Ελλάς Ελλήνων Χριστιανοφασιστών

Δέχομαι πως υπήρχαν και τιμωρητικές ψήφοι προς τον Σύριζα που εξασφάλισαν την αυτοδυναμία της κυβέρνησης, αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε και να παραβλέπουμε τις ακροδεξιές ψήφους. Οι τιμωρητικές ψήφοι αποδείχτηκαν πολύ χρήσιμες, αλλά είναι συγκυριακές, δεν τις έχει ο Μητσοτάκης στην τσέπη του και γιαυτό ξέρει πως οι τσέπες του πρέπει να φουσκώσουν από ρατσιστικές, φασιστικές ψήφους. Η ΝΔ έχει μια σταθερή βάση στην κοινωνία που κυμαίνεται γύρω στο 28% και η ακροδεξιά διαθέτει ένα 6%. Αυτό το 34% εξασφαλίζει στη ΝΔ να είναι το πρώτο κόμμα αλλά δεν εξασφαλίζει αυτοδυναμία, ούτε εξασφαλίζει κυβέρνηση παντός εκλογικού νόμου. Το εθνικιστικό παιχνίδι τού εξασφάλισε μακεδονικές ψήφους, αλλά κινδυνεύει να στραφεί εναντίον του και δεν μπορεί και λόγω Αιγαίου να επενδύσει σε αυτό. Η λύση όμως που του προσφέρθηκε στο πιάτο είναι ο ρατσισμός, η ξενοφοβία και ο φασισμός. Μοναδική ευκαιρία να αυξήσει τους φασίστες που έπαιζαν κρυφτό πίσω από άλλα κόμματα.

Και ο Σύριζα έπαιξε άσχημο παιχνίδι με τους πρόσφυγες και επιδόθηκε σε αντιπροσφυγικές πολιτικές, αλλά δεν υιοθέτησε την αντιπροσφυγική και ρατσιστική ρητορική της ΝΔ. Έκανε μερικά πείσματα με την Εκκλησία, για να ρίξει στάχτη στα μάτια σε μια μερίδα των ψηφοφόρων του, αλλά δεν συγκρούστηκε με αυτήν, απλώς την κρατούσε στη γωνία. Η Εκκλησία όμως καραδοκούσε να βρει την ευκαιρία που δεν άργησε.

Ο Μητσοτάκης ήξερε πως για να πραγματοποιήσει τα αδίστακτα σχέδιά του έπρεπε να ενεργοποιήσει τον προαιώνιο ακροδεξιό μοχλό της Εκκλησίας που υπήρξε σύμμαχος και όργανο όλων των φασιστικών καθεστώτων στη χώρα. Τοποθέτησε μια παρωχημένη και υποκλινομένη θεούσα υπουργό παιδείας και θρησκευμάτων και επέβαλε στους κρατικούς λειτουργούς να λένε πως η μετάληψη και οι εκκλησιαστικοί χώροι δεν μεταδίδουν τον κορωνοϊό.

Και στη συνέχεια άνοιξε τους κρουνούς του ρατσισμού και του φασισμού. Γιατί ο ρατσισμός και ο φασισμός έχουν κοινό έχθρό τον Άλλο, τον ξένο, τον λίγο διαφορετικό, τον πολύ διαφορετικό, αυτόν που δεν ξέρουμε από πού κρατάνε τα γεννοφάσκια του. Η γλώσσα του φασισμού είναι απλή, εύκολη, κατανοητή που την ξέρουμε όλοι. Γιατί τι μας λέει ο φασισμός: Θυμάσαι που όταν ήσουν μωρό έκλαιγες όταν έβλεπες έναν ξένο; Καλά έκανες. Αλλά τώρα που είσαι μεγάλος να μην κλαις. Να ουρλιάζεις από θυμό και να παίρνεις ένα ξύλο και να χτυπάς, να χτυπάς αλύπητα. Να χτυπάς μέχρι να τους εξαφανίσεις. Γιατί αν δεν τους εξαφανίσεις εσύ θα σε εξαφανίσουν εκείνοι. Γιατί αυτοί δεν είναι άνθρωποι. Δεν σου μοιάζουν. Κτήνη είναι. Διάλεξε με ποιους είσαι. Με μας που θέλουμε το καλό σου ή με τα κτήνη;

Και ήρθε κι ο αρχιεπίσκοπος και σου είπε μπράβο που σκέφτεσαι έτσι. Σωστά σκέφτεσαι και χτύπα, χτύπα ανελέητα, για να σωθούμε. Και το επανέλαβαν κι άλλοι μητροπολίτες και παπάδες και η Κεραμέως και άλλοι υπουργοί, κι άλλοι πολιτικοί, και δημοσιογράφοι και καλλιτέχνες και η τηλεόραση με τις ψεύτικες ειδήσεις σού λέει όλη μέρα χτύπα, χτύπα, σκότωσέ τους πνίξε τους, αλλά δεν στο λέει έτσι ξεκάθαρα, στο λέει με ωραία λόγια σαν σε ωραίο παραμύθι που θα σκοτώσεις τον δράκοντα και θα παντρευτείς τη βασιλοπούλα.

