Μοχάμετ και Λούτφη: Δύο ακόμη θύματα της αστυνομίας

13 και 14 Ιανουαρίου. Δύο επέτειοι δολοφονιών από την αστυνομία. Τα ονόματα των θυμάτων δεν είναι ελληνικά, δεν απομνημονεύονται εύκολα και δεν αναφέρονται συχνά, όπως αναφέρονται τα ονόματα της Κανελλοπούλου ή του Καλτεζά. Τα ειδησεογραφικά ρεπορτάζ είναι σύντομα, λίγες αράδες μόνο. Κι όλα αυτά βοηθούν στη λήθη. Παραγράφονται και μένουν ατιμώρητες και αδιερεύνητες οι δολοφονίες. Παραγράφονται και οι άνθρωποι όσο δεν αντιστεκόμαστε στην βία του κράτους.

13 Ιανουαρίου του 2004. Υπουργός της αστυνομικής βίας ο Γιώργος Φλωρίδης.

Θύμα της ο πρόσφυγας από τη Συρία Μοχάμετ Χαμούτ, ετών 42, μπογιατζής που ζούσε και εργαζόταν στο Ρέθυμνο. Σε μπλόκο της αστυνομίας συλλαμβάνονται ο Μοχάμετ και ο Αχμέτ, 25 ετών σοβατζής. Οι αστυνομικοί τους γονατίζουν και τους γρονθοκοπούν. Ο Μοχάμετ τους λέει ότι έχει καρδιολογικό πρόβλημα, ότι έχει κάνει εγχείρηση καρδιάς πριν από ένα χρόνο και ότι πρέπει να παίρνει τα φάρμακά του, που τα έχει στο σπίτι του. Οι αστυνομικοί δεν συγκινούνται, μεταφέρουν και τους δύο στο αστυνομικό τμήμα, όπου συνεχίζεται η κακοποίησή τους. Αργότερα ο Μοχάμετ μεταφέρεται στο νοσοκομείο Ρεθύμνου, όπου διαπιστώνεται ο θάνατός του, ο οποίος αποδίδεται σε παθολογικά αίτια με την επισήμανση όμως ότι ο ξυλοδαρμός του επιδείνωσε την κατάστασή του. Αυτά τα «παθολογικά αίτια» έκλρεισαν την υπόθεση του θανάτου, χωρίς να αποδοθούν ευθύνες. Ο Αχμέτ παρέμεινε φυλακισμένος, του αποδόθηκαν πέντε κατηγορίες και μετά από λίγες ημέρες μεταφέρθηκε στα επείγοντα, λόγω των βασανιστηρίων που υπέστη.

Σε μια συγκινητική ανταπόκριση από το Ρέθυμνο, που δημοσιεύτηκε στο Indymedia τρεις ημέρες μετά, στις 16 Ιανουαρίου του 2004, περιγράφεται η πομπή που ακολούθησε το φέρετρο του νεκρού Μοχάμετ ως το λιμάνι. «Το πανό των μεταναστών έγραφε:ΟΧΙ ΣΤΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΤΕΣ ΟΙ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΙ ΔΟΛΟΦΟΝΟΥΝ ΝΤΟΠΙΟΥΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ.»

14 Ιανουαρίου 1996. Υπουργός της αστυνομικής βίας ο Σήφης Βαλυράκης. Θύμα της ο Τούρκος από την Ξάνθη Λούτφη Οσμάντζε, ετών 40.

Πολύ ολιγόλογες οι αναφορές για τον Λούτφη. Τον συνέλαβαν μεθυσμένο στον Βύρωνα και τον μετέφεραν στο αστυνομικό τμήμα. Την επόμενη μέρα στις 10 το βράδυ ήταν νεκρός. Ο ιατροδικαστής Εμμανουήλ Νόνας διαπίστωσε ότι ο θάνατος οφειλόταν σε οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου κατά τη διάρκεια του ξυλοδαρμού του.

