται οι μουσουλμάνοι, όταν πεθαίνουν;» Η κυρία αιφνιδιάστηκε πολύ. Είπε πως δεν την είχε ποτέ απασχολήσει το θέμα και πως δεν ήξερε. Θα φρόντιζε όμως να μάθει και θα μου τηλεφωνούσε να με ενημερώσει. Πράγματι μου τηλεφώνησε μετά από δύο ημέρες. Δεν είχε μάθει κάτι συγκεκριμένο, μόνο πως κάπου τους παραχώνουν, αλλά δεν ήξερε πού. Τους μουσουλμάνους, λοιπόν, δεν τους θάβουν, αλλά κάπου τους παραχώνουν.

Άραγε τον Λούτφη τον μετέφεραν νεκρό στην Ξάνθη, να τον θάψουν κανονικά ή κάπου τον παράχωσαν;