Και το έμαθαν κι άλλοι φασίστες και ήρθαν από ξένες χώρες, από τη Γερμανία, από την Αυστρία, από τη Σουηδία και ενώνονται μαζί σου στη Λέσβο, στη Χίο, στον Έβρο. Κι εσύ δεν ντρέπεσαι που αυτοί οι φασίστες σε θεωρούν όμοιό τους, σε βλέπουν σαν αδελφό τους κι έγινες ένα με αυτούς.

Δεν έχω αυταπάτες. Αν τα προηγούμενα χρόνια κάναμε ένα δημοψήφισμα κατά των Εβραίων, κατά των Γύφτων, κατά των μειονοτήτων της Θράκης, κατά των ομοφυλοφίλων, τα αποτελέσματα θα μας έφερναν σκοτοδίνη. Ευτυχώς όμως απαγορεύονται τα δημοψηφίσματα κατά των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Όλοι εσείς όμως που θα ήσασταν πρόθυμοι να στραφείτε εναντίον των μειονοτήτων και των μειοψηφιών δεν ήσασταν αναγκαστικά Χρυσαυγίτες. Όχι, κρυβόσασταν μέσα σε όλα τα κόμματα, γιατί κυκλοφορούσε ένα «δεν κάνει να σκέφτεστε έτσι» και λουφάζατε. Τώρα όμως σας είπε η κυβέρνηση πως σωστά σκέφτεστε και βγήκατε από τα λαγούμια σας με ένα κοντάρι. Και χτυπάτε και χτυπάτε και εμπιστεύεστε τον πρωθυπουργό μας και τον κάνετε να καμαρώνει.

Αλλά το ποτάμι του φασισμού δεν γυρίζει εύκολα πίσω και οι ιδέες του θα εισχωρήσουν βαθιά μέσα στην κοινωνία. Οι ωραίες ιδέες σας θα μπουν στα σχολεία και τα παιδιά δεν θα καταδυναστεύουν μόνο τα προσφυγόπουλα. Οι συμμαθητές θα κοροϊδεύουν και θα χτυπάνε το χοντρό παιδί σας, το κοντό παιδί σας, το ψηλό παιδί σας, το ΑΜΕΑ παιδί σας, το αυτιστικό παιδί σας, το δυσλεκτικό παιδί σας, το γκέι παιδί σας, το άτολμο παιδί σας, το παιδί σας που δεν είναι καλό στα μαθήματα, το παιδί σας που είναι πολύ καλό στα μαθήματα, το παιδί σας που δεν είναι καλό στα αθλητικά. Και σας θα σας ποδοπατάει το αφεντικό σας και θα βάζει χέρι στην κόρη σας και στη γυναίκα σας, ίσως και στον γιο σας, κι ο γιος σας θα υποφέρει στο στρατό και δεν θα βρίσκει δουλειά κι οι γονείς σας θα λιμοκτονούν με την ψωροσύνταξη και δεν θα μπορείτε να σηκώσετε κεφάλι, γιατί θα σας δέρνουν τα ΜΑΤ και οι παπάδες θα σας λένε να κάνετε υπομονή. Κι εσείς θα χαμογελάτε ευτυχείς, γιατί θα έχετε πρωθυπουργό τον Μητσοτάκη και γιατί δείξατε στους δυστυχείς πρόσφυγες ότι είστε υπερήφανοι που είστε Έλληνες. Αλλά εγώ θα ντρέπομαι που είμαι Έλληνας και θα είμαι πρόσφυγας ανάμεσά σας.

Ίτε Παίδες Ελλήνων

Γενναία κι ακούραστα τα παλικάρια της Ελλάδας. Τα παλικάρια του λιμενικού, του στρατού και της αστυνομίας που ξημεροβραδιάζονται στο Αιγαίο, στα νησιά και στον Έβρο, για να απωθήσουν αυτούς που θέλουν να μπουν στη χώρα μας. Γενναία και ακούραστα και τα άλλα παλικάρια μας που δεν ανήκουν στα σώματα ασφαλείας, αλλά εθελοντικά αρπάζουν τουφέκια, κοντάρια και ό,τι άλλο βρουν, για να βοηθήσουν κι αυτοί, για να μην περάσει κανείς τα σύνορα.

Κι από την άλλη μεριά των συνόρων άνθρωποι εξαθλιωμένοι, πεινασμένοι, ξεπαγιασμένοι στη στεριά κι άλλοι βρεγμένοι και μισοπνιγμένοι στη θάλασσα, γυναίκες, άντρες, παιδιά, μωρά, ηλικιωμένοι, άρρωστοι. Όλο το μπλεγμένο κουβάρι της δυστυχίας και της αθλιότητας.