Δεν έχουμε καμιά πληροφορία για τον ίδιο και την οικογένειά του. Ποιος νοιάζεται;

Παντού αναφέρεται ως «μουσουλμάνος» από την Ξάνθη. Εγώ τον χαρακτήρισα Τούρκο, πράγμα που θα ενοχλήσει πολλούς πατριώτες, που δεν αναγνωρίζουν εθνικές μειονότητες στην Ελλάδα. Πριν από λίγες ημέρες σχολίασε κάποιος άλλο κείμενό μου γράφοντας: « Ως προς το άλλο θέμα,προφανώς και κρίνονται και οι διεθνείς συνθήκες και ιδεολογικά και “πρακτικά”, αλλά όπως γνωρίζετε σε αυτά τα ζητήματα αυτό που καθορίζει την μακροβιότητά τους (γιατί τίποτα δεν είναι τελεσίδικο στη γεωπολιτική) είναι ο συσχετισμός ισχύος. Όσο αυτός παραμένει συντριπτικά πατριωτικός-και θα παραμείνει, θα το φροντίσουμε αυτό- στην Ελλάδα δεν υπάρχουν και δεν θα υπάρξουν “εθνικές” μειονότητες.» Ίσως ένας από τους τρόπους, για να το «φροντίσουμε αυτό» είναι ο ξυλοδαρμός έως θανάτου.

Άραγε πώς βρέθηκε στον Βύρωνα ο Λούτφη; Πού ζούσε, πού εργαζόταν, πού έγινε η κηδεία του, πού θάφτηκε; Και αυτά δεν είναι τα μοναδικά ερωτήματα.

Κάποτε είχε έρθει στο Σχολείο να μιλήσει στα παιδιά κάποια κυρία, που εκπροσωπούσε το Ελληνικό Συμβούλιο για τους Πρόσφυγες. Καλή ομιλία, παρά τον διαχωρισμό που έκανε για τους πρόσφυγες και τους μετανάστες και τον απαξιωτικό τρόπο που μίλησε για τους δεύτερους. Στο τέλος ζήτησε από τα παιδιά να υποβάλουν ερωτήσεις. Σε αυτές τις περιπτώσεις τα παιδιά είναι στην αρχή διστακτικά και για να ενθαρρύνω τη διαδικασία των ερωτήσεων έκανα εγώ μια ερώτηση: «Εκτός Θράκης, όπου υπάρχουν μουσουλμανικά νεκροταφεία, πού θάβονται οι μουσουλμάνοι, όταν πεθαίνουν;» Η κυρία αιφνιδιάστηκε πολύ. Είπε πως δεν την είχε ποτέ απασχολήσει το θέμα και πως δεν ήξερε. Θα φρόντιζε όμως να μάθει και θα μου τηλεφωνούσε να με ενημερώσει. Πράγματι μου τηλεφώνησε μετά από δύο ημέρες. Δεν είχε μάθει κάτι συγκεκριμένο, μόνο πως κάπου τους παραχώνουν, αλλά δεν ήξερε πού. Τους μουσουλμάνους, λοιπόν, δεν τους θάβουν, αλλά κάπου τους παραχώνουν.

Άραγε τον Λούτφη τον μετέφεραν νεκρό στην Ξάνθη, να τον θάψουν κανονικά ή κάπου τον παράχωσαν;

Η δολοφονία του Θοδωρή Γιάκα από τον αρχιφύλακα Λαγογιάννη

.

10 Ιανουαρίου του 1994

Ο Θοδωρής Γιάκας, ένας νεαρός μουσικός δολοφονήθηκε στα 28 του χρόνια από τον αρχιφύλακα Λαγογιάννη τελείως αναίτια και απρόκλητα.

Παρόλη την αγανάκτηση που προκαλεί και αυτή η δολοφονία μού προξενεί ιδιαίτερη λύπη το ότι δεν υπάρχει στο διαδίκτυο ούτε μία φωτογραφία του, ούτε μια πληροφορία για τη ζωή του, για την οικογενειακή του κατάσταση. Βεβαίως το 1994 που έγινε η δολοφονία δεν ήταν ανεπτυγμένο το διαδίκτυο, όμως απασχολούσε τις αίθουσες των δικαστηρίων έως το 2000, που το διαδίκτυο είχε αναπτυχθεί πολύ. Άλλωστε υπάρχουν δύο φωτογραφίες του δολοφόνου, που δεν θέλω να αναδημοσιεύσω. Δεν πρόκειται για κάποιον ανώριμο και άπειρο αστυνομικό, αλλά για έναν μεσήλικα, που αν τον τοποθετούσε κανείς μέσα σε υπουργικό συμβούλιο δεν θα έδειχνε παράταιρος.