Και βρίσκονται και κάποιοι που φωνάζουν στα παλικάρια μας για τον ξένιο θεό, για την πατροπαράδοτη φιλοξενία των Ελλήνων. Αλλά τα παλικάρια μας δεν πτοούνται, όχι μόνο γιατί εκτελούν διαταγές, αλλά γιατί πιστεύουν στο έργο τους. Γιατί ξέρουν καλά ότι δεν υπάρχουν φιλόξενοι λαοί. Γιατί αυτοί που πάντα λέγαμε φιλόξενους είναι αυτοί που φοβούνται περισσότερο τους ξένους. Γιατί οι ξένοι είναι επικίνδυνοι και μόνο αν τους καθίσεις στο τραπέζι σου και τους προσφέρεις ένα πιάτο φαΐ, τότε αυτοί δεν μπορούν να σε βλάψουν, δεν μπορούν να κάνουν κακό στον ομοτράπεζο και σε αυτόν που πρόσφερε ένα ταβάνι να κοιμηθούν.

Κι έτσι αναγκάζονται τα παλικάρια μας να ξημεροβραδιάζονται και να βρίσκονται σε κατάσταση πολέμου. Κι ευτυχώς υπάρχουν άλλοι πατριώτες που τους πάνε φαγητά και μπισκότα και πορτοκαλάδες, για να αντέχουν τα παλικάρια μας και να μας προστατεύουν από το κακό που μας βρήκε.

Θα σας πω μια ιστορία. Το 1853 έπεσε χολέρα στον Πειραιά. Κι απαγορεύτηκε να πηγαίνουν Πειραιώτες στην Αθήνα, για να μη μεταφέρουν την αρρώστια. Και το 1854 οι Αθηναίοι βρήκαν δυο χρονιάρικα δίδυμα αρσενικά μοσχάρια που δεν είχαν μπει ακόμη στο ζυγό. Τα έζεψαν στο άροτρο και όργωσαν ένα κύκλο γύρω από την Αθήνα, για να κλείσουν την αρρώστια απέξω. Αλλά η αρρώστια είχε ήδη περάσει κι έτσι, αντί να την κλείσουν έξω την έκλεισαν μέσα στην πόλη και δεν την άφηναν να φύγει. Και πέθαναν εκείνη τη χρονιά στην Αθήνα τρεις χιλιάδες, που έτσι κι αλλιώς μετρούσε λίγες ψυχές εκείνη την εποχή.

Φοβάμαι πως και τώρα έχει γίνει το ίδιο. Φοβάμαι πως η αρρώστια έχει περάσει μέσα. Φοβάμαι πως ο εχθρός δεν είναι στα σύνορα, αλλά έχει μπει στα σπίτια μας, πως τρώει στο τραπέζι μας και κοιμάται στο κρεβάτι μας. Κι αυτόν τον εχθρό τον λένε ρατσισμό, τον λένε φασισμό, τον λένε απονιά, τον λένε απανθρωπιά και αδιαντροπιά. Έχει πολλά ονόματα, γιατί συνεχώς μεταλλάσσεται κι έτσι γίνεται αήττητος σαν κακιά αρρώστια.

Αυτός είναι ο χειρότερος εχθρός του ανθρώπου. Από αυτόν κινδυνεύουμε. Από αυτόν κινδύνεψε η ανθρωπότητα στο παρελθόν και πέθαναν εκατομμύρια άνθρωποι. Από αυτόν εξαθλιώθηκε η χώρα μας και άργησε να ξανασταθεί στα πόδια της. Από αυτόν αρχίζει και πάλι να κινδυνεύει η Ευρώπη και ολόκληρη η ανθρωπότητα. Ο εχθρός δεν είναι ο εξαθλιωμένος και ξεσπιτωμένος κόσμος στα σύνορά μας που περιμένει ένα ανθρώπινο χέρι για να πιαστεί, έναν ώμο για να ακουμπήσει και μια γωνιά, για να σταθεί. Ο εχθρός είναι το φαρμάκι που έχει μπει στις καρδιές μας.

Σας λένε για τον πολιτισμό μας που κινδυνεύει. Αλλά ο πολιτισμός μας δεν είναι ο χαρταετός της Καθαρής Δευτέρας ούτε το στεφάνι της Πρωτομαγιάς. Πολιτισμός είναι η ανθρωπιά μας κι αν χάσουμε την ανθρωπιά μας δεν έχουμε κανένα πολιτισμό. Και δεν θα μπορούμε πλέον να μιλάμε για τον «πολιτισμό τριών χιλιάδων χρόνων».

Οι κυβερνήσεις, οι πολιτικοί παίζουν τα δικά τους παιχνίδια. Ας μην παρασυρόμαστε κι ας μην παίζουμε το παιχνίδι τους που ποτέ δεν ήταν για το καλό μας.

Ίτε παίδες Ελλήνων, ας ξεριζώσουμε τον φασισμό και τον ρατσισμό από τις καρδιές μας.

Ο Ορέστης

Μερικές φορές, όταν περπατώ στην αγορά της Αθήνας, νομίζω πως τον βλέπω να στρίβει στην Ευριπίδου. Φευγαλέα, για κλάσματα δευτερολέπτου. Έτσι κι αλλιώς αυτό είναι ένα ξένο σκηνικό, δεν είναι δικό του, δεν τον είχα δει ποτέ εκεί. Ίσως το μέρος να συμπυκνώνει ένα μίγμα νοσταλγίας και θλίψης και το βλέμμα να δραπετεύει σε οπτασίες του παρελθόντος.

Το δικό του σκηνικό ήταν άλλο. Οι χωμάτινοι δρόμοι του Πειραιά με τα χαμηλά φτωχικά σπίτια. Σε αυτούς τους δρόμους περπατούσε όλη μέρα, ατσαλάκωτος, φροντισμένος, με το γκρίζο κουστούμι, το λευκό πουκάμισο και τα χρυσά γυαλιά. Και μόνο η λεπτή σκόνη που είχε σταθεί στις μύτες των παπουτσιών έδειχνε πόσο πολύ είχε περπατήσει από το πρωί.

Όταν έπαιζα στο δρόμο και τον έβλεπα να στρίβει από την οδό Σπάρτης παρατούσα το παιχνίδι και έτρεχα στο σπίτι: «Ο Ορέστης έρχεται». Ερχόταν συχνά, χωρίς λόγο. Έκανε μια στάση στα γρήγορα, για να πιει τον καφέ, που του έφτιαχνε η μάνα μου. Κι όσο ψηνόταν ο καφές με έπαιρνε στα γόνατά του και μου έδινε τις δυο μπανάνες, που μου είχε φέρει. Πανάκριβες και δυσεύρετες οι μπανάνες τότε και μόνο ως δώρα για μένα έμπαιναν σπίτι μας. Μετά έφερνε η μάνα μου τον καφέ και μού ‘λεγε να κατέβω από τα γόνατά του, για να μην κάνω καμιά απότομη κίνηση και χυθεί ο καφές. Τις περισσότερες φορές ο Ορέστης ύψωνε το δάχτυλο του χεριού του και της έλεγε «ένα, ένα παιδάκι ήθελα κι εγώ στη ζωή μου και τίποτε άλλο», αλλά δεν δάκρυζε όλες τις φορές.

Ο Ορέστης ήταν ο «δοντογιατρός» μας. Πλανόδιος οδοντίατρος με το βαλιτσάκι στο χέρι πήγαινε από σπίτι σε σπίτι, από μαγαζί σε μαγαζί και έφτιαχνε τα δόντια των ανθρώπων. Είχε έναν βραχνό τροχό, όχι σαν αυτούς τους τσιριχτούς που έχουν οι γιατροί τώρα. Τον έβαζε στην πρίζα και με το πόδι πατούσε ένα κουμπί που έκανε τον τροχό να βγάζει έναν ήχο σαν βραχνό τριζόνι. Ο τροχός, τα άγκιστρα, η σύριγγα, οι ενέσεις, οι τανάλιες, οι σκόνες για τα σφραγίσματα, όλα χωρούσαν στο μαύρο βαλιτσάκι. Όλοι οι γείτονες, οι φίλοι, οι συγγενείς, όλοι μα όλοι τον είχαν θεό τους. Πολύ τους εξυπηρετούσε ο Ορέστης. Οι μανάδες, που δεν είχαν πού να αφήσουν τα παιδιά τους, δεν χρειαζόταν να τρέχουν στα οδοντιατρεία κι οι εργαζόμενοι δεν έχαναν τα μεροκάματά τους. Τους φρόντιζε ο Ορέστης τα απογεύματα, τα βράδια, ακόμη και τις Κυριακές. Η μόνη δυσκολία ήταν να τον ειδοποιήσεις για κάτι επείγον, για κάποιο ξαφνικό πονόδοντο. Ούτε τηλέφωνο είχαμε, ούτε πού έμενε ξέραμε. Όλο και σε κάποιο συγγενή, γνωστό ή γείτονα θα πήγαινε και έτσι τον ειδοποιούσαμε, ο ένας με τον άλλον. Και τα λεφτά που έπαιρνε λίγα, κι αυτά με δόσεις. Όπως μπορούσε ο καθένας και όλοι βολεύονταν. Και ποτέ στις τακτικές επισκέψεις του δεν παραπονέθηκε πως κάποιος ήταν κακοπληρωτής, πως δεν τον πλήρωσε και του έφαγε λεφτά. Δεν θα είχαν γίνει κι αυτά; Σίγουρα θα είχαν γίνει, αλλά ο Ορέστης δεν ήξερε καν ποιος του χρωστούσε και πόσα. Δεν είχε τεφτέρι, για να τα γράφει, όπως είχε ο μπακάλης μας.