Νωρίς το βράδυ εκείνης της μέρας ο Θοδωρής Γιάκας έκανε περίπατο στους δρόμους του Μοσχάτου. Ξαφνικά σταματάει δίπλα του ένα αυτοκίνητο, όχι περιπολικό, και κατεβαίνει με πολιτικά ο αρχιφύλακας κρατώντας το περίστροφο στο χέρι του. Τρομοκρατημένος ο νεαρός αρχίζει να τρέχει και ο Λαγογιάννης τον πυροβολεί τέσσερις φορές.

Αμέσως η αστυνομία, που πάντα μηχανορραφεί σε τέτοιες περιπτώσεις, έστησε απαλλακτικό σενάριο. Ο Γιάκας παρουσιάστηκε ως δραπέτης ψυχιατρείου, ο Λαγογιάννης προσπάθησε να τον συλλάβει, ο επικίνδυνος δραπέτης επιτέθηκε στον άτυχο και ευσυνείδητο αρχιφύλακα με μαχαίρι, οπότε ο αμυνόμενος Λαγογιάννης αναγκάστηκε να πυροβολήσει τέσσερις φορές, ώσπου το αιμόφυρτο σώμα του νέου άνδρα κατέληξε στο πεζοδρόμιο.

Παρόλο που αμέσως αποδείχθηκε ότι ο Γιάκας δεν ήταν τρόφιμος ψυχιατρείου και δεν είχε δραπετεύσει, το σενάριο ότι ο Λαγογιάννης πυροβόλησε αμυνόμενος παρέμεινε μέχρι τέλους.

Ο αρχιφύλακας δεν συνελήφθη και συνέχισε να υπηρετεί στην ΕΛ.ΑΣ ως την δίκη το 1997. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο τον έκρινε ένοχο για ανθρωποκτονία από πρόθεση καθ’ υπέρβαση των ορίων της άμυνας και τον καταδίκασε σε ποινή κάθειρξης 10 ετών και 5 μηνών. Ο Λαγογιάννης άσκησε έφεση και αφέθηκε ελεύθερος.

Το μεικτό ορκωτό εφετείο της Αθήνας συνεδρίασε επί τρεις ημέρες και μετέτρεψε το κατηγορητήριο σε ανθρωποκτονία από αμέλεια καθ’ υπέρβαση των ορίων της άμυνας.

Η μετατροπή του κατηγορητηρίου υπέρ του συνταξιούχου πλέον Ευάγγελου Λαγογιάννη στο Εφετείο είχε ως συνέπεια να του επιβληθεί πολύ μικρότερη ποινή από την πρωτόδικη: 4 χρόνια και 3 μήνες κατά πλειοψηφία 4-3. Τα τρία μέλη, που μειοψήφησαν, ήθελαν να του επιβληθεί ποινή φυλάκισης τριών μόνο χρόνων.

Ο κατηγορούμενος ήταν βέβαιος ότι δεν θα έμπαινε ούτε μια μέρα φυλακή. Στο άκουσμα της απόφασης κατέρρευσε και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο, ενώ η οικογένειά του καταριόταν τους δικαστές που μόλις είχαν μετατρέψει το κατηγορητήριο σε ανθρωποκτονία από αμέλεια.

Μετά την αποκατάσταση της υγείας του ο Λαγογιάννης οδηγήθηκε στις φυλακές για πολύ λίγες μέρες. Πολύ γρήγορα παρουσιάστηκε στο πενταμελές εφετείο της Αθήνας και ζήτησε την αναστολή της ποινής του για λόγους υγείας. Το εφετείο ανέστειλε την ποινή έγκαιρα, ώστε ο Λαγογιάννης να γιορτάσει με την οικογένειά του τα Χριστούγεννα του 2000.

Η περίπτωση του Λαγογιάννη έχει πολλά κοινά στοιχεία με την αρχική καταδίκη του Σαραλιώτη σε δεκαετή κάθειρξη, την αναστολή της ποινής του και την αθώωσή του τελικά από το εφετείο Λαμίας.