Τα ξόδευε όμως τα λεφτά ο Ορέστης, τα ξόδευε πολύ. Είχε πάθος με τα λαχεία. Αγόραζε πολλά λαχεία, ό,τι υπήρχε και δεν υπήρχε. Πού θα πάει θα το πιάσω. Κι άμα το πιάσω, το βλέπεις αυτό, έλεγε δείχνοντας το βαλιτσάκι του, μπλουμ, μπλουμ, μπλουμ στα πιο βαθιά νερά. Αλλά ποτέ δεν κέρδισε τίποτε. Για δυο νούμερα τού ξεγλιστρούσε το άτιμο.

Όταν άρχισα να πηγαίνω σχολείο ο Ορέστης ήθελε να του δείχνω τα τετράδιά μου και να με γεμίζει μπράβο. Κάποτε όμως, στην Πέμπτη δημοτικού είδε ότι ο δάσκαλος μού είχε βάλει λάθος το ένα από τα δύο προβλήματα στο τεστ που γράφαμε κάθε Παρασκευή. Ο Ορέστης διάβασε το πρόβλημα με προσοχή. Απλό πρόβλημα. Σε ένα μπάνιο με πλευρές τόσο επί τόσο θα στρώνανε πλακάκια με πλευρές τόσο επί τόσο. Πόσα πλακάκια χρειάζονταν; Ο δάσκαλος ήθελε να βρούμε τα δύο εμβαδό και να κάνουμε διαίρεση. Εγώ όμως διαίρεσα την κάθε πλευρά του μπάνιου με την κάθε πλευρά που είχε το πλακάκι και πολλαπλασίασα τα δυό πηλίκα. Ο δάσκαλος μού είπε ότι η σκέψη ήταν λάθος και ότι συμπτωματικά βρήκα το ίδιο αποτέλεσμα. Ο Ορέστης σκέφτηκε λίγη ώρα και μετά είπε της μάνας μου. «Αυτός εδώ έχει δίκιο, ο δάσκαλος έχει λάθος».

Ένας θρίαμβος απλώθηκε στο πρόσωπό του και μου είπε συνωμοτικά: «Αυτό που σκέφτηκες ήταν καταπληκτικό. Εσύ όταν μεγαλώσεις θα γίνεις οικονομολόγος κι εγώ τότε θα σου πω ένα μυστικό και με αυτό το μυστικό θα γίνουμε πλούσιοι. Πολύ πλούσιοι. Και τότε το βλέπεις αυτό; Μπλουμ, μπλουμ, μπλουμ, στα πιο βαθιά νερά».

Παρόλα αυτά εγώ δεν έγινα οικονομολόγος, ούτε ο Ορέστης μού είπε ποτέ το μυστικό που θα μας έκανε πλούσιους. Όταν όμως μεγάλωσα λίγο ακόμη μου δημιουργήθηκε μεγάλη απορία, γιατί οι γονείς μου ήθελαν να με στείλουν σε οδοντιατρείο για ένα δόντι που με πόνεσε και δεν ήθελαν να το δείξω στον Ορέστη. «Ο Ορέστης, παιδί μου, είπε η μάνα μου, δεν έχει δίπλωμα γιατρού γιαυτό δεν έχει και γιατρείο με ταμπέλα. Η οικογένειά του ήταν πρόσφυγες και με πολλές στερήσεις μπήκε στην Οδοντιατρική Σχολή, αλλά δεν κατάφερε να τελειώσει. Την τελευταία χρονιά τα παράτησε και πήγε και δούλεψε οδοντοτεχνίτης κι έμαθε κι αυτήν την τέχνη. Τό ‘χε όμως μεγάλο καημό κι έτσι πήρε το βαλιτσάκι κι έτρεχε στις γειτονιές. Γιαυτό θέλει κάποτε να το ξεφορτωθεί το βαλιτσάκι».

Καθώς μεγάλωνα κι έλειπα από το σπίτι δεν πολυέβλεπα τον Ορέστη. Έφηβος ήμουν όταν τον είδα τελευταία φορά. Μεγάλωνε κι εκείνος, άλλαζε και η κοινωνία και τελικά χαθήκαμε.

Μετά από χρόνια είπανε πως για όλα τα κακά της χώρας έφταιγαν άνθρωποι σαν τον Ορέστη.

Ο Ορέστης ήταν καλός άνθρωπος.

Από τη Νάπολη ως τον Πειραιά

Αυτές τις μέρες παρακολουθώ με αγγλικούς υπότιτλους και μεγάλο θαυμασμό το My Brilliant Friend της Elena Ferrante. Κανένα άλλο βιβλίο δεν έχει αποδοθεί τόσο πιστά στην οθόνη, καμιά προδοσία, καμιά απογοήτευση, γίνεσαι κι εσύ μέρος αυτής της ναπολιτάνικης φτωχογειτονιάς στις δεκαετίες του 50 και του 60. Τις νύχτες ακούω τη Maestra Oliviero να φωνάζει Cerullo, Greco και μου θυμίζει τη δική μου δασκάλα της τρίτης δημοτικού, την κυρία Φιλία Γούλα…

Ένα πρωί, τον Μάρτη του 1960, η κυρία Φιλία δεν ήρθε στην τάξη. Ήταν στο γραφείο κλεισμένη με όλες τις δασκάλες και τον δάσκαλο της έκτης τον κύριο Θεοδωράκη, που ήταν ο διευθυντής του σχολείου. Δεν κάναμε μάθημα εκείνο το πρωί, μας πρόσεχαν τα μεγάλα παιδιά της έκτης. Στο διάλειμμα κατεβήκαμε στην αυλή, όπου ήταν και το γραφείο των δασκάλων. Κοίταξα από το παράθυρο και είδα την κυρία Φιλία όρθια. Δεν ξέρω αν με είδε κι εκείνη, αλλά αμέσως άνοιξε την πόρτα και μου είπε: «Δίνεται μια υποτροφία για το Κολλέγιο. Είναι για παιδί της τρίτης δημοτικού από τον Πειραιά. Κάθε σχολείο θα στείλει τον καλύτερό του μαθητή και θα γίνουν εξετάσεις. Εμείς θα στείλουμε εσένα και να πας να φέρεις τον πατέρα σου να υπογράψει την αίτηση».

Τρέχοντας κατέβηκα την οδό Βιτωλίων. Στη Σπάρτης έστριψα δεξιά, γιατί πιο κάτω ήταν έξω πάλι το μεγάλο αγόρι. Όχι, δεν τον φοβόμουν. Μια φορά μόνο τον φοβήθηκα. Την προηγούμενη χρονιά που είχαμε πάρει τους ελέγχους. Περπατούσα κρατώντας τον έλεγχο στο χέρι κι εκείνος μού τον άρπαξα. Φοβήθηκα τότε ότι θα μου τον έσκιζε, αλλά εκείνος μέτρησε ένα ένα τα δέκα δεκάρια και μονολόγησε. Δέκα οι δέκα εκατό, διά του δέκα, δέκα. Βγαίνεις με δέκα μου είπε, μου έδωσε πίσω τον έλεγχο και με χτύπησε φιλικά στην πλάτη. Τώρα θα ήθελε να με ρωτήσει πού τρέχω κι άλλα τέτοια, αλλά εγώ βιαζόμουν. Έστριψα στης Σπάρτης και ξανά στη Μεσολογγίου. Δεν πρόσεξα και πάτησα στο αυλάκι με τα βρωμόνερα, που κυλούσαν μόνιμα μπροστά από τις παράγκες κι ο πλαστικός άσπρος γιακάς πήρε τρεις στροφές γύρω από το λαιμό μου μέχρι να φτάσω σπίτι μας. Η μάνα μου ήταν στην ταράτσα και έπλενε ρούχα στη σκάφη. Η λαχανιασμένη μου φωνή «μαμάααααα» ανέβηκε τις σκαλες πριν από μένα και την βρήκε σκυμμένη πάνω από τη σκάφη, ιδρωμένη να στάζει ο ιδρώτας από το μέτωπό της, με το κεφάλι τυλιγμένο με άσπρο τουλπάνι, για να μην την κάψει ο ήλιος του Μάρτη. Μέχρι να φτάσω στην ταράτσα είχε ισιώσει το κορμί της, είχε παραμερίσει το τουλπάνι από το πρόσωπο και με κοίταζε σαστισμένη. Της τα είπα γρήγορα γρήγορα. Σκούπισε τα χέρια της, έβγαλε την ποδιά και το μαντήλι, άφησε την πλύση και το καζάνι με το νερό να ζεσταίνεται στη γκαζιέρα και με έπιασε από το χέρι. «Πάμε στον πατέρα σου, μου είπε». Τα είπα και σε εκείνον κι όσο μιλούσα σκυθρώπιαζε. «Δεν πάω πουθενά, είπε. Δεν υπογράφω τίποτε. Δεν θέλω ο γιος μου να μπλέξει με την αλητεία». Η μάνα μου δεν απάντησε. Με άρπαξε από το χέρι πάλι και πήγαμε δίπλα, στο θείο μου. «Πήγαινε να υπογράψεις εσύ, του είπε, γιατί ο αδελφός σου δεν πάει, τον ξέρεις τι είναι».

Όλη την υπόλοιπη ημέρα δεν κάναμε μάθημα, ούτε την επομένη. Στο γραφείο των δασκάλων ετοιμαζόταν η έκθεση που θα συνόδευε την αίτηση. Ακόμη αναρωτιέμαι τι έγραφαν τόσες ώρες.

Μετά από λίγες ημέρες ήρθε η ειδοποίηση να παρουσιαστώ την Τρίτη σε ένα σχολείο στην Καλλίπολη του Πειραιά για εξετάσεις. Τριανταένα κουρεμένα αγόρια 9 ετών. Γράφαμε όλο το πρωινό. Το μεσημέρι φεύγοντας μας είπαν πως την άλλη μέρα θα έστελναν τηλεγράφημα στα παιδιά που είχαν γράψει καλύτερα, για να ξανάρθουν την Πέμπτη.