Είναι πλέον εμφανές ότι τα δικαστήρια οπλίζουν τα χέρια των αστυνομικών. Τα δικαστήρια διασφαλίζουν στους αστυνομικούς την πεποίθηση ότι τα εγκλήματά τους θα μείνουν ατιμώρητα.

Στην έρευνα που έκανα των στοιχείων για αυτή τη δολοφονία ήρθα αντιμέτωπος με αυτή την είδηση: από το 2000 μέχρι τον Ιούνιο του 2002 εκδόθηκαν πέντε αποφάσεις δικαστικών συμβουλίων ή δικαστηρίων για υποθέσεις θανατηφόρων πυροβολισμών από αστυνομικούς. Σε δύο περιπτώσεις δεν απαγγέλθηκε καν κατηγορία, σε άλλες τρεις οι αστυνομικοί καταδικάστηκαν για ανθρωποκτονία από αμέλεια με αναστολή.

Ποιες είναι αυτές οι ανθρωποκτονίες;

Ας συμβάλουμε όλοι μας, ώστε να ανασυρθούν από τη λήθη και την αφάνεια, όλα τα θύματα, όλα τα εγκλήματα της αστυνομίας. Και άνθρωποι σαν τον Θοδωρή Γιάκα να μην παραμένουν ένα όνομα σε μια ληξιαρχική πράξη θανάτου.

Υποψιάζομαι ότι οι κατάλογοι που κυκλοφορούν δεν είναι πλήρεις.

Τα Βασανιστήρια σε Αφγανούς Πρόσφυγες

Για άλλη μια φορά να τονίσουμε ότι ο Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος δεν είναι το μοναδικό θύμα της αστυνομίας. Τα θύματα είναι πολλά και καθήκον μας είναι να μην επιτρέψουμε να ξεχαστούν. Επετειακά θα ανασύρω ένα ένα όλα τα γνωστά τουλάχιστον θύματα της αστυνομικής βίας και ας προσπαθήσουμε όλοι μαζί να τους δώσουμε τη θέση που τους αξίζει στην Ιστορία.

Δεκέμβρης του 2004. Υπουργός Δημόσιας Τάξης ο Γεώργιος Βουλγαράκης.

Ένας Αφγανός κρατούμενος, συνοδευόμενος από δύο αστυνομικούς, κατάφερε να δραπετεύσει. Τις επόμενες ημέρες οι δύο αστυνομικοί και αρκετοί συνάδελφοί τους έκαναν επιδρομές σε κτήριο της οδού Πιπίνου, όπου στεγάζονταν Αφγανοί πρόσφυγες, μεταξύ των οποίων και ανήλικοι, και επιδίδονταν σε βασανιστήρια με σκοπό να αποσπάσουν πληροφορίες για τον κρατούμενο που δραπέτευσε.

Ειδικότερα οι αστυνομικοί μετέφεραν δύο πρόσφυγες στο υπόγειο γκαράζ του ΑΤ Αγίου Παντελεήμονα, όπου τους υπέβαλαν σε φάλαγγα και άλλα βασανιστήρια (σύμφωνα με το κατηγορητήριο) για να τους εξαναγκάσουν να αποκαλύψουν πού κρυβόταν ο συμπατριώτης τους, παρόλο που είχαν δηλώσει επανειλημμένα ότι δεν τον γνώριζαν.

Τα θύματα των βασανιστηρίων, μεταξύ των οποίων και ανήλικοι, κατέφυγαν σε ΜΚΟ και συλλογικότητες που ειδικεύονταν στην προστασία των προσφύγων και εξετάστηκαν από ειδικευμένο προσωπικό του Ιατρικού Κέντρου Αποκατάστασης Βασανιστηρίων. Κατόπιν τούτου η υπόθεση έλαβε μεγάλες διαστάσεις. Η αστυνομία δεν μπόρεσε, όπως ήταν τελείως αναμενόμενο, να ανακαλύψει τους άλλους αστυνομικούς που εμπλέκονταν στην υπόθεση και η υποτιθέμενη έρευνα περιορίστηκε στους δύο ήδη γνωστούς αστυνομικούς. Σκηνοθετήθηκε ΕΔΕ η οποία επέβαλε ποινή εξάμηνης αργίας στους δύο αστυνομικούς, οι οποίοι όμως ουδέποτε την εξέτισαν. Ακολούθησε παραπομπή σε δίκη για κακουργηματική άσκηση βασανιστηρίων.

Η παραπομπή για κακούργημα ήταν τελείως ασυνήθιστη, γιατί όπως επεσήμανε το Ελληνικό Συμβούλιο για τους Πρόσφυγες οι αστυνομικοί δεν παραπέμπονται με τη διάταξη του ποινικού κώδικα που τιμωρεί ως κακούργημα τα βασανιστήρια.

Πράγματι, στην ακροαματική διαδικασία, μετά από 7 χρόνια, που διήρκεσε επτά συνεδρίες η εισαγγελέας της έδρας πρότεινε τη μετατροπή του κατηγορητηρίου σε πλημμεληματική άσκηση σωματικών κακώσεων. Το δικαστήριο αποδέχθηκε την πρόταση και η λέξη βασανιστήρια εξοβελίστηκε. Στους κατηγορούμενους επιβλήθηκε ποινή 5 ετών στον ένα και 5 ετών και 5 μηνών στον άλλο και αφέθηκαν ελεύθεροι μέχρι την εκδίκαση της έφεσης.

Λίγους μήνες αργότερα το εφετείο μείωσε την ποινή σε 20 και 25 μήνες αντίστοιχα και εξαγοράστηκε.

Μετά την απόφαση του εφετείου δέκα Αφγανοί ηλικίας 16 έως 29 ετών προσέφυγαν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ).

Στην προσφυγή τους στο ΕΔΔΑ οι Αφγανοί ανέφεραν ότι παραβιάστηκε το Άρθρο 3 της Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (απαγόρευση βασανιστηρίων και απάνθρωπη/ταπεινωτική συμπεριφορά) καθώς και το Άρθρο 6, που αφορά το δικαίωμα στη δίκαιη δίκη εντός λογικής προθεσμίας. Οι ίδιοι αναφέρθηκαν και στη μεγάλη καθυστέρηση της ποινικής δίκης, η οποία έθεσε σε κίνδυνο τον όγκο και την ποιότητα των αποδεικτικών στοιχείων.

Η απόφαση του ΕΔΔΑ δημοσιεύτηκε τον Απρίλιο του 2019 και αναφέρεται σε αυτήν ότι στη δικογραφία δεν είχαν συμπεριληφθεί οι καταθέσεις των μαρτύρων, ούτε αναφερόταν αν είχαν δοθεί παρουσία διερμηνέα, καθότι οι ίδιοι δεν γνώριζαν Ελληνικά. Επίσης επισημαίνεται ότι το δικαστήριο δεν εξέτασε το ρατσιστικό κίνητρο, ούτε το ενδεχόμενο οι κατηγορούμενοι να είχαν εμπλακεί στο παρελθόν σε επεισόδια με φυλετική χροιά ή αν είχαν ρατσιστική ή εξτρεμιστική ιδεολογία. Κάπως έτσι θεμελιώνεται το ελαφρυντικό του πρότερου σύννομου βίου.

Στην αιτιολογία της απόφασης του ΕΔΔΑ διαβάζουμε: «Τα ελληνικά δικαστήρια δεν είχαν δώσει την αρμόζουσα προσοχή σε ορισμένους παράγοντες, μεταξύ αυτών ότι οι αστυνομικοί είχαν ενεργήσει στο πλαίσιο μιας άτυπης επιχείρησης, χωρίς να έχουν λάβει ένταλμα σύλληψης ή έρευνας…δεν διαπιστώθηκε αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της χρήσης βίας από τους αστυνομικούς και της συμπεριφοράς των αιτούντων, οι οποίοι δεν επιχείρησαν να επιτεθούν στους αστυνομικούς ούτε άσκησαν βία»

Το ευρωπαϊκό δικαστήριο χαρακτήρισε επιεικείς τις ποινές που επέβαλε το ελληνικό δικαστήριο και επιδίκασε αποζημίωση 170.000€ σε εννέα από τους δέκα προσφεύγοντες Αφγανούς.