Μπήκαμε στο λεωφορείο, για να γυρίσουμε σπίτι και η μάνα μου, μού εξήγησε ότι δεν θα ερχόταν τηλεγράφημα, γιατί από αυτά που είδε κι άκουσε, όσο εγώ έγραφα, κατάλαβε πως τηλεγράφημα δεν θα ερχόταν. «Θα έρθει», απάντησα κοφτά.

Την άλλη μέρα ξύπνησα με ψηλό πυρετό. Η μάνα μου μού είπε. Είσαι άρρωστος. Δεν μπορείς αύριο να πας κι έτσι κι αλλιώς τηλεγράφημα δεν θα έρθει. «Θα έρθει το απόγευμα, της είπα, και θα πάω. Θα γίνω καλά.» Την άλλη μέρα, στο ίδιο σχολείο της Καλλίπολης εμφανιστήκαμε για εξετάσεις οχτώ παιδιά.

Την επόμενη εβδομάδα, Μεγάλη Τετάρτη πλέον και δεν είχαμε σχολείο, ήρθε ο μακρόστενος φάκελος. Λίγο αργότερα και η εφημερίδα. Αλλά το όνομά μου γραφόταν παντού Γεώργιος Δημητρίου Θαλάσσης, όχι Κωνσταντίνου. Κι ο θείος ο Μήτσος, που δεν είχε παιδιά, καμάρωνε. Χρειάστηκαν πιστοποιητικά και δεν ξέρω τι άλλο, για να αλλάξει το όνομα και να γίνει Κωνσταντίνου.

Ο πατέρας μου δεν πάτησε ποτέ στο Κολλέγιο, παρά μόνο στην τελετή αποφοίτησης. Την επόμενη χρονιά πέθανε και δεν είχα πλέον κανένα να μου ξεφλουδίζει μία μία τις ρόγες από το ροζακί σταφύλι, να βγάζει τα κουκούτσια και να με ταΐζει στο στόμα.

Την αλητεία δεν την γνώρισα. Μόνο γελαστά, καλοσυνάτα παιδιά. Και βαθιά δημοκράτες εκπαιδευτικούς. Ύστερα πήραμε ο καθένας το δρόμο του. Κι ο Αντώνης Σαμαράς κι ο Νίκος Μπίστης κι ο Αρίστος Δοξιάδης. Κι ο αγαπημένος φίλος μου ο Ανδρέας, που έγινε σπουδαίος γιατρός στην Αμερική και κάποτε γύρισε πίσω. Μου έκανε αίτημα φιλίας και χάρηκα τόσο πολύ. Και μετά μου έγραψε πως το κείμενο που δημοσίευσα για τις επιθέσεις της ΕΟΚΑ Β στους Τουρκοκύπριους ήταν απαράδεκτο. Κι αν ξανακάνω ανάλογο λάθος θα με διαγράψει. Του είπα να με διαγράψει αμέσως, πως θα ξαναδημοσιεύσω και πως προτιμούσα να τον θυμάμαι όπως ήταν τότε κι όχι όπως εξελίχθηκε. «Συ είπας» απάντησε και με διέγραψε.

Τελευταία ήρθε ένα ενημερωτικό τεύχος του Κολλεγίου. Μια από τις ειδήσεις ήταν ότι σχεδόν το μισό υπουργικό συμβούλιο ήταν απόφοιτοι του Κολλεγίου. Από τον Μητσοτάκη, τον Δένδια και τον Βορίδη ως την Κεραμέως και τη Δόμνα Μιχαηλίδου. Μου έφερε μια θλίψη αυτό. Αλλά το ότι κι αυτοί κι εγώ (και τόσοι άλλοι) τελειώσαμε το ίδιο σχολείο δεν λέει τίποτε για αυτούς, όπως δεν λέει και για μένα. Αλί που το χει η κούτρα του να κατεβάζει ψείρες.

Η χειμάζουσα νεολαία

Η κυνική και αδιάντροπη δήλωση του Άδωνι Γεωργιάδη με την ιδιότητα του Υπουργού Ανάπτυξης ότι επιβιώνεις με 200€ το μήνα είναι ένα επιπλέον πλήγμα στο ήδη ζοφερό μέλλον της χειμάζουσας ελληνικής νεολαίας. Η δήλωση αυτή αυτοαναιρεί την υποτιθέμενη ανάπτυξη και προετοιμάζει για ένα ακόμη δυσχερέστερο και αβέβαιο μέλλον την ελληνική κοινωνία και ιδιαίτερα το πιο ευαίσθητο και ευάλωτο τμήμα της που είναι οι νέες γενιές.