Δεν πρέπει όμως να ξεχνάμε ότι ελάχιστες τέτοιες περιπτώσεις φτάνουν στη δημοσιότητα, πολύ λιγότερες στα δικαστήρια και ελάχιστες στο ευρωπαϊκό δικαστήριο.

Η σιωπή, η συγκάλυψη και η ατιμωρησία ενθαρρύνει τους αστυνομικούς προς τέτοιες συμπεριφορές.

Το 2015 επί υπουργίας Γιάννη Πανούση και με πρωτοβουλία των αστυνομικών υπαλλήλων υψώθηκε μνημείο στον αερολιμένα Αθηνών, στο οποίο αναγράφεται «Στη μνήμη των αγγέλων που θυσιάστηκαν για την ευνομία».

Όπως λέει και ο Χρυσοχοΐδης, όταν περνούν αυτοί οι άγγελοι ο κόσμος χειροκροτεί.

Ελάχιστο καθήκον μας να μη λησμονούμε. Δεκαέξι χρόνια μετά.

Ευχαριστώ το tvxs και το vice.com που δεν άφησαν να περάσει απαρατήρητη αυτή η υπόθεση.

Το κατοχικό καθεστώς της ντροπής και της κατάντιας

Σε αυτό το κατοχικό καθεστώς της ντροπής και της κατάντιας που ζούμε τα 3 ρόδια είναι πολύ πιο επικίνδυνα από 3 βόμβες μολότοφ.
Έως τη γωνία Ιπποκράτους και Αραχώβης με το αυτοκίνητο κι από κει με τα πόδια. Παντού αστυνομικές δυνάμεις. Ώρα 08:30, πρωί, για να μην υπάρχει καμιά δικαιολογία, για να μην υπάρχει καμιά συνάθροιση. Ψυχή δεν κυκλοφορεί εκτός από την αστυνομία. Στη γωνία Τζαβέλλα και Ζωοδόχου Πηγής ομάδα αστυνομικών μας σταματάει. Μαζί τους και ανώτερος αστυνομικός με δαφνοσκεπές καπέλο. Αναμενόμενος διάλογος. Απαγορεύεται. Απαγορεύονται οι συναθροίσεις του λέω. Εμείς είμαστε μόνο δύο, η σύζυγός μου κι εγώ. Δεν υπάρχει καμιά συνάθροιση. Όχι, μου λέει. Η εντολή είναι να μην πλησιάσει κανείς στο μνημείο. Αν κάνετε ακόμη ένα βήμα θα σας προσαγάγω. Συνεχίζω «Αυτοί που σας έδωσαν την εντολή δεν ντρέπονται. Εσείς που την εκτελείτε ντρέπεστε ή την εκτελείτε με ευχαρίστηση;» «Αυτή είναι προσωπική ερώτηση και δεν είμαι υποχρεωμένος να απαντήσω».
Ε, λοιπόν, εγώ σας λέω ότι ντρέπεται, γιαυτό δεν μπορεί να απαντήσει. Αλλιώς τίποτε δεν θα τον εμπόδιζε να πει «Όχι, δεν ντρέπομαι».
Εκεί κατάντησαν. Μόνο η κυβέρνηση δεν ντρέπεται. Μόνο ο πρωθυπουργός και οι υπουργοί του δεν ντρέπονται. Γιατί αυτό που υπερτερεί σε αυτούς είναι ο φόβος. Φοβούνται ό,τι σημαίνει η δολοφονία του Αλέξανδρου. Φοβούνται τα λουλούδια στο μνημείο. Φοβούνται το κλαδί με τα 3 ρόδια που έκοψα το πρωί από τον κήπο, για να τα αφήσω στο μνημείο. Γιατί τα ρόδια είναι το σύμβολο της ζωής και του θανάτου. Δεν τα άφησα στο μνημείο, αλλά στη γωνία Τζαβέλλα και Ζωοδόχου Πηγής, εκεί από όπου έφυγε η σφαίρα του Κορκονέα, η σφαίρα που χτύπησε τον Αλέξανδρο κατάστηθα, η σφαίρα που σκότωσε τη δημοκρατία.
Αλλά η δημοκρατία θα αναστηθεί κάποια στιγμή. Θα την αναστήσουμε εμείς. Ο Αλέξανδρος όμως δεν θα αναστηθεί. Γιατί ο Αλέξανδρος ζει. Ο Αλέξανδρος δεν θα πεθάνει ποτέ. Γιαυτό φοβούνται.

Προς τον κ. Χρυσοχοΐδη

Κύριε Χρυσοχοΐδη,

Οργανώσατε σχέδιο αποκλεισμού των δρόμων γύρω από το μνημείο του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου. Και όλα αυτά τα κάνετε, για να μας προστατέψετε, για να προστατέψετε εμένα, που ανήκω σε ευπαθή ομάδα.

Πράγματα ανήκω σε ευπαθή, σε πολύ ευπαθή ομάδα, με τη σημασία που δίνετε εσείς. Αλλά ανήκω και σε μια άλλη πολύ ευπαθή ομάδα με τη σημασία του ευ πάσχω, αλλά και του ευ πράττω, σημασίες που εσείς αγνοείτε. Ευ πάσχω και ευ πράττω, κύριε Χρυσοχοΐδη, γιατί νοιάζομαι όχι μόνο για τον εαυτό μου, αλλά και για τους συνανθρώπους μου και όλη την κοινωνία, για τους νεκρούς κάθε μέρα, για τους άρρωστους, για το νοσηλευτικό προσωπικό, για τα παιδιά που είναι κλεισμένα στο σπίτι, για τους άνεργους και τους σκληρά εργαζόμενους, για όλους εκείνους για τους οποίους δεν προβλέπεται κρεβάτι στον 9ο όροφο του Ευαγγελισμού, ούτε C 130.

Εγώ ανήκω σε ευπαθή ομάδα, δεν φωτογραφίζομαι ημίγυμνος, για να επιδεικνύω τα κάλλη μου, ούτε είμαι κομψός, ούτε ντύνομαι κομψά. Ένας γέρος είμαι, που νοιάζεται για τους γύρω του. Βλέπετε, εγώ δεν φορώ άμφια, δεν είμαι ο πρωθυπουργός, για να βγάζω ομαδικές φωτογραφίες χωρίς μάσκα, δεν είμαι κανένας περιφερειάρχης, για να συγχρωτίζομαι με άλλους ανθρώπους και να τους αγγίζω, ενώ είμαι θετικός στον ιό. Τίποτε από όλα αυτά. Ένας γέρος δάσκαλος είμαι που πενθεί για τη δολοφονία του μαθητή του, του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου. Ένας γέρος δάσκαλος είμαι που δεν βγαίνει από το σπίτι του, παρά μόνο για να πάει με μάσκα στο γειτονικό φαρμακείο και την Κυριακή θα πάει στο μνημείο του Αλέξανδρου.

Είπε ο κυβερνητικός σας εκπρόσωπος (και ο άλλος…) ότι μπορούμε να πάμε για περίπατο στην Πάρνηθα, γιατί είναι στην Αττική. Στην Αράχωβα δεν μπορούμε να πάμε, γιατί είναι εκτός Αττικής, αλλά μπορούμε να πάμε στην οδό Αραχώβης και να κατηφορίσουμε. Στο Μεσολόγγι δεν μπορούμε να πάμε, αλλά μπορούμε να περπατήσουμε στην οδό Μεσολογγίου.

Αλλά εσείς δεν είστε διατεθειμένος να μας το επιτρέψετε. Όχι για να μας προστατέψετε, αλλά γιατί φοβάστε. Φοβάστε την 6η Δεκεμβρίου και θέλετε να την εξαφανίσετε από το ημερολόγιο. Φοβάστε γιατί δεν έχει αποδοθεί δικαιοσύνη, φοβάστε γιατί η αστυνομική αυθαιρεσία μεγαλώνει συνεχώς. Φοβάστε γιατί ήδη έχουν υπογράψει 2000 άνθρωποι και υπογράφουν συνεχώς. Φοβάστε, γιατί ούτε ευ πάσχετε, ούτε ευ πράττετε.

Γιώργος Θαλάσσης