Δεν ξεχνούμε τα πλήγματα που έχει δεχθεί η νεολαία μας στο πρόσφατο παρελθόν με την ανεργία και τον κατώτατο μισθό πείνας, που ανάγκασε όσους είχαν τα προσόντα και τη δυνατότητα να αναζητήσουν καλύτερες ευκαιρίες στο εξωτερικό. Παράλληλα, η κάθε τόσο εξαγγελλόμενη ανάπτυξη απέστρεφε το βλέμμα της από τα παιδιά που μεγάλωναν χωρίς θέρμανση, χωρίς ηλεκτρικό, χωρίς σωστή και επαρκή διατροφή και κυρίως χωρίς ελπίδα.

Όλα αυτά, έως πρόσφατα, παρουσιάζονταν ως παράπλευρες απώλειες ή ως αναπόφευκτες θυσίες του ελληνικού λαού και δεν είχαν τον χαρακτήρα μια στοχευμένης επίθεσης απέναντι στην νεολαία. Τώρα όμως η κυβέρνηση έχει μπει σε ανοιχτό πόλεμο με τη νέα γενιά, με εξαίρεση αυτούς που είναι ηλικιακά νέοι, αλλά είναι ιδεολογικά παροπλισμένοι στο λιμάνι της συντήρησης και της οπισθοδρόμησης, στο λιμάνι δηλαδή από το οποίο η κυβέρνηση αντλεί τους ψηφοφόρους της και η εκκλησία τους πιστούς της. Για την υπόλοιπη όμως νεολαία που ιδεοφορεί και αγωνίζεται για ένα κόσμο πιο έντιμο και πιο δίκαιο, για την νεολαία που είναι ικανή και πρόθυμη να πάει τον κόσμο ένα βήμα πιο μπροστά, για την νεολαία που πολλοί ευτυχώς καμαρώνουμε, για αυτή την νεολαία η κυβέρνηση έχει κηρύξει έναν αμείλικτο πόλεμο. Κατάργησε το πανεπιστημιακό άσυλο και ευαγγελίζεται πανεπιστήμιο αποστειρωμένο από το μικρόβιο του προβληματισμού, της αναζήτησης, των κοινωνικών και ιδεολογικών ζυμώσεων που έφερε σε όλο τον κόσμο τα πανεπιστήμια και τους φοιτητές στην πρωτοπορία των εξελίξεων.

Κήρυξε τον πόλεμο στα Εξάρχεια που ανέκαθεν ήταν το στέκι των φοιτητών και γενικά των ασυμβίβαστων νέων, αυτών στους οποίους στηρίζεται η ελπίδα της κοινωνίας μας για έναν κόσμο χωρίς εκμετάλλευση, χωρίς καταπίεση, χωρίς πατριαρχία, χωρίς σεξισμό, χωρίς ομοφοβία. Κήρυξε έναν πόλεμο που περιλαμβάνει πολύ ξύλο, πολύ αίμα, πολλούς τραυματίες, πολλά χημικά, πολύ εκφοβισμό, πολλές παραβιάσεις της νομοθεσίας, πολλούς προπηλακισμούς, πολλές σεξουαλικές παρενοχλήσεις και άλλες ατιμωτικές πράξεις.

Παράλληλα η υπουργός Σκοταδισμού, που κατ’ ευφημισμό ονομάζεται Παιδείας, φροντίζει να κάνει τη φοίτηση στα πανεπιστήμια δυσχερέστερη, αγνοώντας, πώς άλλωστε να το ξέρει, πως πολλοί φοιτητές εργάζονται σκληρά και κοπιαστικά, για να έχουν τα μέσα να σπουδάσουν. Και προσβλέπει σε ένα σχολείο που ακόμη περισσότερο θα καλλιεργεί τον εθνικισμό και τη μισαλλοδοξία, δικαιολογημένα βέβαια αφού αυτά τα στοιχεία την ανέδειξαν στο υπουργικό αξίωμα. Και κάθε μέρα μού θυμίζει εκείνους/ες τους/τις εκπαιδευτικούς που έχω συγκρουστεί μαζί τους και δεν ανέχονταν ένα αγόρι με σκουλαρίκι, ένα κορίτσι με βαμμένα νύχια, μια πράσινη τούφα στα μαλλιά και που μόνο ήξεραν να περιθωριοποιούν παιδιά, αντί να τα αγκαλιάζουν, γιατί δεν ήξεραν πως κανένα παιδί δεν πρέπει να ζει και να μεγαλώνει στο περιθώριο, αλλά πάντα μέσα στην αγκαλιά του σχολείου και της κοινωνίας.

Να μην ξεχάσουμε και τα άλλα παιδιά, που μεγαλώνουν σε σκηνές, που ξεπαγιάζουν, που πεινούν, που κακοποιούνται, που δεν πάνε σχολείο, που μεγαλώνουν «ασυνόδευτα» και γενικά όλο αυτό το έντιμο αίμα που μια μέρα θα ζητήσει εκδίκηση και θα την λάβει δικαίως από όλους μας.